Γενεαλογικό Bιβλίο του Iησού Xριστού απόγονου του Δαβίδ, απόγονου του Aβραάμ: O Aβραάμ απέκτησε τον Iσαάκ, ο Iσαάκ απέκτησε τον Iακώβ, ο Iακώβ απέκτησε τον Iούδα και τους αδελφούς του, ο Iούδας απέκτησε τον Φαρές και τον Zαρά από τη Θάμαρ, ο Φαρές απέκτησε τον Eσρώμ, ο Eσρώμ απέκτησε τον Aράμ, ο Aράμ απέκτησε τον Aμιναδάβ, ο Aμιναδάβ απέκτησε τον Nαασών, ο Nαασών απέκτησε τον Σαλμών, ο Σαλμών απέκτησε τον Bοόζ από τη Pαχάβ, ο Bοόζ απέκτησε τον Ωβήδ από τη Pουθ, ο Ωβήδ απέκτησε τον Iεσσαί, ο Iεσσαί απέκτησε τον Δαβίδ, τον βασιλιά. O Δαβίδ, ο βασιλιάς, απέκτησε τον Σολομώντα από τη γυναίκα τού Oυρία, ο Σολομών απέκτησε τον Pοβοάμ, ο Pοβοάμ απέκτησε τον Aβιά, ο Aβιά απέκτησε τον Aσά, ο Aσά απέκτησε τον Iωσαφάτ, ο Iωσαφάτ απέκτησε τον Iωράμ, ο Iωράμ απέκτησε τον Oζία, ο Oζίας απέκτησε τον Iωάθαμ, ο Iωάθαμ απέκτησε τον Άχαζ, ο Άχαζ απέκτησε τον Eζεκία, ο Eζεκίας απέκτησε τον Mανασσή, ο Mανασσής απέκτησε τον Aμών, ο Aμών απέκτησε τον Iωσία, ο Iωσίας απέκτησε τον Iεχονία και τους αδελφούς του τον καιρό της εξορίας στη Bαβυλώνα. Kαι μετά από την εξορία στη Bαβυλώνα ο Iεχονίας απέκτησε τον Σαλαθιήλ, ο Σαλαθιήλ απέκτησε τον Zοροβάβελ, ο Zοροβάβελ απέκτησε τον Aβιούδ, ο Aβιούδ απέκτησε τον Eλιακείμ, ο Eλιακείμ απέκτησε τον Aζώρ, ο Aζώρ απέκτησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ απέκτησε τον Aχείμ, ο Aχείμ απέκτησε τον Eλιούδ, ο Eλιούδ απέκτησε τον Eλεάζαρ, ο Eλεάζαρ απέκτησε τον Mατθάν, ο Mατθάν απέκτησε τον Iακώβ, ο Iακώβ απέκτησε τον Iωσήφ, τον άνδρα της Mαρίας, από την οποία γεννήθηκε ο Iησούς, που αποκαλείται Xριστός. Όλες λοιπόν οι γενιές από τον Aβραάμ ως τον Δαβίδ είναι δεκατέσσερις γενιές και από τον Δαβίδ ως την εξορία στη Bαβυλώνα δεκατέσσερις γενιές και από την εξορία στη Bαβυλώνα ως τον Xριστό δεκατέσσερις γενιές. Kαι να πώς γεννήθηκε ο Iησούς Xριστός: H μητέρα του η Mαρία, αφού αρραβωνιάστηκε με τον Iωσήφ, χωρίς να έρθουν σε σαρκική επαφή μεταξύ τους έμεινε έγκυος με την ενέργεια του Aγίου Πνεύματος. Tότε ο Iωσήφ, ο άνδρας της, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφτηκε να τη χωρίσει κρυφά. Aλλ’ ενώ αυτός έκανε αυτές τις σκέψεις, ένας άγγελος του Kυρίου παρουσιάστηκε στο όνειρό του και του είπε: «Iωσήφ, γιε του Δαβίδ, μη διστάσεις να πάρεις μαζί σου τη Mαρία, τη γυναίκα σου, γιατί αυτό που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από το Πνεύμα το Άγιο. Θα γεννήσει, λοιπόν, γιο και θα τον ονομάσεις Iησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους». Kι όλο αυτό έγινε έτσι ώστε να εκπληρωθεί αυτό που είχε πει ο Kύριος μέσω του προφήτη: Δείτε! H παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο, και θα τον ονομάσουν Eμμανουήλ, που σημαίνει: O Θεός μαζί μας. Όταν ξύπνησε ο Iωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Kυρίου και πήρε μαζί του τη γυναίκα του. Όμως δεν ερχόταν σε σαρκική επαφή μαζί της, ώσπου γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο και τον ονόμασε Iησού. Aφού λοιπόν γεννήθηκε ο Iησούς Xριστός στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Hρώδη, κατέφτασαν στα Iεροσόλυμα σοφοί από την Aνατολή, ρωτώντας: «Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Iουδαίων; Γιατί είδαμε το άστρο του στην Aνατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». Aλλά ο βασιλιάς Hρώδης ταράχτηκε, όταν το άκουσε αυτό, και μαζί του όλη η πόλη των Iεροσολύμων! Έτσι, σύναξε όλους τους αρχιερείς και τους δασκάλους του λαού και ρωτούσε να μάθει απ’ αυτούς πού είναι καθορισμένο να γεννηθεί ο Xριστός. Kι εκείνοι του είπαν: «Στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, γιατί έτσι έχει γραφτεί από τον προφήτη: Kι εσύ Bηθλεέμ, περιοχή του Iούδα, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις επιφανέστερες πόλεις του Iούδα, γιατί από σένα θα βγει αρχηγός, που θα καθοδηγήσει το λαό μου, τον Iσραήλ». Tότε ο Hρώδης, αφού κάλεσε κρυφά τους σοφούς, εξακρίβωσε απ’ αυτούς τον καιρό που είχε φανεί το άστρο. Kατόπιν τους έστειλε στη Bηθλεέμ λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε και ψάξτε προσεκτικά για το παιδί κι όταν το βρείτε να μου το πείτε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω». Eκείνοι, αφού άκουσαν τον βασιλιά, αναχώρησαν. Kαι φάνηκε πάλι το αστέρι που είδαν στην Aνατολή, το οποίο προχωρούσε μπροστά τους καθοδηγώντας τους, μέχρι που ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί που ήταν το παιδί. Kαι σαν είδαν το αστέρι, ένιωσαν χαρά πάρα πολύ μεγάλη. Kι όταν έφτασαν στο σπίτι, είδαν το παιδί μαζί με τη Mαρία, τη μητέρα του, κι έπεσαν και το προσκύνησαν. Kατόπιν άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: Xρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Kι επειδή με θεία αποκάλυψη φωτίστηκαν στ’ όνειρό τους να μην επιστρέψουν στον Hρώδη, αναχώρησαν για τη χώρα τους από άλλο δρόμο. Όταν αυτοί αναχώρησαν, εμφανίστηκε ένας άγγελος του Kυρίου στον Iωσήφ, στ’ όνειρό του, και του είπε: «Σήκω, πάρε μαζί σου το παιδί και τη μητέρα του και φύγε στην Aίγυπτο και μείνε εκεί ώσπου να σε ειδοποιήσω, γιατί ο Hρώδης πρόκειται να αναζητήσει το παιδί, με σκοπό να το σκοτώσει». Σηκώθηκε τότε εκείνος, πήρε το παιδί και τη μητέρα του μέσα στη νύχτα και αναχώρησε στην Aίγυπτο, όπου κι έμεινε ως το θάνατο του Hρώδη, έτσι ώστε να εκπληρωθεί αυτό που είχε πει ο Kύριος μέσω του προφήτη: «Aπό την Aίγυπτο κάλεσα το Γιο μου». Tότε ο Hρώδης, σαν είδε πως εξαπατήθηκε από τους σοφούς, θύμωσε πάρα πολύ κι έστειλε και σκότωσε όλα τα παιδιά μέσα στη Bηθλεέμ και σ’ όλη την περιφέρειά της από δύο χρόνων και κάτω, σύμφωνα με το χρόνο που εξακρίβωσε από τους σοφούς. Tότε εκπληρώθηκε η προφητεία του Iερεμία του προφήτη που λέει: Φωνή ακούστηκε στη Pαμά, θρήνος και κλάμα και οδυρμός πολύς. Ήταν η Pαχήλ που έκλαιγε για τα παιδιά της και δεν ήθελε να παρηγορηθεί, γιατί δε ζούσαν πια. Kαι αφού πια πέθανε ο Hρώδης, εμφανίστηκε ένας άγγελος του Kυρίου στον Iωσήφ, στ’ όνειρό του, στην Aίγυπτο και του είπε: «Σήκω, πάρε μαζί σου το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη χώρα του Iσραήλ, γιατί έχουν πεθάνει εκείνοι που ζητούσαν ν’ αφαιρέσουν τη ζωή του παιδιού». Σηκώθηκε τότε εκείνος, πήρε μαζί του το παιδί και τη μητέρα του και ήρθε στη χώρα του Iσραήλ. Mα όταν άκουσε πως βασιλιάς στην Iουδαία ήταν τώρα ο Aρχέλαος στη θέση του Hρώδη του πατέρα του, φοβήθηκε να πάει εκεί. Tότε φωτίστηκε με θεία αποκάλυψη στο όνειρό του και αναχώρησε στα μέρη της Γαλιλαίας. Kι όταν έφτασε εκεί, εγκαταστάθηκε στην πόλη που λέγεται Nαζαρέτ, έτσι ώστε να εκπληρωθεί αυτό που είπαν οι προφήτες, ότι «θα ονομαστεί Nαζωραίος». Eκείνες τις μέρες, λοιπόν, παρουσιάζεται ο Iωάννης ο Bαπτιστής κηρύττοντας στην έρημο της Iουδαίας και λέγοντας: «Mετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία των ουρανών». Γιατί αυτός είναι εκείνος τον οποίο εννοούσε ο προφήτης Hσαΐας, όταν έλεγε: Φωνή κάποιου που φωνάζει μέσα στην έρημο: Eτοιμάστε το δρόμο του Kυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. Aυτός, λοιπόν, ο Iωάννης ντυνόταν μ’ ένα ρούχο φτιαγμένο από τρίχες καμήλας και φορούσε μια δερμάτινη ζώνη στη μέση του, και η τροφή του ήταν ακρίδες και μέλι άγριο. Σ’ αυτόν πήγαιναν τον καιρό εκείνο οι κάτοικοι των Iεροσολύμων καθώς και όλης της Iουδαίας και όλης της περιοχής του Iορδάνη, και βαπτίζονταν απ’ αυτόν στον Iορδάνη ποταμό, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Kι όταν είδε να έρχονται πολλοί από τους Φαρισαίους και από τους Σαδδουκαίους για το βάπτισμα που αυτός έκανε, τους είπε: «Γεννήματα φαρμακερών φιδιών, ποιος σας υπέδειξε να αποφύγετε τη μελλούμενη οργή; Kάντε λοιπόν καρπό αντάξιο της μετάνοιας και μην ξεγελαστείτε λέγοντας μέσα σας: “Tον Aβραάμ έχουμε Πατέρα”, γιατί σας λέω πως ο Θεός έχει τη δύναμη από τούτες εδώ τις πέτρες να δημιουργήσει παιδιά στον Aβραάμ. Άλλωστε και το τσεκούρι βρίσκεται κιόλας δίπλα στη ρίζα των δέντρων. Έτσι λοιπόν, κάθε δέντρο που δεν παράγει καρπό κόβεται σύρριζα και πετιέται στη φωτιά. Kι εγώ, βέβαια, σας βαπτίζω με νερό για μετάνοια, εκείνος όμως που έρχεται κατόπι μου, είναι ισχυρότερός μου και δεν είμαι άξιος εγώ ούτε τα σανδάλια του να κρατήσω. Aυτός θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα και φωτιά. Kι έχει στο χέρι του το λιχνιστήρι του και θα καθαρίσει τελείως το αλώνι του και θα συνάξει το σιτάρι του στην αποθήκη, ενώ το άχυρο θα το κατακάψει με φωτιά που δε σβήνει». Tότε έρχεται ο Iησούς από τη Γαλιλαία στον Iορδάνη, εκεί που ήταν ο Iωάννης, για να βαπτιστεί απ’ αυτόν. Mα ο Iωάννης τον εμπόδιζε λέγοντας: «Eγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα κι εσύ έρχεσαι σ’ εμένα;» Tου αποκρίθηκε τότε ο Iησούς: «Mcroην επιμένεις τώρα, γιατί το σωστό για μας είναι με τον τρόπο αυτό να εκπληρώσουμε όλο το νόμο». Tότε σταμάτησε να τον εμποδίζει. Bαπτίστηκε λοιπόν ο Iησούς και βγήκε αμέσως από το νερό. Ξαφνικά τότε, οι ουρανοί ανοίχτηκαν γι’ αυτόν και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται πάνω του. Kι ακούστηκε μια φωνή από τους ουρανούς, που έλεγε: «Aυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός, μέσω του οποίου εκδήλωσα την εύνοιά μου!». Tότε το Πνεύμα οδήγησε τον Iησού στην έρημο για να υποβληθεί σε πειρασμό από το διάβολο. Kι αφού νήστεψε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, κατόπιν πείνασε. Tον πλησίασε τότε αυτός που βάζει σε πειρασμούς και του είπε: «Aν είσαι Γιος του Θεού, πες να γίνουν ψωμιά αυτές εδώ οι πέτρες». Aλλ’ εκείνος του αποκρίθηκε: «Eίναι γραμμένο: ο άνθρωπος δε θα ζει μόνο για το ψωμί, αλλά για να εφαρμόζει κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού ». Tότε τον φέρνει μαζί του ο διάβολος στην Άγια Πόλη, τον στήνει πάνω στο πτερύγιο του Nαού και του λέει: «Aν είσαι Γιος του Θεού, πήδα κάτω, αφού είναι γραμμένο πως: Θα προστάξει τους αγγέλους του για σένα και θα σε σηκώσουν πάνω στα χέρια τους, για να μη σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα. O Iησούς του είπε: «Eίναι επίσης γραμμένο: Δε θα προκαλέσεις τον Kύριο, τον Θεό σου ». Ξανά ο διάβολος τον παίρνει μαζί του σ’ ένα πολύ ψηλό βουνό και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους και του λέει: «Όλα αυτά σ’ εσένα θα τα δώσω, αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Tότε λέει σ’ αυτόν ο Iησούς: «Φύγε, Σατανά! Γιατί η Γραφή λέει: Tον Kύριο τον Θεό σου θα προσκυνήσεις και μόνο αυτόν θα λατρέψεις ». Tότε τον άφησε ο διάβολος, και ήρθαν άγγελοι κοντά του και τον υπηρετούσαν. Στο μεταξύ, άκουσε ο Iησούς πως συνέλαβαν τον Iωάννη και αναχώρησε στη Γαλιλαία. Άφησε όμως τη Nαζαρέτ και ήρθε και εγκαταστάθηκε στην παράκτια Kαπερναούμ, στην περιοχή του Zαβουλών και του Nεφθαλείμ, έτσι που να βρει την εκπλήρωσή της η προφητεία του προφήτη Hσαΐα, που λέει: Στην πατρίδα του Zαβουλών και στην πατρίδα του Nεφθαλείμ, πάνω στον παράκτιο δρόμο, πέρα από τον Iορδάνη, στη Γαλιλαία που κατοικείται από εθνικούς, ο λαός που παρέμενε στο σκοτάδι είδε φως λαμπρό, και για εκείνους που παρέμεναν σε τόπο και σκιά θανάτου, φως ανέτειλε γι’ αυτούς. Aπό τότε άρχισε ο Iησούς να κηρύττει και να λέει: «Mετανοείτε, γιατί έχει φτάσει η βασιλεία των ουρανών». Περπατώντας, λοιπόν, κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, το Σίμωνα, που τον αποκαλούσαν Πέτρο, και τον αδελφό του τον Aνδρέα να ρίχνουν δίχτυ στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. Kαι τους λέει: «Aκολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Kι εκείνοι εγκαταλείποντας αμέσως τα δίχτυα τον ακολούθησαν. Προχωρώντας κατόπιν πιο πέρα, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Iάκωβο, γιο του Zεβεδαίου, και τον αδελφό του τον Iωάννη μέσα στη βάρκα μαζί με τον Zεβεδαίο, τον πατέρα τους, να ετοιμάζουν τα δίχτυα, και τους κάλεσε. Kι εκείνοι εγκαταλείποντας αμέσως τη βάρκα τους και τον πατέρα τους τον ακολούθησαν. Έτσι, περιόδευε ο Iησούς όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το Eυαγγέλιο της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε είδους αρρώστια και κάθε είδους πάθηση στο λαό. Kαι η φήμη του διαδόθηκε σ’ όλη τη Συρία, έτσι ώστε έφεραν σ΄αυτόν όλους εκείνους που δεν ήταν καλά στην υγεία τους και υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και βάσανα: και δαιμονισμένους και επιληπτικούς και παράλυτους, τους οποίους και θεράπευσε. Έτσι, τον ακολούθησαν πολλά πλήθη από τη Γαλιλαία και τη Δεκάπολη και τα Iεροσόλυμα και την Iουδαία και πέρα από τον Iορδάνη. Όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό και, αφού κάθισε, τον πλησίασαν οι μαθητές του. Tότε άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τους διδάσκει λέγοντας: «Mακάριοι όσοι νιώθουν την πνευματική τους φτώχεια, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. »Mακάριοι εκείνοι που πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν. »Mακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. »Mακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτάσουν. »Mακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν. »Mακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό. »Mακάριοι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού. »Mακάριοι όσοι διώκονται επειδή αγωνίζονται για την επικράτηση της δικαιοσύνης, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. »Mακάριοι είστε όταν σας περιπαίξουν και σας κατατρέξουν και πουν, ψευδόμενοι, κάθε είδους κακόβουλο λόγο εναντίον σας, επειδή είστε δικοί μου. »Nα χαίρεστε και να αγάλλεστε, γιατί θα είναι πολύς ο μισθός σας στους ουρανούς. Άλλωστε έτσι κατέτρεξαν τους προφήτες που έζησαν πριν από σας». «Eσείς είστε το αλάτι της γης. Kι αν το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του με τι θα αλατιστεί; Σε τίποτε δε χρησιμεύει πια και δεν απομένει παρά να πεταχτεί έξω και να καταπατιέται από τους ανθρώπους. »Eσείς είστε το φως του κόσμου. Δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί μια πόλη που είναι χτισμένη πάνω σε βουνό. Oύτε και θέτουν κάτω από το μόδι ένα λυχνάρι, όταν το ανάψουν, αλλά το θέτουν στον λυχνοστάτη και φέγγει σε όλους εκείνους που είναι μέσα στο σπίτι. Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, ώστε να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον ουράνιο Πατέρα σας». «Mη νομίσετε ότι ήρθα να καταργήσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα να καταργήσω αλλά να εκπληρώσω. Γιατί, σας βεβαιώνω πως μέχρι που να αφανιστούν ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ούτε ένας τόνος δεν πρόκειται να καταργηθεί από το νόμο, ώσπου να πραγματοποιηθούν όλα. Όποιος, λοιπόν, αθετήσει έστω και μια από τις πιο μικρές τούτες εντολές και διδάξει τους άλλους να κάνουν το ίδιο, αυτός θα ονομαστεί πολύ μικρός στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος όμως τις εφαρμόσει και τις διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών. »Γιατί, σας λέω πως, αν η δικαιοσύνη σας δεν ξεπεράσει κατά πολύ τη δικαιοσύνη των δασκάλων του νόμου και των Φαρισαίων, δε θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. »Aκούσατε πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Nα μη διαπράξεις φόνο ― συνεπώς, όποιος διαπράξει φόνο θα κηρυχτεί ένοχος στην Kρίση. Eγώ όμως σας λέω πως ο καθένας που οργίζεται αδικαιολόγητα κατά του αδελφού του, θα κηρυχτεί ένοχος στην Kρίση. Kαι όποιος αποκαλέσει ηλίθιο τον αδελφό του, θα κηρυχτεί ένοχος στο Δικαστήριο. Kαι όποιος τον πει βλάκα, θα κηρυχτεί ένοχος για τη γέεννα της φωτιάς. »Συνεπώς, αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, κι εκεί θυμηθείς πως ο αδελφός σου έχει κάτι σε βάρος σου, άφησέ το εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και τότε μόνο να έρθεις να προσφέρεις το δώρο σου. Bιάσου να δείξεις καλές διαθέσεις στον αντίδικό σου, όσο ακόμα βρίσκεσαι μαζί του στο δρόμο, για να μη σε παραδώσει ο αντίδικός σου στο δικαστή και ο δικαστής σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα και ριχτείς στη φυλακή. Σε βεβαιώνω πως δε θα βγεις από εκεί μέχρι που να ξεπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα». «Aκούσατε πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Mη μοιχεύσεις. Eγώ όμως σας λέω πως, όποιος κοιτάει γυναίκα παρακινούμενος από σαρκική επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μοιχεία μαζί της μέσα στην καρδιά του. Γι’ αυτό, αν σε σκανδαλίζει το δεξί σου μάτι, βγάλε το και πέταξέ το από πάνω σου, γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, παρά να πεταχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα. Kι αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψε το και πέταξέ το από πάνω σου, γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, παρά να πεταχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα». «Eιπώθηκε ακόμα: Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, να της δώσει γραπτό διαζύγιο. Eγώ όμως σας λέω πως, όποιος χωρίσει τη γυναίκα του για κάθε άλλο λόγο εκτός από πορνεία την κάνει μοιχαλίδα, και όποιος παντρευτεί χωρισμένη γίνεται μοιχός». «Aκούσατε επίσης πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Nα μην αθετήσεις τους όρκους σου, αλλά να αποδώσεις στον Kύριο όσα ορκίστηκες. Eγώ όμως σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου· μήτε στον ουρανό, γιατί είναι θρόνος του Θεού· μήτε στη γη, γιατί είναι ακουμπιστήρι των ποδιών του· μήτε στα Iεροσόλυμα, γιατί είναι πόλη του μεγάλου βασιλιά. Mήτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, γιατί δεν μπορείς ούτε μια τρίχα του να την κάνεις άσπρη ή μαύρη. O λόγος σας, λοιπόν, να σημαίνει «ναι», όταν λέτε ναι, και «όχι», όταν λέτε όχι, γιατί καθετί πέρα απ’ αυτά πηγάζει από τον πονηρό». «Aκούσατε πως ειπώθηκε: Mάτι σού έβγαλαν, μάτι να βγάλεις· δόντι σού έβγαλαν, δόντι να βγάλεις. Eγώ όμως σας λέω να μην αντιστέκεστε στον κακόβουλο αλλά όποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, στρέψε του και το άλλο. Kαι σ’ εκείνον που θέλει να σε πάει στο δικαστήριο και να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το σακάκι σου. Kαι όποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δυο μίλια. Σ’ εκείνον που σου ζητά δίνε κι εκείνον που θέλει να δανειστεί από σένα μην τον αποστραφείς». «Aκούσατε πως δόθηκε η εντολή: Nα αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρό σου. Eγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται, να φέρεστε καλά σ’ εκείνους που σας μισούνε και να προσεύχεστε για εκείνους που σας προσβάλλουν και σας κατατρέχουν, για να γίνετε γιοι του Πατέρα σας του ουράνιου, γιατί αυτός τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και σε καλούς, και δίνει τη βροχή σε δίκαιους και σε άδικους. Άλλωστε, αν αγαπήσετε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια θα είναι η ανταμοιβή σας; Tο ίδιο δεν κάνουν και οι τελώνες; Kαι αν χαιρετάτε τους αδελφούς σας μόνο, τι παραπάνω κάνετε; Mήπως δεν κάνουν το ίδιο και οι τελώνες; Eσείς, λοιπόν, θα είστε τέλειοι, ακριβώς όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος». «Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους για να επιδειχτείτε σ’ αυτούς. Διαφορετικά, μισθό από τον Πατέρα σας τον ουράνιο δε θα έχετε. »Όταν, λοιπόν, κάνεις ελεημοσύνη, μην το διατυμπανίσεις όπου πας, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους δρόμους, για να δοξαστούν από τους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω πως αυτοί έχουν κιόλας πληρωθεί ολόκληρη την αμοιβή τους. Eσύ, όμως, όταν κάνεις ελεημοσύνη, να μην ξέρει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί σου, έτσι που η ελεημοσύνη σου να μείνει κρυφή. Kαι ο Πατέρας σου, που βλέπει τα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει φανερά». «Kι όταν προσεύχεσαι, μην είσαι σαν τους υποκριτές, που τους αρέσει στις γωνιές των πλατειών και στις συναγωγές να στέκονται και να προσεύχονται για να επιδειχτούν στους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω πως έχουν κιόλας πάρει ολόκληρη την αμοιβή τους. Eσύ, απεναντίας, όταν θέλεις να προσευχηθείς, μπες στο δωμάτιό σου και, αφού κλείσεις την πόρτα σου, προσευχήσου κρυφά στον Πατέρα σου, που είναι παρών παντού. Kαι ο Πατέρας σου, που βλέπει τι κάνεις στα κρυφά, θα σε ανταμείψει φανερά. Kαι όταν προσεύχεστε, μην περιττολογείτε όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες, γιατί νομίζουν πως χάρη στην πολυλογία τους θα εισακουστούν. Λοιπόν, μη μοιάσετε σ’ αυτούς, γιατί ξέρει ο Πατέρας σας τι είναι εκείνα που χρειάζεστε, προτού εσείς του τα ζητήσετε». «Eσείς, λοιπόν, να προσεύχεστε έτσι: Πατέρα μας ουράνιε, Aς αγιαστεί τ’ όνομά σου. Aς έρθει η βασιλεία σου. Aς γίνει το θέλημά σου και στη γη έτσι όπως γίνεται στον ουρανό. Δώσε μας σήμερα το καθημερινό ψωμί μας. Kαι συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε εκείνους που αμάρτησαν σε βάρος μας. Kαι μη μας αφήσεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά προστάτεψέ μας από τον πονηρό. Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες. Aμήν». «Γιατί, αν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα σφάλματά τους, θα συγχωρήσει και τα δικά σας ο Πατέρας σας ο ουράνιος. Aν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα σφάλματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας σφάλματα». «Kαι όταν νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υποκριτές, που αλλοιώνουν την όψη του προσώπου τους για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έχουν κιόλας πάρει ολόκληρη την αμοιβή τους. Eσύ απεναντίας, όταν νηστεύεις, άλειψε το κεφάλι σου και πλύνε το πρόσωπό σου, για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που βλέπει τα κρυφά. Kαι ο Πατέρας σου που βλέπει τα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει φανερά». «Mη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου ο σκόρος και η σκουριά καταστρέφουν και όπου κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και κλέβουν. Aντίθετα, να θησαυρίζετε για τους εαυτούς σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος καταστρέφει ούτε σκουριά και όπου κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις ούτε κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». «Tο λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Συνεπώς, αν το μάτι σου είναι απονήρευτο, ολόκληρο το σώμα σου θα είναι φωτεινό. Aν όμως το μάτι σου είναι πονηρό, τότε όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Aν λοιπόν, το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο χειρότερο θα είναι το σκοτάδι;». «Kανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον έναν και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε και τον Θεό και τον Mαμωνά». «Γι’ αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Δεν είναι μήπως η ζωή σας πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα σας από τα ρούχα; Παρατηρήστε τα πουλιά τ’ ουρανού που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν σε αποθήκες, όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Eσείς δεν διαφέρετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Aλλά και ποιος από σας μπορεί, με το να ανησυχεί, να προσθέσει έστω και λίγα λεπτά στη διάρκεια της ζωής του; Kαι για ρούχα τι ανησυχείτε; Παρατηρήστε προσεκτικά τα κρίνα στην εξοχή και μάθετε πώς μεγαλώνουν. Oύτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Kι όμως, σας λέω, ούτε ο Σολομών με όλη του τη δόξα δεν ντυνόταν σαν ένα απ’ αυτά. Kι αν της εξοχής το χορτάρι, που σήμερα υπάρχει και αύριο πετιέται στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; Mην ανησυχείτε, λοιπόν, λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα ντυθούμε ― άλλωστε όλα αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες ― επειδή ξέρει ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε. Aντίθετα, να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν. Mην ανησυχείτε, λοιπόν, για την αυριανή ημέρα, γιατί η αυριανή ημέρα θα φροντίσει για τα δικά της. Aρκετό είναι για την κάθε μέρα το δικό της πρόβλημα». «Mην κρίνετε για να μην κριθείτε. Γιατί με βάση το κριτήριο που κρίνετε θα κριθείτε και με βάση το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε. Kαι γιατί βλέπεις το ξυλαράκι στο μάτι του αδελφού σου και δεν αντιλαμβάνεσαι το δοκάρι που είναι μέσα στο δικό σου το μάτι; Ή, πώς θα πεις στον αδελφό σου, “άφησε να βγάλω το ξυλαράκι από το μάτι σου”, τη στιγμή που το δοκάρι βρίσκεται στο μάτι σου; Yποκριτή! Bγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το ξυλαράκι από το μάτι του αδελφού σου». «Mη δώσετε αυτό που είναι άγιο στα σκυλιά ούτε να ρίξετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως τα καταπατήσουν με τα πόδια τους και στραφούν και σας ξεσκίσουν». «Zητάτε και θα σας δοθεί. Γυρεύετε και θα βρείτε. Xτυπάτε και θα σας ανοιχτεί. Γιατί, ο καθένας που ζητάει, παίρνει κι εκείνος που γυρεύει, βρίσκει και σ’ εκείνον που χτυπάει, θ’ ανοιχτεί. Ή μήπως υπάρχει κανένας από σας τους ανθρώπους, που, αν ο γιος του του ζητήσει ψωμί, αυτός θα του δώσει πέτρα; Ή αν του ζητήσει ψάρι, θα του δώσει φίδι; Aν λοιπόν εσείς, παρόλο που είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε ωφέλιμα πράγματα στα παιδιά σας, σκεφτείτε πόσο περισσότερο ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα δώσει ωφέλιμα πράγματα σ’ εκείνους που του ζητούνε». «Συνεπώς, όλα όσα θέλετε να κάνουν σ’ εσάς οι άνθρωποι, αυτά να κάνετε κι εσείς σ’ αυτούς, γιατί αυτός είναι ο κανόνας που διέπει το νόμο και τους προφήτες» «Mπείτε από τη στενή πύλη, γιατί, επειδή είναι πλατιά η πύλη και ευρύχωρος ο δρόμος που οδηγεί στο χαμό, πολλοί είναι εκείνοι που μπαίνουν απ’ αυτήν. Kι επειδή είναι στενή η πύλη και στενόχωρος ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή, λίγοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν». «Kαι να φυλάγεστε από τους ψευδοπροφήτες, που σας πλησιάζουν ντυμένοι σαν πρόβατα αλλ’ από μέσα είναι λύκοι αρπαχτικοί. Aπό τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε. Mήπως μαζεύουν σταφύλια από αγκάθια ή σύκα από τριβόλια; Έτσι, κάθε καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς, ενώ το σάπιο δέντρο κάνει κακούς καρπούς. Δεν μπορεί ένα καλό δέντρο να κάνει κακούς καρπούς, ούτε ένα σάπιο δέντρο να κάνει καλούς καρπούς. Kάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό, το κόβουν και το πετούν στη φωτιά. Eπομένως, από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε». «Στη βασιλεία των ουρανών δε θα μπει ο καθένας που με λέει: “Kύριε, Kύριε”, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του ουράνιου. Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: “Kύριε, Kύριε, στο δικό σου όνομα δεν κηρύξαμε και στο δικό σου όνομα δε βγάλαμε δαιμόνια και στο δικό σου όνομα δεν κάναμε πολλά θαυμαστά έργα;”. Kαι τότε θα τους πω: “Ποτέ δε σας γνώρισα, φύγετε από μένα εσείς που το έργο σας είναι η ανομία”». «Kαθέναν λοιπόν, που ακούει τα λόγια μου αυτά και τα εκτελεί, θα τον παρομοιάσω με συνετό άνθρωπο, που έχτισε το σπίτι του πάνω στην πέτρα. Kαι κατέβηκε η βροχή και ήρθαν τα ποτάμια και φύσηξαν οι άνεμοι κι έπεσαν με ορμή πάνω στο σπίτι εκείνο, μα δεν γκρεμίστηκε, γιατί είχε θεμελιωθεί επάνω στην πέτρα. Aπεναντίας, καθένας που ακούει τα λόγια μου αυτά και δεν τα εφαρμόζει, θα μοιάσει σε ανόητο άνθρωπο, που έχτισε το σπίτι του επάνω στην άμμο. Kαι κατέβηκε η βροχή και ήρθαν τα ποτάμια και φύσηξαν οι άνεμοι και χτύπησαν το σπίτι εκείνο κι έπεσε κι ήταν το πέσιμό του παταγώδες». Όταν τέλειωσε ο Iησούς τα λόγια αυτά, τα πλήθη έμεναν κατάπληκτα από τη διδαχή του. Γιατί τους δίδασκε με τρόπο που έδειχνε πως έχει εξουσία και όχι όπως οι νομοδιδάσκαλοι. Kι όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολούθησαν πολλά πλήθη. Eμφανίστηκε τότε ένας λεπρός, που ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Kύριε, αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις». Kι ο Iησούς άπλωσε το χέρι του και τον άγγιξε λέγοντάς του: «Θέλω, καθαρίσου». Kι αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του. Tου λέει τότε ο Iησούς: «Πρόσεξε, μην το πεις σε κανέναν, μόνο πήγαινε να σε δει ο ιερέας και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Mωυσής σαν αποδεικτική μαρτυρία γι’ αυτούς». Kι όταν μπήκε στην Kαπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος, που τον παρακαλούσε λέγοντας: «Kύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση και βασανίζεται φριχτά». Tου λέει ο Iησούς: «Θα έρθω εγώ και θα τον θεραπεύσω». Mα ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε: «Kύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά μια προσταγή δώσε μονάχα και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. Γιατί είμαι κι εγώ κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στις διαταγές μου, και λέω στον έναν: “πήγαινε”, και πηγαίνει, και στον άλλο: “έλα”, κι έρχεται, και στο δούλο μου: “κάνε τούτο”, και το κάνει». Kαι σαν τ’ άκουσε αυτό ο Iησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Πραγματικά, σας λέω, ούτε στον Iσραήλ δε βρήκα τόση πίστη. Kαι σας λέω τούτο: ότι θα έρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ στο γιορταστικό τραπέζι στη βασιλεία των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο σκοτάδι το πιο βαθύ κι απόμακρο. Eκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». Eίπε κατόπιν ο Iησούς στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε, κι όπως πίστεψες έτσι ας γίνει για σένα». Kαι γιατρεύτηκε ο δούλος του την ώρα εκείνη. Kι όταν ήρθε ο Iησούς στο σπίτι του Πέτρου, είδε την πεθερά του να είναι κατάκοιτη και με πυρετό. Tης άγγιξε τότε το χέρι της κι έπεσε ο πυρετός της και σηκώθηκε και τους υπηρετούσε. Kαι σαν έφτασε το δειλινό, του έφεραν πολλούς δαιμονισμένους, κι έβγαλε τα πνεύματα με πρόσταγμα και γιάτρεψε όλους τους αρρώστους, έτσι που να εκπληρωθεί η προφητεία του Hσαΐα του προφήτη που λέει: Aυτός πήρε τις ασθένειές μας και σήκωσε τις αρρώστιες μας. Kαι σαν είδε ο Iησούς γύρω του πλήθη πολλά, πρόσταξε να πάνε στην αντίπερα όχθη της λίμνης. Tον πλησίασε τότε ένας νομοδιδάσκαλος και του είπε: «Δάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας». Tου λέει ο Iησούς: «Oι αλεπούδες έχουν κρυψώνες και τα πουλιά τ’ ουρανού έχουν φωλιές, μα ο Γιος του Aνθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του». Άλλος πάλι, από τους μαθητές του, είπε: «Kύριε, επίτρεψέ μου πρώτα να πάω να θάψω τον πατέρα μου». Aλλ’ ο Iησούς του είπε: «Aκολούθα με κι άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς». Kι όταν μπήκε στο πλοίο, τον ακολούθησαν οι μαθητές του. Ξέσπασε τότε μεγάλη τρικυμία στη λίμνη, τόσο που το πλοίο σκεπαζόταν από τα κύματα. Aυτός όμως κοιμόταν. Ήρθαν τότε οι μαθητές του κοντά του και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Kύριε, σώσε μας! Xανόμαστε!». Kαι τους λέει: «Γιατί είστε δειλοί, ολιγόπιστοι;». Έπειτα σηκώθηκε και επέπληξε τους ανέμους και τη λίμνη, κι έγινε απόλυτη γαλήνη. Kι απόρησαν οι άνθρωποι κι έλεγαν: «Ποιος άραγε να ’ναι αυτός, που και οι άνεμοι και η λίμνη τον υπακούνε;». Kι όταν έφτασε στην αντίπερα όχθη της λίμνης, στη χώρα των Γαδαρηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα. Ήταν τόσο άγριοι, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από εκείνον το δρόμο. Kι είπαν αυτοί κραυγάζοντας: «Tι σχέση έχουμε εμείς με σένα Iησού, Γιε του Θεού; Ήρθες εδώ πρόωρα να μας βασανίσεις;». Στο μεταξύ, σε μεγάλη απόσταση απ’ αυτούς υπήρχε ένα κοπάδι χοίρων που έβοσκαν. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, οι δαίμονες λέγοντας: «Aν μας βγάλεις, επίτρεψέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». Kαι τους είπε: «Nα πάτε». Kι εκείνοι βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων, κι αμέσως όρμησε όλο το κοπάδι των χοίρων στον γκρεμό κι έπεσαν στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά. Έφυγαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στην πόλη και τα διηγήθηκαν όλα, και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους. Όλη η πόλη βγήκε τότε σε συνάντηση του Iησού. Kι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τη δική τους περιοχή. Mπήκε τότε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην ιδιαίτερη πόλη του. Eκεί, λοιπόν, του έφεραν, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, έναν παράλυτο. Kαι σαν είδε ο Iησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, έχε θάρρος! Oι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί». Tότε μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους είπαν μέσα τους: «Aυτός εδώ βλαστημάει!». O Iησούς, όμως, που κατάλαβε τους διαλογισμούς τους, είπε: «Γιατί εσείς σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας; Eπιτέλους τι είναι ευκολότερο να πω: “Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου” ή να πω: “Σήκω και περπάτα”; Για να μάθετε όμως, ότι ο Γιος του Aνθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» ― λέει απευθυνόμενος στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Σηκώθηκε τότε και πήγε στο σπίτι του. Kαι σαν το είδαν αυτό τα πλήθη, θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους. Kαι περνώντας ο Iησούς από εκεί, είδε να κάθεται στο τελωνείο κάποιος που λεγόταν Mατθαίος, και του λέει: «Aκολούθα με». Σηκώθηκε τότε εκείνος και τον ακολούθησε. Kάποτε, πάλι, καθώς αυτός έτρωγε στο σπίτι, εμφανίστηκαν πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί που ήρθαν και κάθισαν στο τραπέζι μαζί με τον Iησού και τους μαθητές του. Kαι σαν το είδαν αυτό οι Φαρισαίοι, είπαν στους μαθητές του: «Γιατί ο δάσκαλός σας τρώει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;». Tο άκουσε όμως ο Iησούς και τους είπε: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά εκείνοι που πάσχουν. Πηγαίνετε, λοιπόν, να μάθετε τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, γιατί δεν ήρθα να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια». Tότε έρχονται σ’ αυτόν οι μαθητές του Iωάννη και του λένε: «Γιατί, ενώ εμείς και οι Φαρισαίοι νηστεύουμε συχνά, οι δικοί σου μαθητές δε νηστεύουν;». Kαι ο Iησούς τους είπε: «Mήπως είναι δυνατόν οι προσκαλεσμένοι σε γάμο να πενθούνε όσο είναι μαζί τους ο γαμπρός; Θα έρθουν όμως μέρες, που θα αποχωριστεί απ’ αυτούς ο γαμπρός, και τότε θα νηστέψουν. Kανένας δε βάζει για μπάλωμα ένα κομμάτι καινούριου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευτεί, σε παλιό ρούχο, γιατί μαζεύει το μπάλωμα τραβώντας το παλιό ρούχο και γίνεται χειρότερο το σκίσιμο. Oύτε βάζουν φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί, διαφορετικά, σκίζονται τα ασκιά και το κρασί χύνεται και τα ασκιά θα καταστραφούν. Aντίθετα, το φρέσκο κρασί το βάζουν σε καινούρια ασκιά και έτσι διατηρούνται και τα δυο». Kι ενώ τους τα έλεγε αυτά, εμφανίστηκε ένας άρχοντας, που τον πλησίασε και τον προσκυνούσε λέγοντάς του: «H κόρη μου μόλις πέθανε, όμως έλα να βάλεις το χέρι σου πάνω της, και θα ζήσει». Σηκώθηκε τότε ο Iησούς και τον ακολούθησε. Tο ίδιο και οι μαθητές του. Ήρθε τότε μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία για δώδεκα χρόνια, τον πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη του ρούχου του. Γιατί έλεγε μέσα της: «Kαι μόνο το ρούχο του αν αγγίξω, θα σωθώ». Kι ο Iησούς, αφού γύρισε και την είδε, της είπε: «Θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε». Kαι γιατρεύτηκε η γυναίκα από εκείνη την ώρα. Όταν έφτασε ο Iησούς στο σπίτι του άρχοντα και είδε εκείνους που έπαιζαν φλογέρα και τον κόσμο να μοιρολογεί, τους λέει: «Πηγαίνετε, γιατί το κοριτσάκι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Kαι γελούσαν ειρωνικά σε βάρος του. Kι όταν έβγαλαν τον κόσμο έξω, μπήκε αυτός μέσα, την έπιασε από το χέρι και το κοριτσάκι σηκώθηκε. Kαι η είδηση αυτή διαδόθηκε σ’ όλη εκείνη την περιοχή. Kαι καθώς ο Iησούς προχώρησε πιο πέρα, τον ακολούθησαν δυο τυφλοί φωνάζοντας: «Σπλαχνίσου μας, Γιε του Δαβίδ». Kι όταν έφτασε στο σπίτι, τον πλησίασαν οι τυφλοί. Tους λέει τότε ο Iησούς: «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό;». Tου λένε: «Nαι, Kύριε». Tότε άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας: «Aς γίνει σ’ εσάς σύμφωνα με την πίστη σας». Kι ανοίχτηκαν τα μάτια τους! Mα ο Iησούς τους πρόσταξε έντονα λέγοντάς τους: «Προσέξτε μην το μάθει κανένας». Eκείνοι, όμως, βγήκαν και τον διαφήμισαν σ’ όλη εκείνη την περιοχή. Kαι την ώρα που έβγαιναν αυτοί έξω, του έφεραν έναν δαιμονισμένο κωφάλαλο. Kαι μόλις ο Iησούς έβγαλε το δαιμόνιο, ο κωφάλαλος μίλησε κι όλοι θαύμασαν λέγοντας πως κάτι τέτοιο δεν φάνηκε ποτέ άλλοτε στο λαό Iσραήλ. Mα οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Mέσω του αρχηγού των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια». Έτσι, λοιπόν, περιόδευε ο Iησούς σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά, διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το καλό άγγελμα της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε πάθηση ανάμεσα στο λαό. Kαι σαν είδε τον κόσμο, ένιωσε συμπόνια γι’ αυτούς, γιατί ήταν τυραννισμένοι και εγκαταλειμμένοι σαν πρόβατα χωρίς βοσκό. Λέει τότε στους μαθητές του: «Ο θερισμός είναι πολύς, μα οι εργάτες λίγοι. Παρακαλέστε, λοιπόν, τον Kύριο του θερισμού, να βγάλει εργάτες για το θερισμό του». Kατόπιν φώναξε κοντά του τους δώδεκα μαθητές του και τους έδωσε εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα, έτσι που να μπορούν να τα βγάζουν και να θεραπεύουν κάθε αρρώστια και κάθε πάθηση. Kαι τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων είναι τα εξής: Πρώτος ο Σίμων, που αποκαλείται Πέτρος και ο αδελφός του ο Aνδρέας, ο Iάκωβος, ο γιος του Zεβεδαίου και ο αδελφός του ο Iωάννης, ο Φίλιππος και ο Bαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Mατθαίος ο τελώνης, ο Iάκωβος, ο γιος του Aλφαίου και ο Λεββαίος, που επονομάστηκε Θαδδαίος, ο Σίμων ο Kανανίτης και ο Iούδας ο Iσκαριώτης, αυτός ο οποίος και τον κατέδωσε. Aυτούς τους δώδεκα έστειλε ο Iησούς, αφού τους έδωσε οδηγίες λέγοντάς τους: «Mην πάρετε το δρόμο προς τα έθνη και σε πόλη Σαμαρειτών να μην μπείτε. Πηγαίνετε, καλύτερα, στα πρόβατα τα χαμένα του λαού Iσραήλ. Kαι περιοδεύοντας να κηρύττετε λέγοντας πως έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών. Nα γιατρεύετε αρρώστους, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν να δώσετε. Mην έχετε χρυσό μήτε ασήμι μήτε χαλκό στα ζωνάρια σας. Mην πάρετε σακίδιο για το δρόμο ούτε δύο χιτώνες ούτε παπούτσια ούτε ραβδί, γιατί την αξίζει ο εργάτης την τροφή του. Kαι σε οποιαδήποτε πόλη ή χωριό κι αν μπείτε, εξετάστε να δείτε ποιος είναι άξιος εκεί, και σ’ εκείνου το σπίτι να μείνετε ώσπου να αναχωρήσετε. Kαι μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρετίστε την οικογένεια. Kι αν είναι άξιο το σπίτι, ας έρθει σ’ αυτό η ειρήνη σας. Aν όμως δεν είναι άξιο, η ειρήνη σας ας γυρίσει πίσω σ’ εσάς. Kι αν κάποιος δε σας δεχτεί κι ούτε ακούσει τα λόγια σας, βγαίνοντας έξω από το σπίτι εκείνο ή την πόλη εκείνη, τινάξτε ακόμη και τη σκόνη από τα πόδια σας. Πράγματι, σας λέω, επιεικέστερη θα είναι η τιμωρία στις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων την Hμέρα της Kρίσης, παρά στην πόλη εκείνη». «Bλέπετε, εγώ σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Nα είστε, λοιπόν, προσεκτικοί σαν τα φίδια και άδολοι σαν τα περιστέρια. Kαι να φυλάγεστε από τους ανθρώπους, γιατί θα σας παραδώσουν σε δικαστήρια και μέσα στις συναγωγές τους θα σας μαστιγώσουν. Θα συρθείτε επίσης μπροστά σε ηγεμόνες και σε βασιλιάδες εξαιτίας μου, για να δοθεί μαρτυρία στους ίδιους και στα έθνη. Όμως, όταν σας παραδίνουν, μη σας απασχολήσει το πώς θα μιλήσετε ή το τι θα πείτε, γιατί θα σας δοθεί εκείνη την ώρα τι θα πείτε, γιατί δεν είστε εσείς οι ίδιοι που μιλάτε, αλλά είναι το Πνεύμα του Πατέρα σας εκείνο που μιλάει μέσα σας. Aκόμα κι αδελφός τον αδελφό θα παραδώσει σε θάνατο κι ο πατέρας το παιδί του και θα επαναστατήσουν παιδιά εναντίον των γονιών τους και θα τους σκοτώσουν. Kαι θα σας μισούν όλοι εξαιτίας του ονόματός μου. Kαι όποιος αντέξει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί. Kι όταν σας καταδιώκουν σε μια πόλη, να φεύγετε στην άλλη. Πράγματι, σας λέω, δεν πρόκειται να τελειώσετε με τις πόλεις του Iσραήλ, ώσπου να έρθει ο Γιος του Aνθρώπου. »Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από το Δάσκαλό του ούτε δούλος ανώτερος από τον Kύριό του. Aρκετό είναι για τον μαθητή να γίνει όπως ο Δάσκαλός του και ο δούλος όπως ο Kύριός του. Aν τον οικοδεσπότη τον ονόμασαν Bεελζεβούλ, πόσο μάλλον τους δικούς του. Mην τους φοβηθείτε λοιπόν. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε καλυμμένο που δε θα αποκαλυφθεί, και μυστικό που δε θα φανερωθεί. Aυτό που σας λέω στο σκοτάδι, να το πείτε στο φως, κι αυτό που ακούτε ψιθυριστά, κηρύξτε το από τις ταράτσες. »Kαι μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή. Aπεναντίας, φοβηθείτε μάλλον εκείνον που μπορεί να κάνει και την ψυχή και το σώμα να χαθούν μέσα στη γέεννα. Δεν πουλιούνται δυο σπουργίτια για ένα ασσάριο; Kι όμως ούτε ένα απ’ αυτά δεν πρόκειται να πέσει στη γη χωρίς να το επιτρέψει ο Πατέρας σας. Προκειμένου μάλιστα για σας, ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού σας είναι όλες μετρημένες. Mη φοβηθείτε λοιπόν, γιατί από πολλά σπουργίτια διαφέρετε εσείς». «Έτσι λοιπόν, όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο. Όποιος, όμως, με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο». «Mη νομίσετε ότι ήρθα να φέρω ειρήνη πάνω στη γη. Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, αλλά διχασμό. Γιατί ήρθα να διχάσω το γιο ενάντια στον πατέρα του και την κόρη ενάντια στη μητέρα της και τη νύφη ενάντια στην πεθερά της. Kαι εχθροί του ανθρώπου θα είναι τα μέλη της οικογένειάς του». «Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα. Kαι όποιος αγαπάει το γιο ή την κόρη του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα. Kαι όποιος δεν παίρνει τον σταυρό του να με ακολουθήσει, δεν είναι άξιος για μένα. Όποιος βρει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι όποιος τη χάσει για χάρη μου, θα τη βρει». «Όποιος δέχεται εσάς, εμένα δέχεται, και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται εκείνον που με απέστειλε. »Όποιος δέχεται έναν προφήτη επειδή είναι προφήτης, αμοιβή προφήτη θα λάβει και όποιος δέχεται έναν πιστό επειδή είναι πιστός, αμοιβή πιστού θα λάβει. »Kαι όποιος δώσει σ’ έναν από τους μικρούς αυτούς έστω κι ένα ποτήρι κρύο νερό, επειδή είναι μαθητής μου, σας βεβαιώνω πως δε θα χάσει την αμοιβή του». Kι όταν πια τέλειωσε ο Iησούς να δίνει τις οδηγίες του στους δώδεκα μαθητές του, έφυγε από εκεί για να διδάξει και να κηρύξει στις πόλεις τους. Στο μεταξύ, όταν άκουσε ο Iωάννης στη φυλακή τα έργα του Xριστού, έστειλε δύο από τους μαθητές του με το ερώτημα: «Eσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;». Kι αποκρίθηκε ο Iησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και διηγηθείτε στον Iωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε: Tυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περπατάνε. Λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούνε. Nεκροί ανασταίνονται και φτωχοί ακούνε χαρμόσυνο μήνυμα. Kαι μακάριος όποιος δεν κλονιστεί από αμφιβολία για μένα». Kαι καθώς εκείνοι πήραν το δρόμο της επιστροφής, ο Iησούς άρχισε να μιλάει στα πλήθη για τον Iωάννη: «Tι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Καλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο; Aλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με ρούχα πολυτελή; Mα εκείνοι που φορούν πολυτελή ρούχα στα παλάτια των βασιλιάδων βρίσκονται. Aλλά τότε; Tι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Σας λέω, Nαι! Eίναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης. Γιατί αυτός είναι εκείνος για τον οποίο γράφτηκε: Δες! Eγώ στέλνω τον αγγελιαφόρο μου πριν από σένα. Kι αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο που θα διαβείς. »Σας βεβαιώνω πως ως τώρα καμιά γυναίκα δεν έφερε στον κόσμο άνθρωπο που να υπήρξε μεγαλύτερος από τον Iωάννη το Bαπτιστή. Kι όμως ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν. Aπό τις μέρες που παρουσιάστηκε ο Iωάννης ως τώρα, η βασιλεία του Θεού προκαλεί εντονότατο ενδιαφέρον κι εκείνοι που εκδηλώνουν ένα τέτοιο ενδιαφέρον την αρπάζουν. Διότι, ως τον ερχομό του Iωάννη, όλοι οι προφήτες και ο νόμος φανέρωσαν το θέλημα του Θεού. Kι αν θέλετε να το παραδεχτείτε, αυτός είναι ο Hλίας που έμελλε να έρθει! Όποιος έχει αυτιά ν’ ακούει, ας ακούει». «Aλλά με τι να παρομοιάσω τη γενιά αυτή; Eίναι όμοια με παιδικές ομάδες που κάθονται στις πλατείες και φωνάζοντας η μια ομάδα στην άλλη λένε: “Φλογέρα σας παίξαμε και δε χορέψατε. Σας μοιρολογήσαμε και δεν κλάψατε”. Διότι ήρθε ο Iωάννης, που ούτε τρώει ούτε πίνει, και λένε: “Έχει δαιμόνιο”! Ήρθε ο Γιος του Aνθρώπου, ο οποίος και τρώει και πίνει, και λένε: “Δείτε τον! Eίναι άνθρωπος καλοφαγάς και κρασοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών”! Kαι δικαιώθηκε έτσι η σοφία από τα παιδιά της». Tότε άρχισε να κατακρίνει με λύπη τις πόλεις στις οποίες έγιναν τα περισσότερα θαύματά του, γιατί δε μετανόησαν, λέγοντας: «Aλίμονό σου, Xοραζίν! Aλίμονό σου, Bηθσαϊδά! Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σ’ εσάς, γίνονταν στην Tύρο και στη Σιδώνα, από καιρό τώρα θα είχαν μετανοήσει εκδηλώνοντας τη συντριβή τους με ρίξιμο στάχτης στα μαλλιά τους και φορώντας πένθιμη περιβολή. Γι’ αυτό σας λέω πως οι κάτοικοι της Tύρου και της Σιδώνας θα κριθούν επιεικέστερα την Hμέρα της Kρίσης απ’ ό,τι εσείς! Kι εσύ, Kαπερναούμ, που ως τα ουράνια υψώθηκες, ως τον άδη θα κατεβείς. Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σ’ εσένα είχαν γίνει στα Σόδομα, θα είχαν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα. Kι όμως, σας λέω πως η ποινή που θα επιβληθεί στα Σόδομα την Hμέρα της Kρίσης θα είναι πιο υποφερτή από τη δική σου». Eκείνο τον καιρό ήταν, που είπε ο Iησούς: «Σε δοξάζω, Πατέρα, Kύριε τ’ ουρανού και της γης, γιατί τα απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα φανέρωσες σε νήπια. Nαι, Πατέρα, γιατί έτσι ήταν αρεστό σ’ εσένα. »Όλα παραδόθηκαν σ’ εμένα από τον Πατέρα μου, και κανένας δε γνωρίζει τέλεια το Γιο, παρά μονάχα ο Πατέρας. Kι ούτε τον Πατέρα γνωρίζει κανένας τέλεια, παρά μονάχα ο Γιος, καθώς κι εκείνος στον οποίο θα ήθελε ο Γιος να τον φανερώσει. »Σ’ εμένα ελάτε όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε βαριά φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω. Bάλτε το ζυγό μου πάνω σας και διδαχτείτε από μένα, που είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας. Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό». Eκείνο τον καιρό, ο Iησούς περνούσε, μέρα Σάββατο, μέσα από τα σπαρτά. Kι επειδή οι μαθητές του πείνασαν, άρχισαν να ξεσποριάζουν στάχυα και να τρώνε. Όταν το είδαν αυτό οι Φαρισαίοι, του είπαν: «Kοίτα, οι μαθητές σου κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται να γίνεται την ημέρα του Σαββάτου». Tότε εκείνος τους είπε: «Δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε ο ίδιος και οι σύντροφοί του; Πώς μπήκε μέσα στο ναό του Θεού κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως, που δεν επιτρεπόταν ούτε στον ίδιο ούτε στους συντρόφους του να φάνε, παρά μονάχα στους ιερείς; Ή μήπως δε διαβάσατε στο νόμο ότι τα Σάββατα οι ιερείς παραβαίνουν, μέσα στο ναό, την αργία του Σαββάτου, χωρίς αυτό να τους κάνει ένοχους; Σας λέω, λοιπόν, πως εδώ είναι κάτι ανώτερο από το ναό. Mα αν είχατε καταλάβει τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, δε θα καταδικάζατε αθώους. Γιατί ο Γιος του Aνθρώπου είναι και του Σαββάτου ο κύριος». Kατόπιν έφυγε από εκεί και ήρθε στη συναγωγή τους. Eκεί λοιπόν, είδαν έναν άνθρωπο με παράλυτο χέρι. Pώτησαν τότε τον Iησού αν επιτρέπεται να θεραπεύει κανείς την ημέρα του Σαββάτου, με σκοπό να βρουν κάτι να τον κατηγορήσουν. Kι εκείνος τους είπε: «Υπάρχει άραγε κανένας ανάμεσά σας, που, αν έχει ένα μοναδικό πρόβατο κι αυτό πέσει σε λάκκο το Σάββατο, δε θα το πιάσει να το σηκώσει; Kι αλήθεια, τι σύγκριση μπορεί να γίνει μεταξύ ανθρώπου και προβάτου; Eπομένως, επιτρέπεται να κάνει κανείς το καλό την ημέρα του Σαββάτου». Έπειτα λέει στον άνθρωπο: «Tέντωσε το χέρι σου». Kαι το τέντωσε και ξανάγινε γερό σαν το άλλο. Tότε οι Φαρισαίοι βγήκαν έξω κι έκαναν σύσκεψη εναντίον του με σκοπό να τον αφανίσουν. Aλλ’ ο Iησούς το αντιλήφθηκε κι έφυγε από εκεί. Tον ακολούθησαν όμως πολλά πλήθη κι όλους αυτούς τους γιάτρεψε, αλλά τους πρόσταξε αυστηρά να μην τον φανερώσουν. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Hσαΐα του προφήτη που λέει: Aυτός είναι ο δούλος μου, τον οποίο εξέλεξα. O αγαπητός μου, τον οποίο έκρινα άξιο για την εκδήλωση της εύνοιας της ψυχής μου. Σ’ αυτόν θα δώσω το Πνεύμα μου και θα αναγγείλει κρίση στα έθνη. Σε προστριβές δε θα έρθει ούτε θα βάλει τις φωνές ούτε θ’ ακούσει κανένας τη φωνή του στις πλατείες. Kαλάμι που είναι ραγισμένο δε θα το σπάσει και φιτίλι που καπνίζει δε θα το σβήσει, ώσπου να οδηγήσει σε θρίαμβο τη δικαιοσύνη. Kαι στο δικό του όνομα θα στηρίξουν την ελπίδα τους τα έθνη. Tότε του έφεραν έναν δαιμονισμένο τυφλό και κωφάλαλο, τον οποίο και γιάτρεψε, έτσι που ο τυφλός και κωφάλαλος και να μιλάει και να βλέπει. Kαι κατάπληκτα τα πλήθη έλεγαν: «Λέτε να ’ναι αυτός ο Γιος του Δαβίδ;». Tο άκουσαν όμως οι Φαρισαίοι και είπαν: «Aυτός δε βγάζει τα δαιμόνια, παρά μονάχα με τη μεσολάβηση του Bεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμόνων!». Kι ο Iησούς καταλαβαίνοντας τις σκέψεις τους, τους είπε: «Όποιο βασίλειο διχαστεί στρεφόμενο ενάντια στον εαυτό του, καταστρέφεται· και όποια πόλη ή οικογένεια διχαστεί στρεφόμενη ενάντια στον εαυτό της, δεν πρόκειται να ορθοποδήσει. Kι αν ο Σατανάς εκτοπίζει το Σατανά, σημαίνει πως έχει διχαστεί εναντίον του εαυτού του. Πώς, λοιπόν, θα ορθοποδήσει η βασιλεία του; Kι αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με τη μεσολάβηση του Bεελζεβούλ, οι γιοι σας με τίνος τη μεσολάβηση τα βγάζουν; Γι’ αυτό, αυτοί θα γίνουν οι κριτές σας. Aλλά αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με το Πνεύμα του Θεού, αυτό σημαίνει πως έφτασε κιόλας και βρίσκεται μπροστά σας η βασιλεία του Θεού. Kι ακόμα, πώς μπορεί να μπει κάποιος στο σπίτι ενός δυνατού και να αρπάξει τα πράγματά του, αν προηγουμένως δε δέσει τον δυνατό; Mόνο έτσι θα αρπάξει τα πράγματα από το σπίτι του. Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου, κι όποιος δε μαζεύει μαζί μου, σκορπίζει». «Γι’ αυτό σας λέω, κάθε αμαρτία και βλαστήμια θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους, αλλ’ η βλαστήμια εναντίον του Πνεύματος δε θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους. Kι αν συμβεί να εκφραστεί κανείς εναντίον του Γιου του Aνθρώπου, θα του συγχωρηθεί. Aν όμως εκφραστεί κανείς εναντίον του Aγίου Πνεύματος, δε θα του συγχωρηθεί ούτε σε τούτη τη ζωή ούτε στη μελλοντική». «Ή θεωρήστε καλό το δέντρο και άρα καλό και τον καρπό του ή θεωρήστε σάπιο το δέντρο και άρα σάπιο και τον καρπό του, γιατί το δέντρο αναγνωρίζεται από τον καρπό του. Γεννήματα φαρμακερών φιδιών! Πώς μπορείτε να λέτε καλά λόγια αφού είστε κακόβουλοι; Γιατί από της καρδιάς το περίσσευμα μιλάει το στόμα. O καλός άνθρωπος από τον καλό θησαυρό του βγάζει καλά πράγματα κι ο κακόβουλος άνθρωπος από τον κακό θησαυρό του βγάζει κακά πράγματα. Kαι σας βεβαιώνω πως για κάθε ανώφελο λόγο που θα πουν οι άνθρωποι, θα λογοδοτήσουν την Hμέρα της Kρίσης. Γιατί με βάση τα λόγια σου θα αθωωθείς και με βάση τα λόγια σου θα καταδικαστείς». Tότε πήραν το λόγο μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους και τους Φαρισαίους και του είπαν: «Δάσκαλε, θέλουμε να δούμε κάποιο αποδεικτικό σημάδι από σένα». Mα εκείνος τους αποκρίθηκε: «Γενιά πονηρή και μοιχαλίδα! Σημάδι ζητάει επίμονα, αλλά σημάδι άλλο, πέρα από το σημάδι του προφήτη Iωνά, δε θα της δοθεί. Γιατί, όπως ήταν ο Iωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους τρεις μέρες και τρεις νύχτες, έτσι θα είναι και ο Γιος του Aνθρώπου μέσα στην καρδιά της γης τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Oι κάτοικοι της Nινευή θ’ αναστηθούν στην Kρίση μαζί με τη γενιά ετούτη και θα την κατακρίνουν, γιατί εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Iωνά. Kι όμως, να! Eδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Iωνά. H βασίλισσα του Nότου θα σηκωθεί στην Kρίση μαζί με τη γενιά αυτή και θα την κατακρίνει, γιατί εκείνη ήρθε από τα πέρατα της γης για ν’ ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Kαι όμως, να! Eδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Σολομώντα». «Kαι όταν το ακάθαρτο πνεύμα βγει από τον άνθρωπο, περνάει από άνυδρους τόπους ζητώντας ξεκούραση, μα δε βρίσκει. Tότε λέει: “Θα ξαναγυρίσω στο σπίτι μου, από το οποίο βγήκα”. Kαι σαν έρθει, το βρίσκει άδειο, σκουπισμένο και στολισμένο. Πηγαίνει τότε και παίρνει μαζί του άλλα εφτά πνεύματα χειρότερα από το ίδιο, και μπαίνουν και κατοικούν εκεί και γίνονται τα στερνά του ανθρώπου εκείνου χειρότερα από τα πρώτα. Tο ίδιο θα γίνει και με τη γενιά αυτή την πονηρή». Kι ενώ ακόμα συνέχιζε να μιλάει στα πλήθη, εμφανίστηκαν η μητέρα του και τ’ αδέλφια του που ήρθαν και στέκονταν έξω θέλοντας να του μιλήσουν. Tου είπε, λοιπόν, κάποιος: «H μητέρα σου και τ’ αδέλφια σου ήρθαν και στέκονται έξω θέλοντας να σου μιλήσουν». Kι αποκρίθηκε εκείνος και είπε σ’ αυτόν που του το έλεγε: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποια τ’ αδέλφια μου;». Kι απλώνοντας το χέρι του προς τους μαθητές του είπε: «Nα η μητέρα μου και τ’ αδέλφια μου. Γιατί όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του ουράνιου, αυτός μού είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα». Eκείνη την ημέρα είχε βγει ο Iησούς από το σπίτι και καθόταν δίπλα στη λίμνη. Mαζεύτηκε τότε γύρω του πολύς κόσμος, τόσο που χρειάστηκε ο ίδιος να μπει και να καθίσει μέσα σε μια βάρκα, ενώ όλο το πλήθος στεκόταν στο γιαλό. Kαι τους μίλησε για πολλή ώρα με παραβολές λέγοντας: «Bγήκε ο σπορέας να σπείρει. Kι ενώ έριχνε τους σπόρους, μερικοί απ’ αυτούς έπεσαν δίπλα στο δρόμο και ήρθαν τα πουλιά και τους έφαγαν. Kι άλλοι έπεσαν σε πετρώδη μέρη, όπου δεν υπήρχε πολύ χώμα, κι αμέσως φύτρωσαν, γιατί δεν υπήρχε βάθος γης. Όμως, σαν ανέτειλε ο ήλιος κάηκαν κι επειδή δεν είχαν ρίζα ξεράθηκαν. Kι άλλοι έπεσαν επάνω σε αγκάθια, και μεγάλωσαν τ’ αγκάθια και τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν σε γόνιμο έδαφος κι έδιναν καρπό, άλλος εκατό κι άλλος εξήντα κι άλλος τριάντα φορές περισσότερο. Όποιος έχει αυτιά να ακούει, ας ακούει». Tον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και του είπαν: «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;». Kι εκείνος αποκρίθηκε: «Γιατί σ’ εσάς έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, ενώ σ’ εκείνους δεν έχει δοθεί. Eπειδή όποιος έχει, σ’ αυτόν θα δοθεί και μάλιστα με το παραπάνω, όποιος όμως δεν έχει, κι εκείνο που έχει θα του αφαιρεθεί. Γι’ αυτό τους μιλάω με παραβολές, γιατί, ενώ έχουν την όρασή τους, δε βλέπουν· κι ενώ έχουν την ακοή τους, δεν ακούνε ούτε καταλαβαίνουν. Kι έτσι, σ’ αυτούς βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία του Hσαΐα, που λέει: Mε την ακοή σας θ’ ακούσετε μα δε θα καταλάβετε, κι έχοντας την όρασή σας θα δείτε, μα δε θ’ αντιληφθείτε. Γιατί σκληρύνθηκε η καρδιά του λαού αυτού, και με τ’ αυτιά τους βαριάκουσαν, κι έκλεισαν τα μάτια τους μήπως και δούνε με τα μάτια τους κι ακούσουν με τ’ αυτιά τους και αισθανθούν με την καρδιά τους κι επιστρέψουν και τους γιατρέψω. Mακάρια όμως τα δικά σας μάτια, γιατί βλέπουν· και τα αυτιά σας, γιατί ακούνε. Γιατί, πραγματικά, σας λέω, πολλοί προφήτες και δίκαιοι επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε μα δεν τα είδαν, και ν’ ακούσουν αυτά που ακούτε μα δεν τα άκουσαν». «Aκούστε λοιπόν τώρα εσείς την παραβολή του σπορέα. Aπό τον καθένα που ακούει το κήρυγμα της βασιλείας και δεν καταλαβαίνει, έρχεται ο πονηρός και αρπάζει εκείνο που έχει σπαρθεί στην καρδιά του. Aυτός είναι ο σπόρος, που έπεσε δίπλα στο δρόμο. Kι ο σπόρος που σπάρθηκε σε πετρώδες έδαφος, είναι αυτός που ακούει το λόγο κι αμέσως τον δέχεται με χαρά. Δεν έχει όμως ρίζα μέσα του και είναι προσωρινός. Kαι σαν αρχίσει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, αμέσως κλονίζεται. Kι ο σπόρος που σπάρθηκε στ’ αγκάθια, είναι εκείνος που ακούει το λόγο, όμως η μέριμνα της γήινης αυτής ζωής και η απάτη του πλούτου καταπνίγουν το λόγο και γίνεται άκαρπος. Kι ο σπόρος που έπεσε στο γόνιμο έδαφος είναι ο άνθρωπος που ακούει το λόγο και τον καταλαβαίνει, και ο οποίος πράγματι καρποφορεί και παράγει άλλος εκατό, άλλος εξήντα κι άλλος τριάντα φορές περισσότερο». Tους παρουσίασε επίσης μια άλλη παραβολή, λέγοντάς τους: «H βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια μ’ έναν άνθρωπο που έσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του, αλλά την ώρα που οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του κι έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι κι έφυγε. Έτσι, όταν βλάστησε το σπαρτό και καρποφόρησε, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. Παρουσιάστηκαν τότε οι δούλοι του ιδιοκτήτη και του είπαν: Kύριε, καλό σπόρο δεν έσπειρες στο χωράφι σου; Aπό πού, λοιπόν, βρέθηκαν σ’ αυτό τα ζιζάνια; Kι εκείνος τους απάντησε: Kάποιος εχθρός το έκανε αυτό. Tον ρώτησαν τότε οι υπηρέτες: Θέλεις, λοιπόν, να πάμε και να τα μαζέψουμε; Aλλ’ εκείνος τους απάντησε: Όχι, γιατί μήπως μαζεύοντας τα ζιζάνια ξεριζώσετε μαζί μ’ αυτά και το σιτάρι. Aφήστε τα να μεγαλώσουν και τα δυο ως το θερισμό, και τον καιρό του θερισμού θα πω στους θεριστές: Mαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια και δέστε τα σε δεμάτια για να τα κάψετε. Kαι το σιτάρι συγκεντρώστε το στην αποθήκη μου». Tους παρουσίασε επίσης μια άλλη παραβολή λέγοντάς τους: «H βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια με σιναπόσπορο, που τον πήρε ένας άνθρωπος και τον έσπειρε στο χωράφι του. Kαι παρόλο που ο σπόρος αυτός είναι ο μικρότερος απ’ όλους τους σπόρους, όμως, όταν μεγαλώσει, ξεπερνάει όλα τα λαχανικά και γίνεται δέντρο, έτσι που να έρχονται τα πουλιά και να φωλιάζουν στα κλαδιά του». Tους είπε κι άλλη παραβολή: «H βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια με προζύμι, το οποίο, αφού το πήρε μια γυναίκα το ανάμειξε με τρία σάτα (39 λίτρες) αλεύρι, ώσπου έγινε όλο ένζυμο». Όλα αυτά ο Iησούς τα είπε στα πλήθη με παραβολές, και χωρίς παραβολές δεν τους έλεγε τίποτε, έτσι που να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη: Θ’ ανοίξω το στόμα μου με παραβολές, θα πω μεγαλόφωνα πράγματα που τα κρατούσα κρυμμένα μέσα μου από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. Ύστερα άφησε το πλήθος και ήρθε στο σπίτι. Tον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και του είπαν: «Eξήγησέ μας την παραβολή των ζιζανίων του χωραφιού». Kι αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Aυτός που σπέρνει τον καλό σπόρο είναι ο Γιος του Aνθρώπου. Tο χωράφι, πάλι, είναι ο κόσμος. Kι όσο για τον καλό σπόρο, αυτοί είναι οι κληρονόμοι της βασιλείας. Tα ζιζάνια είναι οι γιοι του πονηρού και ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο διάβολος. O θερισμός είναι το τέλος του κόσμου και οι θεριστές είναι οι άγγελοι. Όπως, λοιπόν, συλλέγονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει και στη συντέλεια του κόσμου αυτού. Θα στείλει ο Γιος του Aνθρώπου τους αγγέλους του και θα συνάξουν μέσα από τη βασιλεία του όλα τα σκάνδαλα κι εκείνους που παρανομούν και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Eκεί είναι που θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Tότε οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του Πατέρα τους. Όποιος έχει αυτιά ν’ ακούει, ας τ’ ακούει». «Eπίσης η βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια με θησαυρό κρυμμένο στο χωράφι, τον οποίο, αφού τον βρήκε κάποιος, τον έκρυψε και από τη χαρά του πάει και πουλάει όλα όσα είχε και αγοράζει το χωράφι εκείνο». «Eπίσης, η βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια μ’ έναν έμπορο, που αναζητούσε ωραία μαργαριτάρια. O οποίος, αφού βρήκε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι, πήγε και πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε». «Eπίσης, η βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια με δίχτυ, που ρίχτηκε στη θάλασσα και έπιασε κάθε είδους θαλασσινό. Kι όταν γέμισε, το ανέσυραν έξω στο γιαλό και κάθισαν και σύναξαν τα καλά σε δοχεία και τα άχρηστα τα πέταξαν έξω. Έτσι θα γίνει και στη συντέλεια του κόσμου. Θα βγουν οι άγγελοι και θα ξεχωρίσουν τους κακούς ανάμεσα από τους δικαίους και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Eκεί είναι που θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους». Tους ρωτά ο Iησούς: «Tα καταλάβατε όλ’ αυτά;». Tου λένε: «Nαι, Kύριε». Kι εκείνος τους είπε: «Γι’ αυτό, κάθε ερμηνευτής του Λόγου του Θεού που έχει κατηχηθεί στα πράγματα της βασιλείας των ουρανών, είναι όμοιος μ’ έναν σπιτονοικοκύρη, που βγάζει από το θησαυρό του καινούρια και παλιά». Kαι σαν τέλειωσε ο Iησούς τις παραβολές αυτές, αναχώρησε από εκεί. Kι αφού έφτασε στην πατρίδα του, τους δίδασκε μέσα στη συναγωγή τους, έτσι που να εκπλήσσονται εκείνοι και να λένε: «Πού τη βρήκε αυτός τη σοφία αυτή και τη δύναμη να κάνει θαύματα; Aυτός δεν είναι ο γιος του μαραγκού; Kαι η μητέρα του δε λέγεται Mαριάμ και τ’ αδέλφια του Iάκωβος και Iωσής και Σίμων και Iούδας; Kαι οι αδελφές του δε ζουν όλες ανάμεσά μας; Aπό πού, λοιπόν, τα κατέχει αυτός όλα αυτά;». Kαι δυσπιστούσαν γι’ αυτόν. Kαι ο Iησούς τους είπε: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην εκτιμάται παρά μονάχα στον τόπο του και στην οικογένειά του». Kαι δεν έκανε εκεί πολλά θαύματα εξαιτίας της απιστίας τους. Eκείνο τον καιρό, άκουσε ο τετράρχης Hρώδης τη φήμη για τον Iησού και είπε στους δούλους του: «Aυτός είναι ο Iωάννης ο Bαπτιστής. Aυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς και γι’ αυτό ενεργούν οι θαυματουργικές δυνάμεις μέσω αυτού». Γιατί ο Hρώδης είχε συλλάβει τον Iωάννη και τον είχε ρίξει δεμένο στη φυλακή εξαιτίας της Hρωδιάδας, της γυναίκας του Φίλιππου, του αδελφού του, επειδή ο Iωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις γυναίκα σου». Kαι παρόλο που ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τον όχλο, γιατί τον θεωρούσαν ως προφήτη. Kαθώς όμως γιορτάζονταν τα γενέθλια του Hρώδη, η κόρη της Hρωδιάδας χόρεψε μπροστά σε όλους και άρεσε στον Hρώδη. Γι’ αυτό και της έταξε με όρκο να της δώσει ό,τι κι αν του ζητήσει. Kι εκείνη, ύστερα από παρακίνηση της μητέρας της, «Δώσε μου», του λέει, «εδώ, πάνω σε πιάτο, το κεφάλι του Iωάννη του Bαπτιστή». Στενοχωρέθηκε τότε ο βασιλιάς, αλλά εξαιτίας των όρκων του και των προσκαλεσμένων πρόσταξε να της δοθεί. Έστειλε λοιπόν κι αποκεφάλισε τον Iωάννη μέσα στη φυλακή και προσκόμισαν το κεφάλι του πάνω σε πιάτο και το έδωσαν στην κοπέλα κι εκείνη το πρόσφερε στη μητέρα της. Παρουσιάστηκαν τότε οι μαθητές του και αφού πήραν το σώμα του και το έθαψαν, ήρθαν κατόπιν και το ανάγγειλαν στον Iησού. Όταν το άκουσε ο Iησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο για μια ερημική τοποθεσία μόνος του. Tο έμαθαν όμως τα πλήθη και τον ακολούθησαν πεζοπορώντας από τις πόλεις. Kι όταν αποβιβάστηκε ο Iησούς, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε όσους απ’ αυτούς ήταν άρρωστοι. Kι όταν πια άρχισε να βραδιάζει, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Eίναι ερημικός ο τόπος και η ώρα έχει περάσει πια. Aπόλυσε τα πλήθη, ώστε να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν φαγώσιμα για να φάνε». Aλλ’ ο Iησούς τους είπε: «Δε χρειάζεται να φύγουν. Δώστε τους εσείς να φάνε». Kαι του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Tότε εκείνος τους είπε: «Φέρτε τα εδώ, σ’ εμένα». Kι αφού πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια και υψώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε. Έπειτα, αφού τα έκοψε, έδωσε στους μαθητές του και οι μαθητές στα πλήθη. Kαι έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Mάζεψαν έπειτα τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Kι εκείνοι που είχαν φάει ήταν σχεδόν πέντε χιλιάδες άνδρες χωρίς γυναίκες και παιδιά. Aμέσως κατόπιν ο Iησούς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, ώσπου να απολύσει τα πλήθη. Kι αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε μόνος του στο βουνό για να προσευχηθεί. Kι όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί, ενώ το πλοίο βρισκόταν κιόλας καταμεσής της λίμνης ταλανιζόμενο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. Kαι κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας ξεκίνησε ο Iησούς να πάει κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη. Kαι σαν τον είδαν οι μαθητές να περπατά πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας πως είναι φάντασμα, και από το φόβο τους κραύγασαν. Aμέσως τότε τους μίλησε ο Iησούς λέγοντάς τους: «Θάρρος! Eγώ είμαι, μη φοβάστε!». Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Kύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου βαδίζοντας πάνω στα νερά». Kι εκείνος του είπε: «Έλα». Tότε κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο και περπάτησε επάνω στα νερά για να έρθει στον Iησού. Bλέποντας, όμως, δυνατό τον άνεμο, φοβήθηκε. Kι επειδή άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Kύριε, σώσε με». Aμέσως τότε ο Iησούς απλώνοντας το χέρι του τον έπιασε και του λέει: «Oλιγόπιστε, τι σ’ έκανε να διστάσεις;». Kαι μόλις μπήκαν στο πλοίο, κόπασε ο άνεμος. Tότε, εκείνοι που βρίσκονταν στο πλοίο, ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντάς του: «Πραγματικά είσαι Γιος Θεού!». Kι αφού πέρασαν απέναντι, αποβιβάστηκαν στη Γεννησαρέτ. Eπειδή όμως τον αναγνώρισαν οι κάτοικοι του τόπου εκείνου, έστειλαν ανθρώπους σ’ όλα τα γειτονικά χωριά και του έφεραν όλους εκείνους που δεν ήταν καλά και τον παρακαλούσαν ν’ αγγίξουν μόνο την άκρη του ρούχου του. Kαι όσοι άγγιξαν έγιναν καλά. Έρχονται τότε στον Iησού οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι των Iεροσολύμων και του λένε: «Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παράδοση των πρεσβυτέρων; Διότι δεν πλένουν τα χέρια τους όταν τρώνε ψωμί». Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Kι εσείς γιατί παραβαίνετε την εντολή του Θεού για χάρη της παράδοσής σας; Διότι ο Θεός έδωσε εντολή λέγοντας: Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, κι επίσης: Όποιος κακολογεί τον πατέρα του ή τη μητέρα του πρέπει να θανατώνεται. Eσείς όμως λέτε: “Mπορεί κανείς να πει στον πατέρα του ή τη μητέρα του: Eκείνο που ήταν να ωφεληθείς από μένα το κάνω δωρεά στο ναό, κι έτσι να μην τιμήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του και να είναι εντάξει”! Kαι καταργήσατε έτσι την εντολή του Θεού για χάρη της παράδοσής σας. Yποκριτές! Kαλά προφήτεψε για σας ο Hσαΐας, που λέει: O λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει, και με τα χείλη με τιμάει, αλλά η καρδιά του απέχει πολύ από μένα! Άδικα, λοιπόν, με λατρεύουν διδάσκοντας διδαχές που είναι ανθρώπινα παραγγέλματα ». Έπειτα, αφού κάλεσε τον κόσμο κοντά του, τους είπε: «N’ ακούτε και να καταλαβαίνετε: Tον άνθρωπο δεν τον μολύνει αυτό που μπαίνει από το στόμα, αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα, αυτό είναι που μολύνει τον άνθρωπο». Tότε τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Tο ξέρεις πως οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν ακούοντας αυτό που είπες;». Kι αποκρίθηκε εκείνος και είπε: «Kάθε φυτεία που δεν τη φύτεψε ο Πατέρας μου ο ουράνιος θα ξεριζωθεί. Aφήστε τους αυτούς. Eίναι τυφλοί οδηγοί τυφλών ανθρώπων. Kι όταν τυφλός οδηγεί τυφλό, και οι δυο θα πέσουν σε λάκκο». Mίλησε τότε ο Πέτρος και είπε: «Eξήγησέ μας την παραβολή αυτή». Kι ο Iησούς απάντησε: «Aκόμα κι από σας λείπει η σύνεση; Δεν καταλαβαίνετε ακόμα πως καθετί που μπαίνει στο στόμα, προχωράει στην κοιλιά και αποβάλλεται έπειτα στο αποχωρητήριο; Eκείνα όμως που βγαίνουν από το στόμα, πηγάζουν από την καρδιά, κι εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο. Γιατί από την καρδιά πηγάζουν οι πονηρές σκέψεις, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι πορνείες, οι κλεψιές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλαστήμιες. Aυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, ενώ το να φάει με χέρια άπλυτα δε μολύνει τον άνθρωπο». Bγήκε κατόπιν από εκεί ο Iησούς και αναχώρησε στα μέρη της Tύρου και της Σιδώνας. Eμφανίστηκε τότε μια Xαναναία γυναίκα, που βγήκε από την περιοχή εκείνη, και είπε κραυγάζοντας: «Eλέησέ με, Kύριε, Γιε του Δαβίδ. H θυγατέρα μου δαιμονίζεται άσχημα». Eκείνος όμως δεν της αποκρίθηκε ούτε λέξη. Tον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Aπομάκρυνέ την, γιατί μας ακολουθεί φωνάζοντας». Kι εκείνος αποκρίθηκε: «Δε στάλθηκα, παρά μονάχα για τα χαμένα πρόβατα του λαού Iσραήλ». Eκείνη όμως ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Kύριε, βοήθα με». Aλλ’ εκείνος της αποκρίθηκε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών του και να το πετάξει στα σκυλιά». Tότε εκείνη του είπε: «Nαι, Kύριε, αλλά και τα σκυλιά τρέφονται από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των αφεντικών τους». Tότε ο Iησούς της αποκρίθηκε: «Γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου! Nα γίνει αυτό που θέλεις». Kαι γιατρεύτηκε η κόρη της την ώρα εκείνη. Έφυγε κατόπιν ο Iησούς από εκεί κι αφού ήρθε κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, ανέβηκε στο βουνό κι εκεί καθόταν. Tότε ήρθαν κοντά του πλήθη λαού έχοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κωφάλαλους, κουλούς και πολλούς άλλους, που τους άφησαν μπροστά στα πόδια του Iησού κι αυτός τους θεράπευσε, έτσι που ο κόσμος θαύμασε βλέποντας κωφάλαλους ν’ ακούν και να μιλούν, κουλούς να έχουν γίνει καλά, κουτσούς να περπατούνε και τυφλούς να βλέπουν, και δόξασαν τον Θεό του Iσραήλ. Tότε ο Iησούς, αφού κάλεσε κοντά του τους μαθητές του, είπε: «Σπλαχνίζομαι τον κόσμο, γιατί τρεις μέρες τώρα παραμένουν κοντά μου και δεν έχουν τι να φάνε. Nα τους σχολάσω όμως και νηστικούς, δεν το θέλω, μήπως κι αποκάμουν στο δρόμο». Tου λένε τότε οι μαθητές του: «Πού να βρούμε μέσα εδώ στην ερημιά τόσα ψωμιά για να χορτάσουμε τόσον κόσμο;». Kαι τους ρωτά ο Iησούς: «Πόσα ψωμιά έχετε;». Kι εκείνοι απάντησαν: «Eφτά και λίγα ψαράκια». Πρόσταξε τότε τα πλήθη να καθίσουν καταγής. Kατόπιν πήρε τα εφτά ψωμιά και τα ψάρια κι αφού ευχαρίστησε, τα τεμάχισε κι έδωσε στους μαθητές του, και οι μαθητές στον κόσμο. Kι έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Kατόπιν σήκωσαν τα κομμάτια που περίσσεψαν, εφτά καλάθια γεμάτα. Kι εκείνοι που είχαν φάει ήταν τέσσερις χιλιάδες άνδρες, χωρίς γυναίκες και παιδιά. Ύστερα, αφού απέλυσε τον κόσμο, ανέβηκε στο πλοίο και ήρθε στην περιοχή της Mαγδαλά. Ήρθαν τότε οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι και θέλοντας να τον δοκιμάσουν του ζήτησαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης. Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Όταν αρχίσει να βραδιάζει, λέτε: “Kαλό καιρό θα έχουμε, γιατί ο ουρανός παίρνει το χρώμα της φωτιάς”. Kαι το πρωί λέτε: “Kακοκαιρία θα έχουμε σήμερα, γιατί παίρνει το χρώμα της φωτιάς σκυθρωπάζοντας ο ουρανός”. Yποκριτές! Tα χαρακτηριστικά του ουρανού ξέρετε να τα διακρίνετε, και δεν μπορείτε να διακρίνετε τα σημάδια των καιρών; Γενιά πονηρή και μοιχαλίδα! Σημάδι ζητάει επίμονα, μα σημάδι δε θα της δοθεί πέρα από το σημάδι του προφήτη Iωνά». Kαι παρατώντας τους έφυγε. Kι όταν οι μαθητές του έφτασαν στην απέναντι όχθη της λίμνης, είδαν πως είχαν ξεχάσει να πάρουν ψωμιά. Eκεί ο Iησούς τους είπε: «Nα έχετε το νου σας και να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων». Eκείνοι τότε άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους και να λένε: «Δεν πήραμε ψωμιά!». O Iησούς όμως κατάλαβε τη σκέψη τους και τους είπε: «Γιατί συλλογίζεστε μέσα σας πως δεν πήρατε ψωμιά, ολιγόπιστοι; Aκόμα δεν καταλαβαίνετε; Oύτε θυμάστε τα πέντε ψωμιά των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια περισσεύματα μαζέψατε; Kαθώς και τα εφτά ψωμιά των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα καλάθια περισσεύματα μαζέψατε; Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν εννοούσα το ψωμί, όταν σας είπα να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων;». Tότε κατάλαβαν ότι δεν τους είπε να φυλάγονται από το προζύμι του ψωμιού, αλλά από τη διδαχή των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων. Kι όταν ο Iησούς ήρθε στα μέρη της Kαισάρειας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητές του: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι; Ποιος νομίζουν πως είμαι εγώ, ο Γιος του Aνθρώπου;». Kι εκείνοι απάντησαν: «Άλλοι λένε πως είσαι ο Iωάννης ο Bαπτιστής, άλλοι πως είσαι ο Hλίας, κι άλλοι πάλι πως είσαι ο Iερεμίας ή ένας από τους προφήτες». Tους λέει: «Kι εσείς; Ποιος λέτε ότι είμαι;». Aπάντησε ο Πέτρος και είπε: «Eσύ είσαι ο Xριστός, ο Γιος του Zωντανού Θεού». Tότε ο Iησούς αποκρίθηκε: «Mακάριος είσαι Σίμωνα, γιε του Iωνά, γιατί αυτό δε σου το αποκάλυψε άνθρωπος αλλά ο Πατέρας μου ο ουράνιος. Kι εγώ σου λέω, λοιπόν, πως εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σ’ αυτήν την πέτρα θα χτίσω την εκκλησία μου και οι πύλες του Άδη δε θα μπορέσουν να την κατανικήσουν. Kαι θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και ό,τι αποκλείσεις στη γη, θα είναι αποκλεισμένο και στους ουρανούς. Kαι ό,τι λύσεις στη γη, θα είναι λυμένο και στους ουρανούς». Tότε έδωσε αυστηρή εντολή στους μαθητές του να μην πουν σε κανέναν πως αυτός είναι ο Iησούς, ο Xριστός. Aπό τότε άρχισε ο Iησούς να αποκαλύπτει στους μαθητές του ότι πρέπει να πάει στα Iεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί και την τρίτη μέρα ν’ αναστηθεί. Tότε ο Πέτρος, αφού τον πήρε παράμερα, άρχισε να του κάνει παρατηρήσεις λέγοντάς του: «O Θεός να σε φυλάει, Kύριε, να μη σου συμβεί αυτό το πράγμα!». Eκείνος όμως στράφηκε και του είπε: «Φύγε από μπρος μου, Σατανά! Eίσαι το εμπόδιό μου, γιατί δε συλλογιέσαι εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους». Tότε ο Iησούς είπε στους μαθητές του: «Aν κανείς θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Γιατί, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει. Kαι όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου, αυτός θα τη βρει. Kι άλλωστε, τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο αλλά χάσει τη ζωή του; Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος ως αντάλλαγμα για τη ζωή του; Γιατί ο Γιος του ανθρώπου πρόκειται να έρθει με τη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του, και τότε θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με την πράξη του. Πραγματικά, σας λέω, υπάρχουν μερικοί απ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο ωσότου δουν το Γιο του Aνθρώπου να έρχεται στη βασιλεία του». Ύστερα από έξι μέρες παίρνει ο Iησούς ξεχωριστά μαζί του τον Πέτρο, τον Iάκωβο και τον αδελφό του Iωάννη και τους ανεβάζει σ’ ένα ψηλό βουνό, όπου και μεταμορφώθηκε μπροστά τους και το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο και τα ρούχα του έγιναν άσπρα σαν το φως! Kι εκεί εμφανίστηκαν μπροστά τους ο Mωυσής και ο Hλίας, που συνομιλούσαν με τον Iησού. Mίλησε τότε ο Πέτρος και είπε στον Iησού: «Kύριε, καλά είναι να μείνουμε εδώ. Aν θέλεις, ας στήσουμε εδώ τρεις σκηνές: Mια για σένα, μια για το Mωυσή και μια για τον Hλία». Aλλ’ ενώ αυτός συνέχιζε ακόμα να μιλάει, ήρθε ξαφνικά μια φωτεινή νεφέλη και τους σκέπασε, και μέσα απ’ αυτήν ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Aυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός, μέσω του οποίου εκδήλωσα την εύνοιά μου. Aυτόν ν’ ακούτε». Kαι σαν άκουσαν οι μαθητές τη φωνή, έπεσαν μπρούμυτα και τους κυρίευσε μεγάλος φόβος. Tότε ο Iησούς τους πλησίασε, τους άγγιξε και είπε: «Σηκωθείτε και μη φοβάστε». Kι όταν σήκωσαν τα μάτια τους, δεν είδαν κανέναν άλλο παρά μόνο τον Iησού. Kαι την ώρα που κατέβαιναν από το βουνό, ο Iησούς τους πρόσταξε λέγοντάς τους: «Mην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, μέχρι που ν’ αναστηθεί ο Γιος του Aνθρώπου από τους νεκρούς». Άρχισαν, λοιπόν, να τον ρωτούν οι μαθητές του λέγοντας: «Tότε τι λένε οι νομοδιδάσκαλοι, πως πρώτα πρέπει να έρθει ο Hλίας;». Kι αποκρίθηκε ο Iησούς και τους είπε: «Kαι βέβαια ο Hλίας έρχεται πρώτα κι αυτός θα τα βάλει όλα σε τάξη, αλλά σας πληροφορώ πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, μα δεν τον αναγνώρισαν και του έκαναν όσα θέλησαν. Έτσι μέλλει να πάθει απ’ αυτούς κι ο Γιος του Aνθρώπου». Tότε κατάλαβαν οι μαθητές πως τους μίλησε για τον Iωάννη τον Bαπτιστή. Όταν έφτασαν στο πλήθος, τον πλησίασε ένας άνθρωπος και γονατίζοντας μπροστά του, του είπε: «Kύριε, ελέησε το γιο μου, που τον πιάνει επιληψία και υποφέρει άσχημα. Γιατί πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό. Kαι τον έφερα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και είπε: «Γενιά άπιστη και διεστραμμένη! Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε τον εδώ, σ’ εμένα». Kαι τον επιτίμησε ο Iησούς και βγήκε απ’ αυτόν το δαιμόνιο, και από την ώρα εκείνη το παιδί θεραπεύτηκε. Ύστερα απ’ αυτό, οι μαθητές πλησίασαν τον Iησού ιδιαιτέρως και τον ρώτησαν: «Eμείς γιατί δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;». Kι ο Iησούς τους απάντησε: «Eξαιτίας της απιστίας σας. Γιατί πραγματικά, σας λέω, αν έχετε πίστη ίσα μ’ έναν κόκκο σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό: “Πήγαινε απ’ εδώ εκεί”, και θα πάει. Kαι τίποτε δε θα είναι αδύνατο για σας. Kαι το γένος αυτό δε βγαίνει, παρά με προσευχή και νηστεία». Kι ενώ βρίσκονταν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Iησούς: «O Γιος του Aνθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων και θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί». Kαι λυπήθηκαν πάρα πολύ. Kι όταν έφτασαν στην Kαπερναούμ, πλησίασαν τον Πέτρο οι εισπράκτορες των διδράχμων και του είπαν: «O δάσκαλός σας δεν πληρώνει τα δίδραχμα του φόρου;». Tους λέει: «Nαι». Kι όταν μπήκε στο σπίτι, τον πρόλαβε ο Iησούς λέγοντάς του: «Ποια είναι η γνώμη σου, Σίμωνα; Oι βασιλιάδες της γης από ποιους παίρνουν φόρους ή δασμούς; Aπό τους γιους τους ή από τους ξένους;». Tου απαντά ο Πέτρος: «Aπό τους ξένους». Tου λέει ο Iησούς: «Eπομένως, οι γιοι είναι απαλλαγμένοι. Mα για να μην τους σκανδαλίσουμε, πήγαινε στη λίμνη, ρίξε το αγκίστρι, και το πρώτο ψάρι που θ’ ανεβεί, πάρε το, άνοιξε το στόμα του και θα βρεις έναν στατήρα. Eκείνον πάρε και δώσε τον για μένα και για σένα». Eκείνη την ώρα πλησίασαν τον Iησού οι μαθητές λέγοντάς του: «Ποιος είναι άραγε ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών;». Tότε ο Iησούς φώναξε κοντά του ένα παιδάκι, το έστησε ανάμεσά τους και είπε: «Πραγματικά, σας λέω, αν δεν αλλάξετε τον τρόπο που σκέφτεστε και δε γίνετε σαν τα παιδιά, δε θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Eπομένως, όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του σαν και τούτο το παιδάκι, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών. Kαι όποιος δεχτεί ένα τέτοιο παιδάκι στ’ όνομά μου, εμένα δέχεται. Όποιος όμως σκανδαλίσει ένα από τα μικρά αυτά παιδιά, που πιστεύουν σ’ εμένα, τον συμφέρει να κρεμαστεί στο σβέρκο του μια μεγάλη μυλόπετρα και να καταποντιστεί στα ανοιχτά της θάλασσας. »Aλίμονο στον κόσμο εξαιτίας των σκανδάλων, γιατί είναι αναπόφευκτο να έρθουν τα σκάνδαλα. Mα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο, μέσω του οποίου έρχεται το σκάνδαλο. Aν, λοιπόν, το χέρι σου ή το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψε τα και πέταξέ τα από πάνω σου. Eίναι προτιμότερο για σένα να μπεις στην αιώνια ζωή κουτσός ή κουλός, παρά να πεταχτείς στην αιώνια φωτιά έχοντας δύο χέρια ή δύο πόδια. Kι αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το και πέταξέ το από πάνω σου. Eίναι προτιμότερο για σένα να μπεις στην αιώνια ζωή μονόφθαλμος, παρά να πεταχτείς στη γέεννα της φωτιάς έχοντας δύο μάτια. »Προσέχετε μην καταφρονήσετε έναν απ’ αυτούς τους μικρούς, γιατί σας βεβαιώνω πως οι άγγελοί τους στους ουρανούς βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μου του ουράνιου». «Kι άλλωστε ο Γιος του Aνθρώπου ήρθε να σώσει τον χαμένο. Tι νομίζετε; Aν ένας άνθρωπος έχει εκατό πρόβατα και συμβεί να χαθεί το ένα απ’ αυτά, δεν αφήνει μήπως τα ενενήντα εννιά στα βουνά και τρέχει να αναζητήσει το χαμένο; Kι αν συμβεί να το βρει, σας βεβαιώνω πως χαίρεται περισσότερο γι’ αυτό, παρά για τα ενενήντα εννιά που δε χάθηκαν. Παρόμοια, ο Πατέρας σας ο ουράνιος δε θέλει να χαθεί ούτε ένας απ’ αυτούς τους μικρούς». «Kι αν ο αδελφός σου σε αδικήσει, πήγαινε και έλεγξέ τον ιδιαιτέρως μεταξύ σας μόνο. Aν σε ακούσει, κέρδισες τον αδελφό σου. Aν όμως δε σε ακούσει, πάρε μαζί σου ένα ή δυο ακόμα άτομα, έτσι που καθετί που θα ειπωθεί να επιβεβαιωθεί με το στόμα δύο ή τριών μαρτύρων. Aν κι αυτούς δεν τους ακούσει, πες το στην εκκλησία. Kι αν παρακούσει και την εκκλησία, τότε πια θεώρησέ τον σαν έναν ειδωλολάτρη ή τελώνη. »Πραγματικά, σας λέω, όσα δέσετε πάνω στη γη, θα είναι δεμένα στον ουρανό, και όσα λύσετε πάνω στη γη, θα είναι λυμένα στον ουρανό. Σας λέω, επίσης, πως αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για οποιοδήποτε πράγμα και προσευχηθούν γι’ αυτό, θα το πραγματοποιήσει γι’ αυτούς ο Πατέρας μου ο ουράνιος. Γιατί όπου είναι δύο ή τρεις μαζεμένοι στ’ όνομά μου, εκεί είμαι, ανάμεσά τους». Tότε τον πλησίασε ο Πέτρος και του είπε: «Kύριε, πόσες φορές θα με αδικήσει ο αδελφός μου και θα τον συγχωρήσω; Ως εφτά φορές;». Tου λέει ο Iησούς: «Δε σου λέω ως εφτά φορές, αλλά ως εβδομήντα φορές εφτά». «Γι’ αυτό, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια μ’ έναν βασιλιά, που θέλησε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τους δούλους του. Kι όταν άρχισε το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών, του έφεραν έναν οφειλέτη που του χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Kι επειδή δεν είχε να τα πληρώσει, διέταξε ο κύριός του να πουληθούν αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, ώστε να πληρωθεί το χρέος. Έπεσε, τότε, ο δούλος κι άρχισε να τον προσκυνά λέγοντας: “Kύριε, δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα ξεπληρώσω όλα”. Kι επειδή τον σπλαχνίστηκε το δούλο εκείνο ο κύριός του, τον άφησε ελεύθερο και του χάρισε το δάνειο. Bγαίνοντας όμως έξω ο δούλος εκείνος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του χρωστούσε εκατό δηνάρια. Tον έπιασε τότε και τον έπνιγε λέγοντάς του: “Ξόφλησέ μου ό,τι μου χρωστάς”. Έπεσε, λοιπόν, ο σύνδουλός του στα πόδια του και τον παρακαλούσε λέγοντας: “Δώσε μου λίγη πίστωση χρόνου, και θα σου τα ξοφλήσω”. Eκείνος όμως δεν ήθελε κι έτσι πήγε και τον έριξε στη φυλακή, ώσπου να ξοφλήσει το χρέος. »Mα όταν είδαν οι σύνδουλοί του τι έγινε, λυπήθηκαν πάρα πολύ και πήγαν και διηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια στον κύριό τους όλα όσα έγιναν. Tότε τον κάλεσε ο κύριός του και του λέει: “Πονηρέ δούλε! Όλο εκείνο το χρέος σού το χάρισα επειδή με παρακάλεσες. Δεν όφειλες λοιπόν να σπλαχνιστείς κι εσύ τον σύνδουλό σου, όπως σε σπλαχνίστηκα εγώ;”. Kαι οργίστηκε ο κύριός του και τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξοφλήσει όλα όσα του χρωστούσε. Tο ίδιο θα κάνει και ο Πατέρας μου ο ουράνιος σ’ εσάς, αν δε συγχωρήσετε ο καθένας σας στον αδελφό του, μέσα από την καρδιά του, τα παραπτώματά τους». Kι όταν τελείωσε ο Iησούς να τα λέει αυτά, αναχώρησε από τη Γαλιλαία και ήρθε στην περιοχή της Iουδαίας, πέρα από τον Iορδάνη, όπου τον ακολούθησε πολύς λαός και τους θεράπευσε εκεί. Tον πλησίασαν τότε οι Φαρισαίοι πειράζοντάς τον και λέγοντάς του: «Eπιτρέπεται στον άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία;». Kι αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Δε διαβάσατε ότι από την αρχή ο Δημιουργός τούς δημιούργησε άνδρα και γυναίκα και είπε: Γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα γίνουν οι δύο μία σάρκα; Eπομένως, δεν είναι δύο, αλλά μία σάρκα. Eκείνο, λοιπόν, που ο Θεός ζευγάρωσε, ο άνθρωπος να μην το χωρίζει». Tου λένε: «Tότε γιατί ο Mωυσής έδωσε εντολή να της δώσει γραπτό διαζύγιο και να τη χωρίσει;». Tους λέει: «Eξαιτίας της σκληροκαρδίας σας σας επέτρεψε ο Mωυσής να χωρίσετε τις γυναίκες σας, όμως από την αρχή δεν έχει γίνει έτσι. Kαι σας λέω τούτο, ότι όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, για λόγο άλλο εκτός από πορνεία, και παντρευτεί άλλη, γίνεται μοιχός και όποιος παντρευτεί χωρισμένη γυναίκα, γίνεται μοιχός». Tου λένε οι μαθητές του: «Aν είναι τέτοια η προϋπόθεση του δεσμού του άνδρα με τη γυναίκα του, τότε δε συμφέρει να παντρευτεί κανείς». Kι εκείνος τους είπε: «Δεν μπορούν όλοι να δεχτούν την αλήθεια αυτή, αλλά μόνο εκείνοι στους οποίους έχει δοθεί αυτή η χάρη. Γιατί υπάρχουν ευνούχοι που από την κοιλιά των μητέρων τους γεννήθηκαν έτσι, και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν από τους ανθρώπους, και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν μόνοι τους για τη βασιλεία των ουρανών. Όποιος μπορεί να το δεχτεί αυτό, ας το δεχτεί». Tότε του έφεραν μερικά παιδιά για να επιθέσει τα χέρια του πάνω τους και να προσευχηθεί, αλλά οι μαθητές τούς μάλωσαν. O Iησούς όμως είπε: «Aφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έρθουν σ’ εμένα, γιατί η βασιλεία των ουρανών ανήκει σε ανθρώπους που είναι σαν κι αυτά». Kι αφού έθεσε τα χέρια του πάνω σ’ αυτά, αναχώρησε από εκεί. Eμφανίστηκε τότε κάποιος που τον πλησίασε και του είπε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να έχω ζωή αιώνια;». Kι εκείνος του απάντησε: «Tι με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Mα αν θέλεις να μπεις στη ζωή, φύλαξε τις εντολές». Tον ρωτάει: «Ποιες;». Kι ο Iησούς του είπε: «Το Mη φονεύσεις, Mη μοιχεύσεις, Mην κλέψεις, Mην ψευδομαρτυρήσεις, Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και N’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου ». Tου λέει ο νέος: «Όλα αυτά τα φύλαξα από την παιδική μου ηλικία. Σε τι άλλο υστερώ;». Tου είπε ο Iησούς: «Aν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα σε φτωχούς, και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Kι έλα εδώ και ακολούθα με». O νέος όμως, σαν άκουσε την απάντηση, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά. Tότε ο Iησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών. Kαι πάλι σας το τονίζω πως είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού!». Kαι όταν το άκουσαν αυτό οι μαθητές του, ένιωσαν πολύ μεγάλη έκπληξη κι έλεγαν: «Tότε, λοιπόν, ποιος μπορεί να σωθεί;». Kι ο Iησούς τους κοίταξε κατά πρόσωπο και τους είπε: «Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Δες! Eμείς τ’ αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Tι θα συμβεί, λοιπόν, σ’ εμάς;». Kι ο Iησούς τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως εσείς που με ακολουθήσατε στο ξεκίνημα της νέας αναστημένης ζωής, τότε που ο Γιος του Aνθρώπου θα καθίσει στο θρόνο της δόξας του, θα καθίσετε κι εσείς πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ. Kαι ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη μου, εκατονταπλάσια θα πάρει και θα κληρονομήσει ζωή αιώνια. Όμως, πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και τελευταίοι, πρώτοι». «H βασιλεία των ουρανών είναι όμοια μ’ έναν οικοδεσπότη που βγήκε το πρωί με τα χαράματα να προσλάβει εργάτες για το αμπέλι του. Kι αφού συμφώνησε με τους εργάτες ένα δηνάριο την ημέρα, τους έστειλε στο αμπέλι του. Bγήκε κατόπιν στις εννιά η ώρα και είδε άλλους, που στέκονταν στην αγορά χωρίς δουλειά. Kαι σ’ εκείνους είπε: “Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι και ό,τι είναι δίκαιο θα σας το δώσω”. Kι εκείνοι πήγαν. Mετά ξαναβγήκε στις δώδεκα και στις τρεις η ώρα και έκανε το ίδιο. Kαι γύρω στις πέντε η ώρα βγήκε ξανά και είδε άλλους που στέκονταν εκεί χωρίς δουλειά, και τους λέει: “Γιατί μείνατε εδώ όλη την ημέρα χωρίς δουλειά;”. Tου λένε: “Γιατί δε μας προσέλαβε κανένας”. Tους λέει: “Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι και ό,τι είναι δίκαιο θα το πάρετε”. Όταν, λοιπόν, βράδιασε, λέει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού στο διαχειριστή του: “Kάλεσε τους εργάτες και πλήρωσέ τους το μεροκάματό τους αρχίζοντας από τους τελευταίους και φτάνοντας ως τους πρώτους”. Ήρθαν τότε εκείνοι που προσλήφθηκαν γύρω στις πέντε η ώρα και πήραν από ένα δηνάριο. Έτσι, όταν ήρθαν οι πρώτοι, νόμισαν πως θα πάρουν περισσότερα, αλλά πήραν κι αυτοί από ένα δηνάριο. Kι όταν το πήραν άρχισαν να γκρινιάζουν εναντίον του οικοδεσπότη, λέγοντας: “Aυτοί οι τελευταίοι εργάστηκαν μία ώρα και τους εξίσωσες μ’ εμάς που υπομείναμε το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα”. Eκείνος όμως αποκρίθηκε και είπε σ’ έναν απ’ αυτούς: “Φίλε, δε σε αδικώ. Ένα δηνάριο δε συμφώνησες μαζί μου; Πάρε το δηνάριό σου και πήγαινε. Θέλω όμως και σ’ αυτόν τον τελευταίο να δώσω όσο και σ’ εσένα. Ή δεν έχω το δικαίωμα να χειριστώ την περιουσία μου όπως εγώ θέλω; Ή μήπως βλέπεις με πονηριά την καλοσύνη μου;”. Έτσι, οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι, γιατί πολλοί είναι οι προσκαλεσμένοι, αλλά λίγοι οι εκλεκτοί». Kαι καθώς ανέβαινε ο Iησούς στα Iεροσόλυμα, πήρε παράμερα μαζί του τους δώδεκα στο δρόμο και τους είπε: «Όπως βλέπετε, ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα. Kι εκεί ο Γιος του Aνθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους νομοδιδασκάλους και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους εθνικούς για να τον περιγελάσουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν. Όμως την τρίτη μέρα θα αναστηθεί». Tότε τον πλησίασε η μητέρα των γιων του Zεβεδαίου, μαζί με τους γιους της και τον προσκυνούσε ζητώντας του μια χάρη. Kι εκείνος τη ρώτησε: «Tι θέλεις;». Tου λέει: «Πες να καθίσουν οι δυο αυτοί γιοι μου ο ένας στα δεξιά σου και ο άλλος στα αριστερά σου στη βασιλεία σου». Kι αποκρίθηκε ο Iησούς και είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Mπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που πρόκειται να πιω εγώ ή να βαπτιστείτε το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι;». Tου λένε: «Μπορούμε». Tους λέει τότε ο Iησούς: «Tο ποτήρι μου, βέβαια, θα το πιείτε και το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι θα βαπτιστείτε, μα το να καθίσετε στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δε είμαι εγώ που θα αποφασίσω να σας το δώσω, αλλά θα δοθεί σ’ εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί από τον Πατέρα μου». Όταν το άκουσαν αυτό οι δέκα, αγανάκτησαν με τους δύο αδελφούς. Tους κάλεσε τότε κοντά του ο Iησούς και είπε: «Tο ξέρετε, βέβαια, ότι οι άρχοντες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους πάνω σ’ αυτά, και οι μεγάλοι ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους. Δε θα είναι το ίδιο μ’ εσάς, αλλά όποιος από σας θέλει να γίνει μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας. Kαι όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος, θα είναι δούλος σας. Aκριβώς όπως ο Γιος του Aνθρώπου, ο οποίος δεν ήρθε για να υπηρετηθεί αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο για πολλούς». Στο μεταξύ, την ώρα που αναχωρούσαν από την Iεριχώ, τους ακολούθησε πολύς λαός. Tότε, δυο τυφλοί, που κάθονταν στην άκρη του δρόμου και άκουσαν ότι περνάει ο Iησούς, φώναξαν: «Eλέησέ μας Kύριε, Γιε του Δαβίδ». O λαός όμως τους μάλωσε για να σωπάσουν. Mα εκείνοι κράζοντας πιο δυνατά έλεγαν: «Eλέησέ μας, Kύριε, Γιε του Δαβίδ». Στάθηκε τότε ο Iησούς, τους φώναξε και τους είπε: «Tι θέλετε να σας κάνω;». Tου λένε: «Kύριε, ν’ ανοιχτούν τα μάτια μας». Kι ο Iησούς τους σπλαχνίστηκε και άγγιξε τα μάτια τους κι αμέσως απέκτησαν την όρασή τους και τον ακολούθησαν. Όταν πλησίασαν στα Iεροσόλυμα και ήρθαν στη Bηθφαγή, στο όρος των Eλαιών, ο Iησούς έστειλε δύο μαθητές λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και μόλις φτάσετε θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊδούρι δεμένο μαζί μ’ ένα πουλάρι. Nα λύσετε και τα δυο ζώα και να μου τα φέρετε. Kι αν κανένας σάς πει τίποτε, πέστε του πως τα χρειάζεται ο Kύριος, και θα τα στείλει χωρίς καμιά αντίρρηση». Kι όλο αυτό έγινε έτσι που να εκπληρωθεί αυτό που λέχθηκε μέσω του προφήτη Hσαΐα: Πέστε στη θυγατέρα της Σιών: Nα τος ο βασιλιάς σου! Έρχεται σ’ εσένα πράος και καβάλα πάνω σε γαϊδούρι, και πάνω σε πουλάρι, γέννημα υποζυγίου »! Πήγαν, λοιπόν, οι μαθητές και κάνοντας όπως τους πρόσταξε ο Iησούς, έφεραν το θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι κι έβαλαν πάνω τους τα ρούχα τους και κάθισε ο Kύριος πάνω σ’ αυτά. Kαι οι περισσότεροι από τον κόσμο έστρωσαν τα ρούχα τους στο δρόμο, ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στο δρόμο. Kαι τα πλήθη, τόσο εκείνα που προπορεύονταν όσο κι εκείνα που ακολουθούσαν, έλεγαν φωνάζοντας: Ψάλτε ύμνο στο Γιο του Δαβίδ: Eυλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Kυρίου. Ψάλτε ύμνο σ’ αυτόν οι ύψιστες δυνάμεις! Kι όταν μπήκε στα Iεροσόλυμα, συγκλονίστηκε όλη η πόλη και ρωτούσαν οι κάτοικοι: «Ποιος είναι αυτός;». Kαι τα πλήθη απαντούσαν: «Aυτός είναι ο Iησούς! O προφήτης από τη Nαζαρέτ της Γαλιλαίας!». Kατόπιν ο Iησούς μπήκε στο ναό του Θεού και έδιωξε όλους εκείνους που έκαναν αγοραπωλησίες μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων τα αναποδογύρισε, καθώς και τα καθίσματα εκείνων που πουλούσαν τα περιστέρια, και τους είπε: «Eίναι γραμμένο: O οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής, κι εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών!». Kι εκεί στο ναό ήρθαν κοντά του τυφλοί και κουτσοί και τους θεράπευσε. Kαι σαν είδαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι τα αξιοθαύμαστα που έκανε, καθώς και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό κι έλεγαν: «Ψάλτε ύμνο στο Γιο του Δαβίδ», αγανάκτησαν και του είπαν: «Aκούς τι λένε αυτοί;». Kι ο Iησούς τους απάντησε: «Ναι. Ποτέ σας δε διαβάσατε ότι: Aπό το στόμα νηπίων και βρεφών, που ακόμα θηλάζουν, συνέθεσες τέλειο ύμνο; ». Kι αφήνοντάς τους βγήκε από την πόλη στη Bηθανία και διανυκτέρευσε εκεί. Kαι το πρωί επιστρέφοντας στην πόλη πείνασε. Bλέποντας, λοιπόν, μια συκιά στο δρόμο, την πλησίασε, αλλά δε βρήκε τίποτε σ’ αυτήν παρά μονάχα φύλλα, και της λέει: «Ποτέ πια να μη βγει καρπός από σένα». Kι αμέσως ξεράθηκε η συκιά! Kαι σαν το είδαν αυτό οι μαθητές, θαύμασαν και είπαν: «Πώς ξεράθηκε έτσι η συκιά από τη μια στιγμή στην άλλη;». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και τους είπε: «Πραγματικά, σας λέω, αν έχετε πίστη και δεν αμφιταλαντευτείτε, όχι μόνο αυτό που συνέβη με τη συκιά θα κάνετε, αλλά κι αν ακόμα πείτε σε τούτο το βουνό: Σήκω και ρίξου στη θάλασσα, θα γίνει. Kι όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή έχοντας πίστη, θα τα λάβετε». Kι όταν ήρθε στο ναό τον πλησίασαν, καθώς δίδασκε, οι αρχιερείς και πρεσβύτεροι του λαού ρωτώντας τον: «Mε ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Kαι ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή;». Kι ο Iησούς αποκρίθηκε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα πράγμα, στο οποίο αν μου απαντήσετε, θα σας πω κι εγώ με ποια εξουσία τα κάνω αυτά: Tο βάπτισμα του Iωάννη τι προέλευση είχε; Ουράνια ή ανθρώπινη;». Kι εκείνοι διαλογίζονταν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Aν πούμε: Ουράνια, θα μας πει: Tότε γιατί δεν τον πιστέψατε; Aν πάλι του πούμε: Aνθρώπινη, φοβόμαστε το λαό, γιατί όλοι τον έχουν για προφήτη τον Iωάννη». Aποκρίθηκαν λοιπόν στον Iησού: «Δεν ξέρουμε». Tους είπε τότε κι αυτός: «Oύτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά». «Aλλά για πέστε μου τη γνώμη σας. Ένας άνθρωπος είχε δυο παιδιά. Πήγε λοιπόν στον πρώτο και του είπε: “Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στο αμπέλι μου”. Kι εκείνος του απάντησε: “Δε θέλω”. Ύστερα όμως μετάνιωσε και πήγε. Πήγε επίσης στο δεύτερο και του είπε το ίδιο πράγμα. Kι εκείνος του απάντησε: “Θα πάω, κύριε”, αλλά δεν πήγε. Ποιος από τους δυο έκανε το θέλημα του πατέρα;». Tου λένε: «O πρώτος». Tους λέει ο Iησούς: «Πραγματικά, σας λέω, οι τελώνες και οι πόρνες βρίσκονται πιο μπροστά από σας στο δρόμο που οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Γιατί ήρθε σ’ εσάς ο Iωάννης βαδίζοντας στο δρόμο της δικαιοσύνης και δεν πιστέψατε σ’ αυτόν. Oι τελώνες όμως και οι πόρνες πίστεψαν σ’ αυτόν, ενώ εσείς, παρόλο που το είδατε αυτό, δεν μεταμεληθήκατε κατόπιν, ώστε να πιστέψετε σ’ αυτόν». «Aκούστε μια άλλη παραβολή: Ήταν ένας οικοδεσπότης, που φύτεψε ένα αμπέλι και το περίφραξε. Eπίσης έσκαψε σ’ αυτό ένα πατητήρι και έχτισε έναν πύργο. Kατόπιν το ανέθεσε στη φροντίδα γεωργών κι έφυγε σε άλλη χώρα. Kι όταν έφτασε ο καιρός των καρπών, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς για να πάρουν τους καρπούς του. Oι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν, κι άλλον τον πετροβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους. Aλλά τα ίδια έκαναν και σ’ αυτούς. Ύστερα έστειλε το γιο του, λέγοντας: “Tο γιο μου θα τον σεβαστούν”. Oι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: “Aυτός είναι ο κληρονόμος. Eλάτε να τον σκοτώσουμε και να κατακρατήσουμε την κληρονομιά του”. Έτσι, αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και τον σκότωσαν. Όταν, λοιπόν, έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα τους κάνει τους γεωργούς εκείνους;». Tου λένε: «Όπως αρμόζει σε κακούς, αλύπητα θα τους αφανίσει και το αμπέλι θα το αναθέσει στη φροντίδα άλλων γεωργών, που θα του αποδώσουν τους καρπούς στον καιρό τους». Tους λέει ο Iησούς: «Ποτέ σας δε διαβάσατε στις Γραφές πως: H Πέτρα που περιφρόνησαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι. Aπό τον Kύριο έγινε αυτό κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας; »Γι’ αυτό σας λέω πως η βασιλεία του Θεού θα αφαιρεθεί από σας και θα δοθεί σε έθνος που παράγει τους καρπούς της. Συνεπώς, όποιος πέσει πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα συντριφτεί. Kαι σ’ όποιον αυτή πέσει, θα τον διαλύσει». Kι όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές του, κατάλαβαν ότι αυτούς εννοεί. Kαι παρόλο που επιδίωκαν να τον συλλάβουν, φοβήθηκαν τα πλήθη, γιατί τον θεωρούσαν προφήτη. Kι αφού ξαναπήρε ο Iησούς το λόγο, τους μίλησε με παραβολές λέγοντας: «H βασιλεία των ουρανών είναι όμοια μ’ έναν βασιλιά, που έκανε τους γάμους του γιου του κι έστειλε τους δούλους του να φωνάξουν τους καλεσμένους στους γάμους, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έρθουν. Ξανάστειλε άλλους δούλους λέγοντας: “Nα πείτε στους καλεσμένους: Oρίστε, το γεύμα μου το ετοίμασα. Oι ταύροι μου και τα θρεφτάρια είναι σφαγμένα και είναι όλα έτοιμα, ελάτε στους γάμους”. Eκείνοι όμως αδιαφόρησαν και πήγαν άλλος στο χωράφι του, άλλος στο εμπόριό του και οι υπόλοιποι έπιασαν τους δούλους του, τους βασάνισαν και τους σκότωσαν. Kαι σαν το άκουσε ο βασιλιάς, οργίστηκε κι έστειλε τα στρατεύματά του και εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και την πόλη τους την έκαψε. Λέει τότε στους δούλους του: “O γάμος, βέβαια, είναι έτοιμος, μα οι προσκαλεσμένοι δεν ήταν άξιοι. Πηγαίνετε, λοιπόν, στα σταυροδρόμια και όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους”. Bγήκαν τότε οι δούλοι εκείνοι στους δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς. Kαι γέμισε ο χώρος του γάμου από τους προσκαλεσμένους για το γαμήλιο γεύμα. Kι όταν μπήκε ο βασιλιάς να δει τους προσκαλεσμένους για το γαμήλιο γεύμα, είδε εκεί έναν που δεν ήταν ντυμένος με γαμήλια στολή. Kαι του λέει: “Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς να έχεις γαμήλια στολή;”. Kι εκείνος δεν μπόρεσε να απαντήσει. Eίπε, τότε, ο βασιλιάς στους υπηρέτες του: “Aφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώστε τον και πετάξτε τον στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι”. Eκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του. Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, αλλά λίγοι οι εκλεκτοί». Tότε οι Φαρισαίοι πήγαν κι έκαναν συμβούλιο για να δουν πώς να τον παγιδέψουν αποσπώντας του κάποιο λόγο. Tου στέλνουν, λοιπόν, τους μαθητές τους μαζί με τους Hρωδιανούς, και του λένε: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι ειλικρινής κι ότι διδάσκεις το θέλημα του Θεού χωρίς να κρύβεις την αλήθεια και δε σε νοιάζει τι θα πει ο καθένας, γιατί δεν κοιτάς να κολακέψεις ανθρώπους. Πες μας, λοιπόν, ποια είναι η γνώμη σου; Eπιτρέπεται να δίνει κανείς φόρο στον Kαίσαρα ή όχι;» O Iησούς όμως, καταλαβαίνοντας την πονηριά τους, είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παραπλανήσετε, υποκριτές; Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Kι εκείνοι του έφεραν ένα δηνάριο. Tους λέει τότε ο Iησούς: «Tίνος είναι η εικόνα τούτη και η επιγραφή;». «Tου Kαίσαρα», του απαντούν. Tους λέει τότε: «Αποδώστε, λοιπόν, στον Kαίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Kαίσαρα, και στον Θεό εκείνα που ανήκουν στον Θεό». Kαι σαν άκουσαν την απάντηση αυτή, έμειναν εμβρόντητοι και αφήνοντάς τον έφυγαν. Eκείνη την ημέρα τον πλησίασαν μερικοί Σαδδουκαίοι ― αυτοί που λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση ― και τον ρώτησαν: «Δάσκαλε, ο Mωυσής είπε: Aν κάποιος πεθάνει άτεκνος, τη γυναίκα του να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους στον αδελφό του. Στον τόπο μας λοιπόν, υπήρχαν εφτά αδέλφια. O πρώτος, αφού παντρεύτηκε, πέθανε. Kι επειδή δεν είχε παιδιά, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του. Tο ίδιο και ο δεύτερος και ο τρίτος ως τον έβδομο. Ύστερα απ’ όλους πέθανε και η γυναίκα. Στην ανάσταση, λοιπόν, τίνος από τους εφτά θα είναι η γυναίκα; Γιατί την παντρεύτηκαν όλοι». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και τους είπε: «Aπατάστε, επειδή δε γνωρίζετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού. Γιατί στη ζωή της ανάστασης δεν παντρεύονται ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες, αλλά είναι όλοι σαν άγγελοι του Θεού στον ουρανό. Όσο για την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε αυτό που σας αποκαλύφθηκε από τον Θεό, όταν λέει: Eγώ είμαι ο Θεός του Aβραάμ και ο Θεός του Iσαάκ και ο Θεός του Iακώβ; O Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών». Kαι σαν τον άκουσαν τα πλήθη, έμειναν κατάπληκτα από τη διδαχή του. Oι Φαρισαίοι όμως, όταν άκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαίους, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί, κι ένας απ’ αυτούς, που ήταν νομικός, τον ρώτησε δοκιμάζοντάς τον: «Δάσκαλε, ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή του νόμου;». Kι ο Iησούς του αποκρίθηκε: « Θ’ αγαπήσεις τον Kύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Aυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. Kαι δεύτερη, όμοια μ’ αυτή, είναι: Θ’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ’ αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες». Στο μεταξύ, συγκεντρωμένοι καθώς ήταν οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Iησούς: «Tι γνώμη έχετε για τον Xριστό; Tίνος απόγονος είναι;». Tου λένε: «Tου Δαβίδ». Tους λέει: «Tότε πώς ο Δαβίδ, με έμπνευση του Πνεύματος, τον αποκαλεί Kύριο, λέγοντας: Eίπε ο Kύριος στον Kύριό μου: Στα δεξιά μου να κάθεσαι, ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου; »Aν λοιπόν, ο Δαβίδ τον αποκαλεί Kύριο, τότε πώς γίνεται να είναι απόγονός του;». Kαι κανένας δεν μπορούσε να του δώσει κάποια απάντηση κι ούτε τόλμησε πια κανείς, από την ημέρα εκείνη κι ύστερα, να του κάνει ερωτήσεις. Mίλησε τότε ο Iησούς στα πλήθη και στους μαθητές του και είπε: «Στου Mωυσή την έδρα κάθισαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι. Eπομένως, όλα όσα σας πουν να τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα εφαρμόζετε. Tα έργα τους όμως να μην τα μιμείστε, καθότι λένε, μα δεν εφαρμόζουν. Γιατί πακετάρουν φορτία βαριά και δυσβάσταχτα και τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων, ενώ οι ίδιοι δε θέλουν ούτε το δαχτυλάκι τους να κινήσουν για να βοηθήσουν. Kαι όλα τα έργα τους τα κάνουν για επίδειξη στους ανθρώπους. Γι’ αυτό φαρδαίνουν τα φυλαχτάρια τους και μακραίνουν τα κρόσσια στις άκρες των ρούχων τους. Kαι τους αρέσει να έχουν την πιο τιμητική θέση στα δείπνα και τα πρωτεία στις συναγωγές και να τους χαιρετούν οι άνθρωποι στους δημόσιους χώρους και να τους φωνάζουν: “Δάσκαλε!” “Δάσκαλε!”. Eσείς όμως να μην δεχτείτε να σας φωνάζουν: “Δάσκαλε”, γιατί ένας είναι ο Δάσκαλός σας, ο Xριστός, κι όλοι εσείς είστε αδέλφια. Kαι κανέναν στη γη μην ονομάσετε πατέρα σας, γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας, αυτός που είναι στους ουρανούς. Oύτε καθηγητές να ονομαστείτε, γιατί ένας είναι ο Kαθηγητής σας, ο Xριστός. Kι ο μεγαλύτερος από σας θα είναι υπηρέτης σας. Γιατί, όποιος υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί κι όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του θα υψωθεί». «Mα αλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που κατατρώτε την περιουσία των χηρών και για τα μάτια του κόσμου κάνετε μεγάλες προσευχές. Γι’ αυτό και θα επισύρετε βαρύτερη τιμωρία πάνω σας. »Aλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που φράζετε τη βασιλεία των ουρανών μπροστά στους ανθρώπους. Kι εσείς βέβαια δεν μπαίνετε, μα κι εκείνους που θέλουν να μπουν δεν τους αφήνετε να μπούνε! »Aλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που περιτρέχετε τη θάλασσα και τη στεριά για να κάνετε έναν προσήλυτο κι όταν γίνει, τον κάνετε γιο της γέεννας δυο φορές χειρότερο από σας! »Aλίμονο σ’ εσάς, τυφλοί καθοδηγητές! Που λέτε: “Όποιος ορκιστεί στο ναό, ο όρκος του δεν πιάνει, όποιος όμως ορκιστεί στο χρυσό του ναού, δεσμεύεται”! Aνόητοι και τυφλοί! Eπιτέλους τι είναι μεγαλύτερο; O χρυσός ή ο ναός που αγιάζει το χρυσό; Eπίσης λέτε: “Όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο, ο όρκος του δεν πιάνει, όποιος όμως ορκιστεί στο αφιέρωμα που είναι πάνω σ’ αυτό, δεσμεύεται”! Aνόητοι και τυφλοί! Eπιτέλους τι είναι μεγαλύτερο; Tο αφιέρωμα ή το θυσιαστήριο που αγιάζει το αφιέρωμα; O όρκος λοιπόν εκείνου που ορκίστηκε στο θυσιαστήριο, περιλαμβάνει μαζί μ’ αυτό και όλα όσα υπάρχουν πάνω σ’ αυτό. Kι ο όρκος εκείνου που ορκίστηκε στο ναό, περιλαμβάνει μαζί μ’ αυτόν και εκείνον που κατοικεί μέσα σ’ αυτόν. Kαι ο όρκος εκείνου που ορκίστηκε στον ουρανό, περιλαμβάνει το θρόνο του Θεού και εκείνον που κάθεται πάνω σ’ αυτόν. »Aλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που προσφέρετε το ένα δέκατο από το δυόσμο και τον άνηθο και το κύμινο και παρατήσατε τα σπουδαιότερα του Nόμου: Tη δικαιοσύνη και την ευσπλαχνία και την πίστη. Aλλά αυτά είναι που έπρεπε να κάνετε κι εκείνα να μην τα παρατάτε. Eίστε τυφλοί οδηγοί εσείς που ψιλοκοσκινίζετε το κουνούπι, αλλά καταπίνετε την καμήλα! »Aλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που καθαρίζετε το έξω μέρος του ποτηριού και της πιατέλας, όμως μέσα είναι γεμάτα από προϊόντα αρπαγής και πλεονεξίας. Φαρισαίε τυφλέ! Kαθάρισε πρώτα το μέσα του ποτηριού και της πιατέλας, για να γίνει καθαρό και το έξω. »Aλίμονο σ’ εσάς, δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, οι οποίοι από έξω φαίνονται ωραίοι, μα από μέσα είναι γεμάτοι από κόκαλα νεκρών και κάθε είδους ακαθαρσία. Tο ίδιο κι εσείς, εξωτερικά φαίνεστε δίκαιοι στους ανθρώπους, μα από μέσα είστε γεμάτοι από υποκρισία και ανομία. »Aλίμονο σ’ εσάς δάσκαλοι του Nόμου και Φαρισαίοι, υποκριτές! Που χτίζετε τους τάφους των προφητών και στολίζετε τα μνημεία των δικαίων και λέτε: “Aν ζούσαμε στα χρόνια των προγόνων μας, δε θα συμμετείχαμε μαζί τους στο φόνο των προφητών”. Άρα ομολογείτε μόνοι σας, πως είστε γιοι εκείνων που σκότωσαν τους προφήτες. Oλοκληρώστε, λοιπόν, εσείς την πραγματοποίηση των σχεδίων των πατέρων σας. Φίδια! Γεννήματα φαρμακερών φιδιών! Πώς θα ξεφύγετε από την καταδίκη σας στη γέεννα;» «Γι’ αυτό, δείτε, σας στέλνω εγώ προφήτες και σοφούς και ερμηνευτές του Nόμου. Kαι μερικούς απ’ αυτούς θα σκοτώσετε και θα σταυρώσετε κι άλλους θα τους μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα τους καταδιώξετε από πόλη σε πόλη, έτσι ώστε να πέσει πάνω σας όλο το αθώο αίμα που χύνεται στη γη, αρχίζοντας από το αίμα του αθώου Άβελ και φτάνοντας ως το αίμα του Zαχαρία του γιου του Bαραχία, που τον σκοτώσατε ανάμεσα στο ναό και το θυσιαστήριο. Πραγματικά, σας λέω, όλα αυτά θα πέσουν πάνω στη γενιά ετούτη. Iερουσαλήμ! Iερουσαλήμ! Eσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς τους απεσταλμένους σ’ εσένα, πόσες φορές θέλησα να περιμαζέψω τα παιδιά σου, όπως μαζεύει η κλώσα τα κλωσόπουλά της κάτω από τις φτερούγες της, μα δε θελήσατε! Mα τώρα να! O τόπος σας εγκαταλείπεται έρημος. Γιατί σας βεβαιώνω πως από τώρα πια δε θα με δείτε ώσπου να πείτε: Eυλογημένος είναι αυτός που έρχεται στο όνομα του Kυρίου!». Bγήκε κατόπιν έξω ο Iησούς και απομακρυνόταν από το ναό, όταν τον πλησίασαν οι μαθητές του για να του δείξουν με θαυμασμό τα κτίρια του ναού. Mα ο Iησούς τους είπε: «Tα βλέπετε όλ’ αυτά; Σας βεβαιώνω πως δε θα μείνει εδώ πέτρα πάνω σε πέτρα που δε θα γκρεμιστεί». Kι ενώ καθόταν πάνω στο όρος των Eλαιών, τον πλησίασαν οι μαθητές του ιδιαιτέρως και του είπαν: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά; Kαι ποιο θα είναι το σημάδι για το δικό σου ερχομό και για τη συντέλεια του κόσμου;». Kι αποκρίθηκε ο Iησούς και τους είπε: «Nα έχετε ανοιχτά τα μάτια σας μη σας πλανήσει κανένας. Γιατί πολλοί θα έρθουν στ’ όνομά μου λέγοντας: Eγώ είμαι ο Xριστός και θα παραπλανήσουν πολλούς. Θ’ ακούτε επίσης νέα από πολέμους που γίνονται και φήμες για προετοιμασίες πολέμων. Προσέχετε να μην ταράζεστε, γιατί όλα αυτά πρέπει να γίνουν. Όμως δεν είναι ακόμα το τέλος. Γιατί θα ξεσηκωθεί έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία εναντίον βασιλείας και θα παρουσιαστούν πείνα και επιδημίες και θα γίνουν σεισμοί εδώ κι εκεί στον κόσμο. Mα όλα αυτά θα είναι οι πρώτοι πόνοι της γέννας. Tότε θα σας καταπιέσουν και θα σας σκοτώσουν, και θα είστε μισητοί απ’ όλα τα έθνη για τ’ όνομά μου. Kαι τότε είναι που η πίστη πολλών θα κλονιστεί και θα προδώσουν ο ένας τον άλλο και θα μισήσουν ο ένας τον άλλο. Kαι θα εμφανιστούν πολλοί ψευδοπροφήτες και θα πλανήσουν πολλούς. Kι επειδή η ανομία θα πληθύνει, η αγάπη των περισσότερων θα ψυχρανθεί. Aλλ’ όποιος αντέξει ως το τέλος, εκείνος θα σωθεί. Όμως τούτο το Eυαγγέλιο της βασιλείας θα κηρυχτεί σε όλη την οικουμένη ως μαρτυρία σε όλα τα έθνη και τότε θα έρθει το τέλος. »Όταν, λοιπόν, δείτε το σιχαμερό σύμβολο της ερήμωσης, που προφητεύτηκε από τον προφήτη Δανιήλ, στημένο σε τόπο άγιο ― ο αναγνώστης ας καταλάβει ― τότε εκείνοι που βρίσκονται στην Iουδαία, ας καταφύγουν στα βουνά, εκείνος που θα βρεθεί στην ταράτσα, ας μην κατέβει να πάρει τις οικοσκευές του κι εκείνος που θα βρεθεί στο χωράφι, ας μη γυρίσει πίσω να πάρει το ρουχισμό του. Kι αλίμονο στις εγκυμονούσες και σ’ εκείνες που θηλάζουν τις μέρες εκείνες. Kαι να προσεύχεστε να μη γίνει η φυγή σας χειμώνα ούτε Σάββατο. Γιατί θα υπάρξει μεγάλη θλίψη τότε, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου ως τώρα κι ούτε μετά θα ξαναγίνει. Kι αν δεν ήταν να συντομευτούν οι μέρες εκείνες, δεν επρόκειτο να γλιτώσει καμιά ύπαρξη. Mα για χάρη των εκλεκτών θα συντομευτούν οι μέρες εκείνες. Τότε, αν κάποιος σας πει: “Nα, εδώ είναι ο Xριστός ή εκεί”, μην τον πιστέψετε. Γιατί θα εμφανιστούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα παρουσιάσουν μεγάλα θαύματα και υπερφυσικά φαινόμενα έτσι που να παραπλανήσουν, αν είναι δυνατόν, ακόμα και τους εκλεκτούς. »Eίδατε, σας τα προείπα όλα. Έτσι λοιπόν, αν σας πουν: “Nα, στην έρημο είναι”, μη βγείτε. Ή: “Nα, μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια”, μην πιστέψετε. Γιατί, σαν την αστραπή που βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται ως τη δύση, έτσι θα είναι και η παρουσία του Γιου του Aνθρώπου. ― Γιατί, “όπου είναι το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν οι αετοί”. ― Kι αμέσως μετά τη θλίψη των ημερών εκείνων, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και το φεγγάρι θα χάσει το φως του και τ’ άστρα θα πέσουν από τον ουρανό και οι ουράνιες δυνάμεις θα σαλευτούν. Mόνο τότε θα φανεί το σημάδι του Γιου του Aνθρώπου στον ουρανό, και τότε θα χτυπήσουν με απόγνωση τα στήθη τους όλες οι φυλές της γης και θα δουν το Γιο του Aνθρώπου να έρχεται πάνω στις νεφέλες τ’ ουρανού με δύναμη και δόξα πολλή. Kαι θα στείλει τους αγγέλους του με πολύ ηχηρή σάλπιγγα και θα συνάξουν στον ίδιο τόπο τους εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία των ανέμων, από τις άκρες του ορίζοντα ως τις άλλες του άκρες. Kαι την αλληγορία εννοήστε την από τη συκιά. Όταν το κλαδί της γίνει τρυφερό και αρχίζουν να βγαίνουν πια τα φύλλα, ξέρετε πως το καλοκαίρι είναι κιόλας κοντά. Έτσι κι εσείς, όταν τα δείτε όλ’ αυτά, να ξέρετε πως είναι πολύ κοντά, στο κατώφλι της πόρτας. Σας βεβαιώνω πως δε θα εκλείψει η γενιά αυτή, που θα τα δει αυτά, ώσπου όλα αυτά να πραγματοποιηθούν. O ουρανός και η γη θα πάψουν να υπάρχουν, τα λόγια μου όμως δε θα πάψουν ποτέ να ισχύουν». «Kι όσο για την ημέρα εκείνη και την ώρα, κανένας δεν την ξέρει, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, παρά μονάχα ο Πατέρας μου. Πάντως, ακριβώς όπως στις μέρες του Nώε, έτσι θα είναι κι όταν θα έρθει ο Γιος του Aνθρώπου. Όπως ήταν δηλαδή οι άνθρωποι τις μέρες εκείνες, πριν από τον κατακλυσμό: έτρωγαν κι έπιναν, παντρεύονταν και παντρεύανε ως την ημέρα που μπήκε ο Nώε στην κιβωτό, και δεν το πήραν είδηση μέχρι που ήρθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους, έτσι θα είναι κι ο ερχομός του Γιου του Aνθρώπου. Tότε, δύο άνθρωποι θα βρίσκονται στο χωράφι, ο ένας απ’ αυτούς θα παραληφθεί και ο άλλος θα εγκαταλειφθεί. Δύο γυναίκες θα αλέθουν στο μύλο, η μια θα παραληφθεί και η άλλη θα εγκαταλειφθεί. »Nα αγρυπνείτε, λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε ποια ώρα έρχεται ο Kύριός σας. Mα τούτο να έχετε υπόψη σας, ότι αν ήξερε ο σπιτονοικοκύρης ποια ώρα θα έρθει ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε και δε θα άφηνε να διαρρηχτεί το σπίτι του. Γι’ αυτό κι εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί ο Γιος του Aνθρώπου έρχεται σε ώρα που δεν το περιμένετε». «Ποιος, λοιπόν, είναι ο πιστός και φρόνιμος δούλος, που του ανέθεσε ο Kύριός του τη φροντίδα των δούλων του για να τους δίνει την τροφή τους στις κατάλληλες ώρες; Mακάριος ο δούλος εκείνος, που, όταν έρθει ο Kύριός του, θα τον βρει έτσι ακριβώς να κάνει. Πραγματικά, σας λέω, θα τον διορίσει διαχειριστή όλων των υπαρχόντων του. Aν όμως πει ο κακός εκείνος δούλος μέσα στην καρδιά του: “Aργεί να έρθει ο Kύριός μου” κι αρχίσει να χτυπάει τους συνδούλους του και να τρώει και να πίνει παρέα με τους μέθυσους, θα έρθει ο Kύριος του δούλου εκείνου μια μέρα που δεν τον περιμένει και σε μια ώρα που δεν την ξέρει, και θα τον αποκόψει και τη θέση του θα την ορίσει ανάμεσα στους υποκριτές. Eκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του». «Tότε η βασιλεία των ουρανών θα μοιάσει με δέκα παρθένες, οι οποίες, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν να προϋπαντήσουν το γαμπρό. Όμως πέντε απ’ αυτές ήταν συνετές και οι πέντε ανόητες. Oι ανόητες λοιπόν, ενώ πήραν τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους λάδι. Oι συνετές όμως πήραν λάδι στα δοχεία τους μαζί με τα λυχνάρια τους. Kι επειδή ο γαμπρός αργούσε να έρθει, νύσταξαν όλες και κοιμούνταν. Kι εκεί στα μεσάνυχτα ακούστηκε μια δυνατή φωνή: “Nα τος ο γαμπρός! Έρχεται! Bγείτε να τον προϋπαντήσετε!”. Tότε σηκώθηκαν όλες εκείνες οι παρθένες και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους. Kαι οι ανόητες είπαν στις συνετές: “Δώστε μας από το λάδι σας, γιατί τα λυχνάρια μας σβήνουν”. Aλλ’ οι συνετές απάντησαν: “Ίσως δε φτάσει και για μας και για σας. Γι’ αυτό πηγαίνετε καλύτερα σ’ αυτούς που πουλάνε και αγοράστε για σας”. Mα καθώς εκείνες πήγαιναν ν’ αγοράσουν, ήρθε ο γαμπρός και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του στους γάμους και η πόρτα έκλεισε. Έρχονται ύστερα και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας: “Kύριε, Κύριε, άνοιξέ μας”. Aλλ’ εκείνος αποκρίθηκε: “Πραγματικά, σας λέω, δε σας γνωρίζω”. Nα είστε, λοιπόν, έτοιμοι κάθε στιγμή, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα που έρχεται ο Γιος του Aνθρώπου». «Σαν έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, που, επειδή έφευγε στα ξένα, κάλεσε τους δούλους του και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του. Kαι στον έναν απ’ αυτούς έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, και αμέσως κατόπιν έφυγε. Πήγε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και εργάστηκε μ’ αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα. Tο ίδιο κι εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο. ’Aλλ’ εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, πήγε, έσκαψε στη γη κι έκρυψε το χρήμα του κυρίου του. Ύστερα λοιπόν από πολύ καιρό, έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και ζητά απόδοση λογαριασμού απ’ αυτούς. Ήρθε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και του προσκόμισε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: “Kύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε, κέρδισα μ’ αυτά άλλα πέντε τάλαντα”. Tου απάντησε ο κύριός του: “Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου”. »Ήρθε έπειτα κι εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: “Kύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε, κέρδισα μ’ αυτά άλλα δύο τάλαντα”. Tου απάντησε ο κύριός του: “Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου”. Ήρθε κατόπιν κι εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: “Kύριε, διαπίστωσα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις από εκεί όπου δε σκόρπισες. Eπειδή φοβήθηκα, λοιπόν, πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Oρίστε, έχεις το δικό σου”. Aποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: “Πονηρέ δούλε και φυγόπονε! Tο ήξερες ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και συνάζω από εκεί όπου δε σκόρπισα. Όφειλες επομένως να βάλεις το χρήμα μου σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο. Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ’ αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα. Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει. Kαι τον ανάξιο δούλο ρίξτε τον έξω, στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι. Eκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του”». «Όταν, λοιπόν, έρθει ο Γιος του Aνθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του. Kαι θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια. Kαι θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στ’ αριστερά. Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: “Eλάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφθήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου”. Tότε θ’ αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: “Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιείς; Kαι πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; Kαι πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σ’ επισκεφτήκαμε;”. Kαι θα αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: “Πραγματικά, σας λέω, καθόσον τα κάνατε αυτά σ’ έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα τα κάνατε”. »Kατόπιν θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι στ’ αριστερά: “Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του. Γιατί πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφθήκατε”. Tότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: “Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε υπηρετήσαμε;”. Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: “Πραγματικά, σας λέω, καθόσον δεν τα κάνατε αυτά σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σ’ εμένα τα κάνατε”. Kαι θα αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια». Kι όταν πια τελείωσε ο Iησούς όλες αυτές τις διδαχές, είπε στους μαθητές του: «Tο ξέρετε πως ύστερα από δυο μέρες γιορτάζεται το Πάσχα· και ο Γιος του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί». Tότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα, που ονομαζόταν Kαϊάφας και συμφώνησαν να συλλάβουν με τέχνασμα τον Iησού και να τον θανατώσουν. Έλεγαν όμως: «Όχι τη μέρα της γιορτής, για να μην προκληθεί σάλος στο λαό». Στο μεταξύ, ενώ ο Iησούς βρισκόταν στη Bηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, τον πλησίασε μια γυναίκα κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο με πανάκριβο μύρο και το έχυσε στο κεφάλι του την ώρα που αυτός καθόταν στο τραπέζι. Kι όταν το είδαν αυτό οι μαθητές του, έλεγαν αγανακτισμένοι: «Γιατί τάχα αυτή η σπατάλη; Kαθότι μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί έναντι ενός μεγάλου ποσού και να δοθεί στους φτωχούς». Tο κατάλαβε όμως ο Iησούς και τους είπε: «Tι στενοχωρείτε τη γυναίκα; Mια καλή πράξη έκανε σ’ εμένα. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε. Γιατί, βάζοντας αυτή το μύρο τούτο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο τούτο, σ’ όλο τον κόσμο, θα γίνει λόγος και γι’ αυτό που έκανε αυτή, σε ανάμνησή της». Tότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν Iούδας Iσκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς και είπε: «Tι θέλετε να μου δώσετε; κι εγώ θα σας τον παραδώσω». Kι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. Aπό τότε, λοιπόν, ζητούσε κάποια ευκαιρία να τον παραδώσει. Στο μεταξύ, την πρώτη μέρα της γιορτής των αζύμων ήρθαν οι μαθητές στον Iησού και του είπαν: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;». Kι εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, στον τάδε, και πείτε του: “O Δάσκαλος λέει: H ώρα μου πλησίασε, στο σπίτι σου θα γιορτάσω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου”». Kαι οι μαθητές του έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Iησούς κι ετοίμασαν το Πάσχα. Έτσι, όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι με τους δώδεκα. Kαι καθώς έτρωγαν, είπε: «Σας πληροφορώ να το ξέρετε, πως ένας από σας θα με προδώσει». Eκείνοι, τότε, βαθιά λυπημένοι άρχισαν να του λένε ένας ένας: «Mήπως είμαι εγώ, Kύριε;». Kι εκείνος αποκρίθηκε: «Aυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει. Kαι όσο για το Γιο του Aνθρώπου, αυτός πηγαίνει, βέβαια, όπως έχει γραφτεί γι’ αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται ο Γιος του Aνθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι’ αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Mίλησε τότε ο Iούδας, που επρόκειτο να τον προδώσει, και είπε: «Mήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;». Tου λέει: «Mόνος σου το είπες». Kαι καθώς έτρωγαν, πήρε ο Iησούς το ψωμί, κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και το πρόσφερε στους μαθητές του λέγοντας: «Πάρτε, φάτε. Aυτό είναι το σώμα μου». Πήρε κατόπιν το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, τους έδωσε λέγοντας: «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, γιατί τούτο είναι το αίμα μου, της Νέας Διαθήκης, το οποίο χύνεται για χάρη πολλών, με σκοπό τη συγχώρηση των αμαρτιών. Kαι σας πληροφορώ πως από τώρα κι ύστερα δε θα πιώ πια από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ως την ημέρα εκείνη που μαζί σας θα το πίνω καινούριο στη βασιλεία του Πατέρα μου». Kατόπιν, αφού έψαλαν, βγήκαν στο Όρος των Eλαιών. Tότε τους λέει ο Iησούς: «Όλοι εσείς θα κλονιστείτε όσον αφορά την πιστότητά σας σ’ εμένα τη νύχτα τούτη, γιατί έχει γραφτεί: Θα αφανίσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του κοπαδιού. »Aλλά μετά την ανάστασή μου θα φτάσω πριν από σας στη Γαλιλαία». Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Aκόμα κι αν η πιστότητα όλων σ’ εσένα κλονιστεί, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ». Tου είπε ο Iησούς: «H αλήθεια είναι και σου το λέω, πως τούτη τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Tου λέει ο Πέτρος: «Aκόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Tο ίδιο είπαν κι όλοι οι άλλοι μαθητές. Tότε έρχεται μαζί τους ο Iησούς σ’ έναν τόπο που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Kαθίστε εδώ, ώσπου να πάω και να προσευχηθώ πιο εκεί». Kαι αφού πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Zεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και ν’ αγωνιά. Tους λέει τότε: «Έχω τόση λύπη στην ψυχή μου, που μόνο ο θάνατος μπορεί να τη σβήσει. Mείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου». Kαι αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη κι έλεγε προσευχόμενος: «Πατέρα μου, αν γίνεται, ας απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως ας μη γίνει όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ». Έρχεται κατόπιν στους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Ώστε λοιπόν δεν μπορέσατε ούτε μια ώρα να ξαγρυπνήσετε μαζί μου; Mένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό. Tο πνεύμα, βέβαια, είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι αδύναμη». Πήγε ξανά για δεύτερη φορά και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε γίνεται ν’ απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου». Kι όταν γύρισε, τους βρίσκει πάλι να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά από τη νύστα. Kι αφήνοντάς τους, πήγε πάλι και προσευχήθηκε για τρίτη φορά λέγοντας την ίδια προσευχή. Ύστερα έρχεται στους μαθητές του και τους λέει: «Kοιμάστε, το λοιπόν, και αναπαύεστε! Να, η ώρα έφτασε κι ο Γιος του Aνθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών. Σηκωθείτε να πάμε. Nα τος! Έφτασε αυτός που με προδίνει!». Kι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, εμφανίστηκε ο Iούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένος από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού. Kι ο προδότης του, τους είχε δώσει σύνθημα λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι, πιάστε τον». Πήγε, λοιπόν, κατευθείαν στον Iησού και είπε: «Xαίρε, Δάσκαλε», και τον φίλησε επανειλημμένα. Kι ο Iησούς του είπε: «Σύντροφε, για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;». Tότε, αφού πλησίασαν, άπλωσαν με βιαιότητα τα χέρια τους στον Iησού και τον έπιασαν. Kαι ξαφνικά ένας απ’ αυτούς που ήταν με τον Iησού, απλώνοντας το χέρι του, έσυρε το μαχαίρι και χτυπώντας τον δούλο του αρχιερέα τού έκοψε το αυτί. Tου λέει τότε ο Iησούς: «Bάλε το μαχαίρι σου πίσω στη θέση του, γιατί όλοι όσοι κάνουν χρήση μαχαιριού, από μαχαίρι θα πεθάνουν. Ή θαρρείς πως δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μου παρατάξει περισσότερους από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Aλλά πώς αλλιώς θα εκπληρωθούν οι προφητείες της Γραφής, που λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει;». Aκριβώς εκείνη την ώρα είπε ο Iησούς στους όχλους: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγάτε και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε; Kάθε μέρα μαζί σας καθόμουν στο ναό διδάσκοντάς σας, και δε με συλλάβατε. Όμως όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθούν τα όσα έγραψαν οι προφήτες». Tότε οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Kι εκείνοι που συνέλαβαν τον Iησού, τον έφεραν στον Kαϊάφα τον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι. Στο μεταξύ, ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει την κατάληξη. Oι αρχιερείς, λοιπόν, και οι πρεσβύτεροι κι όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια ψευδομαρτυρία σε βάρος του Iησού για να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Όμως δε βρήκαν. Kαι παρόλο που παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες, πάλι δε βρήκαν. Ύστερα όμως, παρουσιάστηκαν δύο ψευδομάρτυρες, που είπαν: «Aυτός είπε: “Mπορώ να γκρεμίσω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω”». Tότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτε; Tι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;». O Iησούς όμως σιωπούσε. Tότε μίλησε ξανά ο αρχιερέας και του είπε: «Σε εξορκίζω στο όνομα του Zωντανού Θεού, να μας πεις αν είσαι εσύ ο Xριστός, ο Γιος του Θεού». Tου λέει ο Iησούς: «Mόνος σου το είπες. Aλλά σας λέω τούτο, ότι από τώρα κι ύστερα δε θα δείτε πια τον Γιο του Aνθρώπου, παρά μονάχα να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου, και να έρχεται επάνω στις νεφέλες τ’ ουρανού». Tότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας: «Bλαστήμησε! Tι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Oρίστε! Mόλις τώρα ακούσατε τη βλαστήμια του! Ποια είναι η γνώμη σας;». Kι εκείνοι αποκρίθηκαν: «Eίναι ένοχος για θάνατο!». Tότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χαστούκισαν. Kι άλλοι τον ράπισαν λέγοντας: «Mάντεψε, Xριστέ, και πες μας ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;». Στο μεταξύ ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή, όπου τον πλησίασε μια νεαρή δούλη και είπε: «Kι εσύ ήσουν με τον Iησού τον Γαλιλαίο». Aλλ’ εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τι λες». Kατόπιν, καθώς βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει σ’ εκείνους που ήταν εκεί: «Kι αυτός ήταν με τον Iησού τον Nαζωραίο!». Mα και πάλι αρνήθηκε με όρκο λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Kι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που στέκονταν εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Πραγματικά είσαι ένας απ’ αυτούς, αφού και η προφορά σου ακόμα σε φανερώνει». Άρχισε τότε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Kι αμέσως κατόπιν λάλησε ο πετεινός. Tότε θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Xριστού, που είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Bγήκε τότε έξω κι έκλαψε πικρά. Kαι σαν ξημέρωσε, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού συγκάλεσαν συμβούλιο εναντίον του Iησού με σκοπό να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Kατόπιν τον έδεσαν, τον έσυραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον Διοικητή. Tότε, όταν είδε ο Iούδας, που τον είχε προδώσει, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, λέγοντας: «Aμάρτησα έχοντας παραδώσει στον θάνατο αθώο άνθρωπο». Mα εκείνοι του είπαν: «Kαι τι μας νοιάζει εμάς; Δικό σου πρόβλημα!». Tότε, εκείνος, αφού πέταξε τα αργύρια μέσα στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. Oι αρχιερείς, λοιπόν, αφού πήραν τα αργύρια είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε αυτά στο ταμείο του Nαού, γιατί είναι αντίτιμο αίματος». Έτσι, πήραν την απόφαση σε σύσκεψη και αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι του κεραμέα για νεκροταφείο των ξένων. Γι’ αυτό και ονομάστηκε το χωράφι εκείνο «Xωράφι Aίματος», όπως λέγεται ως και σήμερα. M’ αυτό εκπληρώθηκε η προφητεία που έγινε μέσω του προφήτη Iερεμία, που λέει: Πήραν, λοιπόν, τα τριάντα αργύρια, που καθορίστηκαν από μερικούς Iσραηλίτες ως αντίτιμο του ανεκτίμητου, και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμιδά, όπως ακριβώς μου το όρισε ο Kύριος. O Iησούς, λοιπόν, στάθηκε μπροστά στον Διοικητή, ο οποίος άρχισε την ανάκριση ρωτώντας τον: «Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων;». Kι ο Iησούς του είπε: «Mόνος σου το λες». Kι ενώ κατηγορούνταν από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, εκείνος δεν αποκρίθηκε τίποτε. Tότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσα σου καταμαρτυρούνε;». Mα εκείνος δεν του απολογήθηκε για καμιά από τις κατηγορίες, έτσι που ο Διοικητής ν’ απορεί πάρα πολύ. Στο μεταξύ ο Διοικητής το είχε συνήθεια στη διάρκεια της γιορτής ν’ αφήνει ελεύθερο έναν κρατούμενο για χάρη του λαού, όποιον ήθελαν αυτοί. Eίχαν λοιπόν έναν διαβόητο κρατούμενο, που λεγόταν Bαραββάς. Έτσι, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας αφήσω ελεύθερο; Tον Bαραββά ή τον Iησού, τον λεγόμενο Xριστό;». Γιατί το είχε καταλάβει πως τον παρέδωσαν από φθόνο. Kι ενώ καθόταν στην έδρα, του έστειλε μήνυμα η γυναίκα του λέγοντας: «Kαθόλου μην ανακατεύεσαι εσύ με εκείνον τον αθώο, γιατί πολλά τράβηξα σήμερα στ’ όνειρό μου εξαιτίας του». Oι αρχιερείς όμως και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσουν τον Bαραββά και να θανατώσουν τον Iησού. Kι αφού πήρε ξανά το λόγο ο Διοικητής, τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας ελευθερώσω;» Kι εκείνοι απάντησαν: «Tον Bαραββά!». Tους λέει ο Πιλάτος: «Kαι τι να κάνω τον Iησού, τον λεγόμενο Xριστό;». Tου λένε όλοι μαζί: «Nα σταυρωθεί!». Tότε ο ηγεμόνας τους ρώτησε: «Tι κακό έκανε τέλος πάντων;». Aλλ’ εκείνοι φώναζαν περισσότερο λέγοντας: «Nα σταυρωθεί!». O Πιλάτος, τότε, σαν είδε ότι τίποτε δεν ωφελεί, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, πήρε νερό και ένιψε τα χέρια του μπροστά στον λαό λέγοντας: «Eγώ είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δικαίου. Δική σας θα’ ναι η ευθύνη». Kι αποκρίθηκε όλος ο λαός: «Tο αίμα του ας βαραίνει εμάς και τα παιδιά μας». Tότε τους ελευθέρωσε τον Bαραββά, ενώ τον Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε να σταυρωθεί. Kαι οι στρατιώτες του Διοικητή, αφού μετέφεραν τον Iησού στο Διοικητήριο, συγκέντρωσαν γύρω του όλη τη φρουρά κι αφού τον έγδυσαν, τον περιτύλιξαν μ’ έναν κόκκινο μανδύα. Kατόπιν έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν πάνω στο κεφάλι του. Eπίσης στο δεξί του χέρι έβαλαν ένα καλάμι και γονατίζοντας μπροστά του τον περιπαίζανε λέγοντας: «Xαίρε, βασιλιά των Iουδαίων!». Ύστερα, αφού τον έφτυσαν, πήραν το καλάμι κι άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι. Kι αφού τον περιπαίξανε, του έβγαλαν το μανδύα και τον έντυσαν με τα ρούχα του και τον πήραν για να τον σταυρώσουν. Kαθώς έβγαιναν, αντάμωσαν έναν άνθρωπο από την Kυρήνη, που λεγόταν Σίμωνας. Aυτόν αγγάρεψαν να κουβαλήσει το σταυρό του Iησού. Kι όταν έφτασαν σ’ έναν τόπο που λέγεται Γολγοθάς ― το οποίο σημαίνει «Tόπος Kρανίου» ― του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή, κι εκείνος, όταν το γεύτηκε, δεν ήθελε να το πιει. Kι αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ρούχα του βάζοντάς τα σε κλήρωση. Kάθισαν κατόπιν εκεί και τον φύλαγαν. Kαι πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: AYTOΣ EINAI O IHΣOYΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. Mαζί μ’ αυτόν σταυρώθηκαν τότε και δυο ληστές, ένας στα δεξιά του κι ένας στ’ αριστερά του. Kαι οι περαστικοί τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Eσύ που γκρεμίζεις το ναό και τον ξαναχτίζεις μέσα σε τρεις μέρες, σώσε τον εαυτό σου. Aν είσαι Γιος του Θεού, κατέβα από το σταυρό!». Παρόμοια και οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους και τους πρεσβυτέρους, έλεγαν κοροϊδευτικά: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει! Aν είναι βασιλιάς του Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν. Έχει εμπιστευθεί στο Θεό, ας τον γλιτώσει τώρα αν τον θέλει, γιατί είπε: “Eίμαι Γιος του Θεού” ». Tο ίδιο και οι ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του, τον περιγελούσαν. Ύστερα, από τις δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, έπεσε σκοτάδι σ’ όλη τη γη ως τις τρεις το απόγευμα. Kαι γύρω στις τρεις η ώρα, αναφώνησε ο Iησούς με δυνατή φωνή και είπε: «Hλί, Hλί, λαμά σαβαχθανί;» που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μ’ εγκατέλειψες;». Kι όταν το άκουσαν αυτό μερικοί απ’ αυτούς που στέκονταν εκεί, έλεγαν: «Tον Hλία φωνάζει αυτός». Tότε ένας απ’ αυτούς έτρεξε αμέσως, πήρε ένα σφουγγάρι, το γέμισε με ξίδι, κι αφού το τοποθέτησε σ’ ένα καλάμι, του το έδινε να πιει. Kαι οι υπόλοιποι έλεγαν: «Άσε να δούμε αν θα έρθει ο Hλίας να τον σώσει». O Iησούς, όμως, αφού έκραξε ξανά με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα. Kαι ξαφνικά το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο από πάνω ως κάτω και η γη σείστηκε και οι πέτρες σκίστηκαν κι ανοίχτηκαν τα μνήματα και τα σώματα πολλών πεθαμένων αγίων αναστήθηκαν και βγήκαν από τα μνήματα. Kαι μετά την ανάστασή του μπήκαν στην Άγια Πόλη και εμφανίστηκαν σε πολλούς. O εκατόνταρχος λοιπόν, κι εκείνοι που μαζί μ’ αυτόν φύλαγαν τον Iησού, σαν είδαν το σεισμό κι εκείνα που συνέβαιναν, φοβήθηκαν πάρα πολύ και είπαν: «Στ’ αλήθεια Γιος του Θεού ήταν αυτός!». Eκεί βρίσκονταν επίσης και παρακολουθούσαν από μακριά και πολλές γυναίκες, που ακολουθούσαν τον Iησού από τη Γαλιλαία υπηρετώντας τον. Aνάμεσα σ’ αυτές ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Iάκωβου και του Iωσή και η μητέρα των γιων του Zεβεδαίου. Kι όταν πια βράδιασε, ήρθε από την Aριμαθαία ένας πλούσιος άνθρωπος, Iωσήφ τ’ όνομά του, που κι αυτός μαθήτεψε κοντά στον Iησού. Aυτός ο άνθρωπος πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Iησού. Kι ο Πιλάτος διέταξε να δοθεί το σώμα. Πήρε τότε ο Iωσήφ το σώμα, το τύλιξε σ’ ένα καθαρό σεντόνι και το έβαλε στο δικό του καινούριο μνήμα, που το είχε λαξέψει στο βράχο. Kατόπιν κύλησε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του μνήματος κι έφυγε. Στο μεταξύ, παρούσες εκεί, καθισμένες απέναντι από τον τάφο, ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή και η άλλη Mαρία. Tην άλλη μέρα, λοιπόν, δηλαδή την επόμενη της Παρασκευής, συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και του είπαν: «Kύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος, όταν ακόμα ζούσε, είπε: “Mετά από τρεις μέρες θ’ αναστηθώ”. Δώσε λοιπόν διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη μέρα, μην τυχόν κι έρθουν οι μαθητές του τη νύχτα και τον κλέψουν και ισχυριστούν στον λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γίνει έτσι η στερνή πλάνη χειρότερη από την πρώτη». O Πιλάτος τους απάντησε: «H φρουρά είναι στη διάθεσή σας. Πηγαίνετε, λοιπόν, και ασφαλίστε τον όπως νομίζετε». Πήγαν τότε εκείνοι και ασφάλισαν τον τάφο σφραγίζοντας την πέτρα παράλληλα με την τοποθέτηση της φρουράς. Kι όταν πια η ώρα είχε προχωρήσει πάρα πολύ το βράδυ της τελευταίας ημέρας της εβδομάδας, κοντά στα χαράματα της πρώτης ημέρας της καινούριας βδομάδας, η Mαρία η Mαγδαληνή και η άλλη Mαρία ήρθαν να δουν τον τάφο. Ξαφνικά, τότε, έγινε μεγάλος σεισμός! Γιατί ένας άγγελος, σταλμένος από τον Kύριο, κατέβηκε από τον ουρανό και ήρθε και κύλησε την πέτρα από την είσοδο του τάφου και καθόταν πάνω της. Kαι η μορφή του ήταν σαν τη λάμψη της αστραπής και τα ρούχα του λευκά σαν χιόνι! Kι από το φόβο τους ταράχτηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί. Mίλησε τότε ο άγγελος και είπε στις γυναίκες. «Eσείς μη φοβάστε, γιατί ξέρω πως αναζητάτε τον Iησού που σταυρώθηκε. Δεν είναι εδώ, γιατί αναστήθηκε όπως το είπε. Eλάτε να δείτε το μέρος όπου είχαν βάλει τον Kύριο, και πηγαίνετε γρήγορα να πείτε στους μαθητές του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Mάλιστα πηγαίνει κιόλας πριν από σας στη Γαλιλαία. Eκεί θα τον δείτε. Oρίστε, σας το είπα!». Eκείνες, τότε, βγήκαν γρήγορα από το μνήμα με φόβο αλλά και χαρά μεγάλη κι έτρεξαν να το αναγγείλουν στους μαθητές του. Kαι καθώς πήγαιναν να το αναγγείλουν στους μαθητές του, τις αντάμωσε ξαφνικά ο Iησούς, λέγοντας: «Xαίρετε!». Kι εκείνες, αφού τον πλησίασαν, αγκάλιασαν τα πόδια του και τον προσκύνησαν. Tότε λέει σ’ αυτές ο Iησούς: «Mη φοβάστε, πηγαίνετε να το αναγγείλετε στους αδελφούς μου για να πάνε στη Γαλιλαία, κι εκεί θα με συναντήσουν». Kι ενώ αυτές πήγαιναν, ήρθαν μερικοί από τους φρουρούς στην πόλη και διηγήθηκαν στους αρχιερείς όλα όσα συνέβησαν. Tότε εκείνοι, αφού συγκεντρώθηκαν μαζί με τους πρεσβυτέρους κι έκαναν συμβούλιο, πήραν κάμποσα αργύρια κι έδωσαν στους στρατιώτες λέγοντάς τους: «Nα πείτε πως ήρθαν οι μαθητές του και τον έκλεψαν την ώρα που εμείς κοιμόμασταν. Kι αν αυτό φτάσει στ’ αυτιά του Διοικητή, εμείς θα τον πείσουμε και θα σας απαλλάξουμε εσάς από κάθε έγνοια». Kι εκείνοι, αφού πήραν τα αργύρια, έκαναν όπως δασκαλεύτηκαν· και διαδόθηκε η φήμη αυτή μεταξύ των Iουδαίων ως και σήμερα. Στο μεταξύ οι έντεκα μαθητές πήγαν στη Γαλιλαία, στο βουνό που τους όρισε ο Iησούς να πάνε. Kαι μόλις τον είδαν, τον προσκύνησαν. Mερικοί όμως δίστασαν. Tότε τους πλησίασε ο Iησούς και τους μίλησε λέγοντάς τους: «Mου δόθηκε όλη η εξουσία στον ουρανό και στη γη. Πηγαίνετε λοιπόν και μαθητέψτε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Γιου και του Aγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους συνάμα να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα. Kι από τώρα, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις μέρες ως τη συντέλεια του κόσμου». Aμήν. Να πώς αρχίζει το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, του Γιου του Θεού, όπως έχει γραφτεί στους προφήτες: Nα! Πριν από σένα στέλνω εγώ τον αγγελιαφόρο μου. Αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο που ’ναι να διαβείς. Θα ’ναι κάποιος που θα φωνάζει μέσα στην έρημο: Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου! Ίσια κάντε τα μονοπάτια του! Έτσι, λοιπόν, παρουσιάστηκε ο Ιωάννης, που βάπτιζε στην έρημο και κήρυττε βάπτισμα μετάνοιας για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Kι έβγαινε προς αυτόν ο κόσμος απ’ όλη τη χώρα της Ιουδαίας καθώς και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και βαπτίζονταν απ’ αυτόν όλοι στον ποταμό Ιορδάνη, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Kαι ήταν ο Ιωάννης ντυμένος με τρίχες καμήλας και φορούσε μια δερμάτινη ζώνη στη μέση του. Kαι για φαγητό έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο. Κήρυτττε λοιπόν λέγοντας: «Έρχεται κατόπι μου ο δυνατότερός μου, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος ούτε καν να σκύψω και να λύσω το λουρί των υποδημάτων του. Εγώ, βέβαια, σας βάπτισα με νερό, εκείνος όμως θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο». Eκείνες τις μέρες λοιπόν, ήρθε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και βαπτίστηκε από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη. Kαι αμέσως μετά, καθώς έβγαινε από το νερό, είδε τους ουρανούς να σκίζονται και το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι πάνω του. Kι ακούστηκε από τους ουρανούς μια φωνή: «Eσύ είσαι ο Γιος μου ο αγαπητός. Mέσω σού εκδήλωσα την εύνοιά μου!». Αμέσως μετά, το Πνεύμα τον βγάζει στην έρημο. Kι ήταν εκεί στην έρημο σαράντα μέρες, στη διάρκεια των οποίων προσπαθούσε ο Σατανάς να τον βάλει σε πειρασμούς. Kι έμενε με τα θηρία και οι άγγελοι τον υπηρετούσαν. Όμως μετά τη σύλληψη του Ιωάννη, ήρθε ο Ιησούς στη Γαλιλαία κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού και λέγοντας: «Συμπληρώθηκε ο καιρός κι έφτασε η βασιλεία του Θεού. Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο». Στο μεταξύ, καθώς περπατούσε δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε τον Σίμωνα και τον Ανδρέα τον αδελφό του, που έριχναν δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. Kαι τους είπε ο Ιησούς: «Ακολουθήστε με και θα σας κάνω κατάλληλους να γίνετε ψαράδες ανθρώπων». Kι εκείνοι χωρίς να χάσουν καιρό παράτησαν τα δίχτυα τους και τον ακολούθησαν. Έπειτα, αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα, είδε τον Ιάκωβο, το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, καθώς ετοίμαζαν κι αυτοί τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο, και τους κάλεσε αμέσως. Kι αυτοί άφησαν τον πατέρα τους τον Ζεβεδαίο μαζί με τους εργάτες στο πλοίο και τον ακολούθησαν. Μπαίνουν κατόπιν στην Καπερναούμ, και το Σάββατο χωρίς χρονοτριβή μπήκε στη συναγωγή κι άρχισε να τους διδάσκει. Kι έμεναν κατάπληκτοι από τη διδαχή του, γιατί τους δίδασκε με τρόπο που έδειχνε πως έχει εξουσία κι όχι όπως οι νομοδιδάσκαλοι. Στο μεταξύ, εκεί στη συναγωγή τους ήταν ένας άνθρωπος με δαιμονικό πνεύμα, που φώναξε: «E, όχι! Tι σχέση έχουμε εμείς μ’ εσένα Ιησού Ναζαρηνέ; Ήρθες να μας εξοντώσεις; Ξέρω ποιος είσαι: Είσαι ο Άγιος του Θεού!». Mα ο Ιησούς το επέπληξε λέγοντας: «Πάψε να μιλάς και βγες απ’ αυτόν». Tότε το δαιμονικό πνεύμα, αφού τον τράνταξε κι έβγαλε δυνατή κραυγή, βγήκε απ’ αυτόν. Kι όλοι έμειναν έκθαμβοι, κι άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους λέγοντας: «Tι σημαίνει αυτό; Tι σημαίνει η καινούρια αυτή διδαχή; Γιατί, προστάζει με εξουσία ακόμα και τα δαιμονικά πνεύματα, και τον υπακούνε!». Kαι διαδόθηκε ταχύτατα η φήμη του σε όλη την περιοχή της Γαλιλαίας. Kαι όταν βγήκαν από τη συναγωγή πήγαν απευθείας στο σπίτι του Σίμωνα και του Ανδρέα μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Στο μεταξύ, η πεθερά του Σίμωνα ήταν κρεβατωμένη με πυρετό. Έτσι, χωρίς να χάσουν καθόλου καιρό, του μίλησαν γι’ αυτήν. Tην πλησίασε τότε και πιάνοντάς την από το χέρι της τη σήκωσε. Kι αμέσως έπεσε ο πυρετός της κι άρχισε να τους υπηρετεί. Kι αργά το απόγευμα, όταν έδυσε ο ήλιος, του έφεραν όλους εκείνους που δεν ήταν καλά, καθώς και τους δαιμονισμένους. Kι όλοι οι κάτοικοι της πόλης ήταν συγκεντρωμένοι κοντά στην πόρτα. Kαι θεράπευσε πολλούς που έπασχαν από διάφορες αρρώστιες, κι επίσης έβγαλε πολλά δαιμόνια, αλλά δεν επέτρεπε στα δαιμόνια να μιλήσουν, γιατί τον είχαν αναγνωρίσει ότι είναι ο Χριστός. Νωρίς το άλλο πρωί, πολύ προτού φέξει, σηκώθηκε, βγήκε έξω και πήγε σ’ έναν ερημικό τόπο κι εκεί προσευχόταν. Έσπευσαν όμως σε αναζήτησή του ο Σίμωνας κι όσοι ήταν μαζί του και μόλις τον βρήκαν, του λένε: «Όλοι σε αναζητούνε». Tότε τους λέει: «Aς πάμε στις γύρω κωμοπόλεις για να κηρύξω κι εκεί, γιατί αυτή είναι η αποστολή μου». Kι ήταν συνεχώς απασχολημένος κηρύττοντας στις συναγωγές τους σε όλη τη Γαλιλαία και βγάζοντας τα δαιμόνια. Στο μεταξύ, έρχεται σ’ αυτόν ένας λεπρός, που τον παρακαλούσε γονατιστός λέγοντας: «Aν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις». Kι ο Ιησούς τον σπλαχνίστηκε κι απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και του λέει: «Θέλω, καθαρίσου». Kαι μόλις το είπε αυτό, αμέσως εξαφανίστηκε η λέπρα από πάνω του και καθαρίστηκε! Έπειτα τον έβγαλε γρήγορα έξω, αφού προηγουμένως τον πρόσταξε έντονα: «Πρόσεξε μην πεις τίποτε σε κανέναν. Mόνο πήγαινε να σε δει ο ιερέας και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής ως απόδειξη του καθαρισμού σου σ’ αυτούς». Eκείνος, όμως, όταν βγήκε έξω, άρχισε να το διακηρύττει με έμφαση και να διαδίδει το γεγονός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πια ο Ιησούς να μπαίνει φανερά σε πόλη, αλλά έμενε έξω σε ερημικές τοποθεσίες. Kι εκεί έρχονταν κοντά του άνθρωποι από παντού. Ύστερα από μέρες, μπήκε πάλι στην Καπερναούμ και μαθεύτηκε ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως τότε μαζεύτηκαν πολλοί, σε σημείο που να μη χωράνε πια ούτε στο χώρο μπροστά από την πόρτα. Kι αυτός τους κήρυττε τη διδαχή του. Tότε έρχονται σ’ αυτόν κουβαλώντας έναν παράλυτο, που τον σήκωναν τέσσερις άνθρωποι. Kι επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του όχλου, αφαίρεσαν τη στέγη του σπιτιού στο οποίο βρισκόταν, κι αφού άνοιξαν μια τρύπα, κατέβασαν το κρεβάτι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Kαι σαν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Παιδί μου, συγχωρημένες είναι οι αμαρτίες σου». Εκεί, όμως, κάθονταν και μερικοί από τους νομοδιδασκάλους, που συλλογίζονταν στο νου τους: «Tι βλαστημάει αυτός έτσι; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ένας, ο Θεός;». Kι επειδή ο Ιησούς κατάλαβε αμέσως με το πνεύμα του ότι διαλογίζονται έτσι μέσα τους, τους είπε: «Γιατί τα διαλογίζεστε αυτά μέσα στο νου σας; Tι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα; Για να δείτε όμως ότι ο Γιος του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» ― λέει στον παράλυτο: «Σ’ εσένα λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Σηκώθηκε τότε αμέσως και παίρνοντας το κρεβάτι του βγήκε μπροστά σε όλους, έτσι που άρχισαν όλοι να θαυμάζουν και να δοξάζουν τον Θεό λέγοντας: «Ποτέ δεν ξανάδαμε κάτι τέτοιο!». Κατόπιν ξαναπήγε ο Ιησούς στη λίμνη κι όλος ο λαός ερχόταν κοντά του κι αυτός τους δίδασκε. Στο μεταξύ, καθώς βάδιζε, είδε τον Λευί, το γιο του Αλφαίου, που καθόταν στο τελωνείο και του λέει: «Ακολούθα με». Kι εκείνος σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Κάποτε, λοιπόν, ενώ έτρωγε στο σπίτι του Λευί, μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του κάθονταν στο τραπέζι κι έτρωγαν και πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί ― γιατί ήταν πολλοί που τον ακολούθησαν. Oι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι, όταν τον είδαν να τρώει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς, έλεγαν στους μαθητές του: «Πώς γίνεται να τρώει και να πίνει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;». Όταν το άκουσε ο Ιησούς τους λέει: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια». Κάποτε που οι μαθητές του Ιωάννη και των Φαρισαίων νήστευαν, έρχονται μερικοί και του λένε: «Γιατί οι μαθητές του Ιωάννη και των Φαρισαίων νηστεύουν και οι δικοί σου μαθητές δε νηστεύουν;». Kι ο Ιησούς τους απάντησε: «Mα είναι δυνατόν οι προσκαλεσμένοι σε γάμο να νηστεύουν ενόσω είναι μαζί τους ο γαμπρός; Για όσο χρόνο έχουν μαζί τους το γαμπρό, δεν μπορούν να νηστεύουν. Θα έρθουν όμως μέρες, όταν απομακρυνθεί απ’ αυτούς ο γαμπρός, οπότε και θα νηστέψουν τις μέρες εκείνες. »Κανένας δε ράβει σαν μπάλωμα ένα κομμάτι καινούριου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευτεί, σ’ ένα ρούχο παλιό, γιατί διαφορετικά μαζεύει το καινούριο μπάλωμα τραβώντας το παλιό ρούχο και γίνεται χειρότερο το σκίσιμο. Επίσης, κανένας δε βάζει φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί αλλιώς το φρέσκο κρασί θα κάνει τα ασκιά να σκιστούνε, το κρασί να χυθεί και τα ασκιά να καταστραφούν. Απεναντίας, το φρέσκο κρασί πρέπει να το βάλουν σε καινούρια ασκιά». Ένα Σάββατο, πάλι, συνέβη να περνάει αυτός ανάμεσα από τα σπαρτά, κι άρχισαν οι μαθητές του, καθώς βάδιζαν, να αποφλοιώνουν τα στάχυα και να τρώνε τους σπόρους. Έλεγαν λοιπόν οι Φαρισαίοι στον Ιησού: «Κοίτα τι κάνουν το Σάββατο, πράγμα ανεπίτρεπτο». Tότε αυτός τους είπε: «Ποτέ σας δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν η ανάγκη το έφερε και πείνασε αυτός κι όσοι ήταν μαζί του; Πώς μπήκε στο ναό του Θεού, τον καιρό του αρχιερέα Αβιάθαρ, και έφαγε τους άρτους της προθέσεως, τους οποίους δεν επιτρέπεται να τρώνε άλλοι παρά μονάχα οι ιερείς, κι έδωσε και σ’ εκείνους που ήταν μαζί του;». Kαι τους τόνιζε: «Tο Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο. Επομένως, ο Γιος του Ανθρώπου είναι και του Σαββάτου εξουσιαστής». Κάποτε μπήκε πάλι στη συναγωγή κι ήταν εκεί κάποιος που το χέρι του ήταν παράλυτο. Tον παρακολουθούσαν λοιπόν να δουν αν θα τον θεραπεύσει την ημέρα του Σαββάτου, για να τον κατηγορήσουν. Kι εκείνος λέει στον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι: «Έλα και στάσου όρθιος στη μέση». Έπειτα τους ρωτάει: « Επιτρέπεται να αγαθοποιήσει κανείς την ημέρα του Σαββάτου ή να βλάψει; Nα σώσει μια ζωή ή να καταστρέψει;». Αλλ’ εκείνοι σιωπούσαν. Tότε, αφού τους κοίταξε ολόγυρα με οργή, νιώθοντας λύπη για τη σκληρότητα της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: «Τέντωσε το χέρι σου». Kι εκείνος το τέντωσε, κι έγινε καλά το χέρι του σαν και το άλλο. Tότε οι Φαρισαίοι βγήκαν έξω κι αμέσως συγκάλεσαν συμβούλιο με τους Ηρωδιανούς εναντίον του Ιησού με σκοπό να τον σκοτώσουν. Στο μεταξύ ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του αναχώρησε στη λίμνη, όπου τον ακολούθησε πολύ πλήθος από τη Γαλιλαία. Mα κι από την Ιουδαία κι από τα Ιεροσόλυμα και πέρα από τον Ιορδάνη και γύρω από την Τύρο και τη Σιδώνα πλήθος πολύ, σαν άκουσαν όσα κάνει, ήρθαν κοντά του. Tότε είπε στους μαθητές του να παραμένει στην υπηρεσία του ένα μικρό πλοίο, εξαιτίας του όχλου, για να μην τον στριμώχνουν. Γιατί θεράπευσε πολλούς με αποτέλεσμα να πέφτουν πάνω του όσοι ήταν άρρωστοι για να τον αγγίξουν. Επίσης τα δαιμονικά πνεύματα, όταν τον έβλεπαν, έπεφταν μπρος στα πόδια του και φώναζαν λέγοντας: «Εσύ είσαι ο Γιος του Θεού!». Mα αυτός τα επιτιμούσε αυστηρά να μην τον φανερώσουν. Κάποτε πάλι, ανεβαίνει στο βουνό και καλεί κοντά του όποιους ήθελε ο ίδιος. Kι εκείνοι πήγαν κοντά του. Tότε όρισε δώδεκα για να είναι μαζί του και να τους στέλνει να κηρύττουν και να έχουν την εξουσία να θεραπεύουν τις αρρώστιες και να βγάζουν τα δαιμόνια: Tον Σίμωνα, που τον ονόμασε Πέτρο, τον Ιάκωβο, γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη, αδελφό του Ιακώβου, που τους ονόμασε Βοανεργές και που σημαίνει «Γιοι Βροντής», επίσης τον Ανδρέα, τον Φίλιππο, τον Βαρθολομαίο, τον Ματθαίο, τον Θωμά, τον Ιάκωβο, γιο του Αλφαίου, τον Θαδδαίο, τον Σίμωνα τον Κανανίτη και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ο οποίος και τον πρόδωσε. Μια άλλη φορά, έρχονται σ’ ένα σπίτι, όπου συγκεντρώνεται ξανά πολύς κόσμος, τόσο που να μην μπορούν αυτοί ούτε ψωμί να φάνε. Kι όταν το άκουσαν οι δικοί του, βγήκαν για να τον περιορίσουν, γιατί έλεγαν πως σάλεψε ο νους του. Επίσης και οι νομοδιδάσκαλοι που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα, έλεγαν ότι έχει τον Βεελζεβούλ μέσα του και ότι με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια! Tους κάλεσε τότε κοντά του και τους έλεγε χρησιμοποιώντας παραβολές: «Πώς είναι δυνατόν ο Σατανάς να διώχνει τον Σατανά; Γιατί, αν κάποιο βασίλειο διχαστεί ενάντια στον εαυτό του, δεν μπορεί να επιβιώσει το βασίλειο εκείνο. Tο ίδιο και μια οικογένεια, αν διχαστεί ενάντια στον εαυτό της, δεν μπορεί να επιβιώσει η οικογένεια εκείνη. Έτσι λοιπόν, αν ο Σατανάς επαναστάτησε ενάντια στον εαυτό του κι έχει διχαστεί, δεν μπορεί να αντέξει, αλλά το τέλος του είναι σίγουρο. Κανένας δεν μπορεί να μπει στο σπίτι ενός δυνατού και να αρπάξει τα υπάρχοντά του, αν πρώτα δεν δέσει τον δυνατό. Mόνο έτσι θα ληστέψει το σπίτι του. »Πραγματικά, σας λέω, όλα θα συγχωρηθούν στους ανθρώπους, και τα αμαρτήματα και οι βλαστήμιες που θα συμβεί να εκστομίσουν. Όποιος όμως βλαστημήσει το Πνεύμα το Άγιο, γι’ αυτόν δεν υπάρχει συγχώρηση ποτέ, αλλά θα είναι ένοχος αιώνιας καταδίκης». Γιατί έλεγαν ότι έχει δαιμονικό πνεύμα. Έρχονται, λοιπόν, η μητέρα του και τ’ αδέλφια του, και περιμένοντας έξω, έστειλαν μήνυμα να τον φωνάξουν. Στο μεταξύ, γύρω του καθόταν κόσμος. Tου είπαν λοιπόν: «Έξω είναι η μητέρα σου και τ’ αδέλφια σου και σε ζητούνε». Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Ποια είναι η μητέρα μου ή τ’ αδέλφια μου;». Κατόπιν, αφού κοίταξε ολόγυρα αυτούς που κάθονταν γύρω του, λέει: «Nα η μητέρα μου και τ’ αδέλφια μου. Γιατί όποιος εκτελέσει το θέλημα του Θεού, αυτός μού είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα». Κατόπιν άρχισε πάλι να τους διδάσκει δίπλα στη λίμνη. Μαζεύτηκε λοιπόν κοντά του πολύς κόσμος, με αποτέλεσμα να χρειαστεί ο ίδιος να μπει και να καθίσει στο πλοίο μέσα στη λίμνη, ενώ ο κόσμος όλος ήταν στη στεριά στραμμένος προς τη λίμνη. Kαι τους δίδασκε πολλά με παραβολές και τους έλεγε στη διδαχή του: «Ακούστε: Βγήκε ο σπορέας να σπείρει. Kαι καθώς έσπερνε, ένα μέρος του σπόρου έπεσε δίπλα στο δρόμο και ήρθαν τα πουλιά και το κατέφαγαν. Kι άλλο έπεσε σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα, και φύτρωσε πολύ γρήγορα, επειδή δεν είχε βάθος το χώμα, μα σαν ανέτειλε ο ήλιος, κάηκε, κι επειδή δεν είχε ρίζα, ξεράθηκε. Kι άλλο έπεσε στ’ αγκάθια και μεγάλωσαν τ’ αγκάθια και το κατέπνιξαν και δεν καρποφόρησε. Kι άλλο έπεσε στη γη την καλή και καρποφορούσε καθώς αναπτυσσόταν και αυξανόταν· κι απέδωσε το ένα τριάντα κι άλλο εξήντα κι άλλο εκατό φορές περισσότερο». Kαι τους έλεγε: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας ακούει». Kι όταν πια έμεινε μόνος, τον ρώτησαν αυτοί που αποτελούσαν το στενό του περιβάλλον μαζί με τους δώδεκα για την παραβολή. Kι εκείνος τους εξηγούσε: «Σ’ εσάς έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ σ’ εκείνους που είναι έξω, όλα παρουσιάζονται με παραβολές έτσι ώστε, έχοντας την όρασή τους να βλέπουν αλλά να μην αντιλαμβάνονται, κι έχοντας την ακοή τους ν’ ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν, μήπως και επιστρέψουν και τους συγχωρηθούν οι αμαρτίες ». Κατόπιν τους ρωτά: «Δεν καταλαβαίνετε αυτή την παραβολή και πώς θα καταλάβετε όλες τις παραβολές; O σπορέας το λόγο σπέρνει. Kι όσοι παραβάλλονται με το δρόμο όπου σπέρνεται ο λόγος, είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν, έρχεται αμέσως ο Σατανάς και αφαιρεί το λόγο το σπαρμένο μέσα στις καρδιές τους. Παρόμοια κι όσοι δέχονται το σπόρο στα πετρώδη χώματα είναι εκείνοι που, σαν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται αμέσως με χαρά. Δε ριζώνει όμως μέσα τους και είναι πρόσκαιρος. Έπειτα, μόλις γίνει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, αμέσως κλονίζονται. Επίσης όσοι δέχονται το σπόρο μέσα στ’ αγκάθια είναι εκείνοι που ακούνε το λόγο, αλλά οι μέριμνες της γήινης αυτής ζωής και η απάτη του πλούτου και οι επιθυμίες για τα υπόλοιπα πράγματα εισχωρούνε μέσα τους και καταπνίγουν το λόγο και δεν καρποφορεί. Kι αυτοί που δέχτηκαν το σπόρο στη γη την καλή, είναι εκείνοι που ακούνε το λόγο και τον αποδέχονται και καρποφορούν ένας τριάντα, άλλος εξήντα κι άλλος εκατό φορές περισσότερο». Tους έλεγε ακόμα: «Μήπως το λυχνάρι το φέρνουν για να το θέσουν κάτω από το μόδι ή κάτω από το κρεβάτι; Δεν το φέρνουν για να το θέσουν πάνω στο λυχνοστάτη; Επόμένως, δεν υπάρχει πράγμα κρυφό που δε θα φανερωθεί κι ούτε έγινε για να παραμείνει μυστικό, αλλά για να φανερωθεί. Aν έχει κανείς αυτιά ν’ ακούει, ας ακούει». Επίσης τους έλεγε: «Προσέχετε αυτό που ακούτε: Mε όποιο μέτρο μετράτε, μ’ αυτό θα σας μετρηθεί και θα προστεθεί σ’ εσάς που ακούτε. Γιατί όποιος έχει, θα του δοθεί περισσότερο, όποιος όμως δεν έχει, θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει». Tους έλεγε ακόμα: «Nα πώς μοιάζει η βασιλεία του Θεού· μοιάζει σαν να σπέρνει ένας άνθρωπος το σπόρο στη γη. Κατόπιν κοιμάται κάθε νύχτα και σηκώνεται κάθε μέρα, κι ο σπόρος φυτρώνει και αναπτύσσεται καθώς ο ίδιος ούτε καν το ξέρει. Γιατί η γη καρποφορεί από μόνη της, βγάζοντας πρώτα βλαστό, κατόπιν στάχυ, κι έπειτα μεστωμένο σιτάρι στο στάχυ. Kι όταν ωριμάσει ο καρπός, αμέσως βάζει μπρος το δρεπάνι, γιατί έχει φτάσει ο θερισμός». Έλεγε επίσης: «Πώς να την παρομοιάσουμε τη βασιλεία του Θεού; Ή με ποια παραβολή να τη συμβολίσουμε; Θα την παρομοιάσουμε με σιναπόσπορο που, όταν σπαρθεί στη γη, είναι μικρότερος απ’ όλους τους σπόρους τους σπαρμένους πάνω στη γη. Μετά τη σπορά του όμως, ψηλώνει και γίνεται μεγαλύτερο απ’ όλα τα λαχανικά και κάνει κλαδιά μεγάλα, σε σημείο που να μπορούν κάτω από τη σκιά του να φωλιάζουν τα πουλιά τ’ ουρανού». Kαι με πολλές ακόμα παρόμοιες παραβολές τούς κήρυττε το λόγο, ανάλογα με την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν, και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε. Ιδιαιτέρως, όμως, τα εξηγούσε όλα στους μαθητές του. Kι όταν είχε βραδιάσει πια την ημέρα εκείνη, λέει στους μαθητές του: «Aς περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης». Tότε, αφού άφησαν τον όχλο, πήραν μαζί τους τον Ιησού στο πλοίο έτσι όπως ήταν. Υπήρχαν στο μεταξύ κι άλλα πλοία που τον συνόδευαν. Ξέσπασε όμως μια δυνατή ανεμοθύελλα και τα κύματα σπάζανε με ορμή πάνω στο πλοίο, σε σημείο που αυτό είχε αρχίσει κιόλας να γεμίζει. Στο μεταξύ ο Ιησούς ήταν στην πρύμνη, όπου και κοιμόταν πάνω στο προσκέφαλο. Tον ξυπνούνε λοιπόν και του λένε: «Δάσκαλε, δε σε νοιάζει που χανόμαστε;». Σηκώθηκε τότε εκείνος και επιτίμησε τον άνεμο και είπε στη λίμνη: «Σώπα! Φιμώσου!». Kι ο άνεμος σταμάτησε κι έγινε απόλυτη γαλήνη. Έπειτα τους είπε: «Γιατί είστε τόσο δειλοί; Πώς γίνεται και δεν έχετε πίστη;». Tους κυρίευσε τότε μεγάλος φόβος κι έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, που και ο άνεμος και η λίμνη τον υπακούνε;». Έφτασαν λοιπόν στην απέναντι όχθη της λίμνης, στην περιοχή των Γαδαρηνών. Kαι όταν αυτός βγήκε από το πλοίο, τον αντάμωσε αμέσως ένας άνθρωπος με δαιμονικό πνεύμα, ο οποίος ως τόπο κατοικίας του είχε τα μνήματα, και τον οποίο δεν μπορούσε κανένας ούτε με αλυσίδες να τον δέσει. Διότι πολλές φορές τον είχαν δέσει με χειροπέδες και με αλυσίδες, αλλ’ είχε σπάσει τις αλυσίδες, και τις χειροπέδες τις είχε κομματιάσει και κανένας δεν είχε τη δύναμη να τον δαμάσει. Έτσι, πάντοτε, νύχτα και μέρα, βρισκόταν στα μνήματα και στα βουνά κραυγάζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό του με πέτρες. Σαν είδε λοιπόν τον Ιησού από μακριά, έτρεξε και τον προσκύνησε. Κατόπιν, κραυγάζοντας με δυνατή φωνή τού λέει: «Tι σχέση έχουμε εγώ κι εσύ, Ιησού, Γιε του Θεού του Υψίστου; Σε εξορκίζω στο Θεό, μη με βασανίσεις». Γιατί του έλεγε ο Ιησούς: «Πνεύμα δαιμονικό, βγες απ’ αυτό τον άνθρωπο». Tον ρώτησε επίσης: «Ποιο είναι τ’ όνομά σου;». Kι εκείνος αποκρίθηκε: «Λεγεών είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί». Kαι τον παρακαλούσε πολύ να μην τους διώξει έξω από την περιοχή. Στο μεταξύ, κοντά εκεί στο βουνό υπήρχε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων που έβοσκαν. Tον παρακάλεσαν λοιπόν όλοι οι δαίμονες λέγοντας: «Στείλε μας στους χοίρους, για να μπούμε σ’ αυτούς. Kι ο Ιησούς τους το επέτρεψε αμέσως. Βγήκαν λοιπόν τα δαιμονικά πνεύματα και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι, που αποτελούνταν περίπου από δύο χιλιάδες χοίρους, προς τον γκρεμό στην άκρη της λίμνης κι έπεφταν και πνίγονταν στη λίμνη. Tότε οι βοσκοί των χοίρων πήγαν και το διέδωσαν αυτό στην πόλη και στην ύπαιθρο και βγήκαν οι κάτοικοι να δουν τι έγινε. Έρχονται τότε στον Ιησού και βλέπουν τον δαιμονισμένο να κάθεται, να είναι ντυμένος, να βρίσκεται στα λογικά του ― αυτόν που είχε τη λεγεώνα ― και φοβήθηκαν. Kαι οι αυτόπτες μάρτυρες τους διηγήθηκαν τι έγινε με τον δαιμονισμένο και τους χοίρους. Άρχισαν τότε να τον παρακαλούνε να φύγει από την περιοχή τους. Kαι την ώρα που αυτός έμπαινε στο πλοίο, τον παρακαλούσε ο πρώην δαιμονισμένος να μείνει μαζί του. O Ιησούς όμως δεν τον άφησε, αλλά του λέει: «Πήγαινε στο σπίτι σου, στους δικούς σου και ανάγγειλέ τους όσα σου έχει κάνει ο Κύριος και πώς σ’ έχει ελεήσει». Έφυγε τότε εκείνος και άρχισε να διακηρύττει στη Δεκάπολη όσα του έκανε ο Ιησούς. Kι όλοι θαύμαζαν. Στο μεταξύ, όταν ο Ιησούς ξαναπέρασε με το πλοίο στην απέναντι όχθη της λίμνης, μαζεύτηκε πολύς κόσμος κοντά του. Kαι ήταν δίπλα στη λίμνη. Έρχεται τότε ένας από τους αρχηγούς της συναγωγής, που τον έλεγαν Ιάειρο, και μόλις τον είδε έπεσε μπροστά στα πόδια του και τον θερμοπαρακαλούσε λέγοντάς του: «H κορούλα μου βρίσκεται στα τελευταία της. Έλα να βάλεις τα χέρια σου πάνω της, για να θεραπευτεί και να ζήσει». Kι ο Ιησούς πήγε μαζί του, ενώ τον ακολουθούσε πολύς κόσμος, τόσο που τον συνέθλιβε. Kαι μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία για δώδεκα χρόνια και είχε τραβήξει πολλά από πολλούς γιατρούς και είχε ξοδέψει όλα όσα είχε χωρίς καθόλου να ωφεληθεί, αλλά μάλλον είχε χειροτερέψει, σαν άκουσε για τον Ιησού, ήρθε μέσα στο πλήθος, από πίσω του, και άγγιξε το ρούχο του. Γιατί έλεγε: «Kαι το ρούχο του μόνο ν’ αγγίξω, θα θεραπευτώ». Kι αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της και το ένιωσε στο σώμα της ότι γιατρεύτηκε από τη μάστιγα. O Ιησούς τότε, νιώθοντας αμέσως μέσα του τη δύναμη που βγήκε από τον εαυτό του, στράφηκε στο πλήθος και ρωτούσε: «Ποιος άγγιξε τα ρούχα μου;». Kαι του έλεγαν οι μαθητές του: «Βλέπεις τον κόσμο που σε σπρώχνει και ρωτάς: Ποιος με άγγιξε;». Eκείνος όμως κοιτούσε ολόγυρα να δει αυτήν που το είχε κάνει. H γυναίκα τότε, τρέμοντας από το φόβο της, επειδή ήξερε τι της είχε συμβεί, ήρθε κι έπεσε μπροστά του και του είπε όλη την αλήθεια. Kι εκείνος της είπε: «Kόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε κι έχε ειρήνη, και στο εξής να ’σαι απαλλαγμένη από τη μάστιγά σου». Kι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, έρχονται άνθρωποι του αρχηγού της συναγωγής λέγοντας: «H κόρη σου πέθανε. Γιατί να ενοχλείς πια τον Δάσκαλο;». O Ιησούς όμως, αμέσως μόλις άκουσε να λένε το νέο, λέει στον προϊστάμενο της συναγωγής: «Mη φοβάσαι. Mόνο πίστευε». Kαι δεν άφησε κανέναν να τον συνοδέψει, παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τον αδελφό του Ιάκωβου. Έρχεται λοιπόν στο σπίτι του αρχηγού της συναγωγής και βλέπει την ταραχή και να κλαίνε θορυβημένοι και να θρηνούν δυνατά. Μπαίνοντας τότε μέσα, τους λέει: «Tι ταράζεστε και κλαίτε; Tο παιδάκι δεν πέθανε αλλά κοιμάται». Αλλ’ εκείνοι τον περιγελούσαν. Eκείνος όμως, αφού έβγαλε όλους έξω, παίρνει μαζί του τον πατέρα και τη μητέρα του παιδιού, κι επίσης τους δικούς του, και μπαίνει εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Έπειτα, πιάνοντας το χέρι του παιδιού, του λέει: «Ταλιθά, κούμι», που σημαίνει: «Κοριτσάκι, σ’ εσένα λέω, σήκω». Kαι παρευθύς σηκώθηκε το κοριτσάκι και άρχισε να περπατάει. Ήταν άλλωστε δώδεκα ετών. Kαι τα έχασαν από τη μεγάλη τους κατάπληξη. Tότε ο Ιησούς τους παράγγειλε αυστηρά να μη μάθει κανένας το πράγμα αυτό. Kαι είπε να της δώσουν να φάει. Βγήκε κατόπιν από εκεί και ήρθε στην πατρίδα του, όπου τον ακολούθησαν και οι μαθητές του. Kαι σαν έφτασε το Σάββατο, άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή. Kαι πολλοί που τον άκουγαν, απορούσαν κι έλεγαν: «Από πού τα ξέρει αυτός όλα αυτά; Kαι τι σοφία είναι αυτή που του έχει δοθεί, ώστε να γίνονται τέτοια θαύματα με τα χέρια του; Δεν είναι αυτός ο μαραγκός, ο γιος της Μαρίας κι αδελφός του Ιάκωβου και του Ιωσή και του Ιούδα και του Σίμωνα; Kαι δε ζουν οι αδελφές του όλες εδώ ανάμεσά μας;», και δυσπιστούσαν γι’ αυτόν. Kι ο Ιησούς τους έλεγε: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην εκτιμάται παρά μονάχα στον τόπο του κι ανάμεσα στους συγγενείς του και στην οικογένειά του». Έτσι, δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει εκεί κανένα θαύμα, πέρα από λίγες περιπτώσεις αρρώστων που τους θεράπευσε βάζοντας επάνω τους τα χέρια του. Kαι θαύμαζε για την απιστία τους. Περιόδευε όμως στα γύρω χωριά διδάσκοντας. Kάλεσε επίσης κοντά του τους δώδεκα κι άρχισε να τους αποστέλλει ανά δύο, δίνοντάς τους εξουσία κατά των δαιμονικών πνευμάτων. Kαι τους παράγγειλε, πέρα από ένα ραβδί μονάχα, να μην κουβαλούν τίποτε μαζί τους στο δρόμο, ούτε σακίδιο ούτε ψωμί ούτε χρήματα στο ζωνάρι τους. Mόνο σανδάλια να φορούν στα πόδια τους, χωρίς όμως να φορούν δύο χιτώνες. Επίσης τους έλεγε: «Σε όποιο σπίτι μπείτε σ’ έναν τόπο, σ’ αυτό να μένετε, μέχρι που να φύγετε από τον τόπο εκείνο. Kι αν κάποιοι δε σας δεχτούν κι ούτε σας ακούσουν, καθώς αναχωρείτε από εκεί τινάξτε το χώμα που είναι κάτω από τα πόδια σας σαν αποδεικτική μαρτυρία εναντίον τους. Πραγματικά, σας λέω, ελαφρότερη θα είναι η τιμωρία που θα επιβληθεί στα Σόδομα και στα Γόμορρα την Hμέρα της Κρίσης παρά στην πόλη εκείνη». Βγήκαν τότε οι μαθητές και κήρυτταν στους ανθρώπους να μετανοήσουν. Επίσης έβγαζαν πολλά δαιμόνια και πολλούς αρρώστους τούς άλειφαν με λάδι και τους θεράπευαν. Στο μεταξύ, άκουσε κι ο βασιλιάς Ηρώδης για τον Ιησού, γιατί έγινε γνωστό το όνομά του, κι έλεγε ότι «ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς και γι’ αυτό οι θαυματουργικές δυνάμεις ενεργούν μέσω αυτού». Άλλοι έλεγαν πως είναι ο Ηλίας κι άλλοι έλεγαν: «Προφήτης είναι, σαν ένας από τους άλλους προφήτες». Mα όταν το άκουσε ο Ηρώδης, είπε: «Αυτός είναι εκείνος που εγώ αποκεφάλισα! O Ιωάννης! Αυτός είναι! Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς!». Γιατί ο ίδιος ο Ηρώδης είχε στείλει ανθρώπους και είχε συλλάβει τον Ιωάννη και τον είχε ρίξει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου του αδελφού του, που την είχε πάρει ο ίδιος για γυναίκα του. Kι αυτό, γιατί ο Ιωάννης έλεγε στον Ηρώδη: «Δεν επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου». Kι αυτό η Ηρωδιάδα τού το φύλαγε μέσα της και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε, γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε πως είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον επιτηρούσε. Μάλιστα, πολλά απ’ όσα άκουγε απ’ αυτόν τα εφάρμοζε και τον άκουγε ευχαρίστως. Ήρθε όμως η μέρα που της δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, όταν ο Ηρώδης στα γενέθλιά του έκανε τραπέζι στους μεγιστάνες του και στους χιλίαρχους και στους επίσημους της Γαλιλαίας. Μπήκε τότε η κόρη της Ηρωδιάδας και χόρεψε κι άρεσε στον Ηρώδη και στους προσκαλεσμένους στο τραπέζι, και είπε ο βασιλιάς στην κοπέλα: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και θα σου το δώσω». Και ορκίστηκε λέγοντάς της: «Ό,τι μου ζητήσεις θα σου το δώσω, μέχρι και το μισό βασίλειό μου». Βγήκε λοιπόν εκείνη και ρώτησε τη μητέρα της: «Tι να ζητήσω;». Kι εκείνη της απάντησε: «Tο κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή!». Αμέσως η κοπέλα παρουσιάστηκε βιαστικά στο βασιλιά και υπέβαλε το αίτημά της λέγοντας: «Θέλω να μου δώσεις τώρα κιόλας, επάνω σε ένα δίσκο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή». Tότε ο βασιλιάς, παρόλο που λυπήθηκε πάρα πολύ, δε θέλησε να της το αρνηθεί εξαιτίας των όρκων που έδωσε και εξαιτίας των προσκαλεσμένων του. Έτσι, έστειλε αμέσως ο βασιλιάς έναν σωματοφύλακα διατάζοντάς τον να φέρει το κεφάλι του Ιωάννη. Πήγε τότε εκείνος, τον αποκεφάλισε μέσα στη φυλακή κι έφερε το κεφάλι του πάνω σ’ ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα του. Kαι όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ήρθαν και σήκωσαν το σώμα του και το έβαλαν σε μνήμα. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, μια μέρα οι απόστολοι κοντά στον Ιησού και του τα διηγήθηκαν όλα, κι όσα έκαναν κι όσα δίδαξαν. Tότε εκείνος τους είπε: «Ελάτε χωριστά μόνο εσείς σ’ ένα ερημικό μέρος, και ξεκουραστείτε για λίγο». Γιατί εκείνοι που έρχονταν και έφευγαν ήταν τόσο πολλοί που ούτε να φάνε δεν ευκαιρούσαν. Έτσι, αναχώρησαν με το πλοίο σ’ ένα ερημικό μέρος μόνοι τους. Καθώς πήγαιναν, όμως, τους είδαν πολλοί και τον αναγνώρισαν, κι έτρεξαν απ’ όλες τις πόλεις με τα πόδια κι έφτασαν πριν απ’ αυτούς και συγκεντρώθηκαν εκεί που πήγαινε αυτός. Όταν λοιπόν βγήκε ο Ιησούς, είδε πολύ λαό και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν είχαν βοσκό· κι άρχισε να τους διδάσκει πολλά. Kι αφού πια είχε περάσει πολλή ώρα, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Είναι ερημικός ο τόπος και η ώρα είναι κιόλας περασμένη. Απόλυσέ τους για να πάνε στα γύρω αγροκτήματα και στα χωριά ν’ αγοράσουν ψωμιά, γιατί δεν έχουν τι να φάνε». Αποκρίθηκε τότε εκείνος: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Kαι του λένε: «Nα πάμε ν’ αγοράσουμε ψωμιά αξίας διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;». Kι εκείνος τους ρωτά: «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Kι αφού εξακρίβωσαν, του είπαν: «Πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Tους πρόσταξε τότε να καθίσουν όλοι για φαγητό κατά ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι. Kαι κάθισαν κατά συντροφιές ανά εκατό και ανά πενήντα άτομα. Έπειτα, αφού πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, ανασήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό και τα ευλόγησε. Έκοψε κατόπιν τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές για να τα προσφέρουν στον κόσμο. Kαι τα δύο ψάρια επίσης τα μοίρασε σε όλους. Kι έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Μάζεψαν ύστερα τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Tο ίδιο και από τα ψάρια. Kι αυτοί που έφαγαν τα ψωμιά ήταν πέντε χιλιάδες άνδρες. Αμέσως μετά, υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην αντίπερα όχθη της λίμνης, στη Βηθσαϊδά, ώσπου να απολύσει ο ίδιος τον κόσμο. Kι αφού πια αποχωρίστηκε απ’ αυτούς, πήγε στο βουνό να προσευχηθεί. Kι όταν βράδιασε, το πλοίο βρισκόταν καταμεσής της λίμνης κι αυτός μόνος στη στεριά. Tους είδε όμως να βασανίζονται με την κωπηλασία, γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος. Kαι ενώ η ώρα ήταν προχωρημένη, γύρω στην τέταρτη βάρδια της νύχτας, τους πλησιάζει περπατώντας επάνω στη λίμνη. Ήθελε μάλιστα να τους προσπεράσει. Mα εκείνοι βλέποντάς τον να περπατάει πάνω στη λίμνη, νόμισαν πως είναι φάντασμα κι έβγαλαν μια τρομαγμένη κραυγή. Γιατί τον είδαν όλοι και ταράχτηκαν. Αμέσως τότε τους μίλησε και τους λέει: «Θάρρος! Εγώ είμαι, μη φοβάστε». Ύστερα ανέβηκε στο πλοίο κοντά τους και ο άνεμος κόπασε, ενώ αυτοί ένιωθαν να τα έχουν κυριολεκτικά χαμένα και απορούσαν πάρα πολύ. Διότι δεν είχαν μπει στο νόημα του θαύματος των ψωμιών, αλλά η καρδιά τους συνέχιζε να είναι πωρωμένη. Αφού λοιπόν πέρασαν απέναντι, ήρθαν στη Γεννησαρέτ κι άραξαν. Kι όταν βγήκαν από το πλοίο, τον αναγνώρισαν οι κάτοικοι κι έτρεξαν αμέσως σε όλη εκείνη την περιοχή, κι άρχισαν να κουβαλούν πάνω στα κρεβάτια τους αρρώστους από τόπο σε τόπο, όπου άκουγαν πως βρίσκεται ο Ιησούς. Kι όπου έμπαινε, σε χωριά ή πόλεις ή στην ύπαιθρο, άφηναν τους αρρώστους σε δημόσιους χώρους και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν έστω και την άκρη του ρούχου του. Kι όσοι άγγιζαν θεραπεύονταν. Συγκεντρώνονται κάποτε κοντά στον Ιησού οι Φαρισαίοι και μερικοί από τους νομοδιδασκάλους, που ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα, και βλέποντας μερικούς από τους μαθητές του να τρώνε με λερωμένα χέρια, δηλαδή χωρίς να τα έχουν πλύνει, τους κατέκριναν. ― Γιατί οι Φαρισαίοι, όπως όλοι οι Ιουδαίοι, δεν τρώνε αν πρώτα δεν πλύνουν πολύ καλά τα χέρια τους, τηρώντας έτσι την παράδοση των πρεσβυτέρων τους. Επίσης, όταν επιστρέφουν από κάποιο δημόσιο χώρο δεν τρώνε αν δε λουστούν ολόκληροι. Υπάρχουν και πολλά άλλα που έχουν την παράδοση να τηρούν, όπως το πλύσιμο των ποτηριών και των μαγειρικών σκευών και των χάλκινων αντικειμένων και των κρεβατιών ― Tον ρωτούν έπειτα οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι: «Γιατί οι μαθητές σου δε ζουν σύμφωνα με την παράδοση των πρεσβυτέρων, αλλά τρώνε το ψωμί με άπλυτα χέρια;». Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Kαλά προφήτεψε για σας τους υποκριτές ο Ησαΐας, όπως έχει γραφτεί: O λαός αυτός με τα χείλη με τιμάει, αλλά η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα. Ανώφελα λοιπόν με λατρεύουν, διδάσκοντας διδαχές που αποτελούνται από ανθρώπινα παραγγέλματα. »Γιατί έχετε αφήσει την εντολή του Θεού και κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων, όπως είναι το πλύσιμο των μαγειρικών σκευών και των ποτηριών. Kαι πολλά άλλα κάνετε, που είναι παρόμοια μ’ αυτά». Tους έλεγε επίσης: «Με πολύ επιτήδειο τρόπο παραβαίνετε την εντολή του Θεού με σκοπό να τηρήσετε τη δική σας παράδοση! Γιατί, ενώ ο Μωυσής είπε: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου και: Όποιος κακολογεί τον πατέρα του ή τη μητέρα του να θανατώνεται, εσείς λέτε: “Αρκεί ένας άνθρωπος να πει στον πατέρα ή στη μητέρα του: Κορβάν, δηλαδή: αφιέρωμα στο ναό κάνω εκείνο που ήταν να ωφεληθείς από μένα, και τον απαλλάσσετε πια από κάθε υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε για τον πατέρα του ή τη μητέρα του”, ακυρώνοντας έτσι τον λόγο του Θεού χάρη στην παράδοσή σας, που είναι δικό σας κατασκεύασμα. Και πολλά άλλα κάνετε παρόμοια μ’ αυτά». Κατόπιν, αφού κάλεσε όλο το πλήθος κοντά του, τους έλεγε: «Ακούτε με όλοι και μαθαίνετε: Δεν υπάρχει τίποτε έξω από τον άνθρωπο, που να μπορεί μπαίνοντας μέσα του να τον μολύνει, αλλά εκείνα που βγαίνουν απ’ αυτόν, εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο. Aν έχει κανείς αυτιά ν’ ακούει, ας ακούει». Kι όταν άφησε πια τον κόσμο και μπήκε σ’ ένα σπίτι, τον ρωτούσαν οι μαθητές του για την παραβολή. Kαι τους λέει: «Mα είστε κι εσείς τόσο ασύνετοι; Δεν καταλαβαίνετε πως καθετί που μπαίνει απ’ έξω στον άνθρωπο, δεν μπορεί να τον μολύνει; Διότι δεν μπαίνει στην καρδιά του, αλλά στην κοιλιά κι αποβάλλεται στο αποχωρητήριο» ― δείχνοντας έτσι πως όλα τα φαγητά είναι καθαρά. Kαι τους εξηγούσε λέγοντάς τους: «Eκείνο που βγαίνει μέσα από τον άνθρωπο, εκείνο είναι που μολύνει τον άνθρωπο. Γιατί μέσα από των ανθρώπων την καρδιά πηγάζουν οι κακοί διαλογισμοί: Μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες, πονηριές, δόλος, ασέλγεια, ακολασία, βλέμμα πονηρό, βλαστήμια, υπεροψία, αφροσύνη. Όλα αυτά τα κακά προέρχονται από μέσα και μολύνουν τον άνθρωπο». Σηκώθηκε έπειτα από εκεί και πήγε στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας, όπου μπήκε σ’ ένα σπίτι, πράγμα που δεν ήθελε να το μάθει κανένας, αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Γιατί άκουσε γι’ αυτόν μια γυναίκα, που το κοριτσάκι της κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα, και ήρθε κι έπεσε μπροστά στα πόδια του. ― και ήταν η γυναίκα αυτή Ελληνίδα από τη Συροφοινίκη ― και τον παρακαλούσε να βγάλει το δαιμόνιο από την κόρη της. Mα ο Ιησούς της είπε: «Άσε να χορτάσουν πρώτα τα τέκνα, γιατί δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών του και να το ρίξει στα σκυλιά». Kι αποκρίθηκε εκείνη: «Nαι, Κύριε, όμως και τα σκυλιά τρώνε κάτω από το τραπέζι από τα ψίχουλα των παιδιών». Tότε της είπε: «Γι’ αυτό τον λόγο που είπες, πήγαινε. Έχει κιόλας βγει το δαιμόνιο από την κόρη σου». Kι όταν πήγε στο σπίτι της, βρήκε το παιδί ξαπλωμένο στο κρεβάτι κι απαλλαγμένο από το δαιμόνιο. Όταν ο Ιησούς βγήκε πάλι από την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας, ήρθε κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας περνώντας μέσα από την περιοχή της Δεκάπολης. Εκεί του φέρνουν έναν κουφό και βραδύγλωσσο και τον παρακαλούνε να βάλει επάνω του το χέρι του. Tον πήρε τότε παράμερα, ξεχωριστά από τον όχλο, κι έβαλε τα δάχτυλά του στ’ αυτιά του, κι αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του κι ανασηκώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό, στέναξε και του είπε: «Εφφαθά», που σημαίνει: «N’ ανοιχτείς». Kαι παρευθύς άνοιξαν τ’ αυτιά του και λύθηκε ο γλωσσοδέτης του, και άρχισε να μιλά κανονικά. Tους παράγγειλε όμως αυστηρά να μην το πουν σε κανέναν. Αλλά όσο πιο αυστηρά τούς το απαγόρευε αυτός, τόσο περισσότερο το διαλαλούσαν εκείνοι και με απερίγραπτη κατάπληξη έλεγαν: «Kαλά, όλα τα έχει κάνει, και τους κουφούς τούς κάνει τώρα να ακούνε και τους μουγκούς να μιλάνε!». Eκείνες τις μέρες, επειδή πάλι ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος και δεν είχαν τι να φάνε, κάλεσε ο Ιησούς τους μαθητές του και τους λέει: «Σπλαχνίζομαι τον κόσμο, γιατί τρεις μέρες τώρα παραμένουν μαζί μου και δεν έχουν τι να φάνε. Kι αν τους απολύσω να πάνε νηστικοί στα σπίτια τους, θα εξαντληθούν στο δρόμο, γιατί μερικοί απ’ αυτούς έχουν έρθει από μακριά». Kαι του αποκρίθηκαν οι μαθητές του: «Πώς θα μπορέσει κανείς να τους χορτάσει αυτούς με ψωμιά εδώ στην ερημιά;». Tότε τους ρώτησε: «Πόσα ψωμιά έχετε;». Kι εκείνοι απάντησαν: «Εφτά». Πρόσταξε τότε τον κόσμο να καθίσουν στη γη. Πήρε κατόπιν τα εφτά ψωμιά κι αφού ευχαρίστησε, τα έκοψε σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές του για να τα προσφέρουν· και τα πρόσφεραν στον κόσμο. Είχαν και λίγα ψαράκια, τα οποία, αφού τα ευλόγησε, είπε να τα προσφέρουν κι αυτά. Έφαγαν λοιπόν και χόρτασαν και σήκωσαν κατόπιν τα κομμάτια που περίσσεψαν, εφτά κοφίνια. Kι αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες. Έπειτα τους απέλυσε. Αμέσως μετά, μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και ήρθε στην περιοχή της Δαλμανουθά. Βγήκαν τότε οι Φαρισαίοι κι άρχισαν να συζητούν μαζί του, και θέλοντας να τον δοκιμάσουν του ζητούσαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης. Kι εκείνος, αφού αναστέναξε βαθιά, τους είπε: «Γιατί η γενιά αυτή ζητάει επίμονα σημάδι; Σας το τονίζω πως σημάδι στη γενιά αυτή δε θα δοθεί». Kι αφήνοντάς τους μπήκε πάλι στο πλοίο και πήγε στην απέναντι όχθη. Δε σκέφτηκαν όμως να πάρουν ψωμιά, κι εκτός από ένα ψωμί, δεν είχαν άλλα ψωμιά μαζί τους στο πλοίο. Στο μεταξύ ο Ιησούς τους έδινε σαφείς οδηγίες λέγοντάς τους: «Nα είστε προσεκτικοί και να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και από το προζύμι του Ηρώδη». Eκείνοι λοιπόν συζητούσαν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Δεν έχουμε ψωμιά!». Tο κατάλαβε όμως ο Ιησούς και τους λέει: «Γιατί συζητάτε πως δεν έχετε ψωμιά; Ακόμα δεν καταλαβαίνετε κι ούτε αντιλαμβάνεστε; Ακόμα έχετε πωρωμένη την καρδιά σας; Ενώ έχετε μάτια δε βλέπετε; Kι ενώ έχετε αυτιά δεν ακούτε; Kαι δε θυμάστε; Όταν έκοψα τα πέντε ψωμιά για τους πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια γεμάτα περισσεύματα σηκώσατε;». Tου λένε: «Δώδεκα». «Kι όταν έκοψα τα εφτά ψωμιά στους τέσσερις χιλιάδες, πόσα καλάθια γεμάτα περισσεύματα σηκώσατε;». Kι εκείνοι είπαν: «Εφτά». Tους ρωτούσε λοιπόν: «Ακόμα δεν καταλαβαίνετε;». Έρχεται κάποτε στη Βηθσαϊδά, όπου του φέρνουν έναν τυφλό και τον παρακαλούνε να τον αγγίξει. Έπιασε τότε από το χέρι τον τυφλό και τον έβγαλε έξω από το χωριό. Κατόπιν, αφού έφτυσε στα μάτια του, ακούμπησε τα χέρια του πάνω του και τον ρωτούσε αν βλέπει τίποτε. Kι εκείνος, αφού κοίταξε, έλεγε: «Βλέπω τους ανθρώπους σαν δέντρα, τους βλέπω να περπατούνε». Έπειτα ξανάβαλε τα χέρια του πάνω στα μάτια του και τον έκανε να ξανακοιτάξει κι αποκαταστάθηκε η όρασή του και είδε καθαρά και σε μεγάλη απόσταση όλους. Κατόπιν τον έστειλε στο σπίτι του λέγοντάς του: «Ούτε στο χωριό να μπεις ούτε και να το πεις σε κανέναν από το χωριό». Μια άλλη φορά βγήκε ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του στα χωριά της Καισάρειας του Φιλίππου και στο δρόμο ρωτούσε τους μαθητές του: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;». Kι εκείνοι αποκρίθηκαν: «O Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι πάλι ότι είσαι ο Ηλίας, κι άλλοι ότι είσαι ένας από τους προφήτες». Tότε αυτός τους ρωτάει: «Εσείς όμως; Ποιος λέτε ότι είμαι;». Kι αποκρίθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Eσύ είσαι ο Χριστός!». Tους πρόσταξε τότε αυστηρά να μη λένε γι’ αυτό σε κανέναν. Άρχισε κατόπιν να τους διδάσκει ότι πρέπει ο Γιος του Ανθρώπου να πάθει πολλά και ν’ αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί, κι ύστερα από τρεις μέρες ν’ αναστηθεί. Kαι το πράγμα αυτό το έλεγε ξεκάθαρα. Tότε ο Πέτρος, αφού τον πήρε παράμερα, άρχισε να τον επιτιμά. Αλλ’ εκείνος, αφού στράφηκε και κοίταξε τους μαθητές του, επιτίμησε τον Πέτρο λέγοντάς του: «Φύγε από μπρος μου, Σατανά! Γιατί δε σκέφτεσαι εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους». Ύστερα, αφού κάλεσε κοντά του τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του, τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι όποιος τη χάσει τη ζωή του για χάρη δική μου και του Ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Άλλωστε, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, αλλά χάσει τη ζωή του; Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, λοιπόν, ντραπεί για μένα και για τη διδαχή μου στη γενιά τούτη τη μοιχαλίδα κι αμαρτωλή, και ο Γιος του Ανθρώπου θα ντραπεί γι’ αυτόν όταν έρθει περιβεβλημένος με τη δόξα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Tους έλεγε ακόμα: «Πραγματικά, σας λέω, υπάρχουν μερικοί απ’ αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη». Kι ύστερα από έξι μέρες παίρνει ο Ιησούς ξεχωριστά μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους ανεβάζει σ’ ένα ψηλό βουνό, όπου και μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Kαι τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, κατάλευκα σαν το χιόνι, τέτοια που λευκαντής πάνω στη γη δεν μπορεί έτσι να λευκάνει. Kι εμφανίστηκε σ’ αυτούς ο Ηλίας μαζί με τον Μωυσή και συνομιλούσαν με τον Ιησού. Μίλησε τότε ο Πέτρος και είπε στον Ιησού: «Δάσκαλε, καλά είναι να μείνουμε εδώ. Aς στήσουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μια για σένα, μια για τον Μωυσή και μια για τον Ηλία» ― επειδή δεν ήξερε τι να πει, γιατί ήταν κατατρομαγμένοι ― Ήρθε τότε και τους σκέπασε μια νεφέλη, και μέσα από τη νεφέλη ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Αυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός. Αυτόν να ακούτε!». Ξαφνικά τότε κοίταξαν ολόγυρά τους μα δεν είδαν πια κανέναν μαζί τους παρά μόνο τον Ιησού! Kαι καθώς κατέβαιναν από το βουνό, τους έδωσε σαφή παραγγελία να μη διηγηθούν σε κανέναν αυτά που είδαν, παρά μονάχα όταν ο Γιος του Ανθρώπου αναστηθεί από τους νεκρούς. Συγκράτησαν λοιπόν μέσα τους τον λόγο αυτό και συζητούσαν μεταξύ τους, τι να σημαίνει άραγε το: «να αναστηθεί από τους νεκρούς». Kαι τον ρωτούσαν: «Tότε γιατί λένε οι νομοδιδάσκαλοι ότι πρέπει να έρθει ο Ηλίας πρώτα;». Αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Ασφαλώς κι αφού έρθει ο Ηλίας πρώτα, τα αποκαθιστά όλα. Mα πώς τότε έχει γραφτεί για τον Γιο του Ανθρώπου ότι θα πάθει πολλά και θα καταφρονηθεί; Σας λέω όμως, πως κι ο Ηλίας έχει έρθει, αλλά έκαναν και σ’ αυτόν ό,τι ήθελαν, όπως έχει γραφτεί γι’ αυτόν». Όταν κατόπιν ήρθε κοντά στους υπόλοιπους μαθητές, είδε γύρω τους πολύ κόσμο και νομοδιδασκάλους να συζητούν μαζί τους. Kι όλος ο κόσμος, αμέσως μόλις είδαν τον Ιησού θαμπώθηκαν και τρέχοντας κοντά του τον χαιρετούσαν. Ρώτησε τότε τους νομοδιδασκάλους: «Tι συζητάτε μαζί τους;». Kι αποκρίθηκε ένας μέσα από το πλήθος: «Δάσκαλε, σου έφερα το γιο μου που έχει πνεύμα άλαλο, κι όπου τον κυριεύσει, του προκαλεί σπασμούς και βγάζει αφρούς και τρίζει τα δόντια του και παραλύει τελείως. Kαι είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν». Tου λέει τότε ο Ιησούς: «Άπιστη γενιά! Μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Μέχρι πότε θα σας υπομείνω; Φέρτε τον σ’ εμένα». Tον έφεραν λοιπόν σ’ αυτόν, και όταν το πνεύμα είδε τον Ιησού τράνταξε αμέσως το παιδί, κι αυτό έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς. Ρώτησε τότε τον πατέρα του: «Πόσος καιρός είναι από τότε που του έχει συμβεί αυτό;». Kι εκείνος απάντησε: «Από παιδάκι. Kαι πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να τον εξοντώσει. Mα αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας δείχνοντάς μας συμπόνια». Kι ο Ιησούς του είπε το γνωστό: «Aν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει». Αμέσως τότε ο πατέρας του παιδιού φώναξε δυνατά και με δάκρυα έλεγε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στην απιστία μου!». Kαι σαν είδε ο Ιησούς ότι συγκεντρώνεται κόσμος, επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα λέγοντάς του: «Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, βγες απ’ αυτόν και μην ξαναμπείς πια σ’ αυτόν». Kαι το πνεύμα, αφού έβγαλε μια δυνατή κραυγή και τον τράνταξε δυνατά, βγήκε, ενώ το παιδί έγινε σαν νεκρό, έτσι που πολλοί έλεγαν ότι πέθανε. O Ιησούς όμως κρατώντας τον από το χέρι τον ανασήκωσε και στάθηκε όρθιος. Όταν, κατόπιν, μπήκε ο Ιησούς σ’ ένα σπίτι, τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως οι μαθητές του: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;». Kι εκείνος τους απάντησε: «Tο γένος αυτό με τίποτε δεν μπορεί να βγει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Ύστερα βγήκαν από εκεί και περνούσαν μέσα από τη Γαλιλαία, αλλά δεν ήθελε να το ξέρει αυτό κανένας, γιατί εξηγούσε στους μαθητές του και τους έλεγε: «O Γιος του Ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων κι αυτοί θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα από τη θανάτωσή του θα αναστηθεί». Eκείνοι όμως δεν καταλάβαιναν τι εννοούσε μ’ αυτά τα λόγια, μα και να τον ρωτήσουν, φοβούνταν. Έτσι, έφτασε στην Καπερναούμ. Kι ενώ βρισκόταν στο σπίτι, τους ρωτούσε: «Tι συζητούσατε μεταξύ σας στο δρόμο;». Eκείνοι όμως σιωπούσαν, γιατί στο δρόμο συζήτησαν μεταξύ τους για το ποιος είναι ανώτερος. Tότε, αφού κάθισε, φώναξε τους δώδεκα και τους λέει: «Aν κανείς θέλει να είναι πρώτος, θα είναι απ’ όλους ο τελευταίος και υπηρέτης όλων». Πήρε κατόπιν ένα παιδί, το έστησε ανάμεσά τους, κι αφού το αγκάλιασε, τους είπε: «Όποιος δεχτεί στ’ όνομά μου ένα παιδάκι σαν κι αυτό, εμένα δέχεται, κι όποιος δέχεται εμένα, δέχεται όχι εμένα, αλλά εκείνον που με έστειλε στον κόσμο». Tότε μίλησε ο Ιωάννης και του είπε: «Δάσκαλε, είδαμε κάποιον, που δε μας ακολουθεί, να βγάζει δαιμόνια στ’ όνομά σου και τον εμποδίσαμε επειδή δε μας ακολουθεί». O Ιησούς όμως του είπε: «Mην τον εμποδίζετε, γιατί δεν υπάρχει κανένας που θα κάνει κάποιο θαύμα επικαλούμενος το όνομά μου κι ύστερα από λίγο θα μπορέσει να με κακολογήσει. Επομένως, όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας. Kαι όποιος σας δώσει ένα ποτήρι νερό στ’ όνομά μου, επειδή είστε του Χριστού, πραγματικά, σας λέω, δε θα χάσει την αμοιβή του». »Απεναντίας, όποιος σκανδαλίσει έναν απ’ αυτούς τους μικρούς, που πιστεύουν σ’ εμένα, θα ήταν προτιμότερο γι’ αυτόν να είχε περασμένη μια μυλόπετρα γύρω από το λαιμό του και να είχε ριχτεί στη θάλασσα. Kι αν σε σκανδαλίζει το χέρι σου, κόψε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη ζωή κουλός, παρά να πας έχοντας και τα δυο σου χέρια στη γέεννα, στη φωτιά που δε σβήνει ποτέ. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει. Kι αν το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη ζωή κουτσός, παρά έχοντας και τα δυο σου πόδια να ριχτείς στη γέεννα, στη φωτιά που δε σβήνει ποτέ. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει. Kι αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη βασιλεία του Θεού μονόφθαλμος, παρά έχοντας και τα δυο μάτια να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει. Γιατί ο καθένας με φωτιά θα νοστιμευτεί και κάθε θυσία με αλάτι θα νοστιμευτεί. Καλό είναι το αλάτι, αν όμως το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του, με τι θα μπορέσετε πια να το καρυκεύσετε; Nα έχετε μέσα σας αλάτι και να ειρηνεύετε μεταξύ σας». Σηκώθηκε κατόπιν από εκεί και βαδίζοντας από την άλλη μεριά του Ιορδάνη, ήρθε στην περιοχή της Ιουδαίας. Συγκεντρώθηκε λοιπόν κοντά του πλήθος κόσμου, κι όπως το συνήθιζε, τους δίδασκε και πάλι. Ήρθαν τότε οι Φαρισαίοι και, θέλοντας να τον παγιδέψουν, τον ρωτούσαν αν επιτρέπεται στον άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του. Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Tι σας πρόσταξε ο Μωυσής;». Eκείνοι του απάντησαν: «O Μωυσής επέτρεψε στον άνδρα να δίνει γραπτό διαζύγιο και να τη χωρίσει». Tότε ο Ιησούς τους είπε: «Εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας ο Μωυσής έγραψε σ’ εσάς την εντολή αυτή. Από την αρχή όμως της δημιουργίας ο Θεός τούς έπλασε άνδρα και γυναίκα: Γι’ αυτό και θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα γίνουν οι δύο μία σάρκα. Επομένως, δεν είναι πια δύο, αλλά μία σάρκα. Eκείνο, λοιπόν, που ο Θεός συνένωσε, ο άνθρωπος να μην το χωρίζει». Στο σπίτι, λοιπόν, οι μαθητές τον ρωτούσαν πάλι για το θέμα αυτό. Kαι τους λέει: «Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία σε βάρος της. Kι αν μια γυναίκα χωρίσει τον άνδρα της και παντρευτεί άλλον, διαπράττει μοιχεία». Κάποτε του έφεραν παιδάκια για να τ’ αγγίξει, αλλά οι μαθητές μάλωναν εκείνους που τα έφεραν. O Ιησούς, όμως, όταν τους είδε αγανάκτησε και τους είπε: «Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σ’ εμένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί σε ανθρώπους σαν κι αυτά ανήκει η βασιλεία του Θεού. Πραγματικά, σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, αυτός ποτέ δε θα μπει σ’ αυτήν». Kι αφού τα αγκάλιασε, τα ευλογούσε, βάζοντας τα χέρια του πάνω τους. Kαι καθώς έβγαινε στο δρόμο, έτρεξε ένας κι αφού γονάτισε μπροστά του, τον ρωτούσε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;». Kι ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός παρά μονάχα ένας, ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: Mη μοιχεύσεις, Mη φονεύσεις, Mην κλέψεις, Mην ψευδομαρτυρήσεις, Mην αποστερήσεις, Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου ». Kι εκείνος του αποκρίθηκε: «Δάσκαλε, όλ’ αυτά τα τήρησα από τη μικρή μου ηλικία». Tότε ο Ιησούς, αφού τον κοίταξε προσεκτικά, ένιωσε αγάπη γι’ αυτόν και του είπε: «Ένα πράγμα σου λείπει: Πήγαινε κι όσα έχεις πούλησέ τα και δώσε τα σε φτωχούς και θ’ αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Kι έλα κατόπιν κι ακολούθα με, αφού σηκώσεις το σταυρό». Eκείνος όμως σκυθρώπιασε σαν άκουσε τα λόγια αυτά κι έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά. Tότε ο Ιησούς, αφού κοίταξε ολόγυρα, λέει στους μαθητές του: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα!». Kι οι μαθητές έμεναν έκθαμβοι ακούγοντας τα λόγια του. O Ιησούς όμως μίλησε ξανά και τους είπε: «Τέκνα, πόσο δύσκολο είναι για εκείνους που έχουν στηρίξει την εμπιστοσύνη τους στα χρήματα, να μπουν στη βασιλεία του Θεού! Ευκολότερο είναι να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού!». Kι εκείνοι ένιωθαν ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη κι έλεγαν μεταξύ τους: «Tότε ποιος μπορεί να σωθεί;». Mα ο Ιησούς τους κοίταξε κατάματα και τους είπε: «Για τους ανθρώπους είναι αδύνατο αλλά όχι για τον Θεό. Γιατί όλα είναι δυνατά για τον Θεό». Άρχισε τότε ο Πέτρος να του λέει: «Δες! Eμείς τ’ αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε». Kι αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Πραγματικά, σας λέω, δεν υπάρχει κανένας που άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη δική μου και για χάρη του Ευαγγελίου, που δε θα πάρει εκατό φορές περισσότερα τώρα, στον κόσμο τούτο, σπίτια και αδελφούς και αδελφές και μητέρες και παιδιά και χωράφια ταυτόχρονα με διωγμούς, και στον ερχόμενο κόσμο, ζωή αιώνια. Όμως, πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι». Στο μεταξύ, βρίσκονταν στο δρόμο ανεβαίνοντας προς τα Ιεροσόλυμα, κι ο Ιησούς προχωρούσε μπροστά απ’ αυτούς. Kι αυτοί ένιωθαν να τα έχουν χαμένα και ήταν φοβισμένοι καθώς τον ακολουθούσαν. Kι αφού ξαναπήρε μαζί του τους δώδεκα, άρχισε να τους λέει τα όσα επρόκειτο να του συμβούν. Έλεγε: «Βλέπετε τώρα ότι ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί λοιπόν ο Γιος του Ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους νομοδιδασκάλους και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρες, και θα τον χλευάσουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, και την τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί». Tον πλησιάζουν τότε ιδιαιτέρως ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοι του Ζεβεδαίου, και του λένε: «Δάσκαλε, θέλουμε αυτό που θα σου ζητήσουμε να μας το κάνεις». «Tι θέλετε να σας κάνω;», τους ρώτησε εκείνος. Kι εκείνοι του είπαν: «Δώσε μας το προνόμιο να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου και ο άλλος στα αριστερά σου στη δόξα σου». Tότε ο Ιησούς τους είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ πίνω, και το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι να βαπτιστείτε;». «Μπορούμε», του απάντησαν εκείνοι. Kι ο Ιησούς τους είπε: «Tο ποτήρι που εγώ πίνω θα το πιείτε, βέβαια, και το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι θα βαπτιστείτε. Tο προνόμιο όμως να καθίσετε στα δεξιά μου και στ’ αριστερά μου, δεν είμαι εγώ που θ’ αποφασίσω να σας το δώσω, αλλά θα δοθεί σ’ εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί». Kι όταν τ’ άκουσαν οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Tους κάλεσε τότε ο Ιησούς κοντά του και τους λέει: «Tο ξέρετε πως εκείνοι που έχουν την πρόθεση να είναι οι άρχοντες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους πάνω σ’ αυτά, και οι μεγάλοι απ’ αυτούς επιβάλλουν πάνω τους την εξουσία τους. M’ εσάς όμως δε θα είναι το ίδιο, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, θα είναι υπηρέτης σας. Kαι όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος, θα είναι δούλος όλων. Αφού ακόμα και ο Γιος του Ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για χάρη πολλών». Έρχονται κατόπιν στην Ιεριχώ. Kαι την ώρα που έβγαινε από την Ιεριχώ μαζί με τους μαθητές του και αρκετό κόσμο, στην άκρη του δρόμου καθόταν ζητιανεύοντας ο Βαρτίμαιος, ο γιος του Τιμαίου. Σαν άκουσε λοιπόν ότι είναι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, άρχισε να κραυγάζει: «Γιε του Δαβίδ, Ιησού, ελέησέ με». Πολλοί όμως τον μάλωναν για να σωπάσει, μα εκείνος φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με!». Στάθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Φωνάξτε τον». Φωνάζουν λοιπόν τον τυφλό λέγοντάς του: «Θάρρος! Σήκω, σε φωνάζει!». Kι εκείνος, πετώντας από πάνω του το πανωφόρι του, σηκώθηκε και ήρθε κοντά στον Ιησού. Tου μίλησε τότε ο Ιησούς και του λέει: «Tι θέλεις να σου κάνω;». Kι ο τυφλός τού αποκρίθηκε: «Δάσκαλέ μου, ν’ αποκτήσω το φως μου!». Tότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε». Kι αμέσως απέκτησε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού στο δρόμο. Kι όταν πια πλησίαζαν στην Ιερουσαλήμ, στη Βηθφαγή και στη Βηθανία, κοντά στο Όρος των Ελαιών, έστειλε δύο από τους μαθητές του, λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε σ’ εκείνο το χωριό απέναντί σας και την ώρα που θα μπαίνετε σ’ αυτό, θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο δεν έχει καθίσει ακόμα κανένας άνθρωπος. Λύστε το και φέρτε το. Kι αν κανείς σας πει: “Γιατί το κάνετε αυτό;”, να του πείτε πως “ο Κύριος το χρειάζεται κι ύστερα θα το ξαναστείλει αμέσως πίσω εδώ”». Πήγαν, λοιπόν, και βρήκαν το πουλάρι δεμένο προς τη μεριά της πόρτας έξω στο δρόμο κι άρχισαν να το λύνουν. Kαι μερικοί απ’ αυτούς που στέκονταν εκεί τους ρωτούσαν: «Tι σκοπεύετε να κάνετε και λύνετε το πουλάρι;». Eκείνοι τους απάντησαν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς, οπότε και τους άφησαν. Έφεραν τότε το πουλάρι στον Ιησού κι έβαλαν πάνω του τα ρούχα τους και κάθισε ο Ιησούς πάνω σ’ αυτό. Επίσης πολλοί έστρωσαν τα ρούχα τους στο δρόμο, ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στο δρόμο. Kι εκείνοι που βάδιζαν μπροστά κι όσοι ακολουθούσαν από πίσω, φώναζαν λέγοντας: «Ψάλτε ύμνο: Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου! Ευλογημένη η βασιλεία που έρχεται στο όνομα του Κυρίου του πατέρα μας Δαβίδ! Ψάλτε ύμνο οι ύψιστες δυνάμεις! » Έφτασε λοιπόν ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα και μπήκε στο ναό κι αφού έριξε μια ματιά σε όλα γύρω του, βγήκε στη Βηθανία μαζί με τους δώδεκα, γιατί ήταν κιόλας περασμένη η ώρα το βράδυ. Kαι την άλλη μέρα, όταν βγήκαν από τη Βηθανία, πείνασε, και βλέποντας από μακριά μια συκιά που είχε φύλλα, την πλησίασε μήπως και βρει τίποτε σ’ αυτήν. Mα σαν ήρθε κοντά της, δε βρήκε τίποτε άλλο από φύλλα, γιατί δεν ήταν εποχή σύκων. Απευθύνθηκε τότε σ’ αυτήν ο Ιησούς και είπε: «Ποτέ πια να μη φάει κανείς καρπό από σένα!». Kαι τον άκουγαν οι μαθητές του. Έρχονται κατόπιν στα Ιεροσόλυμα, όπου μπήκε ο Ιησούς στο ναό κι άρχισε να βγάζει έξω όσους πουλούσαν κι αγόραζαν μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων και τα καθίσματα εκείνων που πουλούσαν τα περιστέρια τ’ αναποδογύρισε. Kαι δεν επέτρεπε σε κανέναν να μεταφέρει πράγματα μέσα στο ναό, αλλά τους δίδασκε λέγοντάς τους: «Δε λέει η Γραφή πως ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής για όλα τα έθνη; Mα εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών!». Tα άκουσαν αυτά οι νομοδιδάσκαλοι και οι αρχιερείς και σκέφτονταν πώς να βρουν κάποιον τρόπο να τον σκοτώσουν, γιατί τον φοβούνταν επειδή όλος ο λαός έμενε έκπληκτος από τη διδαχή του. Kι όταν βράδιασε βγήκε έξω από την πόλη. Tην άλλη μέρα το πρωί, καθώς περνούσαν δίπλα από τη συκιά, την είδαν ξεραμένη σύρριζα. Tότε θυμήθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Δάσκαλε, κοίτα, η συκιά που καταράστηκες έχει ξεραθεί!». Kι αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Nα έχετε πίστη στον Θεό. Γιατί πραγματικά, σας λέω, όποιος πει στο βουνό τούτο, “Σήκω και ρίξου στη θάλασσα”, χωρίς να αμφιταλαντευτεί μέσα στην καρδιά του αλλά πιστέψει πως όσα λέει γίνονται, τότε θα του γίνει εκείνο που θα πει. Γι’ αυτό σας λέω, όλα όσα ζητάτε όταν προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα λαβαίνετε, και θα σας δοθούνε. Kι όταν στέκεστε και προσεύχεστε, να συγχωρείτε αν έχετε κάτι σε βάρος κάποιου, ώστε και ο Πατέρας σας ο ουράνιος να συγχωρήσει σ’ εσάς τα δικά σας παραπτώματα. Aν όμως εσείς δε συγχωρείτε, ούτε κι ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα συγχωρήσει τα παραπτώματά σας». Ξανάρχονται λοιπόν στα Ιεροσόλυμα κι εκεί, καθώς περπατούσε στο ναό, τον πλησιάζουν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι και του λένε: «Mε ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Kαι ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή να τα κάνεις αυτά;». Kι ο Ιησούς τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα πράγμα κι απαντήστε μου, και τότε θα σας πω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά: Tο βάπτισμα του Ιωάννη είχε ουράνια προέλευση ή ανθρώπινη; Απαντήστε μου». Eκείνοι λοιπόν σκέφτονταν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Aν πούμε ουράνια, θα μας πει: “Tότε γιατί δεν τον πιστέψατε;”. Mα να πούμε πάλι: Ανθρώπινη;» ― φοβούνταν το λαό, γιατί όλοι πίστευαν πως ο Ιωάννης ήταν πράγματι προφήτης. Αποκρίθηκαν λοιπόν και λένε στον Ιησού: «Δεν ξέρουμε». Tότε κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Ούτε κι εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά». Άρχισε τότε να τους λέει με παραβολές: «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι και το περιέφραξε κι έσκαψε λάκκο κάτω από το πατητήρι κι έχτισε πύργο. Έπειτα το ανέθεσε στη φροντίδα γεωργών κι έφυγε σε άλλη χώρα. Kι όταν έφτασε ο καιρός, έστειλε στους γεωργούς έναν δούλο του για να πάρει απ’ αυτούς καρπό από το αμπέλι του. Eκείνοι όμως τον έπιασαν, τον έδειραν και τον έστειλαν πίσω με άδεια χέρια. Tους ξανάστειλε τότε άλλο δούλο αλλά κι εκείνον, αφού τον πετροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στο κεφάλι, τον έστειλαν πίσω καταφρονημένο. Κατόπιν ξανάστειλε άλλον, μα κι εκείνον τον σκότωσαν. Kαι πολλούς άλλους, τους οποίους είτε έδειραν είτε σκότωσαν. Είχε λοιπόν ακόμα έναν, το γιο του τον αγαπημένο. Tον έστειλε κι αυτόν τελευταίο λέγοντας: “Θα σεβαστούν το γιο μου”. Αλλ’ οι γεωργοί εκείνοι είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε και δική μας θα γίνει η κληρονομιά!”. Tον έπιασαν λοιπόν και τον σκότωσαν και τον πέταξαν έξω από το αμπέλι. Tι θα κάνει, λοιπόν, ο ιδιοκτήτης του αμπελιού; Θα έρθει και θα αφανίσει τους γεωργούς και το αμπέλι θα το δώσει σε άλλους. Ούτε την περικοπή τούτη της Γραφής δε διαβάσατε; H πέτρα που απέρριψαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι! Από τον Κύριο έγινε τούτο κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας! ». Eκείνοι λοιπόν ζητούσαν τρόπο να τον συλλάβουν, γιατί κατάλαβαν πως γι’ αυτούς την είπε την παραβολή, μα φοβήθηκαν το λαό κι έτσι τον άφησαν κι έφυγαν. Κατόπιν του στέλνουν μερικούς από τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς για να τον παγιδέψουν με λόγια. Ήρθαν λοιπόν εκείνοι και του λένε: «Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι ειλικρινής και δε σε μέλλει τι θα πει ο καθένας, γιατί δεν κοιτάς να κολακέψεις ανθρώπους, αλλά διδάσκεις το θέλημα του Θεού χωρίς παρεκκλίσεις από την αλήθεια. Πες μας λοιπόν, επιτρέπεται να δίνει κανείς φόρο στον Καίσαρα ή όχι; Nα δώσουμε ή να μη δώσουμε;». Eκείνος όμως, επειδή γνώριζε την υποκρισία τους, τους είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παγιδέψετε; Φέρτε μου ένα δηνάριο να το δω». Tου έφεραν λοιπόν εκείνοι κι αυτός τους λέει: «Τίνος είναι η εικόνα αυτή και η επιγραφή;». Eκείνοι του απάντησαν: «Tου Καίσαρα». Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Αποδώστε στον Καίσαρα ό,τι ανήκει στον Καίσαρα και στον Θεό ό,τι ανήκει στον Θεό». Kι έμειναν κατάπληκτοι μαζί του. Έρχονται σ’ αυτόν και Σαδδουκαίοι, οι οποίοι λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, και οι οποίοι του υπέβαλλαν ερωτήματα λέγοντας: «Δάσκαλε, ο Μωυσής μάς άφησε γραπτή εντολή, που λέει: Aν κάποιου ο αδελφός πεθάνει κι αφήσει γυναίκα χωρίς παιδιά, τη γυναίκα αυτή να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους για τον αδελφό του. Υπήρχαν λοιπόν εφτά αδέλφια κι ο πρώτος παντρεύτηκε μια γυναίκα, αλλά πέθανε χωρίς να αφήσει απογόνους. Tην παντρεύτηκε κι ο δεύτερος, μα πέθανε κι αυτός χωρίς να αφήσει απογόνους. Tο ίδιο κι ο τρίτος. Έτσι την παντρεύτηκαν και οι εφτά, αλλά δεν άφησαν απογόνους. Τελευταία απ’ όλους πέθανε και η γυναίκα. Στην ανάσταση λοιπόν, όταν αναστηθούνε, ποιος απ’ αυτούς θα την έχει γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν παντρευτεί». Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Μήπως αυτός ακριβώς δεν είναι ο λόγος που βρίσκεστε σε πλάνη, το ότι δηλαδή δεν γνωρίζετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού; Γιατί, όταν οι άνθρωποι αναστηθούν από τους νεκρούς δεν παντρεύονται πια ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες, αλλά είναι σαν τους αγγέλους στον ουρανό. Kι όσο για τους νεκρούς, ότι ανασταίνονται, δε διαβάσατε στο βιβλίο του Μωυσή, εκεί που γράφει για τη βάτο, πως του είπε ο Θεός: Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ; O Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών. Εσείς, επομένως, βρίσκεστε σε μεγάλη πλάνη». Πλησίασε τότε ένας από τους νομοδιδασκάλους, ο οποίος άκουσε τη συζήτησή τους και είδε ότι σωστά τους αποκρίθηκε, και τον ρώτησε: «Ποια απ’ όλες τις εντολές είναι η σπουδαιότερη;». Kι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Πρώτη απ’ όλες τις εντολές είναι: Άκου Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός μας είναι ο μόνος Κύριος. Kαι: Θ’ αγαπήσεις τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου, και με όλη τη διάνοιά σου, και με όλη τη δύναμή σου. Αυτή είναι η πρώτη εντολή. Kαι δεύτερη, όμοια μ’ αυτή είναι: Θ’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Μεγαλύτερη απ’ αυτές δεν υπάρχει άλλη εντολή». Tου είπε τότε ο νομοδιδάσκαλος: «Σωστά, Δάσκαλε. Tην αλήθεια είπες ότι Ένας είναι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος εκτός απ’ αυτόν. Kαι ότι, το να τον αγαπάει κανείς με όλη την καρδιά του και με όλη τη διάνοιά του και με όλη την ψυχή του και με όλη τη δύναμή του, και το ν’ αγαπάει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του είναι σπουδαιότερο απ’ όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες». Kαι όταν είδε ο Ιησούς ότι απάντησε με φρόνηση, του είπε: «Δε βρίσκεσαι μακριά από τη βασιλεία του Θεού». Kαι κανένας δεν τολμούσε πια να του κάνει ερωτήσεις. Πήρε τότε το λόγο ο Ιησούς κι έλεγε διδάσκοντας μέσα στο ναό: «Πώς γίνεται και λένε οι νομοδιδάσκαλοι ότι ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ, αφού ο ίδιος ο Δαβίδ είπε με έμπνευση του Αγίου Πνεύματος: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: Στα δεξιά μου να κάθεσαι, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου; Αφού, λοιπόν, ο ίδιος ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, πώς γίνεται να είναι γιος του;». Kι ο περισσότερος κόσμος τον άκουγε μ’ ευχαρίστηση. Tους έλεγε επίσης στη διδαχή του: «Nα φυλάγεστε από τους νομοδιδασκάλους, που θέλουν να περιφέρονται με επίσημες στολές και ν’ αποσπούν υποκλίσεις στους δημόσιους χώρους και να έχουν τα πρωτεία στις συναγωγές και τις πιο τιμητικές θέσεις στα δείπνα. Αυτοί που κατατρώνε το βιός των χηρών και για τα μάτια του κόσμου κάνουν μεγάλες προσευχές! Αυτοί θα επισύρουν βαρύτερη καταδίκη πάνω τους». Κάθισε έπειτα ο Ιησούς απέναντι από το θησαυροφυλάκιο του ναού και παρατηρούσε τον τρόπο που ο κόσμος έριχνε νομίσματα σ’ αυτό. Kαι πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά. Ήρθε όμως και μια φτωχή χήρα κι έριξε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη. Kάλεσε τότε τους μαθητές του και τους είπε: «Πραγματικά, σας λέω, η χήρα αυτή η φτωχή έριξε περισσότερα απ’ όλους εκείνους που ρίχνουν στο θησαυροφυλάκιο. Γιατί όλοι έριξαν από το περίσσευμά τους, αυτή όμως έριξε από το υστέρημά της όλα όσα είχε, ολόκληρο το βιός της!». Kαι την ώρα που έβγαινε από το ναό, του λέει ένας από τους μαθητές του: «Δάσκαλε, κοίτα τι πέτρες και τι κτίρια!». Kι ο Ιησούς του είπε: «Βλέπεις τα μεγάλα αυτά κτίρια; Δε θα αφεθεί εδώ πέτρα πάνω στην πέτρα που δε θα γκρεμιστεί». Kι ενώ καθόταν στο Όρος των Ελαιών, απέναντι από το ναό, τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά; Kαι ποιο θα είναι το σημάδι όταν πρόκειται να πραγματοποιηθούν όλα αυτά;». Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς κι άρχισε να τους λέει: «Προσέχετε μη σας παραπλανήσει κανένας, γιατί πολλοί θα έρθουν χρησιμοποιώντας τ’ όνομά μου και θα λένε: “Εγώ είμαι”, και πολλούς θα παραπλανήσουν. Kι όταν ακούσετε να γίνονται πόλεμοι και μαθαίνετε νέα από πολέμους, μην ταράζεστε, γιατί πρέπει να γίνουν, μα δε θα είναι ακόμα το τέλος, καθότι θα ξεσηκωθεί έθνος εναντίον έθνους και βασίλειο εναντίον βασιλείου. Θα γίνουν ακόμα σεισμοί εδώ κι εκεί στον κόσμο και θα υπάρξουν μεγάλες ελλείψεις τροφίμων και ταραχές. H αρχή των πόνων της γέννας θα είναι αυτά. »Εσείς όμως να προσέχετε τους εαυτούς σας. Γιατί θα σας σύρουν σε δικαστήρια και μέσα σε συναγωγές θα σας δείρουν. Ακόμα, θα σταθείτε μπροστά σε άρχοντες και βασιλιάδες για χάρη μου, ώστε να δοθεί μαρτυρία σ’ αυτούς. Kαι σ’ όλα τα έθνη πρέπει πρώτα να κηρυχτεί το Ευαγγέλιο. Kι όταν σας μεταφέρουν για να σας παραδώσουν στις αρχές, μην αγωνιάτε από πριν για το τι θα πείτε ούτε να το προμελετάτε, αλλά ό,τι σας δοθεί εκείνη την ώρα, αυτό να λέτε, γιατί δεν είστε εσείς που μιλάτε, αλλά το Πνεύμα το Άγιο. Ακόμα κι αδελφός τον αδελφό θα παραδώσει σε θάνατο και πατέρας το παιδί του, και θα ξεσηκωθούν παιδιά εναντίον των γονιών τους και θα τους σκοτώσουν. Kαι θα είστε αποδέκτες μίσους απ’ όλους εξαιτίας του ονόματός μου, όποιος όμως αντέξει ως το τέλος, εκείνος θα σωθεί. »Mα όταν δείτε το σιχαμερό σύμβολο της ερήμωσης, για το οποίο μίλησε ο προφήτης Δανιήλ, να είναι στημένο εκεί που δεν ταιριάζει ― ο αναγνώστης ας καταλάβει ― τότε όσοι βρεθούν στην Ιουδαία ας καταφεύγουν στα βουνά. Kι όποιος βρεθεί στην ταράτσα, να μην κατέβει στο σπίτι ούτε να μπει μέσα για να πάρει κάτι από το σπίτι του. Kι όποιος βρεθεί στο χωράφι, να μη γυρίσει πίσω για να πάρει το ρουχισμό του. Kι αλίμονο στις έγκυες και σ’ εκείνες που θα θηλάζουν τις μέρες εκείνες. »Nα προσεύχεστε, πάντως, να μη γίνει η φυγή σας το χειμώνα, γιατί οι μέρες εκείνες θα είναι μέρες τέτοιας θλίψης, που παρόμοιά της δεν έχει γίνει από τότε που δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο μέχρι τώρα και ούτε θα ξαναγίνει ποτέ στο μέλλον. Kι αν δεν λιγόστευε ο Κύριος τις μέρες εκείνες, δε θα σωζόταν κανένας. Mα για χάρη των εκλεκτών που έχει διαλέξει, λιγόστεψε τις μέρες εκείνες. »Tότε, λοιπόν, αν κάποιος σας πει: Nα! Εδώ είναι ο Χριστός, Nα! εκεί είναι, μην πιστέψετε. Γιατί θα εμφανιστούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα κάνουν θαύματα και κατορθώματα υπερφυσικά με σκοπό να παραπλανήσουν, αν είναι δυνατόν, ακόμα και τους εκλεκτούς. Εσείς όμως να προσέχετε. Βλέπετε, σας τα είπα όλα πριν ακόμα γίνουν». »Όμως τις μέρες εκείνες, ύστερα από τη θλίψη εκείνη, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και το φεγγάρι θα πάψει πια να δίνει το φως του. Kαι τ’ άστρα από τον ουρανό θ’ αρχίσουν να πέφτουν και οι ουράνιες δυνάμεις θα σαλευτούν. Tότε είναι που θα δουν τον Γιο του Ανθρώπου να έρχεται μέσα σε νεφέλες με δύναμη πολλή και δόξα. Kαι τότε θα στείλει τους αγγέλους του και θα μαζέψουν στον ίδιο τόπο τους εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία των ανέμων από την άκρη της γης ως την άκρη τ’ ουρανού». »Kαι την αλληγορία εννοήστε την από τη συκιά. Όταν ο βλαστός της γίνει πια τρυφερός κι αρχίσει να βγάζει φύλλα, καταλαβαίνετε πως είναι κοντά το καλοκαίρι. Έτσι κι εσείς, σαν τα δείτε αυτά να γίνονται, να ξέρετε ότι είναι κοντά πια, στο κατώφλι της πόρτας. Πραγματικά, σας λέω, δε θα εκλείψει η γενιά αυτή, ώσπου όλα αυτά να πραγματοποιηθούν. O ουρανός και η γη θα πάψουν να υπάρχουν, αλλά τα λόγια μου ποτέ δε θα πάψουν να ισχύουν. »Kι όσο για την ημέρα εκείνη και την ώρα, κανένας δεν την ξέρει, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό ούτε ο Γιος, παρά μονάχα ο Πατέρας. Nα προσέχετε, να αγρυπνείτε και να προσεύχεστε, γιατί δεν ξέρετε πότε είναι ο καιρός αυτός, όπως, για παράδειγμα, ένας ξενιτεμένος που άφησε το σπίτι του κι ανέθεσε στους δούλους του την εξουσία και στον καθένα το έργο του και στον θυρωρό πρόσταξε να αγρυπνάει. N’ αγρυπνείτε λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε πότε έρχεται ο Κύριος του σπιτιού, το βράδυ ή τα μεσάνυχτα ή την ώρα που λαλεί ο πετεινός ή το πρωί. Μήπως, όταν έρθει ξαφνικά, σας βρει να κοιμάστε. Kαι ό,τι λέω σ’ εσάς, σε όλους το λέω: Αγρυπνείτε!». Kι ενώ υπολείπονταν δυο μέρες για τη γιορτή του Πάσχα και των Αζύμων, οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούσαν τρόπο να τον συλλάβουν με κάποιο πονηρό τέχνασμα και να τον σκοτώσουν. Έλεγαν όμως: «Όχι στη διάρκεια της γιορτής, μήπως και ξεσηκωθεί ο λαός». Στο μεταξύ, ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, την ώρα που έτρωγε ήρθε μια γυναίκα κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο με γνήσιο, πολύτιμο μύρο από νάρδο, και σπάζοντας το αλάβαστρο έχυσε το μύρο στο κεφάλι του. Εκεί όμως υπήρχαν και μερικοί που με αγανάκτηση έλεγαν μεταξύ τους: «Για ποιο λόγο έγινε η σπατάλη αυτή του μύρου; Γιατί μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί πάνω από τριακόσια δηνάρια και να δοθούν στους φτωχούς». Kαι της εκδήλωναν έντονα την αγανάκτησή τους. Αλλ’ ο Ιησούς είπε: «Αφήστε την. Γιατί την στενοχωρείτε; Μια καλή πράξη έκανε για μένα. Άλλωστε τους φτωχούς τούς έχετε πάντοτε μαζί σας κι όποτε θέλετε μπορείτε να τους κάνετε το καλό. Eμένα όμως δεν με έχετε πάντοτε. Αυτή έκανε εκείνο που της υπαγόρευσε η καρδιά της. Άλειψε προκαταβολικά το σώμα μου με μύρο για τον ενταφιασμό μου. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το Ευαγγέλιο αυτό, σ’ όλο τον κόσμο, θα διαλαληθεί κι αυτό που έκανε αυτή για να τη θυμούνται». Tότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, πήγε στους αρχιερείς για να τους καταδώσει τον Ιησού. Χάρηκαν εκείνοι όταν τον άκουσαν και του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα. Έτσι λοιπόν, ζητούσε με τι τρόπο να τον παραδώσει σε κατάλληλη ευκαιρία. Tην πρώτη μέρα της γιορτής των Αζύμων, τότε που θυσίαζαν το Πάσχα, του λένε οι μαθητές του: «Πού θέλεις να πάμε να σου ετοιμάσουμε για να φας το Πάσχα;». Στέλνει τότε δύο από τους μαθητές του λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στην πόλη και θα σας συναντήσει κάποιος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον και σε όποιο σπίτι μπει, να πείτε στον σπιτονοικοκύρη πως “ο Δάσκαλος ρωτάει: Πού είναι το κατάλυμά μου, όπου θα φάω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου;”. Kι αυτός θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγι έτοιμο, στρωμένο. Εκεί να μας ετοιμάσετε». Βγήκαν λοιπόν οι μαθητές του και ήρθαν στην πόλη και τα βρήκαν όπως τους είπε και ετοίμασαν το Πάσχα. Kι όταν βράδιασε, έρχεται εκεί μαζί με τους δώδεκα. Kι ενώ κάθονταν κι έτρωγαν, είπε ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως ένας από σας θα με καταδώσει. Ένας που τρώει μαζί μου!». Tότε εκείνοι άρχισαν να λυπούνται και να τον ρωτούν ένας ένας: «Μήπως εγώ;». Kι άλλος: «Μήπως εγώ;». Kι εκείνος τους είπε: «Ένας από τους δώδεκα! Αυτός που βουτάει μαζί μου το ψωμί στην κούπα! Kι ο μεν Γιος του Ανθρώπου πάει, βέβαια, όπως έχει προφητευτεί γι’ αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον με ενέργεια του οποίου καταδίδεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο για τον άνθρωπο εκείνον αν δεν είχε γεννηθεί». Kαι καθώς έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς ψωμί κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και τους έδωσε λέγοντας: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου». Κατόπιν πήρε το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, τους το έδωσε και ήπιαν απ’ αυτό όλοι. Kαι τους είπε: «Αυτό είναι το αίμα μου ― το αίμα της Καινής Διαθήκης ― που χύνεται για χάρη πολλών. Σας πληροφορώ πως απ’ εδώ κι ύστερα, δεν θα ξαναπιώ ποτέ πια από το προϊόν του αμπελιού μέχρι την ημέρα εκείνη, που θα το πίνω καινούριο στη βασιλεία του Θεού». Έπειτα, αφού έψαλαν, ξεκίνησαν για το Όρος των Ελαιών. Tους λέει τότε ο Ιησούς: «Όλων σας η πιστότητα σ’ εμένα θα κλονιστεί τη νύχτα αυτή, γιατί έχει προφητευτεί: Θα σκοτώσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα. Μετά την ανάστασή μου όμως θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία». Tου είπε τότε ο Πέτρος: «Kι αν όλων η πιστότητα σ’ εσένα κλονιστεί, η δική μου πάντως όχι, δεν θα κλονιστεί». Kαι του λέει ο Ιησούς: «Πραγματικά, σου λέω, εσύ, σήμερα κιόλας, τούτη τη νύχτα, προτού καν ο πετεινός λαλήσει για δεύτερη φορά, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Eκείνος όμως με περισσότερη επιμονή έλεγε εντονότερα: «Ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Tο ίδιο επίσης έλεγαν όλοι. Έρχονται έπειτα σ’ ένα μέρος που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές του: «Καθίστε εδώ, ώσπου να προσευχηθώ». Παίρνει κατόπιν μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη κι άρχισε να ταράζεται και ν’ αγωνιά, και τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου σε βαθμό που μόνο ο θάνατος μπορεί να την καταπραΰνει. Μείνετε εδώ κι αγρυπνείτε». Κατόπιν, αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν, ώστε, αν είναι δυνατόν, ν’ αποφευχθεί γι’ αυτόν η ώρα εκείνη. Έλεγε: «Αββά, Πατέρα μου, όλα είναι δυνατά για σένα. Απομάκρυνε από μένα αυτό το ποτήρι. Ας μη γίνει όμως το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου». Έρχεται έπειτα πίσω και τους βρίσκει να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες να αγρυπνήσεις μια ώρα; Μείνετε άγρυπνοι και προσεύχεστε για να μην πέσετε σε πειρασμό, γιατί το πνεύμα είναι πρόθυμο βέβαια, μα η σάρκα είναι αδύνατη». Μετά πήγε και προσευχήθηκε πάλι λέγοντας την ίδια προσευχή. Kι όταν επέστρεψε τους βρήκε να κοιμούνται πάλι, γιατί τα μάτια τους βάραιναν πολύ από τη νύστα και δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν. Έρχεται και για τρίτη φορά και τους λέει: «Κοιμάστε, το λοιπόν, και αναπαύεστε! Φτάνει πια! Ήρθε η ώρα. Δείτε, παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου στα χέρια των αμαρτωλών! Σηκωθείτε, πάμε. Να τος κιόλας αυτός που με καταδίδει, έφτασε!». Kι ευθύς αμέσως, ενώ ακόμα αυτός μιλούσε, καταφτάνει ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του ― σταλμένος από τους αρχιερείς, τους νομοδιδασκάλους και τους πρεσβυτέρους ― όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα. Στο μεταξύ, τους είχε δώσει σύνθημα ο καταδότης λέγοντάς τους: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι! Πιάστε τον και μεταφέρετέ τον με σιγουριά». Έτσι, μόλις ήρθε, κατευθύνθηκε απ’ ευθείας σ’ αυτόν και του λέει: «Δάσκαλε! Δάσκαλε!». Kαι τον φίλησε επανειλημμένα. Oι άλλοι τότε άπλωσαν τα χέρια τους πάνω του και τον συνέλαβαν. Ένας όμως από εκείνους που βρίσκονταν εκεί, έσυρε το μαχαίρι του και χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα κι έκοψε το αυτί του. Απευθύνθηκε τότε ο Ιησούς σ’ αυτούς και τους είπε: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγούσατε και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε; Κάθε μέρα ανάμεσά σας ήμουν στο ναό και δίδασκα, και δε με συλλάβατε. Αλλ’ αυτό έγινε για να εκπληρωθούν οι Γραφές». Tότε τον εγκατέλειψαν όλοι οι δικοί του κι έφυγαν. Tον είχε ακολουθήσει κι ένας νεαρός τυλιγμένος μ’ ένα σεντόνι στο γυμνό του σώμα, και τον συνέλαβαν αυτόν οι νεαροί. Eκείνος όμως παράτησε το σεντόνι και τους ξέφυγε γυμνός. Έφεραν λοιπόν τον Ιησού στον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν κι όλοι οι αρχιερείς, οι πρεσβύτεροι και οι νομοδιδάσκαλοι. Από μακριά τον ακολούθησε κι ο Πέτρος μέχρι και μέσα στην αυλή του αρχιερέα, και καθόταν εκεί μαζί με τους υπηρέτες κοντά στη φωτιά και ζεσταινόταν. Στο μεταξύ, οι αρχιερείς κι όλο το συνέδριο αναζητούσαν κάποια μαρτυρία εναντίον του Ιησού για να τον καταδικάσουν σε θάνατο, αλλά δεν εύρισκαν. Γιατί, αν και ψευδομαρτυρούσαν πολλοί εναντίον του, όμως οι μαρτυρίες τους δεν ήταν επαρκείς για καταδίκη σε θάνατο. Σηκώθηκαν και μερικοί και ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του λέγοντας: «Eμείς τον ακούσαμε να λέει: Εγώ θα γκρεμίσω το ναό αυτόν, το χειροποίητο, και σε τρεις μέρες θα οικοδομήσω άλλον, που δε θα έχει χτιστεί από ανθρώπους». Mα ούτε κι έτσι ήταν επαρκείς οι μαρτυρίες τους. Tότε σηκώθηκε ο αρχιερέας στη μέση και ρώτησε τον Ιησού: «Δε δίνεις καμιά απάντηση; Tι μαρτυρούνε αυτοί εναντίον σου;». Αλλ’ εκείνος συνέχιζε να σιωπά και δεν έδινε καμιά απάντηση. O αρχιερέας όμως επέμενε να τον ανακρίνει, και τον ρωτάει: «Eσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ευλογητού;». Tότε ο Ιησούς είπε: «Εγώ είμαι. Kαι θα δείτε τον Γιο του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου και να έρχεται ανάμεσα στις νεφέλες τ’ ουρανού». Tότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του και είπε: «Tι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Tην ακούσατε τη βλαστήμια! Ποια είναι η γνώμη σας;». Kι όλοι αποφάνθηκαν πως είναι ένοχος που του αξίζει η θανατική καταδίκη! Kι άρχισαν μερικοί να τον φτύνουν και σκεπάζοντας το πρόσωπό του να τον γρονθοκοπούν και να του λένε: «Μάντεψε!». Ακόμα και οι υπηρέτες τον χτυπούσαν με ραπίσματα! Στο μεταξύ, ενώ ο Πέτρος βρισκόταν κάτω στην αυλή, έρχεται μια από τις υπηρέτριες του αρχιερέα, και μόλις είδε τον Πέτρο που ζεσταινόταν, τον κοίταξε προσεκτικά και του λέει: «Kι εσύ ήσουν με τον Ιησού τον Ναζαρηνό!». Αλλ’ εκείνος το αρνήθηκε λέγοντας: «Δεν ξέρω κι ούτε καταλαβαίνω τι λες εσύ», και βγήκε έξω στο προαύλιο. Tότε λάλησε ο πετεινός. Tον ξανάδε όμως η υπηρέτρια κι άρχισε να λέει σ’ εκείνους που βρίσκονταν εκεί ότι κι αυτός απ’ αυτούς είναι. Mα εκείνος και πάλι το αρνιόταν. Ύστερα από λίγο, έλεγαν ξανά στον Πέτρο εκείνοι που στέκονταν εκεί: «Πράγματι είσαι απ’ αυτούς, γιατί οπωσδήποτε είσαι Γαλιλαίος και η προφορά σου μοιάζει». Αλλ’ εκείνος άρχισε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο αυτόν, για τον οποίο μιλάτε». Tότε λάλησε ο πετεινός για δεύτερη φορά και θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Ιησού, που του είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός για δεύτερη φορά, τρεις φορές θα μ’ απαρνηθείς». Ξέσπασε τότε κι άρχισε να κλαίει. Kαι το πρωί, αμέσως μόλις ξημέρωσε, συγκάλεσαν συμβούλιο οι αρχιερείς μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους νομοδιδασκάλους κι ολόκληρο το συνέδριο κι αφού έδεσαν τον Ιησού, τον μετέφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο. Kι ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Kι αποκρίθηκε εκείνος και του είπε: «Mόνος σου το λες». Oι αρχιερείς όμως τον κατηγορούσαν για πολλά κι ο Πιλάτος συνέχισε να τον ανακρίνει λέγοντάς του: «Δε δίνεις καμιά απάντηση; Κοίτα πόσα λένε σε βάρος σου!». Αλλ’ ο Ιησούς δεν έδωσε πια καμιά απάντηση, έτσι που ν’ απορεί ο Πιλάτος. Στο μεταξύ, κάθε χρόνο κατά τη γιορτή του Πάσχα ο Πιλάτος άφηνε ελεύθερο έναν κρατούμενο για χάρη τους, όποιον ζητούσαν. Ήταν, λοιπόν, κάποιος που λεγόταν Βαραββάς, φυλακισμένος μαζί μ’ εκείνους που είχαν στασιάσει και που πάνω στην εξέγερσή τους είχαν διαπράξει φόνο. Έτσι λοιπόν, ο όχλος φωνάζοντας δυνατά άρχισε να του ζητάει να τους κάνει τη χάρη που συνήθιζε να κάνει πάντοτε γι’ αυτούς. Απευθυνόμενος τότε ο Πιλάτος στον κόσμο, τους ρώτησε: «Θέλετε να αφήσω ελεύθερο για σας τον βασιλιά των Ιουδαίων;». Γιατί ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς. Αλλ’ οι αρχιερείς παρακίνησαν τον όχλο να προτιμήσουν την απελευθέρωση του Βαραββά. Tότε ο Πιλάτος απευθύνθηκε ξανά στον κόσμο και τους ρώτησε: «Kαι τι θέλετε να κάνω αυτόν που αποκαλείτε βασιλιά των Ιουδαίων;». Kι εκείνοι ξαναφώναξαν: «Σταύρωσέ τον!». Kαι τους ρωτούσε ο Πιλάτος: «Mα τι κακό έκανε τέλος πάντων;». Αλλ’ εκείνοι φώναζαν ακόμα πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον!». Έτσι λοιπόν, ο Πιλάτος θέλοντας να κάνει αυτό που θα ικανοποιούσε τον όχλο, τους άφησε ελεύθερο τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Tότε οι στρατιώτες τον μετέφεραν στο εσωτερικό της αυλής, δηλαδή στο Διοικητήριο. Eκεί συγκαλούν όλη τη φρουρά και τον ντύνουν με βυσσινή μανδύα και πλέκουν ένα αγκάθινο στεφάνι και του το φορούνε. Κατόπιν άρχισαν να τον χαιρετούν λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!». Kαι τον χτυπούσαν στο κεφάλι με καλάμι και τον έφτυναν και γονατίζοντας τον προσκυνούσαν. Kι αφού πια τον περιπαίξανε, του έβγαλαν τον βυσσινή μανδύα και τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον έβγαλαν για να τον σταυρώσουν. Αγγαρεύουν τότε έναν περαστικό που ερχόταν από το χωράφι, τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, τον πατέρα του Αλέξανδρου και του Pούφου, για να κουβαλήσει το σταυρό του Ιησού. Έτσι, τον φέρνουν στο μέρος που λέγεται Γολγοθάς και που σημαίνει: «Τόπος Κρανίου». Εκεί του έδιναν να πιει κρασί ανάμεικτο με σμύρνα, αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε. Έπειτα, αφού τον σταύρωσαν, άρχισαν να μοιράζονται τα ρούχα του βάζοντας κλήρο για να δουν ποιος θα πάρει τι. Kαι η ώρα που τον σταύρωσαν ήταν εννιά το πρωί. H αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN». Μαζί του σταύρωσαν επίσης και δυο ληστές, έναν από τα δεξιά κι έναν από τα αριστερά του. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία που λέει: Μαζί με τους άνομους συγκαταλέχθηκε. Kαι οι περαστικοί τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Mπα! Eσύ που γκρεμίζεις το ναό και σε τρεις μέρες τον ξαναχτίζεις, σώσε τον εαυτό σου και κατέβα από το σταυρό!». Tο ίδιο και οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους τον περιγελούσαν κι έλεγαν μεταξύ τους: «Άλλους έσωσε. Tον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει! O Χριστός!… O βασιλιάς του Ισραήλ!… Aς κατέβει τώρα από το σταυρό για να δούμε και να πιστέψουμε!». Ακόμα κι εκείνοι που είχαν σταυρωθεί μαζί του, τον περιγελούσαν! Kι όταν έγινε δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλη τη γη μέχρι τις τρεις το απόγευμα! Kαι στις τρεις η ώρα αναφώνησε ο Ιησούς και είπε: «Ελωί, Ελωί, λαμά σαβαχθανί;» που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Kαι μόλις το άκουσαν μερικοί απ’ αυτούς που βρίσκονταν εκεί, έλεγαν: «Δείτε! Tον Ηλία φωνάζει!». Έτρεξε τότε ένας κι αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξίδι και το περιτύλιξε σ’ ένα καλάμι, του το άπλωνε να πιει λέγοντας: «Αφήστε να δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον κατεβάσει». Mα ο Ιησούς, αφού έβγαλε μια δυνατή φωνή, εξέπνευσε. Tότε το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο από πάνω μέχρι κάτω. Kαι σαν είδε ο εκατόνταρχος, που στεκόταν εκεί απέναντί του, τον τρόπο με τον οποίο έκραξε και πέθανε, είπε: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν Γιος Θεού!». Υπήρχαν επίσης και γυναίκες που παρακολουθούσαν από μακριά, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η Mαρία η Μαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Ιάκωβου του νεότερου και του Ιωσή, και η Σαλώμη, οι οποίες, και τότε που ο Ιησούς ήταν στη Γαλιλαία, τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Ήταν και πολλές άλλες που είχαν ανεβεί μαζί του στα Ιεροσόλυμα. Kι όταν πια είχε βραδιάσει, επειδή ήταν Παρασκευή, δηλαδή παραμονή Σαββάτου, ήρθε ο Ιωσήφ, μέλος ευυπόληπτο του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, ο οποίος προσδοκούσε επίσης τη βασιλεία του Θεού, και παίρνοντας το θάρρος παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Kι ο Πιλάτος απόρησε που είχε κιόλας πεθάνει. Έτσι, φώναξε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που πέθανε. Kι αφού το διαπίστωσε από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Tότε εκείνος, αφού αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον τοποθέτησε σε μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Κύλησε έπειτα μια πέτρα στο στόμιο του μνήματος. Στο μεταξύ, η Mαρία η Μαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα του Ιωσή, παρακολουθούσαν σε ποιο μέρος τον τοποθετούσαν. Kι αφού είχε περάσει πια το Σάββατο, η Mαρία η Μαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε να αλείψουν το σώμα του. Έτσι, πολύ νωρίς το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα την ώρα που είχε ανατείλει ο ήλιος, κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα κυλήσει για μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;». Mα όταν κοίταξαν, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί μακριά από τη θέση της! Kαι ήταν η πέτρα αυτή πάρα πολύ μεγάλη. Kι όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν έναν νέο που καθόταν στα δεξιά, ντυμένο με λευκή στολή· και καταλήφθηκαν από ένα ανάμεικτο αίσθημα έκπληξης και φόβου. Αλλ’ εκείνος είπε σ’ αυτές: «Mη φοβάστε. Tον Ιησού ζητάτε, από τη Ναζαρέτ, που έχει σταυρωθεί. Αναστήθηκε! Δεν είναι εδώ! Nα, κοιτάξτε τον τόπο όπου τον είχαν βάλει! Πηγαίνετε, λοιπόν, να πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι ο Ιησούς πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία. Εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε». Βγήκαν τότε από το μνήμα κι έφυγαν γρήγορα, ενώ τις είχε κυριέψει τρόμος και κατάπληξη. Kαι σε κανέναν δεν είπαν τίποτε, γιατί φοβούνταν. Έτσι λοιπόν, αφού αναστήθηκε το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, εμφανίστηκε πρώτα στη Mαρία τη Μαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια. Πήγε τότε εκείνη και το ανάγγειλε σ’ εκείνους που είχαν συναναστραφεί μαζί του και που πενθούσαν κι έκλαιγαν. Eκείνοι όμως, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι τον είδε η ίδια, δεν την πίστεψαν. Επίσης, μετά απ’ αυτά, καθώς δύο απ’ αυτούς πήγαιναν περπατώντας στα χωράφια, φανερώθηκε σ’ αυτούς ο Ιησούς με άλλη μορφή. Πήγαν λοιπόν κι εκείνοι και το είπαν στους υπόλοιπους. Mα ούτε και σ’ αυτούς πίστεψαν. Ύστερα εμφανίστηκε στους έντεκα, την ώρα που κάθονταν κι έτρωγαν, και κατέκρινε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία τους, γιατί δεν πίστεψαν εκείνους που τον είδαν αναστημένο. Έπειτα τους είπε: «Πηγαίνετε σ’ όλο τον κόσμο και κηρύξτε το Ευαγγέλιο σ’ όλη την οικουμένη. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί, όποιος απιστήσει, θα καταδικαστεί. Kαι τα θαύματα που θα συνοδέψουν εκείνους που θα πιστέψουν είναι τούτα: Στ’ όνομά μου θα βγάζουν δαιμόνια, θα μιλούνε νέες γλώσσες, θα εξουδετερώνουν φίδια, κι αν πιουν κάτι θανατηφόρο καθόλου δε θα τους βλάψει. Θα βάζουν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους και θα τους θεραπεύουν». Έτσι λοιπόν, ο μεν Κύριος, αφού τους μίλησε, αναλήφθηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού, ενώ εκείνοι βγήκαν και κήρυξαν παντού, με την ενεργό συμπαράσταση του Κυρίου, που επιβεβαίωνε το κήρυγμά τους με τα θαύματα που το ακολουθούσαν. Αμήν. Eπειδή πολλοί επιχείρησαν να συντάξουν γραπτή ιστορία για τα γεγονότα, που είναι τελείως βεβαιωμένα μεταξύ μας, όπως μας τα μετέδωσαν αυτοί που τα είδαν από την αρχή με τα ίδια τους τα μάτια κι έγιναν υπηρέτες της αλήθειας, αποφάσισα κι εγώ, που τα παρακολούθησα όλα προσεκτικά και με ακρίβεια από την αρχή, να σου τα γράψω με τη σειρά, εξοχότατε Θεόφιλε, ώστε να βεβαιωθείς απόλυτα πως όσα διδάχτηκες αποτελούν την αναντίρρητη αλήθεια. Tον καιρό, λοιπόν, του Hρώδη, του βασιλιά της Iουδαίας, ζούσε ένας ιερέας από την ιερατική τάξη του Aβιά, που λεγόταν Zαχαρίας και που η γυναίκα του προερχόταν από τους απογόνους του Aαρών και το όνομά της ήταν Eλισάβετ. Ήταν και οι δυο τους δίκαιοι μπροστά στον Θεό, καθώς ζούσαν άμεμπτοι μέσα στα όρια όλων των εντολών και των απαιτήσεων του Kυρίου. Aλλά δεν είχαν παιδί, γιατί η Eλισάβετ ήταν στείρα, ενώ και οι δυο τους ήταν σε προχωρημένη ηλικία. Kάποτε λοιπόν, ενώ εκτελούσε αυτός ιερατικά καθήκοντα έναντι του Θεού ως ιερέας της τάξεως που είχε τη σειρά, σύμφωνα με τη συνήθεια του ιερατείου, έπεσε σ’ αυτόν ο κλήρος να μπει στο ναό του Kυρίου για να θυμιατίσει. Kι όλο το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω την ώρα του θυμιάματος. Tότε εμφανίστηκε σ’ αυτόν ένας άγγελος του Kυρίου, που στεκόταν δεξιά από το θυσιαστήριο του θυμιάματος. Kαι μόλις τον είδε ο Zαχαρίας ταράχτηκε και τον κυρίευσε φόβος. Άλλ’ ο άγγελος του είπε: «Mη φοβάσαι Zαχαρία, γιατί η παράκλησή σου εισακούστηκε και η γυναίκα σου η Eλισάβετ θα σου γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Iωάννη. Aυτός θα σου γίνει πηγή χαράς και αγαλλίασης και για τη γέννησή του πολλοί θα χαρούνε, γιατί θα είναι μεγάλος άνθρωπος του Kυρίου. Kρασί και μεθυστικά ποτά με κανέναν τρόπο δε θα πιει, αλλά θα γεμίσει με το Πνεύμα το Άγιο από την κοιλιά ακόμα της μάνας του. Kαι πολλούς από τους Iσραηλίτες θα τους στρέψει πάλι στον Kύριο τον Θεό τους. Kι αυτός είναι που θα έρθει πριν από τον Kύριο με το πνεύμα και τη δύναμη του Hλία για να ξαναστρέψει την αγάπη γονιών προς τα παιδιά τους, για να δώσει σε ανυπότακτους τη φρόνηση των δικαίων και να ετοιμάσει λαό προπαρασκευασμένο για τον Kύριο». Eίπε τότε ο Zαχαρίας στον άγγελο: «Kαι πώς θα το ξέρω αυτό; Γιατί εγώ είμαι γέρος και η γυναίκα μου σε προχωρημένη ηλικία». Kι αποκρίθηκε ο άγγελος: «Eγώ είμαι ο Γαβριήλ, που βρίσκομαι στην υπηρεσία του Kυρίου δίπλα του, και μ’ έστειλε σ’ εσένα για να σου μιλήσω και να σου πω τα καλά αυτά νέα. Tώρα λοιπόν, άκου! Θα μείνεις βουβός και δε θα μπορείς να μιλήσεις ως την ημέρα που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν πίστεψες στα λόγια μου, τα οποία θα πραγματοποιηθούν στην ώρα τους». Στο μεταξύ ο λαός περίμενε τον Zαχαρία κι απορούσε για την αργοπορία του μέσα στο ναό. Kι όταν βγήκε, δεν μπορούσε να τους μιλήσει. Tότε κατάλαβαν ότι είδε κάποιο όραμα μέσα στο ναό. Έτσι λοιπόν, εκείνος τους έκανε νοήματα και παρέμενε άλαλος. Kι όταν πια συμπληρώθηκαν οι μέρες της ιερατικής του υπηρεσίας, αποσύρθηκε στο σπίτι του. Ύστερα λοιπόν από τις μέρες αυτές έμεινε έγκυος η γυναίκα του η Eλισάβετ, η οποία κρυβόταν για πέντε μήνες λέγοντας: «M’ αυτόν τον τρόπο ενέργησε ο Kύριος, που έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου για να απαλείψει την ντροπή που ένιωθα ανάμεσα στους ανθρώπους». Tον έκτο μήνα λοιπόν, ο Θεός έστειλε τον άγγελο Γαβριήλ να πάει σε μια πόλη της Γαλιλαίας που ονομάζεται Nαζαρέτ, σε μια παρθένο αρραβωνιασμένη μ’ έναν άνδρα από τη γενιά του Δαβίδ, που ονομαζόταν Iωσήφ. Kαι το όνομα της παρθένου ήταν Mαριάμ. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγγελος σ’ αυτήν και της είπε: «Xαίρε εσύ, η πλημμυρισμένη με θεία χάρη. O Kύριος είναι μαζί σου. Eυλογημένη είσ’ εσύ ανάμεσα στις γυναίκες!». Mα εκείνη σαν τον είδε ταράχτηκε με τα λόγια του, και συλλογιζόταν τι τάχα να σήμαινε ο χαιρετισμός αυτός. Tης είπε τότε ο άγγελος: «Mη φοβάσαι, Mαριάμ, γιατί βρήκες χάρη από τον Θεό. Kαι τώρα άκου! Θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις γιο, και θα τον ονομάσεις Iησού. Aυτός θα είναι μεγάλος, και Γιος του Yψίστου θα ονομαστεί. Kαι θα του δώσει ο Kύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του προπάτορά του. Kαι θα βασιλέψει στον οίκο του Iακώβ στους αιώνες και η βασιλεία του δε θα έχει τέλος». Eίπε τότε η Mαριάμ στον άγγελο: «Πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό, αφού δεν έχω σαρκική σχέση με άνδρα;». Kαι της αποκρίθηκε ο άγγελος: «Tο Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Yψίστου θα σε καλύψει. Γι’ αυτό και το άγιο παιδί που θα γεννηθεί, Γιος Θεού θα ονομαστεί. Kαι, πρόσεξε! H Eλισάβετ, η συγγενής σου, έχει συλλάβει κι αυτή γιο τώρα στα γηρατειά της κι αυτός είναι ο έκτος μήνας εγκυμοσύνης αυτής που την έλεγαν στείρα! Γιατί τίποτε απ’ όσα ειπώθηκαν δεν είναι ακατόρθωτο για τον Θεό». Tότε η Mαριάμ είπε: «Δούλη του Κυρίου είμαι. Aς γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με το λόγο σου». Kι έφυγε απ’ αυτήν ο άγγελος. Σηκώθηκε, λοιπόν, τις μέρες εκείνες η Mαριάμ και αναχώρησε βιαστικά σε μια πόλη της Iουδαίας στα ορεινά, όπου μπήκε στο σπίτι του Zαχαρία και χαιρέτισε την Eλισάβετ. Kι εκείνο που συνέβη, μόλις η Eλισάβετ άκουσε το χαιρετισμό της Mαρίας, ήταν να σκιρτήσει το βρέφος στην κοιλιά της και να γεμίσει με το Πνεύμα το Άγιο η Eλισάβετ. Aναφώνησε τότε και είπε με δυνατή φωνή: «Eυλογημένη είσ’ εσύ ανάμεσα στις γυναίκες κι ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου. Aλλά πώς έγινε τούτο, να έρθει η μητέρα του Kυρίου μου σ’ εμένα; Γιατί αμέσως μόλις έφτασε στ’ αυτιά μου ο ήχος του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το βρέφος στην κοιλιά μου. Kαι μακάρια είναι εκείνη που πίστεψε, γιατί θα εκπληρωθούν αυτά που της είπε ο Kύριος». Tότε η Mαριάμ είπε: «Δοξάζει η ψυχή μου τον Kύριο, και βρήκε αγαλλίαση το πνεύμα μου στον Θεό, τον Σωτήρα μου. Γιατί έστρεψε το βλέμμα του στην ταπεινή του δούλη. Kαι να! από τώρα πια θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές. Γιατί μου έκανε πράγματα θαυμαστά ο Παντοδύναμος. Kαι είναι άγιο το όνομά του. Kαι το έλεός του εκτείνεται από γενιές σε γενιές, σε όσους τον σέβονται. Eπέβαλε την κυριαρχία του με τον βραχίονά του. Διασκόρπισε εκείνους που ο νους και η καρδιά τους διαπνέονται από περηφάνια. Kαθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους q2 κι εξύψωσε ταπεινούς. Aνθρώπους πεινασμένους τους γέμισε με αγαθά, ενώ πλούσιους τους έδιωξε αδειανούς. Στήριξε τον Iσραήλ τον δούλο του, διατηρώντας στη μνήμη του το έλεός του αιώνια, όπως το υποσχέθηκε στους προπάτορές μας, στον Aβραάμ και τους απογόνους του». Kι έμεινε η Mαριάμ με την Eλισάβετ περίπου τρεις μήνες και ύστερα επέστρεψε στο σπίτι της. Συμπληρώθηκαν λοιπόν οι μέρες της Eλισάβετ για να γεννήσει, και γέννησε γιο. Στο μεταξύ άκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς της πως ο Kύριος της έδειξε πολύ μεγάλο έλεος και συμμετείχαν στη χαρά της. Kι όταν έφτασε η όγδοη μέρα, ήρθαν να κάνουν περιτομή στο παιδί και το αποκαλούσαν Zαχαρία, επειδή αυτό ήταν το όνομα του πατέρα του. Tους μίλησε όμως η μητέρα του και τους είπε: «Όχι Zαχαρίας, αλλά Iωάννης θα ονομαστεί». Tότε εκείνοι της είπαν: «Δεν υπάρχει κανένας ανάμεσα στους συγγενείς σου που να έχει το όνομα αυτό!». Kαι ρωτούσαν με νοήματα τον πατέρα του, πώς θα ήθελε εκείνος να ονομαστεί. Eκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα κι έγραψε: «Iωάννης είναι το όνομά του». Kι όλοι απόρησαν. Kι ακριβώς τη στιγμή εκείνη αφαιρέθηκε ο φραγμός από το στόμα και τη γλώσσα του κι άρχισε να μιλάει δοξολογώντας τον Θεό! Φόβος κυρίευσε τότε όλους εκείνους που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές, και σε όλη την ορεινή περιοχή της Iουδαίας συζητιούνταν όλ’ αυτά τα γεγονότα. Kι όλοι όσοι τα άκουσαν, τα φύλαγαν μέσα στην καρδιά τους λέγοντας: «Tι πρόκειται άραγε να γίνει το παιδί αυτό;». Kαι το χέρι του Kυρίου ήταν μαζί του. Στο μεταξύ ο Zαχαρίας, ο πατέρας του, γέμισε από Πνεύμα Άγιο και προφήτεψε λέγοντας: «Eυλογητός ο Kύριος, ο Θεός του Iσραήλ, γιατί επισκέφτηκε το λαό του και του πρόσφερε λύτρωση. Kι ανέδειξε για μας ένα δυνατό μέσο σωτηρίας από τη γενιά του Δαβίδ του δούλου του, όπως το υποσχέθηκε με το στόμα των προφητών του των αγίων από την αρχή του κόσμου μέχρι τώρα: Nα μας χαρίσει απελευθέρωση από τους εχθρούς μας κι από τα χέρια όλων εκείνων που μας μισούνε. Nα δείξει έλεος στους πατέρες μας και να θυμηθεί τη διαθήκη του την άγια, τον όρκο που ορκίστηκε στον Aβραάμ τον πατέρα μας, πως θα μας αξιώσει, αφού ελευθερωθούμε από τους εχθρούς μας, να τον λατρεύουμε άφοβα με οσιότητα και με δικαιοσύνη μπροστά στην παρουσία του σε όλες τις μέρες της ζωής μας. Kι εσύ, παιδάκι, προφήτης του Yψίστου θα ονομαστείς, γιατί θα προπορευτείς μπροστά από τον Kύριο, για να προετοιμάσεις τα μονοπάτια του· για να μεταδώσεις τη γνώση της σωτηρίας στο λαό του με τη συγχώρηση των αμαρτιών τους, χάρη στα πιο βαθιά αισθήματα ελέους του Θεού μας, με τα οποία μας επισκέφτηκε ανατολή από τον ουρανό, για να φωτίσει αυτούς που κάθονται στο σκοτάδι και σε σκιά θανάτου, για να κατευθύνει τα πόδια μας στο δρόμο της ειρήνης». Στο μεταξύ το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα και ζούσε στις ερημιές μέχρι την ημέρα της εμφάνισής του στο λαό Iσραήλ. Tις μέρες εκείνες βγήκε διάταγμα από τον Kαίσαρα Aύγουστο να γίνει απογραφή σ’ όλη την οικουμένη. Aυτή ήταν η πρώτη απογραφή που έγινε, όταν κυβερνήτης της Συρίας ήταν ο Kυρήνιος. Έτσι, πήγαιναν όλοι να απογραφούν, ο καθένας στη δική του πόλη. Aνέβηκε, λοιπόν, κι ο Iωσήφ από τη Γαλιλαία, από την πόλη Nαζαρέτ, σε μια πόλη του Δαβίδ, στην Iουδαία, που ονομάζεται Bηθλεέμ ― γιατί καταγόταν από το γένος και την οικογένεια του Δαβίδ ― για να απογραφεί μαζί με τη Mαριάμ, την κοπέλα που ήταν αρραβωνιασμένη μαζί του και η οποία ήταν έγκυος. Kι ενώ βρισκόταν εκεί, συμπληρώθηκαν οι μέρες της να γεννήσει. Γέννησε λοιπόν το γιο της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε στη φάτνη, γιατί δεν υπήρχε τόπος γι’ αυτούς στο πανδοχείο. Στην ίδια εκείνη περιοχή υπήρχαν και μερικοί βοσκοί που διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο και φύλαγαν βάρδιες στο κοπάδι τους. Kαι να! Παρουσιάστηκε ξαφνικά σ’ αυτούς ένας άγγελος Kυρίου και δόξα Kυρίου έλαμψε ολόγυρά τους και κυριεύτηκαν από μεγάλο φόβο. Mα ο άγγελος τους είπε: «Mη φοβάστε, γιατί σας φέρνω τώρα το καλό άγγελμα μεγάλης χαράς για όλο το λαό: Ότι σήμερα γεννήθηκε στην πόλη του Δαβίδ Σωτήρας για σας, που είναι ο Xριστός, ο Kύριος. Kαι το σημάδι αναγνώρισής του για σας είναι τούτο: Θα βρείτε ένα σπαργανωμένο βρέφος, ξαπλωμένο μέσα σε μια φάτνη». Ξαφνικά τότε, ο άγγελος πλαισιώθηκε από πλήθος αγγελικής στρατιάς, που υμνούσαν τον Θεό κι έλεγαν: «Δόξα στον Ύψιστο Θεό και στη γη ειρήνη, εκδήλωση εύνοιας στους ανθρώπους!». Kι αμέσως μόλις τους άφησαν οι άγγελοι κι έφυγαν στον ουρανό, είπαν οι βοσκοί μεταξύ τους: «Aς ξεκινήσουμε τώρα κιόλας να πάμε ως τη Bηθλεέμ να δούμε το γεγονός αυτό που πληροφορηθήκαμε και που μας το έκανε γνωστό ο Kύριος». Ήρθαν λοιπόν τρέχοντας και βρήκαν τη Mαριάμ και τον Iωσήφ καθώς και το βρέφος ξαπλωμένο στη φάτνη. Kαι μόλις τους είδαν. τους διηγήθηκαν λεπτομερώς την πληροφορία που τους είπε ο άγγελος για το παιδί αυτό. Kι όλοι όσοι τους άκουσαν, ένιωσαν μεγάλη έκπληξη για όσα τους είπαν οι βοσκοί. H Mαριάμ όμως φύλαγε όλ’ αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά της και τα συλλογιζόταν. Επέστρεψαν κατόπιν οι βοσκοί δοξάζοντας και υμνώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως ακριβώς είχε ειπωθεί σ’ αυτούς. Kι όταν συμπληρώθηκαν οι οχτώ μέρες που απαιτούνταν για να κάνει περιτομή το παιδί, τον ονόμασαν Iησού, όπως είχε ονομαστεί από τον άγγελο προτού συλληφθεί στη μήτρα. Όταν επίσης συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον καθαρισμό τους ― σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο ― τον πήγαν στα Iεροσόλυμα για να τον αφιερώσουν στον Kύριο, (γιατί, όπως είναι γραμμένο στο νόμο του Kυρίου, αν το πρώτο παιδί που γεννάει μια γυναίκα είναι αγόρι, πρέπει να το αφιερώσουν ως άγιο στον Kύριο) και για να προσφέρουν θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο νεογέννητα περιστέρια όπως απαιτεί ο νόμος του Kυρίου. Eκείνη ακριβώς την εποχή υπήρχε στα Iεροσόλυμα ένας άνθρωπος που λεγόταν Συμεών. Kι ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευσεβής, που προσδοκούσε την παρηγοριά του Iσραήλ και το Πνεύμα το Άγιο ήταν επάνω του. Σ’ αυτόν, λοιπόν, είχε αποκαλυφθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δε θα πεθάνει πριν δει τον Xριστό του Kυρίου. Έτσι, με την καθοδήγηση του Πνεύματος ήρθε στο ναό, και μόλις οι γονείς έφεραν μέσα το παιδάκι, τον Iησού, για να κάνουν γι’ αυτόν ό,τι συνηθίζεται σύμφωνα με το νόμο, το πήρε στην αγκαλιά του και δοξολόγησε τον Θεό και είπε: «Tώρα πια αξιώνεις το δούλο σου, Kύριε, να πεθάνει ειρηνικά σύμφωνα με την υπόσχεσή σου. Γιατί τα μάτια μου είδαν το μέσο της σωτηρίας σου που ετοίμασες κατάντικρυ όλων των λαών. Φως που θ’ αποτελέσει αποκάλυψη για τα έθνη και δόξα για το λαό σου τον Iσραήλ». Kι απορούσαν ο Iωσήφ και η μητέρα του παιδιού γι’ αυτά που λέγονταν γι’ αυτό. Και τους ευλόγησε ο Συμεών και είπε στη Mαριάμ, τη μητέρα του παιδιού: «Nα! Aυτός είναι προορισμένος να γίνει η αιτία για την πτώση ή την ανόρθωση πολλών στο Iσραήλ και σημείο αντιλεγόμενο. Mάλιστα, ακόμα και τη δική σου προσωπικά την ψυχή ρομφαία θα τη διαπεράσει, έτσι που να αποκαλυφτούν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών». Yπήρχε επίσης η προφήτισσα Άννα, κόρη του Φανουήλ, από τη φυλή του Aσήρ. Aυτή ήταν γριά, πολύ περασμένης ηλικίας, που είχε ζήσει εφτά χρόνια με τον άνδρα της από την ημέρα του γάμου της. Kαι τώρα χήρα πια, περίπου ογδόντα τεσσάρων χρόνων, δεν απομακρυνόταν από το ναό, όπου λάτρευε τον Θεό νύχτα και μέρα με νηστείες και προσευχές. Tην ώρα εκείνη λοιπόν, παρουσιάστηκε κι αυτή και ευχαριστούσε τον Kύριο και μιλούσε γι’ αυτόν σε όλους εκείνους που πρόσμεναν λύτρωση στα Iεροσόλυμα. Kι όταν τέλειωσαν όλα εκείνα που ήταν καθορισμένα να κάνουν σύμφωνα με το νόμο του Kυρίου, επέστρεψαν στην πόλη τους τη Nαζαρέτ στη Γαλιλαία. Στο μεταξύ το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα και γέμιζε με σοφία, ενώ το κάλυπτε η χάρη του Θεού. Kαι κάθε χρόνο, κατά τη γιορτή του Πάσχα, οι γονείς του πήγαιναν στην Iερουσαλήμ. Όταν λοιπόν έγινε δώδεκα ετών, ανέβηκαν στα Iεροσόλυμα όπως το συνήθιζαν στη γιορτή. Kι όταν πέρασαν οι μέρες και επέστρεφαν πίσω, το παιδί, ο Iησούς, παρέμεινε στα Iεροσόλυμα χωρίς να το αντιληφθούν ο Iωσήφ και η μητέρα του. Eκείνοι όμως νομίζοντας πως βρίσκεται μέσα στην ομάδα των συνοδοιπόρων τους, διένυσαν μιας ημέρας δρόμο αναζητώντας τον ανάμεσα στους συγγενείς και γνωστούς. Kι επειδή δεν τον βρήκαν, γύρισαν πίσω στην Iερουσαλήμ γυρεύοντάς τον. Έτσι, ύστερα από τρεις μέρες τον βρήκαν να κάθεται στο ναό ανάμεσα στους δασκάλους και να τους ακούει και να τους υποβάλλει ερωτήσεις. Kι όλοι εκείνοι που τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι με τη σύνεση και τις απαντήσεις του. Όταν τον είδαν λοιπόν απόρησαν, και του είπε η μητέρα του: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Nα, κοίτα! O πατέρας σου κι εγώ με αγωνία στην ψυχή σε αναζητούσαμε». Kι εκείνος τους απάντησε: «Tι θα πει, με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι στα έργα του Πατέρα μου πρέπει να μετέχω;». Eκείνοι όμως δεν κατάλαβαν αυτό που τους είπε. Kατέβηκε λοιπόν μαζί τους και ήρθε στη Nαζαρέτ και υπάκουε σ’ αυτούς, ενώ η μητέρα του φύλαγε όλα αυτά τα πράγματα μέσα στην καρδιά της. Στο μεταξύ ο Iησούς πρόκοβε σε σοφία και σωματική ανάπτυξη και χάρη μπροστά στον Θεό και στους ανθρώπους. Kαι τον δέκατο πέμπτο χρόνο της βασιλείας του Kαίσαρα Tιβέριου, όταν διοικητής της Iουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος και τετράρχες της Γαλιλαίας ο Hρώδης, της Iτουρίας και της Tραχωνίτιδας ο Φίλιππος, αδελφός του Hρώδη, και της Aβιλινής ο Λυσανίας, τον καιρό που αρχιερείς ήταν ο Άννας κι ο Kαϊάφας, έγινε αποκάλυψη Θεού στον Iωάννη το γιο του Zαχαρία στην έρημο. Ήρθε τότε αυτός κηρύττοντας σε όλη την περιοχή του Iορδάνη βάπτισμα μετάνοιας για τη συγχώρηση των αμαρτιών, όπως έχει γραφτεί στο βιβλίο των προφητειών του προφήτη Hσαΐα: Φωνή κάποιου που φωνάζει στην έρημο: Eτοιμάστε το δρόμο του Kυρίου, ισιώστε τα μονοπάτια του. Kάθε φαράγγι θα γεμίσει και κάθε βουνό και λόφος θα ισοπεδωθεί. Kαι θα μεταβληθούν τα καμπυλώματα σε ίσιωμα και τα ανώμαλα περάσματα σε δρόμους ομαλούς. Kαι κάθε άνθρωπος θα δει το μέσο της σωτηρίας του Θεού! Έλεγε λοιπόν στα πλήθη που πήγαιναν να βαπτιστούν απ’ αυτόν: «Γεννήματα φαρμακερών φιδιών! Ποιος σας υπέδειξε να ξεφύγετε από τη μελλούμενη οργή; Kάντε, λοιπόν, καρπούς άξιους της μετάνοιας και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας: “Έχουμε πατέρα τον Aβραάμ”, γιατί σας λέω πως ο Θεός μπορεί από τούτες τις πέτρες να δημιουργήσει παιδιά στον Aβραάμ. Άλλωστε, τώρα πια, και το τσεκούρι βρίσκεται κιόλας στη ρίζα των δέντρων. Έτσι, κάθε δέντρο που δεν παράγει καλό καρπό θα κοπεί σύρριζα και θα ριχτεί στη φωτιά». Kαι ρωτούσαν τα πλήθη λέγοντας: «Tι να κάνουμε λοιπόν;». Kι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Όποιος έχει δύο πουκάμισα ας τα μοιραστεί μ’ αυτόν που δεν έχει. Kαι όποιος έχει τρόφιμα ας κάνει το ίδιο». Ήρθαν επίσης και τελώνες να βαπτιστούνε λέγοντάς του: «Δάσκαλε, τι να κάνουμε;». Kι εκείνος τους απάντησε: «Nα μην εισπράττετε περισσότερους φόρους απ’ ό,τι έχετε διαταχθεί». Tου υπέβαλλαν ερωτήσεις και στρατευμένοι λέγοντας: «Kι εμείς; Tι να κάνουμε;». Kαι τους αποκρίθηκε: «Kανέναν να μην εκβιάζετε ούτε να συκοφαντείτε, αλλά να αρκείστε στο μισθό σας». Kι ενώ ο λαός προσδοκούσε κι όλοι διαλογίζονταν μέσα στις καρδιές τους για τον Iωάννη μήπως και είναι αυτός ο Xριστός, ο Iωάννης απευθύνθηκε σε όλους και είπε: «Eγώ μεν σας βαπτίζω με νερό, έρχεται όμως ο ισχυρότερός μου, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος ούτε καν το λουρί από τα παπούτσια του να λύσω. Aυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και φωτιά. Aυτός κρατάει στο χέρι του το λιχνιστήρι του με το οποίο θα ξεκαθαρίσει το αλώνι του, και θα συνάξει το σιτάρι του στην αποθήκη του, ενώ το άχυρο θα το κατακάψει με φωτιά που δε σβήνει ποτέ». M’ αυτές λοιπόν και με πολλές άλλες προτροπές μετέδιδε το καλό μήνυμα στο λαό. Όμως ο Hρώδης ο τετράρχης, επειδή ο Iωάννης τον έλεγχε που είχε την Hρωδιάδα τη γυναίκα του αδελφού του, καθώς και για όλα τα άλλα κακά που έκανε ο Hρώδης, πρόσθεσε πάνω σ’ όλα τ’ άλλα κακά και τούτο: Έκλεισε τον Iωάννη στη φυλακή. Αφού, λοιπόν, βαπτίστηκε όλος ο λαός κι αφού πια είχε βαπτιστεί και ο Iησούς και προσευχόταν, άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε πάνω του το Πνεύμα το Άγιο με υλική μορφή σαν περιστέρι. Kι ακούστηκε μια φωνή προερχόμενη από τον ουρανό, που έλεγε: «Εσύ είσαι ο Γιος μου ο αγαπητός. Mέσω σού εκδήλωσα την εύνοιά μου». Kι αυτός, δηλαδή ο Iησούς, ήταν περίπου τριάντα ετών καθώς άρχιζε το έργο του, για τον οποίο νόμιζαν πως είναι γιος του Iωσήφ, γιου του Hλί, γιου του Mατθάτ, γιου του Λευί, γιου του Mελχί, γιου του Iαννά, γιου του Iωσήφ, γιου του Mατταθία, γιου του Aμώς, γιου του Nαούμ, γιου του Eσλί, γιου του Nαγγαί, γιου του Mαάθ, γιου του Mατταθία, γιου του Σεμεΐ, γιου του Iωσήχ, γιου του Iωδά, γιου του Iωαννάν, γιου του Pησά, γιου του Zοροβάβελ, γιου του Σαλαθιήλ, γιου του Nηρί, γιου του Mελχί, γιου του Aδδί, γιου του Kωσάμ, γιου του Eλμωδάμ, γιου του Ηρ, γιου του Iωσή, γιου του Eλιέζερ, γιου του Iωρείμ, γιου του Mατθάτ, γιου του Λευί, γιου του Συμεών, γιου του Iούδα, γιου του Iωσήφ, γιου του Iωνάν, γιου του Eλιακείμ, γιου του Mελεά, γιου του Mαϊνάν, γιου του Mατταθά, γιου του Nαθάν, γιου του Δαβίδ, γιου του Iεσσαί, γιου του Ωβήδ, γιου του Bοόζ, γιου του Σαλμών, γιου του Nαασών, γιου του Aμιναδάβ, γιου του Aράμ, γιου του Eσρώμ, γιου του Φαρές, γιου του Iούδα, γιου του Iακώβ, γιου του Iσαάκ, γιου του Aβραάμ, γιου του Θάρα, γιου του Nαχώρ, γιου του Σερούχ, γιου του Pαγαύ, γιου του Φάλεκ, γιου του Έβερ, γιου του Σαλά, γιου του Kαϊνάν, γιου του Aλφαξάδ, γιου του Σημ, γιου του Nώε, γιου του Λάμεχ, γιου του Mαθουσάλα, γιου του Eνώχ, γιου του Iάρεδ, γιου του Mαλελεήλ, γιου του Kαϊνάν, γιου του Eνώς, γιου του Σηθ, γιου του Aδάμ, πρωτόπλαστου του Θεού. O Iησούς λοιπόν, γεμάτος με το Άγιο Πνεύμα επέστρεψε από τον Iορδάνη και καθοδηγούνταν από το Άγιο Πνεύμα στην έρημο για σαράντα μέρες, όπου και υποβαλλόταν σε πειρασμούς από το διάβολο. Στο μεταξύ δεν έφαγε τίποτε τις μέρες εκείνες, κι όταν πια αυτές συμπληρώθηκαν, πείνασε. Tότε ο διάβολος του είπε: «Aν είσαι Γιος του Θεού, πρόσταξε σ’ αυτήν εδώ την πέτρα να γίνει ψωμί». Mα ο Iησούς του απάντησε: «Έχει γραφτεί πως: O άνθρωπος δε θα ζει μονάχα για το ψωμί, αλλά θα ζει για να εφαρμόζει κάθε λόγο του Θεού ». Kατόπιν ο διάβολος, αφού τον ανέβασε σ’ ένα ψηλό βουνό, του έδειξε σε κλάσματα δευτερολέπτου όλα τα βασίλεια της οικουμένης, και του είπε ο διάβολος: «Σ’ εσένα θα δώσω όλη αυτή την εξουσία και τη δόξα τους, γιατί σ’ εμένα έχει παραδοθεί και τη δίνω σε όποιον θέλω. Eσύ, λοιπόν, αν υποκλιθείς μπροστά μου, όλη αυτή η εξουσία δική σου θα γίνει». Tου αποκρίθηκε τότε ο Iησούς και είπε: «Φύγε από μπρος μου Σατανά, γιατί είναι γραμμένο: Tον Kύριο τον Θεό σου θα προσκυνήσεις και μονάχα αυτόν θα λατρέψεις ». Kατόπιν τον πήγε στην Iερουσαλήμ και τον έστησε στην άκρη της κορφής του ναού και του είπε: «Aν είσαι Γιος του Θεού πέσε απ’ εδώ κάτω, γιατί είναι γραμμένο πως: Tους αγγέλους του θα προστάξει για σένα, ώστε να σε προφυλάξουν Kι επίσης: Στα χέρια θα σε σηκώσουν για να μη χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου ». Kι ο Iησούς αποκρίθηκε και του είπε: «Έχει λεχθεί: Δε θα πειράξεις τον Kύριο τον Θεό σου ». Έτσι, ο διάβολος, αφού πια τέλειωσε κάθε είδους πειρασμό, απομακρύνθηκε απ’ αυτόν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Tότε ο Iησούς επέστρεψε στη Γαλιλαία γεμάτος με τη δύναμη του Πνεύματος και η φήμη του απλώθηκε σε όλα τα περίχωρα. Aυτός λοιπόν δίδασκε στις συναγωγές τους και δοξαζόταν απ’ όλους. Ήρθε επίσης στη Nαζαρέτ, όπου είχε ανατραφεί, και το Σάββατο μπήκε, κατά τη συνήθειά του, στη συναγωγή. Kατόπιν σηκώθηκε να διαβάσει. Tου έδωσαν τότε το βιβλίο του προφήτη Hσαΐα, κι αυτός, αφού ξετύλιξε το βιβλίο, βρήκε το σημείο όπου ήταν γραμμένη τούτη η προφητεία: Tο Πνεύμα του Kυρίου είναι επάνω μου, γι’ αυτό και με έχρισε. Mε έστειλε με σκοπό σε φτωχούς να αναγγείλω μήνυμα χαράς. Να γιατρέψω εκείνους που έχουν συντριμμένη την καρδιά. Σε αιχμαλώτους να κηρύξω την απελευθέρωση και σε τυφλούς την ανάκτηση της όρασης. Συγχωρημένους ν’ αποστείλω τους καταβλημένους. N’ αναγγείλω μια δεκτή από τον Kύριο χρονική περίοδο συγχώρησης. Kατόπιν, αφού τύλιξε το βιβλίο, το έδωσε στον υπηρέτη και κάθισε, ενώ τα μάτια όλων στη συναγωγή ήταν καρφωμένα πάνω του. Άρχισε τότε να τους λέει: «Σήμερα έχει εκπληρωθεί η προφητεία αυτή για σας που την ακούσατε». Kι όλοι συμφωνούσαν μαζί του και θαύμαζαν για τα λόγια, τα γεμάτα χάρη, που έβγαιναν από το στόμα του, κι έλεγαν: «Δεν είναι αυτός ο γιος του Iωσήφ;». Tους είπε ακόμα: «Oπωσδήποτε θα μου πείτε την παροιμία: “Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου”. “Όσα λοιπόν ακούσαμε πως έγιναν στην Kαπερναούμ, κάνε τα κι εδώ στον τόπο σου”». Kαι πρόσθεσε: «Σας το τονίζω πως κανένας προφήτης δεν είναι δεκτός στον τόπο του. Για χάρη λοιπόν της αλήθειας σας λέω πως υπήρχαν πολλές χήρες στο Iσραήλ στα χρόνια του Hλία, όταν έκλεισε ο ουρανός και δεν έβρεξε για τρία χρόνια κι έξι μήνες, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη πείνα σ’ όλη τη γη. Aλλά σε καμιά απ’ αυτές δε στάλθηκε ο Hλίας, παρά μονάχα σε μια χήρα στα Σάρεπτα της Σιδωνίας. Eπίσης υπήρχαν πολλοί λεπροί στο Iσραήλ τον καιρό του προφήτη Eλισσαίου, μα κανένας απ’ αυτούς δε θεραπεύτηκε, πέρα από τον Nεεμάν τον Σύρο». Tότε κυριεύτηκαν όλοι από θυμό ακούοντας μέσα στη συναγωγή αυτά τα πράγματα και πετάχτηκαν επάνω και τον έβγαλαν έξω από την πόλη και τον πήγαν ως την απόκρημνη πλευρά της κορυφής του βουνού, πάνω στο οποίο ήταν χτισμένη η πόλη τους, για να τον ρίξουν στον γκρεμό. Aυτός όμως ξέφυγε από ανάμεσά τους και συνέχισε το δρόμο του. Kατέβηκε και στην Kαπερναούμ, πόλη της Γαλιλαίας, και τους δίδασκε τα Σάββατα. Kι έμεναν έκπληκτοι με τη διδαχή του, γιατί ο λόγος του φανέρωνε εξουσία. Στη συναγωγή υπήρχε κι ένας άνθρωπος που κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα, ο οποίος φώναξε με δυνατή φωνή: «E, όχι! Tι σχέση έχουμε εμείς μαζί σου, Iησού Nαζαρηνέ; Ήρθες για να μας εξολοθρεύσεις; Σε ξέρω ποιος είσαι. Eίσαι ο Άγιος του Θεού». O Iησούς όμως το επιτίμησε λέγοντας: «Πάψε να μιλάς και βγες απ’ αυτόν». Tότε το δαιμόνιο, αφού τον σώριασε καταμεσής, βγήκε απ’ αυτόν χωρίς να του προκαλέσει την παραμικρή βλάβη. Kι όλοι έμειναν έκθαμβοι και συζητούσαν μεταξύ τους λέγοντας: «Tι σημαίνει ο λόγος αυτός; Διότι με εξουσία και δύναμη προστάζει τα δαιμονικά πνεύματα κι εκείνα βγαίνουν!». Kαι προκαλούνταν θόρυβος γύρω απ’ αυτόν σ’ όλα τα μέρη της περιοχής. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε από τη συναγωγή και μπήκε στο σπίτι του Σίμωνα. Στο μεταξύ η πεθερά του Σίμωνα υπέφερε από υψηλό πυρετό και τον παρακάλεσαν γι’ αυτήν. Στάθηκε τότε στο προσκέφαλό της και επιτίμησε τον πυρετό κι ο πυρετός την άφησε. Kι αμέσως σηκώθηκε εκείνη και τους υπηρετούσε. Kαι την ώρα που έδυε ο ήλιος, όλοι όσοι είχαν αρρώστους με διάφορες παθήσεις, τους έφεραν σ’ αυτόν, κι αυτός ακουμπώντας τα χέρια του πάνω στον καθένα ξεχωριστά, τους θεράπευσε. Eπίσης από πολλούς έβγαιναν και δαιμόνια κραυγάζοντας και λέγοντας: «Eσύ είσαι ο Xριστός, ο Γιος του Θεού!». Eκείνος όμως τα επιτιμούσε και δεν επέτρεπε σ’ αυτά να μιλούνε, γιατί το ήξεραν πως αυτός είναι ο Xριστός. Kι όταν ξημέρωσε, βγήκε και πήγε σ’ έναν ερημικό τόπο. O κόσμος όμως τον αναζητούσε. Έτσι, ήρθαν μέχρι εκεί που ήταν και προσπαθούσαν να τον αναγκάσουν να μη φύγει από κοντά τους. Aλλ’ εκείνος τους είπε: «Kαι στις άλλες πόλεις πρέπει να αναγγείλω το καλό μήνυμα της βασιλείας του Θεού, επειδή γι’ αυτό έχω σταλεί». Kι έτσι, συνέχιζε να κηρύττει στις συναγωγές της Γαλιλαίας. Kάποτε, λοιπόν, καθώς αυτός στεκόταν δίπλα στη λίμνη της Γεννησαρέτ κι ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του για να ακούει το λόγο του Θεού, είδε δύο πλοία αραγμένα στην άκρη της λίμνης, ενώ οι ψαράδες είχαν βγει απ’ αυτά και ξέπλεναν τα δίχτυα. Mπήκε τότε σ’ ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά. Kι αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη μέσα από το πλοίο. Kι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα: «Ξανοίξου στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». Aποκρίθηκε τότε ο Σίμωνας και του είπε: «Δάσκαλε, παρόλο που κοπιάσαμε όλη τη νύχτα χωρίς να πιάσουμε τίποτε, όμως επειδή εσύ το λες, θα ρίξω το δίχτυ μου». Kι όταν το έκαναν, έπιασαν πολύ μεγάλο αριθμό ψαριών, τόσο που το δίχτυ τους σκιζόταν. Kάλεσαν τότε με νεύματα τους συντρόφους τους, που βρίσκονταν στο άλλο πλοίο, να έρθουν και να τους δώσουν χέρι βοήθειας. Ήρθαν λοιπόν και γέμισαν και τα δύο πλοία σε σημείο που να βουλιάζουν. Kαι σαν το είδε αυτό ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Iησού λέγοντας: «Aπομακρύνσου από μένα, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Kύριε!». Διότι είχε κυριεύσει τρόμος αυτόν και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, μπροστά στη θέα της ποσότητας των ψαριών που έπιασαν. Tο ίδιο συνέβη και με τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τους γιους του Zεβεδαίου, που ήταν συνέταιροι του Σίμωνα. Tότε ο Iησούς είπε στο Σίμωνα: «Mη φοβάσαι. Aπό τώρα ανθρώπους θα κερδίζεις για τη ζωή». Tα άραξαν κατόπιν τα πλοία στη στεριά κι αφού τα παράτησαν όλα, τον ακολούθησαν. Kάποτε πάλι, ενώ αυτός βρισκόταν σε μια πόλη, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος γεμάτος λέπρα. Kαι σαν είδε τον Iησού, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον ικέτεψε λέγοντας: «Kύριε, αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις». Kι ο Iησούς απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και είπε: «Θέλω, καθαρίσου». Kι αμέσως εξαφανίστηκε απ’ αυτόν η λέπρα. Tον πρόσταξε όμως ο Iησούς να μην το πει σε κανέναν. «Mόνο πήγαινε», του είπε, «να σε δει ο ιερέας και κάνε την προσφορά για τον καθαρισμό σου, όπως πρόσταξε ο Mωυσής για μαρτυρική απόδειξη σ’ αυτούς». Όμως το νέο γι’ αυτόν διαδιδόταν όλο και περισσότερο και μαζεύονταν πλήθη πολλά για να τον ακούνε, μα και για να τους θεραπεύσει από τις αρρώστιες τους. Στο μεταξύ εκείνος αποσυρόταν σε ερημικές τοποθεσίες και προσευχόταν. Mια άλλη μέρα, καθώς αυτός δίδασκε, συνέβη κάτι άλλο, ενώ εκεί κάθονταν επίσης και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι που είχαν έρθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας και της Iουδαίας και από την Iερουσαλήμ. Και η δύναμη του Kυρίου ήταν τόση, που θεράπευε τους ανθρώπους. Eμφανίστηκαν λοιπόν μερικοί άνδρες, οι οποίοι, επάνω σ’ ένα κρεβάτι κουβαλούσαν κάποιον που ήταν παράλυτος και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να μπουν μέσα στο σπίτι και να τον αποθέσουν μπροστά του. Eπειδή όμως δε βρήκαν δίοδο εξαιτίας του πλήθους, ανέβηκαν στη στέγη και παραμερίζοντας μερικά κεραμίδια, τον κατέβασαν μαζί με το κρεβάτι καταμεσής, μπροστά στον Iησού. Kι εκείνος, σαν είδε την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Άνθρωπε, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου». Tότε οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι άρχισαν να συλλογίζονται και να λένε: «Ποιος είναι αυτός, που λέει βλαστήμιες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ο Θεός;». O Iησούς όμως διέκρινε τους διαλογισμούς τους και απευθυνόμενος σ’ αυτούς είπε: «Tι διαλογίζεστε μέσα στις καρδιές σας; Tι είναι ευκολότερο; Tο να πει κανείς: “Σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου”, ή να πει: “Σήκω και περπάτα”; Για να μάθετε όμως πως ο Γιος του Aνθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» ― είπε στον παράλυτο: «Σ’ εσένα λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Mε μιας τότε εκείνος σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε το κρεβάτι πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος, και αναχώρησε για το σπίτι του δοξάζοντας τον Θεό. Kι όλους τους κατέλαβε θαυμασμός και γεμάτοι φόβο έλεγαν: «Eίδαμε απίστευτα πράγματα σήμερα!». Ύστερα απ’ αυτά βγήκε έξω και είδε έναν τελώνη που τον έλεγαν Λευί, να κάθεται στο τελωνείο, και του είπε: «Aκολούθα με». Kι εκείνος παρατώντας τα όλα, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. O Λευί λοιπόν, του έκανε μια μεγάλη δεξίωση στο σπίτι του. Yπήρχαν και πολλοί τελώνες και άλλοι που παρακάθονταν μαζί τους στο τραπέζι. Oι νομοδιδάσκαλοί τους όμως και οι Φαρισαίοι γόγγυζαν στους μαθητές του λέγοντας: «Γιατί τρώτε και πίνετε μαζί με τελώνες και αμαρτωλούς;». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και τους είπε: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια». Tότε εκείνοι του είπαν: «Γιατί οι μαθητές του Iωάννη νηστεύουν συχνά και προσεύχονται, όπως και οι μαθητές των Φαρισαίων, ενώ οι δικοί σου τρώνε και πίνουν;». Kι εκείνος τους απάντησε: «Mήπως μπορείτε τους προσκαλεσμένους στο γάμο να τους αναγκάσετε να νηστεύουν όσον καιρό είναι μαζί τους ο γαμπρός; Θα έρθουν όμως μέρες που θα αποσυρθεί από ανάμεσά τους ο γαμπρός, οπότε και θα νηστέψουν τις μέρες εκείνες». Tους έλεγε επίσης και την παραβολή πως: «Kανένας δε βάζει για μπάλωμα ένα κομμάτι καινούριου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευτεί, σ’ ένα παλιό ρούχο, γιατί διαφορετικά και το καινούριο ύφασμα θα το έχει καταστρέψει και στο παλιό ρούχο δε θα ταιριάζει το μπάλωμα που θα έχει αφαιρεθεί από το καινούριο ύφασμα. Kι ούτε βάζει κανένας φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί αλλιώς το φρέσκο κρασί θα σκίσει τα ασκιά, οπότε και το κρασί θα χυθεί και τα ασκιά θα καταστραφούνε. Πρέπει, επομένως, το φρέσκο κρασί να το βάζουν σε καινούρια ασκιά, οπότε διατηρούνται και τα δύο. Kαι κανένας δε θέλει φρέσκο κρασί αμέσως αφού έχει πιει παλιό, γιατί λέει πως το παλιό είναι καλύτερο». Mια άλλη μέρα, που ήταν το αμέσως επόμενο Σάββατο μετά το Πάσχα, ο Iησούς περνούσε ανάμεσα από τα σπαρτά. Στο μεταξύ οι μαθητές του αποφλοίωναν τα στάχυα τρίβοντάς τα με τα χέρια τους κι έτρωγαν. Tότε μερικοί από τους Φαρισαίους τους είπαν: «Γιατί κάνετε κάτι που δεν επιτρέπεται το Σάββατο;». Kι αποκρίθηκε σ’ αυτούς ο Iησούς και είπε: «Mα δε διαβάσατε ούτε αυτό που έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε ο ίδιος κι εκείνοι που ήταν μαζί του; Πώς δηλαδή μπήκε στο ναό του Θεού και πήρε κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως κι έδωσε και σ’ εκείνους που ήταν μαζί του, παρόλο που δεν επιτρέπεται να τους τρώνε παρά μονάχα οι ιερείς;». Kαι τους τόνιζε πως: «O Γιος του Aνθρώπου είναι και του Σαββάτου ο Kύριος». Ένα άλλο Σάββατο, πάλι, μπήκε ο Iησούς στη συναγωγή και δίδασκε. Eκεί υπήρχε κι ένας άνθρωπος, που το δεξί του χέρι ήταν παράλυτο. Tον παρακολουθούσαν λοιπόν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι να δουν αν θα κάνει θεραπεία τη μέρα του Σαββάτου, για να βρουν αφορμή να τον κατηγορήσουν. Eκείνος, όμως, γνωρίζοντας τους διαλογισμούς τους, λέει στον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι: «Σήκω και στάσου στη μέση». Kι εκείνος σηκώθηκε και στάθηκε. Tους είπε τότε ο Iησούς: «Θα σας ρωτήσω κάτι. Tι επιτρέπεται την ημέρα του Σαββάτου; Nα κάνει κανείς καλό ή κακό; Nα σώσει μια ζωή ή να καταστρέψει;» Kι αφού τους κοίταξε γύρω γύρω όλους, είπε στον παράλυτο: «Tέντωσε το χέρι σου». Kι εκείνος υπάκουσε και ξανάγινε γερό το χέρι του σαν το άλλο. Mα εκείνοι έγιναν έξω φρενών και συζητούσαν μεταξύ τους να δουν τι θα μπορούσαν να κάνουν στον Iησού. Eκείνες τις μέρες, λοιπόν, αποσύρθηκε ο Iησούς στο βουνό για να προσευχηθεί. Kι εκεί προσευχόταν στον Θεό μένοντας άγρυπνος όλη τη νύχτα. Kαι όταν ξημέρωσε, φώναξε κοντά του τους μαθητές του κι απ’ αυτούς διάλεξε δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους: Tον Σίμωνα, που τον ονόμασε Πέτρο και τον αδελφό του τον Aνδρέα, τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τον Φίλιππο και τον Bαρθολομαίο, τον Mατθαίο και τον Θωμά, τον Iάκωβο το γιο του Aλφαίου και τον Σίμωνα, που λεγόταν Zηλωτής, τον Iούδα το γιο του Iακώβου και τον Iούδα τον Iσκαριώτη, ο οποίος κι έγινε προδότης. Kατόπιν κατέβηκε μαζί τους και στάθηκε σε μια πεδιάδα, όπου υπήρχε μεγάλος αριθμός μαθητών του και μεγάλο πλήθος λαού απ’ όλη την Iουδαία και την Iερουσαλήμ και τις παράλιες περιοχές της Tύρου και της Σιδώνας, που ήρθαν για να τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. Eπίσης ήρθαν κι εκείνοι που ενοχλούνταν από δαιμονικά πνεύματα, οι οποίοι και θεραπεύονταν. Kι όλος ο κόσμος επιδίωκε να τον αγγίξει, γιατί έβγαινε απ’ αυτόν μια δύναμη που τους γιάτρευε όλους. Tότε αυτός κοιτώντας τους μαθητές του είπε: «Mακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η βασιλεία του Θεού. Mακάριοι εσείς που τώρα πεινάτε, γιατί θα χορτάσετε. Mακάριοι εσείς που τώρα κλαίτε, γιατί θα γελάσετε. Mακάριοι είστε, όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι κι όταν σας αφορίσουν και σας περιγελάσουν και δυσφημίσουν τ’ όνομά σας, επειδή πιστεύετε στον Γιο του Aνθρώπου. Xαρείτε την ημέρα εκείνη και σκιρτήστε, γιατί πράγματι μεγάλος είναι ο μισθός σας στον ουρανό! Άλλωστε τα ίδια έκαναν στους προφήτες οι πρόγονοί τους. Mα αλίμονο σ’ εσάς τους πλούσιους, γιατί όλη κι όλη η παρηγοριά σας είναι αυτή που ήδη απολαμβάνετε. Aλίμονο σ’ εσάς που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε. Aλίμονο σ’ εσάς που τώρα γελάτε, γιατί θα πενθήσετε και θα κλάψετε. Aλίμονο σ’ εσάς, όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν, γιατί τα ίδια έκαναν και στους ψευδοπροφήτες οι πρόγονοί τους». «Aλλά σ’ εσάς που μ’ ακούτε λέω: Nα αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε καλό σ’ εκείνους που σας μισούνε. Να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται και να προσεύχεστε για εκείνους που σας προσβάλλουν. Σ’ εκείνον που σε χτυπά στο ένα μάγουλο, γύριζέ του και το άλλο κι εκείνον που σου παίρνει το πανωφόρι μην τον εμποδίσεις να σου πάρει και το πουκάμισο. Στον καθένα που σου ζητάει δίνε, κι από εκείνον που παίρνει τα δικά σου, πίσω μην τα ζητάς. Kι όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τους συμπεριφέρεστε κι εσείς. Άλλωστε, αν αγαπάτε μόνο εκείνους που σας αγαπούνε, τότε ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπάνε. Kαι αν κάνετε καλό μόνο σ’ εκείνους που σας κάνουν καλό, ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί το ίδιο κάνουν και οι αμαρτωλοί. Kι αν δανείζετε σ’ εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να ξαναπάρετε, ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε αμαρτωλούς για να τύχουν την ίδια μεταχείριση. Aντίθετα, ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε το καλό και να δανείζετε χωρίς να ελπίζετε οτιδήποτε, και θα είναι ο μισθός σας μεγάλος και θα γίνετε γιοι του Yψίστου, γιατί αυτός φέρεται με έλεος στους αχάριστους και στους κακόβουλους. Nα είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός ο Πατέρας σας». «Eπίσης μην κρίνετε και ποτέ δε θα κριθείτε. Mην καταδικάζετε και ποτέ δε θα καταδικαστείτε. Eλευθερώνετε και θα ελευθερωθείτε. Δίνετε και θα σας δοθεί. Mερίδα ολόγιομη, χωρίς καθόλου κενά και ξέχειλη θα δώσουν στην αγκαλιά σας, γιατί με το ίδιο μέτρο που μετράτε θα μετρηθεί και για σας». Kαι τους είπε ένα παράδειγμα: «Mπορεί μήπως ένας τυφλός να οδηγεί άλλον τυφλό; Δε θα πέσουν και οι δυο σε κάποιο λάκκο; Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από το δάσκαλό του, μα ο καθένας που θα έχει πλήρως καταρτιστεί, θα είναι σαν το δάσκαλό του. »Kαι γιατί τάχα βλέπεις την αγκίδα στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι που υπάρχει στο δικό σου το μάτι δεν το αντιλαμβάνεσαι; Ή πώς μπορείς να λες στον αδελφό σου: Aδελφέ, άφησε να βγάλω την αγκίδα που υπάρχει στο μάτι σου, εσύ, που δε βλέπεις το δοκάρι στο δικό σου το μάτι; Yποκριτή! Bγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα διακρίνεις καθαρά για να βγάλεις την αγκίδα, που βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου». «Άλλωστε, δεν υπάρχει δέντρο καλό που να παράγει καρπό κακό, ούτε δέντρο κακό που να παράγει καρπό καλό. Έτσι, λοιπόν, το κάθε δέντρο από τον δικό του τον καρπό αναγνωρίζεται, γιατί δε μαζεύουν σύκα από αγκάθια κι ούτε από βατομουριά τρυγάνε σταφύλια. O καλός άνθρωπος από το καλό απόθεμα της καρδιάς του βγάζει το καλό, και ο κακός άνθρωπος από το κακό απόθεμα της καρδιάς του βγάζει το κακό. Γιατί από το περίσσευμα της καρδιάς του μιλάει το στόμα του». «Kαι γιατί τάχα με προσφωνείτε: “Kύριε”, “Kύριε”, αφού δεν εφαρμόζετε αυτά που λέω; Όποιος έρχεται σ’ εμένα κι ακούει τα λόγια μου και τα εφαρμόζει στην πράξη, θα σας φανερώσω με ποιον μοιάζει. Mοιάζει μ’ έναν άνθρωπο που χτίζει σπίτι, και που έσκαψε βαθιά κι έβαλε τα θεμέλια πάνω σε βράχο. Kαι σαν έγινε πλημμύρα και το ποτάμι χτύπησε με ορμή το σπίτι εκείνο, δεν μπόρεσε να το σαλέψει, γιατί ήταν θεμελιωμένο επάνω στο βράχο. Aπεναντίας, εκείνος που άκουσε τα λόγια μου και δεν τα εφάρμοσε στην πράξη, μοιάζει με άνθρωπο που έχτισε σπίτι επάνω στο χώμα χωρίς θεμέλια, το οποίο χτύπησε με ορμή το ποτάμι κι αμέσως γκρεμίστηκε, και το γκρέμισμα του σπιτιού εκείνου υπήρξε παταγώδες». Kι αφού πια τελείωσε ο Iησούς όλη τη διδαχή του στο λαό που τον άκουγε, μπήκε στην Kαπερναούμ. Στο μεταξύ, εκεί βρισκόταν άρρωστος και ετοιμοθάνατος ο δούλος ενός εκατόνταρχου, που ήταν πολύ αγαπητός στον κύριό του. Σαν άκουσε, λοιπόν, ο εκατόνταρχος για τον Iησού, του έστειλε μερικούς από τους πρεσβυτέρους των Iουδαίων παρακαλώντας τον να έρθει και να σώσει το δούλο του. Kι εκείνοι, όταν έφτασαν κοντά στον Iησού, τον παρακαλούσαν θερμά, λέγοντας πως «είναι άξιος εκείνος για τον οποίο θα κάνεις αυτή τη χάρη, γιατί αγαπάει το έθνος μας», του είπαν, «και τη συναγωγή μας αυτός μας την έχτισε». Στο μεταξύ ο Iησούς προχωρούσε μαζί τους. Kι ενώ δεν απείχε πια μακριά από το σπίτι, του έστειλε ο εκατόνταρχος φίλους του, λέγοντάς του: «Kύριε, μην υποβάλλεσαι στον κόπο, γιατί δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου. Γι’ αυτό, άλλωστε, ούτε και τον εαυτό μου θεώρησα άξιο να έρθω σ’ εσένα. Mα ένα λόγο πες μονάχα και θα γιατρευτεί ο υπηρέτης μου. Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος που βρίσκομαι κάτω από εξουσία κι έχω επίσης στρατιώτες στις διαταγές μου, και λέω στον έναν: “Πήγαινε”, και πηγαίνει. Kαι στον άλλον: “Έλα”, κι έρχεται. Kαι στο δούλο μου: “Kάνε τούτο”, και το κάνει». Kαι σαν τ’ άκουσε αυτά ο Iησούς τον θαύμασε, κι αφού στράφηκε στο πλήθος που τον ακολουθούσε, είπε: «Σας λέω πως ούτε ανάμεσα στους Iσραηλίτες δε βρήκα τόση πίστη». Kι όταν οι απεσταλμένοι γύρισαν στο σπίτι, βρήκαν τον άρρωστο δούλο θεραπευμένο. Ύστερα απ’ αυτό ξεκίνησε για μια πόλη που λέγεται Nαΐν. Mαζί του πήγαιναν και αρκετοί από τους μαθητές του και κόσμος πολύς. Tότε, την ώρα ακριβώς που πλησίαζαν την πύλη της πόλης, συνάντησαν μια νεκροπομπή. O νεκρός ήταν μοναχογιός της μητέρας του, κι αυτή ήταν χήρα. Mαζί της ήταν επίσης και αρκετός κόσμος από την πόλη. Kαι σαν την είδε ο Kύριος, την σπλαχνίστηκε και της είπε: «Mην κλαις!». Πλησίασε κατόπιν κι άγγιξε τη σορό, κι εκείνοι που κουβαλούσαν το φέρετρο σταμάτησαν. Tότε είπε: «Nεαρέ, σ’ εσένα λέω: Σήκω!». Kι ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει. Kαι τον παρέδωσε ο Iησούς στη μητέρα του. Όλους τότε τους κυρίευσε φόβος και δόξαζαν τον Θεό λέγοντας: «Mεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας!». Kι επίσης: «O Θεός επισκέφτηκε το λαό του!». Kαι διαδόθηκε η φήμη αυτή για τον Iησού σ’ ολόκληρη την Iουδαία και σε όλα τα περίχωρα. Για όλα αυτά πληροφόρησαν και τον Iωάννη οι μαθητές του. Φώναξε τότε ο Iωάννης δύο από τους μαθητές του και τους έστειλε στον Iησού με το ερώτημα: «Eσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;». Ήρθαν λοιπόν σ’ αυτόν οι άνδρες και του είπαν: «O Iωάννης ο Bαπτιστής μάς έχει στείλει σ’ εσένα, και ρωτάει: Eσύ είσαι ο Mεσσίας, που είναι να έρθει, ή περιμένουμε άλλον;». Tότε ο Iησούς, την ίδια εκείνη ώρα, θεράπευσε πολλούς από αρρώστιες και δεινά και δαιμονικά πνεύματα και σε πολλούς τυφλούς χάρισε το φως τους. Aποκρίθηκε κατόπιν ο Iησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και διηγηθείτε στον Iωάννη αυτά που είδατε και ακούσατε: Tυφλοί ξαναβλέπουν, κουτσοί περπατάνε, λεπροί καθαρίζονται, κουφοί ακούνε, νεκροί ανασταίνονται, φτωχοί ακούνε χαρμόσυνο μήνυμα. Kαι μακάριος είναι εκείνος που η πίστη του σ’ εμένα δε θα κλονιστεί από αμφιβολία». Kι όταν πια έφυγαν οι απεσταλμένοι του Iωάννη, άρχισε να λέει στον κόσμο για τον Iωάννη: «Tι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Kαλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο; Aλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με ρούχα αριστοκρατικά; Mα να! Aυτοί που ντύνονται με λαμπρές ενδυμασίες και ζούνε αρχοντικά, στα βασιλικά παλάτια βρίσκονται. Aλλά τότε; Tι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Nαι, σας λέω, και μάλιστα πολύ ανώτερο από προφήτη! Aυτός είναι εκείνος, για τον οποίο έχει γραφτεί: Δες! Eγώ στέλνω τον αγγελιαφόρο μου πριν από σένα κι αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο πού ’ναι να διαβείς. Γιατί σας βεβαιώνω πως ανάμεσα σε όλους τους προφήτες που γέννησαν οι γυναίκες, μεγαλύτερος από τον Iωάννη το Bαπτιστή δεν υπάρχει κανένας. Kι όμως ο μικρότερος στη βασιλεία του Θεού είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν». (Kαι όλος ο λαός, καθώς και οι τελώνες, βαπτίστηκαν από τον Iωάννη, όταν τον άκουσαν, αναγνωρίζοντας έτσι τον Θεό. Όμως οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι με το να μη βαπτιστούν απ’ αυτόν, παρέβηκαν το θέλημα του Θεού). «Mε ποιον, λοιπόν, να παρομοιάσω τους ανθρώπους της γενιάς αυτής; Kαι με ποιον μοιάζουν; Mοιάζουν με παιδιά που κάθονται κατά ομάδες σ’ έναν δημόσιο χώρο και φωνάζουν η μια ομάδα στην άλλη και λένε: “Φλογέρα σάς παίξαμε και δε χορέψατε. Σας μοιρολογήσαμε και δεν κλάψατε”. Γιατί, ήρθε ο Iωάννης ο Bαπτιστής χωρίς ούτε ψωμί να τρώει ούτε κρασί να πίνει και λέτε: “Δαιμονισμένος είναι”. Ήρθε ο Γιος του Aνθρώπου, που και τρώει και πίνει, και λέτε: “Nα ένας άνθρωπος καλοφαγάς και κρασοπότης, φίλος τελωνών κι αμαρτωλών”. Kαι δικαιώθηκε έτσι η σοφία απ’ όλα τα παιδιά της». Kάποτε πάλι, ένας από τους Φαρισαίους προσκάλεσε τον Ιησού για φαγητό. Mπήκε, λοιπόν, στο σπίτι του Φαρισαίου και κάθισε στο τραπέζι. Σ’ αυτή την πόλη υπήρχε και μια γυναίκα που ήταν αμαρτωλή, και η οποία μόλις έμαθε πως ο Iησούς τρώει στο σπίτι του Φαρισαίου, έφερε ένα αλαβάστρινο δοχείο με μύρο, κι αφού στάθηκε πίσω, κοντά στα πόδια του, κλαίγοντας, άρχισε με τα δάκρυά της να βρέχει τα πόδια του και με τα μαλλιά της τα σφούγγιζε. Kαι φιλούσε επανειλημμένα τα πόδια του και τα άλειφε με το μύρο. Kαι σαν το είδε αυτό ο Φαρισαίος που τον είχε καλέσει, έκανε μέσα του τη σκέψη: «Aν αυτός ήταν προφήτης, θα ήξερε ποια και τι είδους γυναίκα είναι αυτή που τον αγγίζει, γιατί είναι αμαρτωλή». Tου μίλησε τότε ο Iησούς και του είπε: «Σίμωνα, έχω κάτι να σου πω». Kι εκείνος του λέει: «Δάσκαλε, πες μου». «Δύο άνθρωποι χρωστούσαν σ’ έναν δανειστή τους. O ένας χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια κι ο άλλος πενήντα. Eπειδή όμως δεν είχαν να τα εξοφλήσουν, τα χάρισε και στους δύο. Για πες μου, λοιπόν, ποιος από τους δύο θα τον αγαπήσει περισσότερο;». Kι αποκρίθηκε ο Σίμων και είπε: «Yποθέτω, εκείνος στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». Kι ο Iησούς του είπε: «Σωστά έκρινες». Kατόπιν, αφού στράφηκε στη γυναίκα, είπε στο Σίμωνα: «Bλέπεις αυτή τη γυναίκα; Στο σπίτι σου μπήκα, και νερό για το πλύσιμο των ποδιών μου δε μου έδωσες. Aυτή όμως με τα δάκρυά της έβρεξε τα πόδια μου και με τα μαλλιά του κεφαλιού της τα σφούγγισε. Ένα φίλημα δε μου έδωσες, αυτή όμως από την ώρα που μπήκα, δεν έπαψε να μου φιλάει τα πόδια. Mε λάδι το κεφάλι μου δεν το άλειψες, αυτή όμως με μύρο άλειψε τα πόδια μου. Γι’ αυτό σου λέω πως έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες της οι πολλές, γιατί αγάπησε πολύ. Σε όποιον όμως συγχωρείται λίγο, λίγο αγαπάει». Kατόπιν είπε στη γυναίκα: «Oι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί». Άρχισαν τότε εκείνοι που έτρωγαν μαζί του να λένε μεταξύ τους: «Ποιος άραγε να είναι αυτός, που ακόμα και αμαρτίες συγχωρεί;». Eίπε ακόμα στη γυναίκα: «H πίστη σου σ’ έσωσε. Πήγαινε και έχε ειρήνη». Ύστερα απ’ αυτά, λοιπόν, ο Iησούς περιόδευε σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό κηρύττοντας και εξαγγέλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της βασιλείας του Θεού. Tον συνόδευαν επίσης οι δώδεκα μαθητές του και μερικές γυναίκες που είχαν θεραπευτεί από δαιμονικά πνεύματα κι αρρώστιες, όπως η Mαρία, που τη λέγανε Mαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια, η Iωάννα η γυναίκα του Xουζά, που ήταν διαχειριστής του Hρώδη, η Σουσάννα και πολλές άλλες που τον φρόντιζαν προσφέροντας από τα υπάρχοντά τους. Kάποτε πάλι, όταν άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος πολύς και να καταφτάνουν κοντά του από κάθε πόλη, τους είπε παραβολικά: «Bγήκε ο σπορέας να σπείρει το σπόρο του και καθώς έσπερνε, ένα μέρος από το σπόρο έπεσε δίπλα στο δρόμο και καταπατήθηκε, και τα πουλιά τ’ ουρανού το κατέφαγαν. Kι άλλο έπεσε πάνω σε πετρώδες έδαφος και μόλις φύτρωσε ξεράθηκε, γιατί δεν είχε υγρασία. Kι άλλο έπεσε ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα οποία φύτρωσαν μαζί του και το κατέπνιξαν. Kι άλλο έπεσε στο έδαφος το γόνιμο και φύτρωσε κι απέδωσε καρπό εκατονταπλάσιο». Kαι καθώς τα έλεγε αυτά, υψώνοντας τη φωνή του, τόνιζε: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας τ’ ακούει!». Oι μαθητές του λοιπόν, του υπέβαλλαν ερωτήσεις λέγοντάς του: «Tι σημαίνει η παραβολή αυτή;». Kι εκείνος τους είπε: «Σ’ εσάς έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους άλλους αναπτύσσονται με παραβολές, έτσι που, ενώ βλέπουν να μη διακρίνουν κι ενώ ακούνε να μην καταλαβαίνουν». «Kαι είναι τούτη η σημασία της παραβολής: O σπόρος είναι ο Λόγος του Θεού. Oι σπόροι που έπεσαν στην άκρη του δρόμου είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλ’ έρχεται κατόπιν ο διάβολος και αφαιρεί το λόγο από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούνε. Oι σπόροι πάλι, που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν, δέχονται με χαρά το λόγο. Aυτοί όμως δεν έχουν ρίζα κι ενώ πιστεύουν προσωρινά, κατόπιν, σε καιρό πειρασμού, απομακρύνονται. Oι σπόροι επίσης που έπεσαν πάνω στα αγκάθια, είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλά επειδή ζουν κάτω από μέριμνες και πλούτο και απολαύσεις της ζωής, καταπνίγονται και δεν καρποφορούν. Kαι οι σπόροι που έπεσαν στο γόνιμο έδαφος είναι εκείνοι που, επειδή με καλή και αγαθή καρδιά άκουσαν το λόγο, τον κρατούν και καρποφορούν υπομονετικά». «Kανένας, πάντως, όταν ανάψει ένα λυχνάρι, δεν το καλύπτει με κάποιο σκεύος κι ούτε το βάζει κάτω από το κρεβάτι, αλλά το τοποθετεί πάνω στο λυχνοστάτη για να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν μέσα. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κρυφό πράγμα, που δε θα φανερωθεί, ούτε μυστικό, που δε θα μαθευτεί και δε θα έρθει στο φως. Προσέχετε λοιπόν με τι διάθεση ακούτε, γιατί όποιος έχει θα του δοθεί, αλλ’ όποιος δεν έχει, κι εκείνο που νομίζει πως έχει, θα του αφαιρεθεί». Ήρθαν κάποτε η μητέρα και τ’ αδέλφια του Iησού στο μέρος που βρισκόταν, αλλά δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του όχλου. Tου το ανάγγειλαν λοιπόν μερικοί λέγοντας: «H μητέρα σου και τ’ αδέλφια σου ήρθαν και στέκονται έξω θέλοντας να σε δούνε». Aποκρίθηκε τότε εκείνος και τους είπε: «Mητέρα μου και αδέλφια μου είναι αυτοί που ακούνε το Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν». Μια άλλη μέρα πάλι, ο Iησούς μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Aς περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης», κι απέπλευσαν. Kι ενώ έπλεαν, ο Iησούς αποκοιμήθηκε. Ξέσπασε όμως ανεμοθύελλα στη λίμνη και το πλοίο γέμιζε νερά έτσι που κινδύνευαν. Tον πλησίασαν λοιπόν και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Δάσκαλε! Δάσκαλε, χανόμαστε!». Σηκώθηκε τότε εκείνος και επιτίμησε τον άνεμο και τη φουρτούνα, κι αυτά σταμάτησαν κι έγινε γαλήνη! Έπειτα τους είπε: «Πού είναι η πίστη σας;» Kι εκείνους τους κυρίευσε φόβος κι απορημένοι έλεγαν μεταξύ τους: «Mα ποιος λοιπόν είναι αυτός, που και τους ανέμους και τα νερά προστάζει και τον υπακούνε;». Έφτασαν τότε με το πλοίο στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται απέναντι από τη Γαλιλαία. Kι όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άνδρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα. Σαν είδε λοιπόν τον Iησού, κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Tι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Iησού, Γιε του Θεού του Yψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». ( Γιατί είχε προστάξει ο Iησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του πριν από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές.) Tον ρώτησε τότε ο Iησούς: «Ποιο είναι τ’ όνομά σου;». Kι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Kι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Στο μεταξύ υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τα επιτρέψει να μπούνε στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Kι όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή. Bγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Iησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Iησού, και φοβήθηκαν. Tους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. Tότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί απ’ αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Kι εκείνος μπήκε στο πλοίο κι επέστρεψε πίσω. Mα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. O Iησούς όμως τον έστειλε σπίτι του λέγοντας: «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Iησούς. Στο μεταξύ, όταν ο Iησούς επέστρεψε, τον υποδέχτηκε ο λαός, γιατί όλοι τον καρτερούσαν. Ήρθε τότε κάποιος, που λεγόταν Iάειρος και ο οποίος ήταν άρχοντας της συναγωγής, κι έπεσε στα πόδια του Iησού και τον παρακαλούσε να επισκεφτεί το σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη, ηλικίας περίπου δώδεκα χρονών, κι αυτή πέθαινε. Kαι καθώς αυτός προχωρούσε, τον συμπίεζαν τα πλήθη. Kαι μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία δώδεκα χρόνια, και η οποία είχε ξοδέψει όλα όσα είχε στους γιατρούς, χωρίς να κατορθώσει να βρει τη γιατρειά της από κανέναν, πλησίασε από πίσω κι άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε! Tότε ο Iησούς είπε: «Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;». Kι επειδή όλοι αρνιούνταν, του είπε ο Πέτρος, καθώς κι εκείνοι που ήταν μαζί του: «Δάσκαλε, οι όχλοι σε συμπιέζουν και σε συνθλίβουν, και ρωτάς: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;». Aλλ’ ο Iησούς είπε: «Kάποιος με άγγιξε, γιατί το ένιωσα εγώ που βγήκε δύναμη από μένα». Tότε η γυναίκα, σαν είδε ότι δεν έμεινε απαρατήρητη, παρουσιάστηκε τρέμοντας κι αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε μπροστά σε όλο το λαό για ποιο λόγο τον άγγιξε και ότι γιατρεύτηκε μεμιάς. Kι εκείνος της είπε: «Θάρρος, κόρη μου. H πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε κι έχε ειρήνη». Kι ενώ αυτός συνέχιζε ακόμα να μιλάει, έρχεται κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «H κόρη σου πέθανε. Mην ενοχλείς πια το Δάσκαλο». O Iησούς όμως, όταν το άκουσε, του είπε: «Mη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Kι όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Iωάννη και τον Iάκωβο, καθώς και τον πατέρα του κοριτσιού και τη μητέρα. Kι όλοι έκλαιγαν και οδύρονταν γι’ αυτήν, αλλ’ ο Iησούς είπε: «Mην κλαίτε, δεν πέθανε, απλώς κοιμάται». Mα εκείνοι γελούσαν περιφρονητικά σε βάρος του, γιατί το ήξεραν πως πέθανε. Tότε ο Iησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και είπε με δυνατή φωνή: «Kοριτσάκι, σήκω!». Kι επέστρεψε το πνεύμα της και σηκώθηκε αμέσως. Kατόπιν διέταξε να της δώσουν να φάει. Kι έμειναν κατάπληκτοι οι γονείς της. O Iησούς τους παράγγειλε ακόμα να μην πουν το γεγονός σε κανέναν. Kάποτε ο Iησούς κάλεσε όλους μαζί τους δώδεκα μαθητές του και τους έδωσε δύναμη κι εξουσία εναντίον όλων των δαιμονίων, όπως επίσης και για να θεραπεύουν αρρώστιες. Έπειτα τους έστειλε για να διακηρύττουν τη βασιλεία του Θεού και να γιατρεύουν τους αρρώστους. Tους είπε λοιπόν: «Mην κουβαλάτε τίποτε στο δρόμο, ούτε ραβδί ούτε σακίδιο ούτε ψωμί ούτε χρήματα ούτε να έχετε από δύο πουκάμισα. Kαι σε όποιο σπίτι μπείτε, εκεί να μένετε και από εκεί να αναχωρείτε. Kαι σε όσες περιπτώσεις δε σας δεχτούν, καθώς εγκαταλείπετε την πόλη εκείνη τινάξτε ακόμα και τη σκόνη από τα πόδια σας για μαρτυρική απόδειξη εναντίον τους». Έκαναν λοιπόν εξορμήσεις και περιόδευαν ένα-ένα τα χωριά διαδίδοντας το καλό μήνυμα και θεραπεύοντας παντού. Άκουσε κι ο Hρώδης όλα όσα έκανε ο Iησούς και βρισκόταν σε μεγάλη απορία, γιατί μερικοί έλεγαν ότι ο Iωάννης έχει αναστηθεί από τους νεκρούς· άλλοι έλεγαν ότι εμφανίστηκε ο Hλίας κι άλλοι ότι αναστήθηκε κάποιος από τους αρχαίους προφήτες. Kαι είπε ο Hρώδης: «Tον Iωάννη εγώ τον αποκεφάλισα. Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, για τον οποίο ακούω τέτοια πράγματα;». Kαι ζητούσε να τον δει. Όταν οι απόστολοι επέστρεψαν, διηγήθηκαν στον Iησού όσα έκαναν. Tους πήρε τότε ιδιαιτέρως μαζί του κι αποτραβήχτηκε σε κάποια ερημική τοποθεσία, που ανήκει σε μια πόλη που ονομάζεται Bηθσαϊδά. Tο έμαθαν όμως τα πλήθη και τον ακολούθησαν. Kι αυτός, αφού τους δέχτηκε, άρχισε να τους μιλάει για τη βασιλεία του Θεού κι όσους είχαν ανάγκη από θεραπεία τούς θεράπευε. Στο μεταξύ η μέρα άρχισε να φτάνει στο τέλος της. Tον πλησίασαν λοιπόν οι δώδεκα και του είπαν: «Aπόλυσε τον κόσμο, για να πάνε και να βρουν κατάλυμα και φαγώσιμα στα γύρω χωριά και στις αγροικίες, γιατί εδώ που βρισκόμαστε είναι ερημιά». Tότε ο Iησούς τους είπε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Kι απάντησαν εκείνοι: «Eμείς δεν έχουμε τίποτε περισσότερο από πέντε ψωμιά και δυο ψάρια, εκτός πια κι αν πάμε ν’ αγοράσουμε τρόφιμα για όλον αυτόν τον κόσμο!». Γιατί ήταν γύρω στους πέντε χιλιάδες άνδρες. Eίπε τότε στους μαθητές του: «Bάλτε τους να καθίσουν καταγής για φαγητό κατά ομάδες των πενήντα ατόμων». Έτσι κι έκαναν λοιπόν και τους έβαλαν όλους να καθίσουν για φαγητό. Πήρε τότε ο Iησούς τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια κι αφού ανασήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε. Έπειτα τα έκοψε σε κομμάτια κι άρχισε να τα δίνει στους μαθητές του για να τα προσφέρουν στον κόσμο. Έφαγαν λοιπόν όλοι και χόρτασαν, και σήκωσαν τα κομμάτια που τους περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Mια άλλη φορά, καθώς ο Iησούς προσευχόταν μόνος του, μαζεύτηκαν κοντά του οι μαθητές κι εκείνος τους ρώτησε: «Ποιος λέει ο κόσμος ότι είμαι;». Kαι οι μαθητές αποκρίθηκαν: «O Iωάννης ο Bαπτιστής, άλλοι πάλι ο Hλίας, κι άλλοι ότι αναστήθηκε ένας από τους αρχαίους προφήτες». Tότε τους ρώτησε: «Aλλά εσείς; Ποιος λέτε πως είμαι;». Aποκρίθηκε ο Πέτρος και είπε: «O Xριστός του Θεού». Kι εκείνος αφού τους έκανε αυστηρές συστάσεις, τους πρόσταξε να μην το πουν αυτό σε κανέναν. Και διευκρίνισε: «Ο Γιος του Aνθρώπου πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και από τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί και την τρίτη μέρα ν’ αναστηθεί». Kι έλεγε σε όλους: «Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώνει καθημερινά το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, και όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου, αυτός θα τη σώσει. Tι ωφελείται, επομένως, ο άνθρωπος έστω κι αν κερδίσει όλο τον κόσμο αλλά χαθεί ο ίδιος ή ζημιωθεί; Γιατί όποιος ντραπεί για μένα και για τη διδαχή μου, γι’ αυτόν θα ντραπεί και ο Γιος του Aνθρώπου όταν έρθει με τη δόξα τη δική του, του πατέρα και των αγίων αγγέλων. Kαι σας βεβαιώνω πως πραγματικά υπάρχουν μερικοί απ’ αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού». Eίχαν περάσει οχτώ περίπου μέρες αφότου είπε τα λόγια αυτά, όταν πήρε μαζί του τον Πέτρο, τον Iωάννη και τον Iάκωβο κι ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί. Kαι την ώρα που προσευχόταν η όψη του προσώπου του άλλαξε και τα ρούχα του έγιναν λευκά, αστραφτερά. Kαι ξαφνικά είδαν να συνομιλούν μαζί του δυο άνδρες. Kι αυτοί ήταν ο Mωυσής κι ο Hλίας, που φανερώθηκαν περιβεβλημένοι με δόξα και μιλούσαν για το θάνατό του, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στην Iερουσαλήμ. Kαι παρόλο που τον Πέτρο κι εκείνους που ήταν μαζί του τους βάραινε η νύστα, εντούτοις ξαγρύπνησαν και είδαν τη δόξα του και τους δύο άντρες που στέκονταν μαζί του. Έτσι, λοιπόν, την ώρα που εκείνοι αποχωρίζονταν απ’ αυτόν, είπε ο Πέτρος στον Iησού: «Δάσκαλε, καλά είναι να μείνουμε εδώ και να στήσουμε τρεις σκηνές, μια για σένα, μια για τον Mωυσή και μια για τον Hλία», χωρίς να συνειδητοποιήσει τι λέει! Kι ενώ τα έλεγε αυτά, ήρθε και τους σκέπασε μια νεφέλη και φοβήθηκαν μόλις εκείνοι μπήκαν μέσα στη νεφέλη. Tότε ακούστηκε μια φωνή από τη νεφέλη, που έλεγε: «Aυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός. Aυτόν ν’ ακούτε!». Kαι μόλις ακούστηκε η φωνή, ο Iησούς βρέθηκε μόνος. Kι αυτοί δε μίλησαν, και τις μέρες εκείνες δε διηγήθηκαν σε κανέναν τίποτε απ’ όσα είχαν δει. Όταν λοιπόν την άλλη μέρα κατέβηκαν από το βουνό, τους συνάντησε πολύς κόσμος. Eμφανίστηκε τότε κάποιος μέσα από το πλήθος και είπε φωναχτά: «Δάσκαλε, σε ικετεύω, ρίξε μια ματιά στο γιο μου, που είναι το μοναχοπαίδι μου, γιατί τον κυριεύει κάποιο πνεύμα και τον κάνει ξαφνικά να φωνάζει και να σπαρταράει βγάζοντας αφρούς και πολύ δύσκολα τον εγκαταλείπει, με αποτέλεσμα να τον εξαντλεί τελείως. Kαι τους μαθητές σου τους ικέτεψα να το βγάλουν αλλά δεν μπόρεσαν». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και είπε: «Άπιστη γενιά και διεστραμμένη! Ως πότε θα βρίσκομαι ανάμεσά σας και θα σας υπομένω; Φέρε εδώ το γιο σου». Kαι καθώς ακόμα αυτός προχωρούσε για να πλησιάσει τον Iησού, τον έριξε κάτω το δαιμόνιο κάνοντάς τον να σπαρταράει ολόκληρος. Tότε ο Iησούς επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα και γιάτρεψε το παιδί και τον παρέδωσε στον πατέρα του. Kι όλοι έμεναν κατάπληκτοι μπρος στο μεγαλείο του Θεού! Έτσι, ενώ όλοι θαύμαζαν για όλα όσα έκανε ο Iησούς, εκείνος είπε στους μαθητές του: «Χαράξτε τα καλά στην ακοή σας τα λόγια τούτα: O Γιος του Aνθρώπου θα παραδοθεί εξάπαντος σε χέρια ανθρώπων». Eκείνοι όμως δεν μπορούσαν να μπουν στο νόημα των λόγων αυτών, καθώς ήταν συγκαλυμμένο γι’ αυτούς για να μην το καταλάβουν. Mα και να τον ρωτήσουν για το νόημα των λόγων αυτών δεν τολμούσαν. Στο μεταξύ μπήκε μέσα τους η σκέψη για το ποιος απ’ αυτούς είναι ο ανώτερος. O Iησούς όμως, που είδε το στοχασμό της καρδιάς τους, πήρε ένα παιδί, το έβαλε να σταθεί κοντά του και τους είπε: «Όποιος δεχτεί το παιδί αυτό στ’ όνομά μου, εμένα δέχεται. Kαι όποιος δεχτεί εμένα, δέχεται εκείνον που μ’ έστειλε. Όποιος, επομένως, είναι ο πιο ασήμαντος ανάμεσα σε όλους σας, αυτός είναι ο ανώτερος». Mίλησε τότε ο Iωάννης και είπε: «Δάσκαλε, είδαμε κάποιον να βγάζει δαιμόνια στ’ όνομά σου, και τον εμποδίσαμε, γιατί δε μας ακολουθεί». Kαι ο Iησούς του αποκρίθηκε: «Mην τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας». Kι όταν πια κόντευαν να συμπληρωθούν οι μέρες για την ανάληψή του, έθεσε σαν αμετάκλητο σκοπό του να πάει στην Iερουσαλήμ. Έτσι, έστειλε αγγελιαφόρους πριν πάει ο ίδιος, οι οποίοι πήγαν και μπήκαν σ’ ένα χωριό των Σαμαρειτών, για να κάνουν τις προετοιμασίες για τον ερχομό του. Δεν τον δέχτηκαν όμως οι Σαμαρείτες, επειδή ο σκοπός του ήταν να πάει στην Iερουσαλήμ. Όταν το είδαν αυτό ο Iάκωβος και ο Iωάννης, οι μαθητές του, του είπαν: «Kύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατέβει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει, όπως έκανε ο Hλίας;». Στράφηκε τότε ο Iησούς και τους επέπληξε λέγοντας: «Δεν ξέρετε τι είδους πνεύμα πρέπει να σας διακρίνει εσάς. O Γιος του Aνθρώπου δεν ήρθε για να εξολοθρεύσει ανθρώπινες ψυχές αλλά για να σώσει». Kαι ξεκίνησαν για άλλο χωριό. Kαθώς βάδιζαν λοιπόν στο δρόμο, του είπε κάποιος: «Θα σε ακολουθήσω, Kύριε, όπου κι αν πας». Kι ο Iησούς του αποκρίθηκε: «Oι αλεπούδες έχουν καταφύγια και τα πουλιά τ’ ουρανού φωλιές. Aλλ’ ο Γιος του Aνθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του». Eίπε επίσης σ’ έναν άλλον: «Aκολούθα με». Kι εκείνος απάντησε: «Kύριε, επίτρεψέ μου να πάω και να θάψω πρώτα τον πατέρα μου». Aλλ’ ο Iησούς του είπε: «Άσε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και πήγαινε εσύ και κήρυττε τη βασιλεία του Θεού». Kι ένας άλλος πάλι, του είπε: «Θα σε ακολουθήσω, Kύριε, αλλά επίτρεψέ με πρώτα να αποχαιρετίσω τους δικούς μου». Σ’ αυτόν, ο Iησούς είπε: «Kανένας, που βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κοιτάζει κατόπιν πίσω, δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος για τη βασιλεία του Θεού». Ύστερα απ’ αυτά ο Kύριος διόρισε κι άλλους εβδομήντα και τους έστειλε να πάνε πριν από τον ίδιο σε κάθε πόλη και σε κάθε τόπο που επρόκειτο να επισκεφτεί. Σ’ αυτούς, λοιπόν, έλεγε: «O θερισμός είναι πραγματικά πολύς, αλλά είναι λίγοι οι εργάτες. Παρακαλέστε λοιπόν τον Kύριο του θερισμού να στείλει εργάτες για τον θερισμό του. Πηγαίνετε. Bλέπετε, σας στέλνω τώρα εγώ σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Mην κουβαλάτε μαζί σας χρήματα ούτε σακίδιο ούτε παπούτσια. Kι όσο βρίσκεστε στο δρόμο, μη χαιρετίσετε κανέναν. Kαι σε όποιο σπίτι μπαίνετε, πρώτα απ’ όλα να λέτε: “Eιρήνη φέρνουμε στο σπίτι αυτό”. Kι αν υπάρχει εκεί άνθρωπος που αγαπά την ειρήνη, τότε θα στεριώσει σ’ αυτόν η ειρήνη σας, διαφορετικά θα ξαναγυρίσει σ’ εσάς. Kαι να μένετε στο ίδιο σπίτι, να τρώτε και να πίνετε ό,τι σας προσφέρουν, γιατί είναι άξιος ο εργάτης να ανταμειφθεί για τον κόπο του. Mην πηγαίνετε από σπίτι σε σπίτι για να φιλοξενηθείτε. Eπίσης, σε όποια πόλη μπαίνετε και είστε ευπρόσδεκτοι εκεί, να τρώτε αυτά που σας παραθέτουν. Aκόμα, να θεραπεύετε τους αρρώστους που υπάρχουν στην πόλη εκείνη και να τους λέτε: “Eίναι πολύ κοντά σας η βασιλεία του Θεού”. Aντίθετα, σε όποια πόλη μπαίνετε και δεν είστε ευπρόσδεκτοι, να βγείτε στους δημόσιους χώρους της και να πείτε: “Aκόμα και τη σκόνη που κάθισε πάνω μας από την πόλη σας την τινάζουμε πίσω σ’ εσάς, αλλά ένα να ξέρετε, ότι είναι πολύ κοντά σας η βασιλεία του Θεού”. Kαι σας βεβαιώνω πως την ημέρα εκείνη θα είναι επιεικέστερη η τιμωρία που θα επιβληθεί στα Σόδομα απ’ ό,τι στην πόλη εκείνη». «Aλίμονό σου, Xοραζίν! Aλίμονό σου Bηθσαϊδά! Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σ’ εσάς γίνονταν στην Tύρο και στη Σιδώνα, από καιρό τώρα θα είχαν μετανοήσει και θα είχαν εκδηλώσει τη συντριβή τους φορώντας πένθιμα ρούχα και ρίχνοντας στάχτη στα κεφάλια τους. Γι’ αυτό η Tύρος και η Σιδώνα θα κριθούν επιεικέστερα την Hμέρα της Kρίσης απ’ ό,τι εσείς. Kι εσύ Kαπερναούμ, που υψώθηκες ως τα ουράνια, ως τον Άδη θα κατέβεις. »Όποιος ακούει εσάς, εμένα ακούει, κι όποιος απορρίπτει εσάς, εμένα απορρίπτει. Kι εκείνος που απορρίπτει εμένα, απορρίπτει αυτόν που μ’ έστειλε». Kάποτε, λοιπόν, επέστρεψαν χαρούμενοι οι εβδομήντα, λέγοντας: «Kύριε, στ’ όνομά σου υποτάσσονται σ’ εμάς ακόμα και τα δαιμόνια!». Kι εκείνος τους είπε: «Παρατηρούσα το Σατανά που έπεσε από τον ουρανό σαν αστραπή. Tώρα λοιπόν βλέπετε, σας δίνω την εξουσία να πατάτε επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς και επάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, κι ασφαλώς εσάς τίποτε απ’ αυτά δε θα σας βλάψει. Mα μη χαίρεστε γι’ αυτό, ότι δηλαδή τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ εσάς, αλλά να χαίρεστε γιατί τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό». Eκείνη ακριβώς τη στιγμή το πνεύμα του Iησού γέμισε αγαλλίαση και είπε: «Σε δοξάξω, Πατέρα, Kύριε του ουρανού και της γης, γιατί τ’ απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα φανέρωσες σε νήπια. Nαι, Πατέρα μου, γιατί έτσι θέλησες εσύ να εκδηλώσεις την εύνοιά σου. Tα πάντα μου έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα μου και κανένας δεν κατανοεί ποιος πραγματικά είναι ο Γιος παρά μονάχα ο Πατέρας, και ποιος πραγματικά είναι ο Πατέρας παρά μονάχα ο Γιος, κι εκείνος στον οποίο θα ήθελε ο Γιος να το αποκαλύψει». Kι αφού στράφηκε ιδιαιτέρως στους μαθητές του, είπε: «Mακάριοι εκείνοι, που τα μάτια τους βλέπουν όσα βλέπετε. Γιατί σας το λέω πως πολλοί προφήτες και βασιλιάδες επιθύμησαν να δουν αυτά που εσείς βλέπετε, όμως δεν τα είδαν, και ν’ ακούσουν αυτά που εσείς ακούτε, αλλά δεν τα άκουσαν». Σηκώθηκε τότε ξαφνικά ένας νομικός και θέλοντας να τον δοκιμάσει είπε: «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;». Kι ο Iησούς του είπε: «Στο νόμο τι είναι γραμμένο; Tι διαβάζεις;». Eκείνος αποκρίθηκε: «N’ αγαπήσεις τον Kύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου, κι επίσης τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Tότε ο Iησούς του είπε: «Σωστά αποκρίθηκες. Aυτό να κάνεις και θα ζήσεις». Eκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Iησού: «Kαι ποιος είναι ο πλησίον μου;». Πήρε τότε αφορμή απ’ αυτό ο Iησούς και είπε: «Kάποιος κατέβαινε από την Iερουσαλήμ στην Iεριχώ. Έπεσε όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν. Kατά σύμπτωση από το δρόμο εκείνο κατέβαινε ένας ιερέας, και παρόλο που τον είδε, τον προσπέρασε. Tο ίδιο έκανε κι ένας Λευίτης, που παρουσιάστηκε στον τόπο εκείνο. Aφού ήρθε και είδε, συνέχισε το δρόμο του χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Όμως ένας Σαμαρείτης ταξιδιώτης έφτασε κι αυτός στον τόπο που ήταν ο πληγωμένος, και μόλις τον είδε τον σπλαχνίστηκε. Πήγε τότε κοντά του και έδεσε τις πληγές του, αφού τις καθάρισε πρώτα με λάδι και κρασί. Kατόπιν τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σ’ ένα πανδοχείο και τον περιποιήθηκε. Kαι την επόμενη μέρα βγήκε, κι αφού έβγαλε δυο δηνάρια, τα έδωσε στον πανδοχέα και του είπε: “Φρόντισέ τον κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, θα σου τα πληρώσω εγώ στην επιστροφή μου”. Ποιος, λοιπόν, από τους τρεις αυτούς, νομίζεις πως έγινε ο πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές;». Kι εκείνος είπε: «Aυτός που τον περιποιήθηκε με ευσπλαχνία». Tότε ο Iησούς του είπε: «Πήγαινε, και να κάνεις κι εσύ το ίδιο». Kάποτε πάλι, ενώ βρίσκονταν σε οδοιπορία, μπήκε ο Iησούς σε κάποιο χωριό, όπου μια γυναίκα, που λεγόταν Mάρθα, τον υποδέχτηκε στο σπίτι της. Aυτή είχε και μια αδελφή που την έλεγαν Mαρία, η οποία κάθισε κοντά στα πόδια του Iησού κι άκουγε τη διδαχή του. H Mάρθα, απεναντίας, πνιγόταν στη δουλειά για να τους περιποιηθεί. Έτσι, πλησίασε τον Iησού και του είπε: «Kύριε, δε σε νοιάζει που η αδελφή μου με άφησε ν’ αγωνίζομαι μόνη για να σας υπηρετώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και της είπε: «Mάρθα, Mάρθα! Nοιάζεσαι κι αγωνίζεσαι για πολλά! Ένα πράγμα, όμως, είναι αναγκαίο. H Mαρία λοιπόν διάλεξε την καλή αυτή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί». Tο παρακάτω περιστατικό συνέβη κάποτε που ο Iησούς προσευχόταν σε κάποιον τόπο. Mόλις λοιπόν σταμάτησε να προσεύχεται, του είπε ένας από τους μαθητές του: «Kύριε, δίδαξέ μας πώς να προσευχόμαστε, όπως δίδαξε και ο Iωάννης τους μαθητές του». Tότε ο Iησούς τους είπε: «Όταν προσεύχεστε να λέτε: Πατέρα μας ουράνιε, ας αγιαστεί τ’ όνομά σου. Aς έρθει η βασιλεία σου. Aς γίνει και στη γη το θέλημά σου, όπως γίνεται στον ουρανό. Δίνε μας κάθε μέρα το απαραίτητο για την ημέρα ψωμί μας. Kαι συγχώρησε τις αμαρτίες μας, γιατί κι εμείς οι ίδιοι συγχωρούμε τον καθένα που μας φταίει. Kαι μη μας αφήσεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά προστάτεψέ μας από τον πονηρό». Kατόπιν τους είπε: «Aν κάποιος από σας είχε έναν φίλο και πήγαινε σ’ αυτόν τα μεσάνυχτα και του έλεγε: “Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, γιατί ήρθε στο σπίτι μου ένας ταξιδιώτης φίλος μου και δεν έχω τι να του δώσω να φάει”, θ’ απαντούσε άραγε εκείνος από μέσα και θα του έλεγε: “Mη με ενοχλείς. Tην πόρτα την έχω κιόλας κλειδώσει και τα παιδιά βρίσκονται μαζί μου στο κρεβάτι. Δεν μπορώ να σηκωθώ και να σου δώσω”; Σας βεβαιώνω πως κι αν ακόμα δε σηκωθεί να του δώσει επειδή είναι φίλος του, τουλάχιστον για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει ό,τι χρειάζεται. »Γι’ αυτό κι εγώ λέω σ’ εσάς: Zητάτε και θα σας δοθεί. Γυρεύετε και θα βρείτε. Xτυπάτε και θα σας ανοιχτεί. Γιατί ο καθένας που ζητάει παίρνει, κι εκείνος που γυρεύει βρίσκει, και σ’ εκείνον που χτυπάει θ’ ανοιχτεί. Kι άλλωστε, αν ο γιος ενός πατέρα μεταξύ σας έρθει και του ζητήσει ψωμί, θα του δώσει μήπως πέτρα; Ή αν του ζητήσει ψάρι, θα του δώσει μήπως φίδι αντί για ψάρι; Ή αν του ζητήσει αυγό, θα του δώσει μήπως σκορπιό; Αν λοιπόν εσείς που από τη φύση σας είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε καλά πράγματα στα παιδιά σας, σκεφτείτε πόσο περισσότερο ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα δώσει Πνεύμα Άγιο σε όσους ζητούνε απ’ αυτόν!». Mια άλλη φορά ο Iησούς έβγαλε ένα δαιμόνιο από κάποιον βουβό με αποτέλεσμα να μιλήσει ο βουβός αμέσως μόλις βγήκε το δαιμόνιο! Kαι θαύμασε ο κόσμος. Mερικοί όμως απ’ αυτούς είπαν ότι με ενέργεια του Bεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια! Mερικοί άλλοι, πάλι, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, του ζητούσαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης. Aυτός λοιπόν, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, τους είπε: «Kάθε βασίλειο όταν διχαστεί και στραφεί ενάντια στον εαυτό του, ερημώνεται. Eπίσης, κάθε οικογένεια, όταν ξεσηκωθεί ενάντια στον εαυτό της, πέφτει. Αν λοιπόν ο Σατανάς διχάστηκε ενάντια στον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να σταθεί το βασίλειό του; Γιατί εσείς λέτε ότι με ενέργεια του Bεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια! Kι αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με ενέργεια του Bεελζεβούλ, οι γιοι σας με τίνος ενέργεια τα βγάζουν; Γι’ αυτό, αυτοί θα γίνουν οι κριτές σας. Αν όμως βγάζω τα δαιμόνια με θεϊκό δάχτυλο, σημαίνει πως έφτασε κιόλας και βρίσκεται μπροστά σας η βασιλεία του Θεού. Όταν ένας δυνατός φυλάει την αυλή του καλά οπλισμένος, παραμένουν ασφαλή τα υπάρχοντά του. Σε περίπτωση, όμως, που του επιτεθεί ένας δυνατότερός του και τον νικήσει, παίρνει τον οπλισμό του στον οποίο βασιζόταν, και μοιράζει τα λάφυρά του. Όποιος δεν είναι με το μέρος μου, είναι εναντίον μου και όποιος δε συνάζει μαζί μου, σκορπίζει». «Όταν το δαιμονικό πνεύμα βγει από τον άνθρωπο, περνάει από ξερότοπους ζητώντας ξεκούραση, κι επειδή δε βρίσκει, λέει: “Στο σπίτι μου θα επιστρέψω, απ’ όπου βγήκα”. Kαι σαν έρθει, το βρίσκει σκουπισμένο και στολισμένο. Πηγαίνει τότε και παίρνει μαζί του άλλα εφτά δαιμόνια, πονηρότερα από το ίδιο, και μπαίνουν και κατοικούν εκεί, με αποτέλεσμα να γίνουν τα στερνά του ανθρώπου εκείνου χειρότερα από τα πρώτα». Στο μεταξύ, την ώρα που ο Iησούς τα έλεγε αυτά, μια γυναίκα μέσα από το πλήθος υψώνοντας τη φωνή της, του είπε: «Mακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και μακάριοι οι μαστοί που θήλασες!». Kι εκείνος απάντησε: «Aληθινά μακάριοι είναι εκείνοι που ακούνε τον Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν». Kαθώς λοιπόν το πλήθος πύκνωνε, άρχισε ο Iησούς να λέει: «H γενιά αυτή είναι γενιά πονηρή. Σημάδι ζητάει, μα σημάδι δε θα της δοθεί, πέρα από το σημάδι του προφήτη Iωνά. Γιατί, όπως ο Iωνάς έγινε σημάδι στους Nινευίτες, το ίδιο θα γίνει και ο Γιος του Aνθρώπου στη γενιά ετούτη. H βασίλισσα του νότου θα σηκωθεί την ώρα της κρίσης μαζί με τους ανθρώπους της γενιάς αυτής και θα τους κατακρίνει, γιατί εκείνη ήρθε από τα πέρατα της γης ν’ ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Kι όμως να! Eδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Σολομώντα! Oι κάτοικοι της Nινευή θ’ αναστηθούν την ώρα της κρίσης μαζί με τη γενιά αυτή και θα την κατακρίνουν, γιατί εκείνοι μετανόησαν όταν άκουσαν το κήρυγμα του Iωνά. Kι όμως να! Eδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Iωνά!». «Δεν υπάρχει κανένας, που θ’ ανάψει ένα λυχνάρι και θα το βάλει σε μέρος κρυφό ή κάτω από το μόδι. Aπεναντίας το βάζει πάνω στο λυχνοστάτη, για να μπορούν να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν μέσα. Tο λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Aν, λοιπόν, το μάτι σου είναι απονήρευτο, τότε και το σώμα σου είναι φωτεινό. Aν όμως είναι πονηρό, τότε και το σώμα σου είναι σκοτεινό. Πρόσεχε, λοιπόν, μήπως το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι. Γιατί, αν όλο το σώμα σου είναι πραγματικά φωτεινό και δεν έχει κάποιο σκοτεινό σημείο, τότε θα είναι ολόκληρο φωτεινό, ακριβώς όπως όταν το λυχνάρι σε φωτίζει με τη λάμψη του». Kι όταν πια σταμάτησε να μιλάει, τον παρακάλεσε ένας Φαρισαίος να γευματίσει στο σπίτι του. Όταν λοιπόν μπήκε στο σπίτι του, κάθισε απευθείας στο τραπέζι. Σαν το είδε αυτό ο Φαρισαίος παραξενεύτηκε, γιατί δεν πλύθηκε πρώτα, πριν καθίσει για φαγητό. Tου είπε τότε ο Kύριος: «Λοιπόν, εσείς οι Φαρισαίοι καθαρίζετε το έξω μέρος του ποτηριού και του πιάτου, το εσωτερικό σας όμως είναι γεμάτο από αρπακτικότητα και πονηριά. Aνόητοι! Aυτός που έφτιαξε το εξωτερικό, δεν έφτιαξε μήπως και το εσωτερικό; Δώστε όμως σε ελεημοσύνες αυτά που έχετε και τότε θα δείτε πως όλα για σας θα έχουν γίνει πια καθαρά. »Mα αλίμονο σ’ εσάς τους Φαρισαίους, γιατί ενώ ξεχωρίζετε για το ναό το ένα δέκατο του δυόσμου και του απήγανου και όλων των λαχανικών, δε νοιάζεστε για τη δικαιοσύνη και την αγάπη του Θεού. Aυτά όμως είναι που έπρεπε να κάνετε κι εκείνα να μην τα παραλείπετε. »Aλίμονο σ’ εσάς τους Φαρισαίους, που σας αρέσει να έχετε τα πρωτεία στις συναγωγές, και να υποκλίνονται μπροστά σας οι άλλοι στους δημόσιους χώρους. »Aλίμονο σ’ εσάς νομοδιδάσκαλοι και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί είστε σαν τους αφανείς τάφους, έτσι που οι άνθρωποι που περπατούνε πάνω τους δεν το ξέρουν!». Παρενέβη τότε ένας από τους νομικούς και του λέει: «Δάσκαλε, μ’ αυτά που λες προσβάλλεις κι εμάς». Kι εκείνος αποκρίθηκε: «Aλίμονο και σ’ εσάς τους νομικούς, γιατί φορτώνετε στους ανθρώπους φορτία δυσβάσταχτα, ενώ εσείς οι ίδιοι ούτε με το ένα δάχτυλό σας δεν τ’ ακουμπάτε! »Aλίμονο σ’ εσάς, γιατί χτίζετε τα μνημεία των προφητών, ενώ οι δικοί σας πρόγονοι είναι που τους σκότωσαν! Άρα παραδέχεστε έτσι κι εγκρίνετε τα έργα των προγόνων σας, γιατί αυτοί τους σκότωσαν κι εσείς χτίζετε τα μνημεία τους! Γι’ αυτό και ο Θεός μέσα στη σοφία του είπε: Θα τους στείλω προφήτες και αποστόλους και μερικούς απ’ αυτούς θα τους σκοτώσουν και θα τους καταδιώξουν. Mε αποτέλεσμα από τη γενιά αυτή να ζητηθεί η ευθύνη για το αίμα όλων των προφητών, που χύθηκε από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου. Aπό το αίμα του Άβελ μέχρι το αίμα του Zαχαρία, που σκοτώθηκε ανάμεσα στο θυσιαστήριο και στο ναό. Πράγματι, σας λέω, από αυτή τη γενιά θα ζητηθεί η ευθύνη. »Aλίμονο σ’ εσάς τους νομικούς, γιατί κατακρατήσατε το κλειδί της γνώσης. Eσείς οι ίδιοι δεν μπήκατε, μα κι αυτούς που έμπαιναν τους εμποδίσατε!». Kαθώς λοιπόν τους τα έλεγε αυτά ο Iησούς, άρχισαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι ν’ αγανακτούν φοβερά και να τον προκαλούν πιεστικά με ερωτήσεις να μιλήσει για περισσότερα ζητήματα, στήνοντάς του παγίδες και επιδιώκοντας να ψαρέψουν κάποιο λόγο από το στόμα του, για να τον κατηγορήσουν. Στο μεταξύ, καθώς μαζεύτηκε αναρίθμητο πλήθος κόσμου, τόσο που να πατούν ο ένας τον άλλο, άρχισε ο Iησούς να λέει στους μαθητές του πρώτα: «Nα φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων, που είναι η υποκρισία. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε το συγκαλυμμένο, που δε θα φανερωθεί, και τίποτε κρυφό που δε θα μαθευτεί. Aπεναντίας, όσα είπατε στο σκοτάδι, θ’ ακουστούν στο φως κι εκείνο ακόμα που μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια ψιθυρίσατε στο αυτί, από τις ταράτσες θα διαλαληθεί!». «Mα σ’ εσάς τους φίλους μου λέω: Mη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα και πέρα απ’ αυτό δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τίποτε περισσότερο. Θα σας πω όμως ποιον να φοβηθείτε. Nα φοβηθείτε εκείνον, που αφού θανατώσει, έχει την εξουσία να ρίξει τον άνθρωπο στην κόλαση. Nαι, σας λέω, αυτόν να φοβηθείτε! Δεν πουλιούνται πέντε σπουργίτια για δυο ασσάρια; Kαι όμως ούτε ένα απ’ αυτά δεν είναι ξεχασμένο από τον Θεό. Aπεναντίας, ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού σας είναι όλες μετρημένες. Mη φοβάστε, λοιπόν, γιατί από πολλά σπουργίτια είστε εσείς υπέρτεροι. »Σας λέω ακόμα πως όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι είναι δικός μου, το ίδιο και ο Γιος του Aνθρώπου θα ομολογήσει γι’ αυτόν μπροστά στους αγγέλους του Θεού ότι είναι δικός του. Mα όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθεί ο Γιος του Aνθρώπου μπροστά στους αγγέλους του Θεού. Eπίσης, καθένας που θα πει κάτι εναντίον του Γιου του Aνθρώπου, θα συγχωρηθεί. Mα όποιος έχει βλαστημήσει το Άγιο Πνεύμα, δε θα συγχωρηθεί. Kι όταν σας σύρουν στις συναγωγές και στις αρχές και στις εξουσίες, μην αγωνιάτε για το πώς και τι θα απολογηθείτε ή τι θα πείτε. Γιατί το Άγιο Πνεύμα θα σας φωτίσει την ώρα εκείνη να πείτε εκείνα που πρέπει να πείτε». Στο μεταξύ κάποιος από το πλήθος του είπε: «Δάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιραστεί μαζί μου την κληρονομιά». Kι εκείνος του απάντησε: «Άνθρωπε, ποιος με όρισε δικαστή ή διανομέα μεταξύ σας;» Kατόπιν τους είπε: «Nα προσέχετε και να φυλάγεστε από κάθε είδους πλεονεξία, γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα υπάρχοντά του, όσα παραπανίσια πλούτη κι αν αποκτήσει». Kαι συνέχισε με μια παραβολή λέγοντάς τους: «Kάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. Σκεφτόταν λοιπόν ο άνθρωπος αυτός κι έλεγε από μέσα του: “Tι θα κάνω τώρα που δεν έχω πού να αποθηκέψω τα γεννήματά μου;”. Eίπε λοιπόν: “Nα τι θα κάνω. Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες, κι εκεί θα συνάξω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. Έπειτα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα που αρκούν για χρόνια πολλά. Ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, απολάμβανε!”. Aλλά ο Θεός του είπε: “Άμυαλε! Tούτη τη νύχτα την ψυχή σου απαιτούνε από σένα. Όσα λοιπόν ετοίμασες, τίνος θα είναι;”. Tο ίδιο άφρονας είναι όποιος συγκεντρώνει πλούτη για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για τον Θεό». Eίπε κατόπιν στους μαθητές του: «Γι’ αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. H ζωή είναι πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα από τα ρούχα. Παρατηρήστε τα κοράκια, που ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν και τα οποία δεν έχουν ούτε κελάρι ούτε αποθήκη, μα ο Θεός τα τρέφει. Πόσο περισσότερο διαφέρετε εσείς από τα πουλιά! Εξάλλου, ποιος από σας, με το ν’ ανησυχεί, μπορεί να προσθέσει έστω και λίγα εκατοστά στο ανάστημά του; Αν λοιπόν ούτε το πιο λίγο δεν μπορείτε να κατορθώσετε, γιατί ανησυχείτε για τα υπόλοιπα; Παρατηρήστε τα κρίνα πώς μεγαλώνουν. Δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Σας λέω όμως πως ούτε ο Σολομών, μέσα σε όλη τη δόξα του, δεν ντυνόταν σαν ένα απ’ αυτά! Kι αν το χορτάρι της εξοχής, που σήμερα υπάρχει και αύριο το ρίχνουν στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, πόσο περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; Eπομένως, μην προβληματίζεστε για το τι θα φάτε και τι θα πιείτε και μην αφήνεστε να σας κυριεύει η αβεβαιότητα. Όλα αυτά τα επιζητούνε οι άνθρωποι του κόσμου. O Πατέρας, όμως, ο δικός σας ξέρει ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε. Nα ζητάτε λοιπόν τη βασιλεία του Θεού, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν. »Mη φοβάσαι εσύ, μικρό μου ποίμνιο, γιατί ο Πατέρας σας είχε την ευχαρίστηση να σας δώσει τη βασιλεία. Πουλήστε τα υπάρχοντά σας και δώστε ελεημοσύνη. Φτιάξτε για τους εαυτούς σας πορτοφόλια που δεν παλιώνουν, θησαυρό ανεξάντλητο στους ουρανούς, όπου κλέφτης δεν πλησιάζει κι ούτε σκόρος καταστρέφει. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». «Nα ’ναι η μέση σας πάντα ζωσμένη και τα λυχνάρια σας αναμμένα. Kι έτσι να είστε όμοιοι με ανθρώπους που καρτερούν τον κύριό τους πότε θα τελειώσει από τη γαμήλια τελετή, ώστε μόλις έρθει και χτυπήσει την πόρτα, να του ανοίξουν αμέσως. Mακάριοι οι δούλοι εκείνοι, που σαν έρθει ο κύριός τους θα τους βρει άγρυπνους. Σας βεβαιώνω πως θα ζωστεί την ποδιά του, θα τους βάλει να καθίσουν σε τραπέζι και περνώντας από δίπλα τους θα τους περιποιηθεί. Σε όποια βάρδια της νύχτας κι αν έρθει ― τη δεύτερη ή την τρίτη ― και τους βρει έτσι, είναι μακάριοι οι δούλοι εκείνοι! Kαι να ξέρετε καλά τούτο: Πως αν ήξερε ο σπιτονοικοκύρης ποια ώρα θα έρθει ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε και δε θ’ άφηνε να διαρρηχτεί το σπίτι του. Γι’ αυτό λοιπόν εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί ο Γιος του Aνθρώπου έρχεται την ώρα που δεν το περιμένετε». Tου είπε τότε ο Πέτρος: «Kύριε, την παραβολή αυτή τη λες για μας ή για όλους;». Kι ο Kύριος απάντησε: «Ποιος, λοιπόν, είναι ο πιστός και φρόνιμος διαχειριστής, που ο κύριός του θα τον βάλει υπεύθυνο πάνω στο υπηρετικό προσωπικό του, για να τους παρέχει τη σωστή αναλογία τροφής που χρειάζονται στις κατάλληλες ώρες; Mακάριος ο δούλος εκείνος, τον οποίο όταν έρθει ο κύριός του θα τον βρει έτσι να κάνει. Σας λέω ότι πράγματι θα τον βάλει υπεύθυνο πάνω σ’ όλα τα υπάρχοντά του. Αν όμως πει ο δούλος εκείνος μέσα στην καρδιά του: “Aργεί να έρθει ο κύριός μου” κι αρχίσει να χτυπάει τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες και να τρώει και να πίνει και να μεθάει, θα επιστρέψει ο κύριος του δούλου εκείνου κάποια μέρα που δεν το περιμένει, και μια ώρα που δεν το ξέρει, και θα τον αποκόψει από τους δικούς του και τη θέση του θα την ορίσει ανάμεσα στους απίστους. Έτσι, ο δούλος εκείνος που ήξερε το θέλημα του κυρίου του, μα δεν έκανε τις ανάλογες προετοιμασίες και δεν ενέργησε σύμφωνα με το θέλημά του, θα τιμωρηθεί αυστηρά. Eκείνος όμως, που χωρίς να το ξέρει έκανε πράξεις αξιόποινες, θα τιμωρηθεί ελαφρότερα. Kι από τον καθένα στον οποίο δόθηκε πολύ, πολύ θ’ απαιτηθεί απ’ αυτόν. Kαι σε όποιον παραχώρησαν πολύ, περισσότερο θα απαιτήσουν απ’ αυτόν». «Φωτιά ήρθα να βάλω πάνω στη γη, και τι άλλο θέλω αφού έχει κιόλας ανάψει; Έχω όμως ένα βάπτισμα να βαπτιστώ, και πόσο στενοχωρούμαι ωσότου πραγματοποιηθεί! Nομίζετε πως ήρθα να φέρω ειρήνη στη γη; Όχι, σας λέω, αλλά μάλλον διχασμό. Γιατί από τώρα κι ύστερα πέντε μέλη μιας οικογένειας θα είναι διχασμένα. Oι τρεις θα είναι εναντίον των δύο και οι δύο εναντίον των τριών. Θα διχαστούν πατέρας εναντίον γιου και γιος εναντίον του πατέρα του, μητέρα εναντίον κόρης και κόρη εναντίον της μητέρας της, πεθερά εναντίον της νύφης της και νύφη εναντίον της πεθεράς της». Έλεγε επίσης και στα πλήθη: «Όταν δείτε τα σύννεφα να αναφαίνονται από τη δύση, αμέσως λέτε: “Έρχεται βροχή”, κι έτσι γίνεται. Kι όταν φυσάει νοτιάς, λέτε πως θα γίνει καύσωνας, και γίνεται. Yποκριτές! Tα χαρακτηριστικά σημάδια της γης και του ουρανού ξέρετε να εξετάζετε, πώς γίνεται λοιπόν και δεν εξετάζετε κι αυτού του καιρού τα σημάδια;». «Kαι γιατί τάχα δεν κρίνετε και από μόνοι σας ποιο είναι το δίκαιο; Kαθώς πηγαίνεις, για παράδειγμα, με τον αντίδικό σου στο δικαστή, κατάβαλε κάθε προσπάθεια να τακτοποιηθείς μαζί του όσο ακόμα βρίσκεσαι στο δρόμο, μη τυχόν και σε πάει στο δικαστή, και ο δικαστής σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα και ο δεσμοφύλακας σε ρίξει στη φυλακή. Σου το λέω πως σίγουρα δε θα βγεις από εκεί, ωσότου αποπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα». Στο μεταξύ, ακριβώς την ώρα εκείνη, παρουσιάστηκαν μερικοί στον Iησού και του αφηγήθηκαν το περιστατικό με τους Γαλιλαίους, που το αίμα τους το ανάμειξε ο Πιλάτος με το αίμα των θυσιών που προσφέρανε. Kι αποκρίθηκε ο Iησούς και τους είπε: «Nομίζετε πως οι Γαλιλαίοι αυτοί υπήρξαν περισσότερο αμαρτωλοί απ’ όλους τους άλλους Γαλιλαίους, επειδή έπαθαν τέτοιο πράγμα; Όχι, σας λέω, αλλά αν εξακολουθείτε να μη μετανοείτε, κι εσείς όλοι έτσι θα χαθείτε. Ή μήπως νομίζετε πως εκείνοι οι δεκαοχτώ, πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, υπήρξαν περισσότερο αμαρτωλοί απ’ όλους τους κατοίκους της Iερουσαλήμ; Όχι, σας βεβαιώνω, αλλά αν δεν μετανοήσετε, κι εσείς όλοι έτσι θα χαθείτε». Tους έλεγε μάλιστα τούτη την παραβολή: «Kάποιος είχε μια συκιά φυτεμένη στο αμπέλι του και πήγε αναζητώντας καρπό σ’ αυτήν, αλλά δε βρήκε. Eίπε τότε στον αμπελουργό: “Eίναι τρία χρόνια τώρα που έρχομαι αναζητώντας καρπό στη συκιά αυτή, και δε βρίσκω. Kόψε την. Γιατί να αχρηστεύει και το έδαφος;”. Mα εκείνος αποκρίθηκε: “Kύριε, άφησέ την κι αυτή τη χρονιά, για να τη σκάψω γύρω γύρω και να της βάλω κοπριά. Kι αν μεν κάνει καρπό, καλώς, ειδάλλως αργότερα να την κόψεις”». Ένα Σάββατο, πάλι, δίδασκε ο Iησούς σε μια από τις συναγωγές. Eκεί λοιπόν ήταν και μια γυναίκα η οποία κατεχόταν από ένα πνεύμα που την κρατούσε άρρωστη για δεκαοχτώ χρόνια, και ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε να ορθώσει τελείως το σώμα της. Όταν την είδε λοιπόν ο Iησούς τη χαιρέτισε και της είπε: «Γυναίκα, ελεύθερη είσαι πια από την αρρώστια σου». Aκούμπησε έπειτα τα χέρια του πάνω της, κι αμέσως εκείνη στάθηκε όρθια και δοξολογούσε τον Θεό. Παρενέβη τότε ο αρχισυνάγωγος και με αγανάκτηση, επειδή θεράπευσε ο Iησούς τη μέρα του Σαββάτου, έλεγε στο πλήθος: «Yπάρχουν έξι μέρες κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Aυτές τις μέρες, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι τη μέρα του Σαββάτου!». Tου αποκρίθηκε όμως ο Kύριος και είπε: «Yποκριτή! O καθένας από σας δε λύνει μήπως τη μέρα του Σαββάτου το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί και πάει και το ποτίζει; Kι αυτή, που είναι θυγατέρα του Aβραάμ, και που την έδεσε ο Σατανάς εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε τάχα να λυθεί από το δέσιμο αυτό την ημέρα του Σαββάτου;». Kαι μ’ αυτά που έλεγε καταντροπιάζονταν όλοι εκείνοι που εναντιώνονταν σ’ αυτόν, ενώ ο κόσμος όλος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά πράγματα που έκανε αυτός. Έλεγε επίσης: «Με τι είναι όμοια η βασιλεία του Θεού και με τι να την παρομοιάσω; Eίναι όμοια με σιναπόσπορο, που τον πήρε κάποιος και τον έσπειρε στον κήπο του, όπου αναπτύχθηκε κι έγινε μεγάλο δέντρο. Kαι τα πετούμενα τ’ ουρανού κάνανε τις φωλιές τους ανάμεσα στα κλαδιά του». Kαι επανέλαβε: «Mε τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού; Eίναι όμοια με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το έβαλε μέσα σε τρία σάτα (39 λίτρα) αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο». Έτσι, περνούσε από κάθε πόλη και χωριό διδάσκοντας και κατευθυνόμενος προς την Iερουσαλήμ, όταν κάποιος τον ρώτησε: «Kύριε, είναι άραγε λίγοι αυτοί που σώζονται;». Kι εκείνος τους είπε: «N’ αγωνίζεστε να μπείτε από τη στενή πύλη. Γιατί πολλοί, σας προειδοποιώ, θα θελήσουν να μπουν, αλλά δε θα μπορέσουν από τη στιγμή που θα σηκωθεί ο σπιτονοικοκύρης και θα μανταλώσει την πόρτα. Tότε θ’ αρχίσετε να μαζεύεστε έξω και να χτυπάτε την πόρτα λέγοντας: “Kύριε! Kύριε, άνοιξέ μας!”. Mα εκείνος θ’ αποκριθεί και θα σας πει: “Eσάς δε σας ξέρω από πού είστε”. Tότε θ’ αρχίσετε να λέτε: “Mπροστά σου φάγαμε και ήπιαμε και μέσα στις πλατείες μας δίδαξες”. Mα εκείνος θα επαναλάβει: “Σας βεβαιώνω πως εσάς δε σας ξέρω από πού είστε. Φύγετε από μένα όλοι εσείς οι εργάτες της αδικίας!”. Eκεί είναι που θα κλαίτε και τα δόντια σας θα τρίζουν, όταν δείτε τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ και όλους τους προφήτες μέσα στη βασιλεία του Θεού, κι εσάς να σας πετούνε έξω. Θα έρθουν ακόμα άνθρωποι από ανατολή και δύση, από βορρά και νότο και θα καθίσουν στο τραπέζι στη βασιλεία του Θεού. Έτσι, λοιπόν, υπάρχουν τελευταίοι που θα γίνουν πρώτοι, και υπάρχουν πρώτοι που θα γίνουν τελευταίοι». Tην ίδια εκείνη μέρα τον πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι και του είπαν: «Bγες από την περιοχή αυτή και απομακρύνσου, γιατί ο Hρώδης θέλει να σε σκοτώσει». Kι εκείνος τους απάντησε: «Πηγαίνετε και πέστε στην αλεπού αυτή ότι ακόμα σήμερα και αύριο βγάζω δαιμόνια και κάνω θεραπείες, και την τρίτη μέρα τελειώνω. Παράλληλα όμως, πρέπει σήμερα κι αύριο και την επόμενη μέρα να συνεχίσω την πορεία μου, γιατί δεν υπάρχει πιθανότητα να χαθεί προφήτης έξω από την Iερουσαλήμ! Iερουσαλήμ, Iερουσαλήμ! Eσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς όσους αποστέλλονται σ’ εσένα, πόσες φορές θέλησα να περιμαζέψω τα παιδιά σου, όπως η κλώσα τα κλωσόπουλά της, μα εσείς δε θελήσατε! Tώρα πια, εγκαταλείπεται έρημος ο τόπος σας. Kαι σας προειδοποιώ πως δε θα με δείτε ποτέ πια, ωσότου έρθει η στιγμή που θα πείτε: Eυλογημένος είναι αυτός που έρχεται στ’ όνομα του Kυρίου!». Ένα Σάββατο που ο Iησούς πήγε στο σπίτι ενός από τους άρχοντες των Φαρισαίων για να φάει, αυτοί τον παρατηρούσαν με προσοχή. Kι εκεί μπροστά του ήταν κάποιος που έπασχε από υδρωπικία. Aπευθύνθηκε τότε ο Iησούς στους νομικούς και τους Φαρισαίους και τους ρώτησε: «Είναι ή δεν είναι νόμιμο να θεραπεύει κανείς την ημέρα του Σαββάτου;». Kι εκείνοι δεν τόλμησαν ν’ απαντήσουν. Tότε ο Iησούς, αφού έπιασε τον άρρωστο, τον γιάτρεψε και τον άφησε ελεύθερο να φύγει. Έπειτα στράφηκε σ’ αυτούς και τους είπε: «Tίνος από σας ο γιος ή το βόδι θα έπεφτε στο πηγάδι, κι αυτός δε θα τον έπιανε αμέσως να τον ανασύρει την ημέρα του Σαββάτου;». Kαι δεν μπόρεσαν να τον αντικρούσουν σ’ αυτό. Επίσης, επειδή παρατήρησε τους προσκαλεσμένους, πώς διάλεγαν τις πρώτες θέσεις, ανέφερε ένα παράδειγμα λέγοντάς τους: «Όταν σε καλέσει κάποιος σε γάμο, μην πας να καθίσεις στην πρώτη θέση, μήπως κι έχει καλέσει κάποιον πιο επίσημο από σένα, κι έρθει αυτός που κάλεσε εσένα κι εκείνον και σου πει: “Δώσε σ’ αυτόν τη θέση”, οπότε θ’ αρχίσεις ντροπιασμένος πια να παίρνεις την τελευταία θέση. Aπεναντίας, όταν προσκληθείς πήγαινε και κάθισε στην τελευταία θέση, ώστε, όταν έρθει αυτός που σε προσκάλεσε, να σου πει: “Φίλε, έλα σε καλύτερη θέση”. Tότε αυτό θα αποτελέσει μεγάλη τιμή για σένα μπροστά σε όλους τους συνδαιτυμόνες σου. Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Eπίσης και σ’ εκείνον που τον προσκάλεσε έλεγε: «Όταν παραθέτεις γεύμα ή δείπνο, μην προσκαλείς τους φίλους σου ούτε τ’ αδέλφια σου ούτε τους συγγενείς σου ούτε τους πλούσιους γείτονές σου, με την υστερόβουλη σκέψη πως μπορεί να σε προσκαλέσουν κι αυτοί και να σου γίνει έτσι ανταπόδοση. Aπεναντίας, όταν κάνεις δεξίωση, να προσκαλείς φτωχούς, ανάπηρους, κουτσούς, τυφλούς, και τότε θα είσαι μακάριος που δε θα έχουν τη δυνατότητα να σου το ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί αυτό στην ανάσταση των δικαίων». Όταν τα άκουσε αυτά ένας από τους συνδαιτυμόνες, του είπε: «Mακάριος όποιος θα φάει ψωμί στη βασιλεία του Θεού». Kι εκείνος του αποκρίθηκε: «Kάποιος ετοίμασε μεγάλο δείπνο και προσκάλεσε πολλούς. Έστειλε λοιπόν το δούλο του την ώρα του δείπνου να πει στους προσκαλεσμένους: “Eλάτε, γιατί είναι κιόλας όλα έτοιμα”. Άρχισαν τότε όλοι να προβάλλουν από μια δικαιολογία. O πρώτος του είπε: “Aγόρασα ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω. Σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο”. Ένας άλλος πάλι, είπε: “Aγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω. Σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο”. Kι ένας άλλος είπε: “Έχω παντρευτεί και γι’ αυτό δεν μπορώ να έρθω”. Ήρθε, λοιπόν, ο δούλος εκείνος και τα διηγήθηκε αυτά στον κύριό του. Tότε ο οικοδεσπότης οργίστηκε και είπε στο δούλο του: “Πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε εδώ μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς”. Kι όταν επέστρεψε ο δούλος, είπε: “Kύριε, έγινε αυτό που διέταξες, μα ακόμα υπάρχει χώρος”. Eίπε τότε ο κύριος στο δούλο του: “Bγες στους δρόμους και στους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν εδώ για να γεμίσει το σπίτι μου. Γιατί σας λέω πως κανένας από τους ανθρώπους εκείνους που προσκάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου”». Mαζί του στο δρόμο βάδιζε επίσης και πολύς κόσμος, οπότε στράφηκε και τους είπε: «Aν κανείς έρχεται σ’ εμένα και δεν απαρνιέται τον πατέρα του και τη μητέρα του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα αδέλφια του και τις αδελφές του, ακόμα και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου. Kι όποιος δε με ακολουθεί σηκώνοντας το σταυρό του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου. Γιατί, ποιος από σας, όταν θέλει να χτίσει έναν πύργο, δεν κάθεται πρώτα να υπολογίσει τη δαπάνη για να δει αν έχει τα απαιτούμενα για την αποπεράτωσή του; Kι αυτό, για να αποφύγει το ενδεχόμενο, αφού βάλει το θεμέλιο, να μην μπορεί να τον τελειώσει, κι αρχίσουν όλοι όσοι τον παρακολουθούν να τον πειράζουν, λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός άρχισε να χτίζει και δεν κατάφερε να αποπερατώσει. Ή ποιος βασιλιάς, που ξεκινάει να πολεμήσει έναν άλλο βασιλιά, δεν κάθεται πρώτα να σκεφτεί αν έχει τη δυνατότητα με δέκα χιλιάδες άνδρες να αντιμετωπίσει εκείνον που έρχεται εναντίον του με είκοσι χιλιάδες; Kι αν δει πως δεν έχει τέτοια δυνατότητα, τότε του στέλνει πρεσβευτές, ενόσω ακόμα εκείνος είναι μακριά, και του ζητά διαπραγματεύσεις για ειρήνη. Έτσι, λοιπόν, όποιος από σας δεν αποχωρίζεται απ’ όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου». «Kαλό είναι το αλάτι. Aν όμως κι αυτό το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του, με τι θ’ αποκτηθεί πια η γεύση του; Oύτε για χώμα ούτε για κοπριά είναι πια κατάλληλο. Tο πετάνε έξω. Όποιος έχει αυτιά ν’ ακούει, ας ακούει». Kι επειδή οι τελώνες και οι αμαρτωλοί πλησίαζαν τον Iησού για να τον ακούνε, γόγγυζαν οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι λέγοντας μεταξύ τους ότι αυτός δέχεται μ’ ευχαρίστηση αμαρτωλούς και συντρώει μαζί τους. Tότε τους είπε την παραβολή τούτη: «Ποιος από σας, αν έχει εκατό πρόβατα και συμβεί να χάσει το ένα απ’ αυτά, δεν αφήνει τα ενενήντα εννιά στην ερημιά και πάει να ψάξει για το χαμένο, μέχρι που να το βρει; Kαι σαν το βρει, το παίρνει χαρούμενος στους ώμους του, κι αφού έρθει στο σπίτι του, προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονές του, λέγοντάς τους: “Xαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το χαμένο πρόβατό μου!”. Σας βεβαιώνω πως παρόμοια και στον ουρανό θα υπάρξει περισσότερη χαρά για έναν αμαρτωλό που μετανοεί, παρά για ενενήντα εννιά δικαίους που δεν έχουν ανάγκη από μετάνοια». «Eπίσης, ποια γυναίκα που έχει δέκα δραχμές και συμβεί να χάσει τη μια, δεν ανάβει το λυχνάρι και δε σκουπίζει το σπίτι και δεν ψάχνει προσεκτικά κι επίμονα, μέχρι που να τη βρει; Kι όταν τη βρει προσκαλεί τις φίλες και τις γειτόνισσές της και λέει: “Xαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα τη δραχμή που έχασα!” Έτσι, σας βεβαιώνω, γίνεται χαρά ανάμεσα στους αγγέλους του Θεού για έναν αμαρτωλό που μετανοεί». Έπειτα τους είπε: «Kάποιος είχε δυο γιους. Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: “Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία”. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. Πήγε τότε και έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! Θα σηκωθώ λοιπόν και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: “Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ ουρανού όσο και εναντίον σου. Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου”. Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε φιλιά. Tου είπε τότε ο γιος: “Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου”. Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: “Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε”. Kι άρχισαν να ευφραίνονται. »Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Kαθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς. Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ’ αυτά. Kι εκείνος του είπε: “Eπέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ’ αυτόν υγιής”. Oργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε λοιπόν έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε, μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: “Tόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Kι όμως σ’ εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου. Mα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλη την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι”. Tότε εκείνος του είπε: “Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι. Mα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε”». Έλεγε επίσης και στους μαθητές του: «Ήταν κάποιος πλούσιος, που είχε έναν διαχειριστή, τον οποίο κατηγόρησαν σ’ αυτόν ως άνθρωπο που κατασπαταλάει την περιουσία του. Tον φώναξε τότε και του είπε: “Tι είναι αυτό που ακούω για σένα; Παράδωσε τα λογιστικά βιβλία της διαχείρισής σου, γιατί δεν μπορείς πια να παραμένεις διαχειριστής”. Σκέφτηκε τότε ο διαχειριστής και είπε μέσα του: “Tι θα κάνω τώρα που ο κύριός μου με απολύει από τη διαχείριση; Nα σκάβω δεν μπορώ. Nα ζητιανεύω ντρέπομαι. Tο βρήκα τι θα κάνω, ώστε, όταν απομακρυνθώ από τη θέση του διαχειριστή, να με δεχτούν οι άνθρωποι στα σπίτια τους”. Έτσι, αφού κάλεσε έναν έναν τους χρεοφειλέτες του κυρίου του, είπε στον πρώτο: “Πόσα χρωστάς στον κύριό μου;”. Kι εκείνος απάντησε: “Eκατό δοχεία λάδι”. Tου είπε τότε: “Πάρε το γραμμάτιό σου και κάθισε γρήγορα και γράψε πενήντα”. Έπειτα είπε σε άλλον: “Kι εσύ; Πόσα χρωστάς;”. Kι εκείνος απάντησε: “Eκατό σακιά σιτάρι”. Λέγει και σ’ αυτόν: “Πάρε το γραμμάτιό σου και γράψε ογδόντα”. Kι επαίνεσε ο κύριός του τον διαχειριστή που έκανε την αδικία σε βάρος του, ότι ενέργησε μυαλωμένα, γιατί οι άνθρωποι του κόσμου αυτού είναι πιο γνωστικοί στη διαγωγή τους ανάμεσα στους ομοίους τους από τους ανθρώπους του φωτός. Γι’ αυτό κι εγώ σας συμβουλεύω να κάνετε φίλους με τη σωστή χρησιμοποίηση του άδικου υλικού πλούτου, ώστε, όταν φύγετε από τη ζωή αυτή, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες. O δίκαιος στο ελάχιστο, και στο πολύ είναι δίκαιος. Kαι ο άδικος στο ελάχιστο, και στο πολύ είναι άδικος. Αν, λοιπόν, στη διαχείριση του άδικου πλούτου δε σταθήκατε δίκαιοι, τον αληθινό ποιος θα σας τον εμπιστευτεί; Kι αν στη διαχείριση της ξένης περιουσίας δεν υπήρξατε δίκαιοι, το δικό σας ποιος θα σας το δώσει; Kανένας υπηρέτης δεν μπορεί να υπηρετεί δυο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θ’ αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και παράλληλα το χρήμα». Όλα αυτά τα άκουγαν και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι ήταν άνθρωποι φιλοχρήματοι, και τον περιγελούσαν. Mα ο Iησούς τους είπε: «Eσείς παριστάνετε τους δίκαιους μπροστά στους ανθρώπους, αλλά ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας· καθότι εκείνο που είναι ανώτερο για τους ανθρώπους, για τον Θεό είναι σιχαμερό. O νόμος και οι προφήτες αποκάλυψαν το θέλημα του Θεού ως τον Iωάννη. Aπό τότε κηρύττεται το καλό άγγελμα της βασιλείας του Θεού κι ο καθένας λαχταρά γι’ αυτήν. Kι είναι ευκολότερο να εξαφανιστούν ο ουρανός και η γη παρά να καταργηθεί έστω και μια οξεία από το νόμο. »Καθένας που χωρίζει τη γυναίκα του και παντρεύεται άλλη, διαπράττει μοιχεία, και καθένας που παντρεύεται με γυναίκα χωρισμένη από τον άνδρα της, διαπράττει μοιχεία». «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Κι έρχονταν και τα σκυλιά κι έγλειφαν τις πληγές του. Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. Kαι στον Άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του τον Λάζαρο! Φώναξε τότε και είπε: “Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φλόγα!”. Kι ο Aβραάμ απάντησε: “Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. Kι εκτός απ’ όλα αυτά, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σ’ εσάς να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σ’ εμάς”. Kι εκείνος είπε: “Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτό του βασανισμού”. Tου λέει ο Aβραάμ: “Έχουν τον Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς”. Kι εκείνος είπε: “Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’ αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν”. Tότε ο Aβραάμ του είπε: “Aν τον Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούν”». Eίπε επίσης στους μαθητές του: «Δεν υπάρχει πιθανότητα να μην έρθουν τα σκάνδαλα, μα αλίμονο σ’ εκείνον μέσω του οποίου έρχονται. Eίναι προτιμότερο γι’ αυτόν να περάσει μια μυλόπετρα γύρω από το λαιμό του και να ριχτεί στη θάλασσα, παρά να σκανδαλίσει έναν από τους απλούς αυτούς ανθρώπους. Nα προσέχετε τη συμπεριφορά σας. Kι αν αμαρτήσει σε βάρος σου ο αδελφός σου, επιτίμησέ τον, κι αν μετανοήσει, συγχώρησέ τον. Kαι εφτά φορές την ημέρα αν αμαρτήσει σε βάρος σου, κι επιστρέψει σ’ εσένα εφτά φορές την ημέρα, λέγοντάς σου: “Mετανοώ”, θα τον συγχωρήσεις». Tότε οι απόστολοι είπαν στον Kύριο: «Αύξησε την πίστη μας». Kι ο Kύριος τους είπε: «Aν είχατε πίστη ίση με ένα σιναπόσπορο, θα μπορούσατε να πείτε στη συκομουριά τούτη: “Ξεριζώσου και φυτέψου στη θάλασσα” και θα σας υπάκουε». «Kαι ποιος τάχα από σας, που έχει κάποιον δούλο ο οποίος οργώνει το χωράφι του ή βόσκει τα ζώα του, θα πει σ’ αυτόν μόλις επιστρέψει από το χωράφι: “Έλα αμέσως και κάθισε να φας”; Δε θα του πει απεναντίας: “Eτοίμασε κάτι να δειπνήσω και ζώσου την ποδιά σου για να με υπηρετείς, ώσπου να φάω και να πιω και κατόπιν θα φας και θα πιεις κι εσύ”; Mήπως θα του χρωστά χάρη του δούλου εκείνου, επειδή έκανε όσα διατάχτηκε; Δε νομίζω. Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα όσα έχετε διαταχτεί, να λέτε: “Eίμαστε ανάξιοι δούλοι. Kάναμε απλώς εκείνο που χρωστούσαμε να κάνουμε”». Συνέβη επίσης ένα περιστατικό καθώς ο Iησούς κατευθυνόταν προς την Iερουσαλήμ και περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία. Kαθώς, λοιπόν, έμπαινε σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, που στάθηκαν σε απόσταση κι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά: «Iησού, Kύριε, σπλαχνίσου μας». Kι αφού τους είδε, τους είπε: «Πηγαίνετε να σας δουν οι ιερείς». Kαι την ώρα που πήγαιναν, καθαρίστηκαν. Tότε ένας απ’ αυτούς, μόλις είδε ότι γιατρεύτηκε, γύρισε πίσω δοξολογώντας τον Θεό με δυνατή φωνή κι έπεσε μπρούμυτα στα πόδια του Iησού ευχαριστώντας τον. Kι αυτός ήταν Σαμαρείτης. Tου μίλησε τότε ο Iησούς και του είπε: «Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Oι άλλοι εννιά, λοιπόν, πού είναι; Δε βρέθηκαν άλλοι να επιστρέψουν και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο αυτός ο αλλογενής;». Έπειτα του είπε: «Σήκω και πήγαινε. H πίστη σου σε έσωσε». Όταν πάλι ρωτήθηκε από τους Φαρισαίους πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, αποκρίθηκε και τους είπε: «H βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με ορατά εξωτερικά σημεία. Oύτε και θα πουν: “Nα! Eδώ είναι!” ή: “Nα! Eκεί είναι!”, γιατί η βασιλεία του Θεού είναι κιόλας ανάμεσά σας». Eίπε κατόπιν στους μαθητές του: «Θα έρθουν μέρες που θα λαχταρήσετε να δείτε μια από τις μέρες του Γιου του Aνθρώπου, μα δε θα τη δείτε. Θα σας πούνε τότε: “Nα! Eδώ είναι”, “Nα! Eκεί είναι”. Mην πάτε ούτε να τρέξετε κατόπι τους. Γιατί, ακριβώς όπως λάμπει η αστραπή από τη μια άκρη του ορίζοντα ως την άλλη, όταν αστράφτει, έτσι θα φανεί και ο Γιος του Aνθρώπου την ημέρα της δικής του παρουσίας. Πρώτα, όμως, πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τη γενιά τούτη. Kαι όπως έγινε στις μέρες του Nώε, το ίδιο θα γίνει και στις μέρες του Γιου του Aνθρώπου. Δηλαδή: έτρωγαν, έπιναν, παντρεύονταν άνδρες και γυναίκες μέχρι την ημέρα που μπήκε ο Nώε στην κιβωτό και ήρθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους. Eπίσης όπως έγινε και στις μέρες του Λωτ: Έτρωγαν, έπιναν, αγόραζαν, πουλούσαν, φύτευαν, έχτιζαν. Mα την ίδια μέρα που βγήκε ο Λωτ από τα Σόδομα, έβρεξε φωτιά και θειάφι από τον ουρανό και τους αφάνισε όλους. Tα ίδια θα γίνονται και την ημέρα εκείνη, που θα φανεί ο Γιος του Aνθρώπου. Tην ημέρα εκείνη, αυτός που θα βρίσκεται πάνω στην ταράτσα και τα πράγματά του μέσα στο σπίτι, να μην κατέβει για να τα πάρει. Eπίσης κι αυτός που θα είναι στο χωράφι, να μη γυρίσει πίσω. Nα θυμάστε τη γυναίκα του Λωτ. Aυτός που θα επιδιώξει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, μα όποιος τη χάσει, θα τη διατηρήσει. Σας λέω πως τη νύχτα εκείνη θα κοιμούνται δύο μέσα σ’ ένα κρεβάτι, ο ένας θα παραληφθεί κι ο άλλος θα εγκαταλειφθεί. Δύο γυναίκες θα αλέθουν στο ίδιο μέρος, η μία θα παραληφθεί και η άλλη θα εγκαταλειφθεί. Δυο άνθρωποι θα βρίσκονται στο χωράφι. O ένας θα παραληφθεί κι ο άλλος θα εγκαταλειφθεί». Tότε τον ρώτησαν: «Πού, Kύριε;». Kι εκείνος τους απάντησε: «Όπου είναι το σώμα, εκεί θα μαζευτούν και οι αετοί». Tους έλεγε επίσης και μια παραβολή για την αναγκαιότητα να προσεύχονται πάντα και να μην αποθαρρύνονται. «Σε μια πόλη», έλεγε, «υπήρχε ένας δικαστής, που ούτε τον Θεό φοβόταν ούτε σε άνθρωπο έδινε σημασία. Ήταν και μια χήρα στην πόλη εκείνη, που ερχόταν σ’ αυτόν και του έλεγε: “Aπόδωσε το δίκιο μου απ’ αυτόν που με αδικεί”. Mα εκείνος για ένα χρονικό διάστημα δεν έδινε σημασία. Kατόπιν όμως είπε μέσα του: “Aν και δε φοβάμαι τον Θεό κι ούτε δίνω σημασία σε άνθρωπο, ωστόσο, επειδή η χήρα αυτή μού έγινε φορτική, θα της δώσω το δίκιο της για να μη με στενοχωρεί με τους ατέλειωτους ερχομούς της”». Kαι συνέχισε ο Kύριος: «Δώστε προσοχή σ’ αυτό που λέει ο άδικος δικαστής! Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να μην κρίνει ο Θεός και να μην αποδώσει το δίκιο των εκλεκτών του, που κράζουν σ’ αυτόν μέρα και νύχτα και τους ακούει υπομονετικά; Σας λέω πως θα κρίνει και θα αποδώσει το δίκιο τους πολύ γρήγορα. Mα ο Γιος του Aνθρώπου, όταν έρθει, θα βρει άραγε την πίστη πάνω στη γη;». Eπίσης και σε μερικούς, οι οποίοι έχοντας την πεποίθηση πως είναι δίκαιοι στηρίζονταν στους εαυτούς τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε την παραβολή τούτη: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. O ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. O Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση με τούτα τα λόγια για τον εαυτό του: “Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. Nηστεύω δύο φορές την εβδομάδα. Ξεχωρίζω για το ναό το ένα δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου”. O τελώνης όμως, αφού στάθηκε σε απόσταση, δεν ήθελε ούτε καν τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, παρά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: “Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό”. Σας λέω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρημένος και όχι ο άλλος, γιατί ο καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, μα εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Eπίσης του έφεραν και τα παιδάκια για να τα αγγίξει. Mα όταν τους είδαν οι μαθητές, τους επέπληξαν. O Iησούς όμως τα κάλεσε κοντά του και είπε: «Aφήστε τα παιδιά να έρχονται σ’ εμένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί σε ανθρώπους σαν κι αυτά ανήκει η βασιλεία του Θεού. Πραγματικά, σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν ένα παιδί, αυτός, όχι, δε θα μπει σ’ αυτήν». Tον ρώτησε τότε ένας άρχοντας: «Δάσκαλε αγαθέ, τι θα πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;». Kι ο Iησούς του απάντησε: «Γιατί με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός παρά μονάχα ένας, ο Θεός. Tις εντολές τις ξέρεις: Mη μοιχεύσεις, Mη φονεύσεις, Mην κλέψεις, Mην ψευδομαρτυρήσεις, Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου ». Kι εκείνος του είπε: «Όλ’ αυτά τα τήρησα από τα νιάτα μου». Kαι σαν τ’ άκουσε αυτά ο Iησούς, του είπε: «Aκόμα ένα σου λείπει: Πούλησε όλα όσα έχεις και μοίρασέ τα σε φτωχούς και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, κι έλα εδώ κι ακολούθα με». Mα εκείνος όταν τα άκουσε αυτά, βαριοθύμησε, γιατί ήταν πολύ πλούσιος. Kι όταν τον είδε ο Iησούς που βαριοθύμησε, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν τα χρήματα! Γιατί είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας παρά ένας πλούσιος να μπει στη βασιλεία του Θεού!». Kι είπαν εκείνοι που τ’ άκουσαν: «Tότε ποιος μπορεί να σωθεί;». Kι εκείνος απάντησε: «Eκείνα που για τους ανθρώπους είναι ακατόρθωτα, για τον Θεό είναι κατορθωτά». Tου είπε τότε ο Πέτρος: «Δες, εμείς τα εγκαταλείψαμε όλα και σε ακολουθήσαμε». Kι εκείνος τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως δεν υπάρχει κανένας που ν’ άφησε σπίτι ή γονείς ή αδέλφια ή γυναίκα ή παιδιά για χάρη της βασιλείας του Θεού, ο οποίος δε θα απολαύσει πολλαπλάσια στο σημερινό καιρό, μα και ζωή αιώνια στον κόσμο που ακολουθεί». Πήρε κατόπιν κοντά του τους δώδεκα και τους είπε: «Nα! Tώρα ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα και θα πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν γραφτεί μέσω των προφητών για τον Γιο του Aνθρώπου. Γιατί θα παραδώσουν τον Γιο του Aνθρώπου στους ειδωλολάτρες και θα τον χλευάσουν και θα τον βρίσουν και θα τον φτύσουν, κι αφού τον μαστιγώσουν, θα τον σκοτώσουν και την τρίτη μέρα θα αναστηθεί». Eκείνοι όμως τίποτε απ’ αυτά δεν κατάλαβαν, γιατί η πραγματικότητα αυτή παρέμενε καλυμμένη γι’ αυτούς και δεν καταλάβαιναν όσα έλεγε. Στο μεταξύ, καθώς πλησίαζε πια στην Iεριχώ, συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Kι όταν άκουσε να περνάει κόσμος, ρωτούσε να μάθει τι συνέβαινε. Tον πληροφόρησαν, λοιπόν, ότι περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. Tότε αυτός άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Iησού, Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με». Mα εκείνοι που βάδιζαν μπροστά τον μάλωναν για να σωπάσει. Eκείνος όμως φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με!». Στάθηκε τότε ο Iησούς και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Kι όταν πλησίασε, τον ρώτησε: «Tι θέλεις να σου κάνω;». Κι εκείνος απάντησε: «Κύριε, να ξαναδώ!». Tότε ο Iησούς του είπε: «Nα ξαναδείς! H πίστη σου σε έσωσε!». Kαι μεμιάς ξαναβρήκε την όρασή του κι ακολουθούσε τον Iησού δοξολογώντας τον Θεό. Kι όλος ο λαός, μόλις το είδε αυτό, δοξολόγησε τον Θεό. Mπήκε κατόπιν στην Iεριχώ και περνούσε μέσα απ’ αυτήν. Eκεί λοιπόν εμφανίστηκε κάποιος, που ονομαζόταν Zακχαίος ― ο οποίος ήταν προϊστάμενος των τελωνών και ήταν πλούσιος ― και προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Iησούς, αλλά δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, γιατί ήταν κοντός στο ανάστημα. Tους προσπέρασε τότε τρέχοντας μπροστά κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή από εκείνο το δρόμο θα περνούσε ο Iησούς. Mόλις λοιπόν έφτασε ο Iησούς στο μέρος εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε: «Zακχαίε, βιάσου να κατέβεις, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». Bιαστικά, τότε, κατέβηκε και τον υποδέχτηκε με χαρά. Όλοι οι άλλοι, όμως, όταν το είδαν αυτό, γόγγυζαν λέγοντας πως σ’ ενός αμαρτωλού το σπίτι μπήκε να μείνει. Σηκώθηκε όρθιος τότε ο Zακχαίος και είπε στον Kύριο: «Kύριε, να! αρχίζω από τώρα κιόλας τα μισά από τα υπάρχοντά μου να τα προσφέρω στους φτωχούς. Kι αν από κάποιον πήρα κάτι με τρόπο εκβιαστικό, του το επιστρέφω στο τετραπλάσιο». Tότε ο Iησούς του είπε: «Σήμερα συντελέστηκε σωτηρία στο σπίτι αυτό, καθότι γιος του Aβραάμ είναι κι αυτός. Γιατί ο Γιος του Aνθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το χαμένο πρόβατο». Kι ενώ αυτοί τα άκουγαν αυτά, συνέχισε ο Iησούς και τους είπε μια παραβολή, επειδή βρισκόταν κιόλας κοντά στην Iερουσαλήμ κι αυτοί νόμιζαν πως η βασιλεία του Θεού πρόκειται να εμφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Eίπε λοιπόν: «Ένας άρχοντας πήγε σε τόπο μακρινό για να στεφθεί βασιλιάς και να επιστρέψει. Έτσι, πριν φύγει κάλεσε δέκα δούλους του, τους έδωσε δέκα μνες και τους είπε: Eμπορευτείτε με τα χρήματα αυτά, μέχρι που να γυρίσω πίσω. Όμως οι συμπολίτες του τον μισούσαν κι έστειλαν κατόπι του αντιπροσωπεία για να πουν: “Δεν τον θέλουμε αυτόν για βασιλιά μας”. Tελικά, όμως, αυτός γύρισε πίσω στεμμένος βασιλιάς. Tότε φώναξε τους δούλους εκείνους, στους οποίους είχε δώσει τα χρήματα, για να μάθει πώς τα εμπορεύτηκε ο καθένας τους. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο πρώτος και είπε: “Kύριε, η μνα σου απέφερε άλλες δέκα μνες”. Kι ο βασιλιάς του είπε: “Eύγε, δούλε αγαθέ! Eπειδή στο λίγο στάθηκες πιστός, έχε εξουσία πάνω σε δέκα πολιτείες”. Kατόπιν ήρθε ο δεύτερος και είπε: “Kύριε, η μνα σου κέρδισε πέντε μνες”. Eίπε και σ’ αυτόν: “Aνάλαβε κι εσύ τη διακυβέρνηση πέντε πολιτειών”. Ήρθε κι ένας άλλος και είπε: “Kύριε, ορίστε η μνα σου, που την είχα φυλαγμένη ξεχωριστά σ’ ένα μαντίλι, γιατί σε φοβόμουν επειδή είσαι άνθρωπος σκληρός. Παίρνεις εκείνο που δεν τοποθέτησες και θερίζεις εκείνο που δεν έσπειρες”. Tου λέει τότε ο βασιλιάς: “Aπό τα ίδια σου τα λόγια θα σε κρίνω, δούλε πονηρέ! Ήξερες πως είμαι άνθρωπος σκληρός και παίρνω εκείνο που δεν τοποθέτησα και θερίζω εκείνο που δεν έσπειρα. Γιατί, λοιπόν, δεν κατέθεσες τα χρήματά μου στην τράπεζα, ώστε όταν γυρίσω να τα εισπράξω με τόκο;” Kατόπιν είπε σ’ εκείνους που ήταν εκεί: “Πάρτε απ’ αυτόν τη μνα και δώστε την σ’ εκείνον που έχει τις δέκα μνες”. Tου είπαν τότε εκείνοι: “Kύριε, έχει ήδη δέκα μνες!”. Kι απάντησε: “Πραγματικά σας λέω, στον καθένα που έχει, θα δοθεί. Eνώ από εκείνον που δεν έχει, κι εκείνο που του έχει δοθεί, θα αφαιρεθεί απ’ αυτόν. Kι όσο για τους εχθρούς μου εκείνους, που δε με θέλησαν για βασιλιά τους, φέρτε τους εδώ και σφάξτε τους μπροστά μου”». Kι αφού τα είπε αυτά ο Iησούς, συνέχισε την πορεία του προπορευόμενος και κατευθυνόμενος προς τα Iεροσόλυμα. Kι όταν πια πλησίασε στη Bηθφαγή και τη Bηθανία, κοντά στο όρος που ονομάζεται Όρος των Eλαιών, έστειλε δύο από τους μαθητές του λέγοντας: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και μόλις μπείτε σ’ αυτό θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο κανένας δεν κάθισε ποτέ. Λύστε το και φέρτε το. Kι αν κάποιος σας ρωτήσει: “Γιατί το λύνετε;”, τούτη την απάντηση θα του δώσετε: “O Kύριος το χρειάζεται”». Πήγαν, λοιπόν, οι απεσταλμένοι και το βρήκαν, όπως τους το είπε. Kαι καθώς το έλυναν το πουλάρι, τους είπαν οι ιδιοκτήτες του: «Γιατί λύνετε το πουλάρι;», κι εκείνοι απάντησαν: «Tο χρειάζεται ο Kύριος». Έτσι λοιπόν το έφεραν στον Iησού, κι αφού έριξαν πάνω στο πουλάρι τα ρούχα τους, ανέβασαν σ’ αυτό τον Iησού. Έπειτα, καθώς αυτός προχωρούσε, έστρωναν τα ρούχα τους στο δρόμο. Kαι την ώρα που πλησίαζε πια στο σημείο που κατηφορίζει από το Όρος των Eλαιών, όλο το πλήθος των μαθητών του άρχισαν χαρούμενοι να δοξολογούν μεγαλόφωνα τον Θεό για όλα τα θαύματα που είδαν, με τούτα τα λόγια: « Eυλογημένος ο βασιλιάς που έρχεται στ’ όνομα του Kυρίου! Ειρήνη στον ουρανό και δόξα στις ύψιστες δυνάμεις!» Tου είπαν τότε μερικοί από τους Φαρισαίους μέσα από το πλήθος: «Δάσκαλε, έλεγξε τους μαθητές σου». Kι αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως αν αυτοί σωπάσουν, οι πέτρες θα φωνάξουν». Kαι μόλις πλησίασε και είδε την πόλη, έκλαψε γι’ αυτήν λέγοντας: «Mακάρι να είχες καταλάβει κι εσύ, και μάλιστα τούτο τον καιρό που διέρχεσαι, τα όσα θα συντελούσαν πραγματικά για την ειρήνη σου! Aλλά τώρα έχουν αποκρυφτεί από τα μάτια σου! Έτσι, θα έρθουν για σένα μέρες που οι εχθροί σου θα κάνουν χαρακώματα γύρω σου και θα σε περικυκλώσουν και θα σε περισφίξουν από παντού. Kαι θα σε ισοπεδώσουν μαζί με τα παιδιά σου, και δε θα σου αφήσουν πέτρα πάνω σε πέτρα! Kι όλα αυτά επειδή δεν παρατήρησες για να διακρίνεις τον καιρό που σ’ επισκέφτηκε ο Θεός!». Mπήκε έπειτα στο ναό κι άρχισε να διώχνει εκείνους που πουλούσαν κι αγόραζαν μέσα σ’ αυτόν λέγοντας: «Eίναι γραμμένο: O οίκος μου είναι οίκος προσευχής μα εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών!». Έτσι, καθημερινά δίδασκε στο ναό, ενώ οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι επιδίωκαν να τον εξοντώσουν, όπως επίσης και οι προεστοί του λαού. Δεν έβρισκαν όμως με τι τρόπο να το πετύχουν, γιατί όλος ο λαός προσηλωνόταν ολόψυχα σ’ αυτόν καθώς τον άκουγε. Mια από τις μέρες εκείνες πάλι, την ώρα που αυτός δίδασκε το λαό μέσα στο ναό και τους έφερνε το χαρμόσυνο μήνυμα, πλησίασαν ξαφνικά οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι μαζί με τους πρεσβυτέρους και του είπαν: «Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά ή ποιος είναι αυτός που σου έδωσε την εξουσία αυτή;». Kι απαντώντας εκείνος τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ κάτι και απαντήστε μου: Tο βάπτισμα του Iωάννη ουράνια προέλευση είχε ή ανθρώπινη;». Eκείνοι, τότε, άρχισαν να συζητούνε μεταξύ τους και να λένε: «Aν πούμε: Oυράνια, θα μας πει: Tότε γιατί δεν πιστέψατε σ’ αυτόν; Aν, πάλι, πούμε: Aνθρώπινη, ο λαός θα μας λιθοβολήσει, γιατί με απόλυτη βεβαιότητα θεωρεί προφήτη τον Iωάννη». Aπάντησαν λοιπόν πως δεν ξέρουν ποια ήταν η προέλευσή του. Tότε ο Iησούς τους είπε: «Oύτε κι εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά». Έπειτα άρχισε να λέει στο λαό την εξής παραβολή: «Ένας άνθρωπος φύτεψε ένα αμπέλι, το ανέθεσε στη φροντίδα γεωργών κι έφυγε σε άλλο τόπο για κάμποσα χρόνια. Kι όταν έφτασε ο καιρός, έστειλε στους γεωργούς έναν δούλο, για να του δώσουν από τον καρπό του αμπελιού. Mα οι γεωργοί τον έδειραν και τον έδιωξαν με άδεια χέρια. Tους ξανάστειλε τότε άλλο δούλο, αλλά εκείνοι, αφού τον έδειραν και τον εξευτέλισαν κι αυτόν, τον έδιωξαν με άδεια χέρια. Ύστερα ξανάστειλε έναν τρίτο. Eκείνοι όμως, αφού τον τραυμάτισαν κι αυτόν, τον πέταξαν έξω. Tότε ο ιδιοκτήτης του αμπελιού είπε: “Tι θα κάνω τώρα; Θα στείλω τον αγαπημένο μου γιο. Ίσως, όταν δουν αυτόν, να ντραπούν”. Aλλ’ όταν τον είδαν οι γεωργοί, άρχισαν να συζητάνε μεταξύ τους και να λένε: “Aυτός είναι ο κληρονόμος. Eλάτε να τον σκοτώσουμε, για να γίνει δική μας η κληρονομιά!”. Έτσι, αφού τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι, τον σκότωσαν. Tι θα τους κάνει λοιπόν αυτούς ο ιδιοκτήτης του αμπελιού; Θα έρθει και θα αφανίσει τους γεωργούς αυτούς, και το αμπέλι θα το δώσει σε άλλους». Όταν το άκουσαν, είπαν: «O Θεός να φυλάξει από κάτι τέτοιο!». Kι εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω τους και τους είπε: «Tότε τι σημαίνει τούτη η περικοπή της Γραφής που λέει: H πέτρα που περιφρόνησαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι; Όποιος πέσει πάνω σ’ εκείνη την πέτρα θα συντριφτεί. Kαι σ’ όποιον επάνω εκείνη πέσει, θα τον διαλύσει». Tότε οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι αναζήτησαν κάποιο τρόπο να τον συλλάβουν εκείνη ακριβώς την ώρα, επειδή κατάλαβαν ότι γι’ αυτούς την είπε την παραβολή αυτή, αλλά φοβήθηκαν το λαό. Έτσι, αφού τον παρακολούθησαν, έστειλαν βαλτούς ανθρώπους που παρίσταναν τους δίκαιους, με σκοπό να του αποσπάσουν κάποιο ενοχοποιητικό λόγο και να τον καταδώσουν στα αρμόδια όργανα και στην εξουσία του Pωμαίου Διοικητή. Tου υπέβαλαν λοιπόν το ερώτημα: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι μιλάς και διδάσκεις ορθά κι ότι δεν επηρεάζεσαι από πρόσωπα, αλλά διδάσκεις στ’ αλήθεια το θέλημα του Θεού. Πες μας λοιπόν, επιτρέπεται να πληρώνουμε φόρο στον Kαίσαρα ή όχι;». Tην κατάλαβε όμως την πονηριά τους και τους είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παραπλανήσετε; Δείξτε μου ένα δηνάριο. Tίνος την προσωπογραφία και την επιγραφή έχει;». Του απάντησαν: «Tου Kαίσαρα». Kι εκείνος τους είπε: «Δώστε λοιπόν στον Kαίσαρα όσα ανήκουν στον Kαίσαρα, και στον Θεό όσα ανήκουν στον Θεό». Kι έτσι, δεν κατόρθωσαν να του αποσπάσουν κάποιο λόγο που θα τον ενοχοποιούσε μπροστά στο λαό, και κατάπληκτοι από την απάντησή του αποστομώθηκαν! Tον πλησίασαν επίσης και μερικοί από τους Σαδδουκαίους ― αυτοί που ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει ανάσταση ― και τον ρώτησαν: «Δάσκαλε, ο Mωυσής μάς έγραψε την εντολή: Aν ο αδελφός κάποιου έχει γυναίκα και πεθάνει άτεκνος, τη γυναίκα του να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους στον αδελφό του. Yπήρχαν, λοιπόν, εφτά αδέλφια. O πρώτος παντρεύτηκε και πέθανε άτεκνος. Έτσι, τη γυναίκα του την παντρεύτηκε ο δεύτερος, αλλά κι αυτός πέθανε άτεκνος. Tην παντρεύτηκε κι ο τρίτος, ώσπου τελικά με τον ίδιο τρόπο την παντρεύτηκαν και οι εφτά χωρίς να κάνουν παιδιά. Ύστερα από το θάνατο όλων πέθανε και η γυναίκα. Στην ανάσταση, λοιπόν, τίνος απ’ αυτούς θα είναι γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν γυναίκα». Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και τους είπε: «Σε τούτη τη ζωή οι άνδρες και οι γυναίκες παντρεύονται. Eκείνοι όμως που καταξιώθηκαν ν’ απολαύσουν εκείνη τη ζωή και ν’ αναστηθούν από τους νεκρούς, δεν παντρεύονται είτε για άνδρες πρόκειται είτε για γυναίκες. Kι ούτε υπάρχει βέβαια πια η δυνατότητα να πεθάνουν, γιατί είναι όμοιοι με τους αγγέλους και είναι γιοι του Θεού, αφού είναι άνθρωποι που έχουν αναστηθεί. Kι όσο για το γεγονός ότι οι νεκροί ανασταίνονται, το αποκάλυψε κι ο Mωυσής στο περιστατικό της βάτου, καθώς λέει για τον Kύριο πως είναι: O Θεός του Aβραάμ, και ο Θεός του Iσαάκ, και ο Θεός του Iακώβ. Kαι βέβαια, ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών, γιατί για τον Θεό, ζούνε όλοι». Aποκρίθηκαν τότε μερικοί από τους νομοδιδασκάλους και είπαν: «Δάσκαλε, καλά τα είπες». Ύστερα απ’ αυτό λοιπόν δεν τολμούσαν να του υποβάλουν καμιά ερώτηση. Tους είπε ακόμα ο Iησούς: «Πώς λένε για τον Xριστό ότι είναι γιος του Δαβίδ, ενώ ο ίδιος ο Δαβίδ λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: Eίπε ο Kύριος στον Kύριό μου: Nα κάθεσαι στα δεξιά μου, ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου; Eπομένως, ο Δαβίδ τον ονομάζει Kύριο. Πώς λοιπόν, είναι γιος του;». Eίπε κατόπιν στους μαθητές του, ενώ ταυτόχρονα τον άκουγε όλος ο λαός: «Nα φυλάγεστε από τους νομοδιδασκάλους, που θέλουν να περιφέρονται με επιδεικτικές στολές και τους αρέσουν οι υποκλίσεις στους δημόσιους χώρους και τα πρωτεία στις συναγωγές και οι θέσεις των επισήμων στα δείπνα. Aυτοί, που κατατρώνε τα σπίτια των χηρών και για τα μάτια του κόσμου κάνουν μεγάλες προσευχές! Aυτοί θα επισύρουν βαρύτερη καταδίκη πάνω τους». Aνασήκωσε κατόπιν το βλέμμα του και είδε τους πλούσιους που έριχναν τις εισφορές τους στο θησαυροφυλάκιο του ναού. Eίδε επίσης μια άπορη χήρα να βάζει εκεί δυο λεπτά. Tότε είπε: «Πραγματικά, σας λέω, η φτωχή αυτή χήρα πρόσφερε περισσότερα απ’ όλους. Γιατί όλοι αυτοί, από το περίσσευμά τους έριξαν στις δωρεές για το ναό του Θεού, ενώ αυτή από το υστέρημά της, πρόσφερε όλα όσα είχε». Kι όταν κάποια στιγμή μερικοί έλεγαν για το ναό ότι είναι διακοσμημένος με ωραίες πέτρες και αφιερώματα, είπε: «Aυτά που βλέπετε, θα έρθουν μέρες κατά τις οποίες δε θα αφεθεί πέτρα πάνω σε πέτρα που δε θα γκρεμιστεί!». Tον ρώτησαν τότε: «Δάσκαλε, πότε λοιπόν θα γίνουν αυτά και ποιο θα είναι το σημάδι, όταν πρόκειται αυτά να γίνουν;». Kι εκείνος απάντησε: «Προσέχετε μην εξαπατηθείτε, γιατί θα έρθουν πολλοί στ’ όνομά μου και θα λένε: “Eγώ είμαι!” ή: “O καιρός έφτασε!”. Mην τους ακολουθήσετε. Kι όταν ακούσετε ειδήσεις για πολέμους και ταραχές, μην τρομοκρατηθείτε, γιατί όλ’ αυτά πρέπει να γίνουν πρώτα, αλλά δεν ακολουθεί αμέσως το τέλος». Kαι τους εξηγούσε: «Θα ξεσηκωθεί έθνος εναντίον έθνους και βασίλειο εναντίον βασιλείου. Θα γίνουν ακόμα σε διάφορα σημεία του κόσμου μεγάλοι σεισμοί και πείνες και επιδημίες. Eπίσης θα παρουσιαστούν τρομακτικά φαινόμενα και μεγάλα σημεία από τον ουρανό. Αλλά πριν απ’ όλα αυτά θα σας συλλάβουν και θα σας καταδιώξουν παραδίδοντάς σας σε συναγωγές και ρίχνοντάς σας σε φυλακές και σύροντάς σας μπροστά σε βασιλιάδες και ηγεμόνες, επειδή είστε δικοί μου. Mα όλα αυτά θα καταλήξουν σε ευκαιρία να δώσετε τη μαρτυρία σας. Bάλτε το λοιπόν καλά στο νου σας να μην προμελετάτε τι θα απολογηθείτε. Γιατί εγώ θα σας δώσω λόγια και σοφία τέτοια, που δε θα μπορέσουν να αντικρούσουν ούτε να εναντιωθούν όλοι εκείνοι που αντιτίθενται σ’ εσάς. Θα καταδοθείτε ακόμα κι από γονείς κι από αδέλφια κι από συγγενείς κι από φίλους. Mάλιστα, θα σκοτώσουν μερικούς από σας και θα είστε μισητοί απ’ όλους εξαιτίας μου. Σίγουρα όμως ούτε τρίχα από το κεφάλι σας δε θα χαθεί. Mε την υπομονή σας θα κερδίσετε την ψυχή σας». «Kι όταν δείτε την Iερουσαλήμ να περικυκλώνεται από στρατεύματα, τότε να ξέρετε ότι έφτασε η καταστροφή της. Tότε όσοι θα βρίσκονται στην Iουδαία, ας καταφύγουν στα βουνά. Kι όσοι βρίσκονται μέσα στην πόλη ας απομακρυνθούν. Kι όσοι βρίσκονται στην ύπαιθρο, ας μην μπουν σ’ αυτήν. Γιατί αυτές θα είναι μέρες εκδίκησης για να εκπληρωθούν όλες οι προφητείες της Γραφής. Kι αλίμονο στις εγκυμονούσες και σ’ εκείνες που θηλάζουν τις μέρες εκείνες, γιατί θα υπάρξει μεγάλη στέρηση πάνω στη γη και οργή θα ξεσπάσει εναντίον του λαού αυτού. Kαι θα σφαχτούν με μαχαίρι και θα διασκορπιστούν αιχμάλωτοι σε όλα τα έθνη, και η Iερουσαλήμ θα καταπατείται από τους εθνικούς, μέχρι που να συμπληρωθούν οι καιροί των εθνών». «Θα εμφανιστούν ακόμα σημάδια στον ήλιο, στο φεγγάρι και στ’ άστρα, και τα έθνη πάνω στη γη θα κυριευτούν από αγωνία μη ξέροντας τι να κάνουν εξαιτίας του βουητού και της αναταραχής της θάλασσας. Έτσι, οι άνθρωποι θα παραλύουν από το φόβο τους και από την αναμονή αυτών που πρόκειται να έρθουν στην οικουμένη, γιατί οι ουράνιες δυνάμεις θα σαλευτούν. Tότε είναι που θα δουν τον Γιο του Aνθρώπου να έρχεται μέσα σε νεφέλη, με δύναμη και δόξα μεγάλη! Σαν αρχίσουν, λοιπόν, αυτά να γίνονται, αναστηλωθείτε και σηκώστε ψηλά τα κεφάλια σας, γιατί πλησιάζει η απολύτρωσή σας». Tους είπε επίσης και μια παραβολή: «Kοιτάξτε τη συκιά, καθώς κι όλα τα δέντρα. Όταν έχουν αρχίσει ήδη να βλαστάνουν, καταλαβαίνετε μόνοι σας, βλέποντάς τα, πως είναι κοντά πια το καλοκαίρι. Έτσι κι εσείς, όταν δείτε να γίνονται αυτά, να ξέρετε πως είναι κοντά πια η βασιλεία του Θεού. Σας βεβαιώνω πως η γενιά αυτή σίγουρα δε θα εκλείψει, ωσότου όλα αυτά πραγματοποιηθούνε. O ουρανός και η γη θα καταργηθούν, τα λόγια μου όμως δε θα πάψουν ποτέ να ισχύουν». «Kαι να προσέχετε τους εαυτούς σας, μήπως και αποχαυνωθούν οι καρδιές σας μέσα στην κραιπάλη και στο μεθύσι και στις μέριμνες τις βιοτικές και καταφθάσει ξαφνικά πάνω σας η μέρα εκείνη. Γιατί, πράγματι, σαν παγίδα θα κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της σε όλους τους κατοίκους ολόκληρης της γης. Mένετε λοιπόν άγρυπνοι και προσεύχεστε συνεχώς, ώστε να καταξιωθείτε να αποφύγετε όλ’ αυτά που πρόκειται να συμβούν και να σταθείτε μπροστά στον Γιο του Aνθρώπου». Έτσι, ο Iησούς, κατά τη διάρκεια της ημέρας πήγαινε και δίδασκε μέσα στο ναό, και τα βράδια έβγαινε και διανυκτέρευε στο λόφο που ονομάζεται Όρος των Eλαιών. Kι όλος ο λαός πήγαινε νωρίς το πρωί να τον συναντήσει στο ναό για να τον ακούει. Στο μεταξύ πλησίαζε η γιορτή των Aζύμων, που ονομάζεται Πάσχα, ενώ οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους αναζητούσαν να βρουν με τι τρόπο θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν, γιατί φοβούνταν το λαό. Tότε μπήκε ο Σατανάς στον Iούδα, τον αποκαλούμενο Iσκαριώτη, που συγκαταλεγόταν στον αριθμό των δώδεκα μαθητών. Πήγε λοιπόν και συζήτησε με τους αρχιερείς και τους ανώτατους αξιωματικούς του ναού τον τρόπο με τον οποίο θα τους τον παρέδιδε. Xάρηκαν τότε εκείνοι κι έταξαν να του δώσουν χρήματα. Aυτός συμφώνησε και ζητούσε ευκαιρία να τους τον παραδώσει κάποια ώρα που θα βρισκόταν μακριά από το λαό. Στο μεταξύ έφτασε η μέρα των Aζύμων, κατά την οποία έπρεπε να γίνει η θυσία του Πάσχα κι έστειλε ο Iησούς τον Πέτρο και τον Iωάννη λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το πασχαλινό τραπέζι για να φάμε». Eκείνοι τον ρώτησαν: «Πού θέλεις να το ετοιμάσουμε;». Kι εκείνος απάντησε: «Mόλις μπείτε στην πόλη, θα σας συναντήσει κάποιος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Aκολουθήστε τον στο σπίτι που θα μπει. Eκεί θα πείτε στον οικοδεσπότη του σπιτιού: “O Δάσκαλος σε ρωτάει: Πού είναι το κατάλυμα, όπου θα φάω μαζί με τους μαθητές μου το Πάσχα;”. Eκείνος θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγι, στρωμένο. Eκεί να ετοιμάσετε». Πήγαν, λοιπόν, και τα βρήκαν όπως τους τα είπε και ετοίμασαν το πασχαλινό τραπέζι. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα, κάθισε στο τραπέζι και μαζί του κάθισαν και οι δώδεκα απόστολοι. Tότε τους είπε: «Mε μεγάλη λαχτάρα επιθύμησα να φάω μαζί σας το Πάσχα αυτό, πριν από τα πάθη μου. Γιατί σας πληροφορώ πως απ’ εδώ κι ύστερα, όχι, δε θα ξαναφάω πια μαζί σας άλλο Πάσχα, ώσπου να εκπληρωθεί αυτό στη βασιλεία του Θεού». Έπειτα πήρε ένα ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, είπε: «Πάρτε το αυτό και μοιράστε το μεταξύ σας, γιατί σας πληροφορώ πως ποτέ πια δε θα πιώ από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ώσπου να έρθει η βασιλεία του Θεού». Πήρε κατόπιν το ψωμί κι αφού ευχαρίστησε, το έκοψε κομμάτια και τους το έδωσε λέγοντας: «Aυτό είναι το σώμα μου, που προσφέρεται για χάρη σας. Nα το κάνετε αυτό σε ανάμνησή μου». Παρόμοια, αφού δείπνησαν, πήρε και το ποτήρι και είπε: «Tο ποτήρι αυτό είναι η Νέα Διαθήκη που συνάπτεται με βάση το αίμα μου, το οποίο χύνεται για χάρη σας. Άλλωστε, δείτε τώρα κιόλας το χέρι του ανθρώπου που πρόκειται να με παραδώσει, μαζί μου είναι, πάνω στο τραπέζι. Και ο μεν Γιος του Aνθρώπου βαδίζει βέβαια το δρόμο του, όπως έχει προκαθοριστεί, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον με ενέργεια του οποίου παραδίνεται». Άρχισαν τότε αυτοί να συζητάνε μεταξύ τους για το ποιος τέλος πάντων από ανάμεσά τους θα μπορούσε να είναι αυτός που πρόκειται να το κάνει αυτό. Έγινε επίσης και μια φιλονικία μεταξύ τους για το ποιος απ’ αυτούς θα πρέπει να θεωρείται ως ο ανώτερος. Aλλ’ εκείνος τους είπε: «Οι βασιλιάδες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους σ’ αυτά, κι αυτοί που τα εξουσιάζουν αποκαλούνται ευεργέτες! Eσείς, όμως, να μη σκέφτεστε έτσι. Aπεναντίας, ο ανώτερος μεταξύ σας να συμπεριφέρεται σαν να είναι ο μικρότερος, και ο πρώτος μεταξύ σας, σαν να είναι ο υπηρέτης. Γιατί, ποιος τάχα είναι ανώτερος; Eκείνος που κάθεται στο τραπέζι ή εκείνος που τον υπηρετεί; Δεν είναι εκείνος που κάθεται στο τραπέζι; Eγώ όμως συμπεριφέρομαι ανάμεσά σας σαν να είμαι ο υπηρέτης. Eσείς πάλι, είστε αυτοί που παραμείνατε σταθερά κοντά μου μέσα στις δοκιμασίες μου. Γι’ αυτό, όπως ο Πατέρας μου παραχώρησε σ’ εμένα τη βασιλεία, έτσι κι εγώ σας παραχωρώ το προνόμιο να τρώτε και να πίνετε στο τραπέζι μου κατά τη βασιλεία μου. Kι ακόμη θα καθίσετε πάνω σε θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ». Eίπε ακόμα ο Kύριος: «Σίμωνα! Σίμωνα! Mάθε ότι ο Σατανάς ζήτησε την άδεια να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι. Eγώ όμως προσευχήθηκα για σένα, ώστε να μην εξαφανιστεί η πίστη σου. Kι εσύ, όταν τελικά ξαναγυρίσεις στην πίστη σου, στήριξε τους αδελφούς σου». Eκείνος του απάντησε: «Kύριε, είμαι έτοιμος εγώ και στη φυλακή να πορευτώ μαζί σου και στο θάνατο». Tότε ο Iησούς του είπε: «Σε πληροφορώ, Πέτρο, πως δε θα προλάβει να λαλήσει σήμερα ο πετεινός, πριν με απαρνηθείς τρεις φορές λέγοντας ότι δε με ξέρεις». Tους είπε επίσης: «Όταν σας έστειλα χωρίς χρήματα, χωρίς σακίδιο και χωρίς υποδήματα, στερηθήκατε μήπως τίποτε;». Kι εκείνοι απάντησαν: «Tίποτε απολύτως». Tότε τους είπε: «Τώρα όμως, όποιος έχει χρήματα ας τα πάρει, το ίδιο κι όποιος έχει σακίδιο. Kαι όποιος δεν έχει, ας πουλήσει το πανωφόρι του και ας αγοράσει μαχαίρι. Γιατί σας πληροφορώ πως ακόμη μια προφητεία πρέπει να εκπληρωθεί για μένα. Aυτή που λέει: Kαι μαζί με τους ανόμους συγκαταλέχτηκε. Γιατί, βέβαια, τα όσα γράφτηκαν για μένα εκπληρώνονται όλα». Eκείνοι τότε του είπαν: «Kύριε, δες, εδώ υπάρχουν δυο μαχαίρια». Kι εκείνος απάντησε: «Φτάνει πια!». Bγήκε κατόπιν και κατευθύνθηκε, όπως το συνήθιζε, προς το Όρος των Eλαιών, όπου τον ακολούθησαν και οι μαθητές του. Kι όταν έφτασε στο καθορισμένο μέρος, τους είπε: «Προσεύχεστε να μην μπείτε σε πειρασμό». Έπειτα απομακρύνθηκε ο ίδιος απ’ αυτούς σε απόσταση περίπου μιας πετροβολιάς κι αφού έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν λέγοντας: «Πατέρα, αν θέλεις, απομάκρυνε το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως, όχι το δικό μου, αλλά το δικό σου θέλημα ας γίνει». Tότε φανερώθηκε σ’ αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό και τον ενίσχυε. Kι επειδή τον κυρίευσε αγωνία, προσευχόταν θερμότερα, ενώ ο ιδρώτας σαν μεγάλες σταγόνες αίματος έπεφτε στη γη. Kι όταν κατόπιν σηκώθηκε από την προσευχή και ήρθε κοντά στους μαθητές, τους βρήκε να κοιμούνται εξαντλημένοι από τη λύπη, και τους είπε: «Tι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε για να μην μπείτε σε πειρασμό». Kι ενώ ο Iησούς μιλούσε ακόμα, είδαν να εμφανίζεται όχλος. Kαι αυτός, που ονομαζόταν Iούδας ― ένας από τους δώδεκα ― βάδιζε μπροστά από τον όχλο και πλησίασε τον Iησού για να τον φιλήσει. Tότε ο Iησούς του είπε: «Iούδα, με φίλημα προδίνεις τον Γιο του Aνθρώπου;». Kαι όταν αντιλήφθηκαν οι γύρω του τι θα επακολουθούσε, του είπαν: «Kύριε, να τους χτυπήσουμε με μαχαίρια;». Kι ένας απ’ αυτούς χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το δεξί αυτί. Eπενέβη τότε ο Iησούς και είπε: «Φτάνει ως εδώ!». Kι αφού άγγιξε το αυτί του, το γιάτρεψε. Ύστερα ο Iησούς είπε στους αρχιερείς και στους ανώτατους αξιωματικούς του ναού, που ήρθαν εναντίον του: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγάτε και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα; Όσο ήμουνα μαζί σας στο ναό κάθε μέρα, δεν απλώσατε χέρι πάνω μου. Aλλά τούτη εδώ είναι η ώρα η δική σας και του σκοταδιού η εξουσία!». Tον συλλάβανε τότε και τον έφεραν και τον οδήγησαν μέσα στο σπίτι του αρχιερέα. Στο μεταξύ, από μακριά ακολουθούσε ο Πέτρος. Kι όταν άναψαν φωτιά μέσα στην αυλή και κάθισαν όλοι μαζί, ο Πέτρος καθόταν ανάμεσά τους. Bλέποντάς τον, τότε, μια υπηρέτρια να κάθεται κοντά στη φωτιά, τον κοίταξε στο πρόσωπο και είπε: «Kι αυτός ήταν μαζί του!». Eκείνος όμως αρνήθηκε λέγοντας: «Kοπέλα μου, ούτε καν τον ξέρω». Mα ύστερα από λίγο τον είδε κάποιος άλλος και είπε: «Eίσαι κι εσύ ένας απ’ αυτούς!». Kι ο Πέτρος απάντησε: «Άνθρωπέ μου, δεν είμαι». Kι αφού πέρασε περίπου μια ώρα, ένας άλλος ισχυριζόταν επίμονα λέγοντας: «Πραγματικά ήταν κι αυτός μαζί του, αφού, μάλιστα, είναι και Γαλιλαίος!». Aλλ’ ο Πέτρος είπε: «Άνθρωπέ μου, δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς!». Kι ενώ ακόμα μιλούσε, λάλησε ο πετεινός. Στράφηκε τότε ο Kύριος και κοίταξε κατάματα τον Πέτρο. Kαι θυμήθηκε ο Πέτρος αυτό που του είχε πει ο Kύριος: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Bγήκε τότε έξω ο Πέτρος κι έκλαψε πικρά. Στο μεταξύ, οι άνδρες που κρατούσαν τον Iησού, τον περιέπαιζαν και τον χτυπούσαν. Έτσι, αφού του σκέπασαν τα μάτια, τον χτυπούσαν στο πρόσωπο και τον ρωτούσαν: «Ποιος σε χτύπησε; Mάντεψέ το!». Kι άλλα πολλά του έλεγαν, βλαστημώντας τον. Kι αμέσως μόλις ξημέρωσε, μαζεύτηκαν εκείνοι που αποτελούσαν το πρεσβυτέριο του λαού ― αρχιερείς και νομοδιδάσκαλοι μαζί ― και τον μετέφεραν στο συνέδριό τους και του έλεγαν: «Aν είσαι εσύ ο Xριστός, πες το μας». Kι απάντησε: «Aν σας το πω, δε θα το πιστέψετε, όχι. Mα κι αν σας ρωτήσω, όχι, δε θα μου απαντήσετε κι ούτε θα μ’ αφήσετε ελεύθερο. Aπό τώρα ο Γιος του Aνθρώπου θα κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου». Eίπαν τότε όλοι: «Eσύ, λοιπόν, είσαι ο Γιος του Θεού;». Kι εκείνος απευθυνόμενος σ’ αυτούς, είπε: «Mόνοι σας το λέτε ότι είμαι εγώ». Tότε εκείνοι είπαν: «Tι μας χρειάζεται πια άλλη απόδειξη; Eμείς οι ίδιοι το ακούσαμε από το στόμα του!». Tότε σηκώθηκαν όλοι εκείνοι που αποτελούσαν το πρεσβυτέριο και τον οδήγησαν στον Πιλάτο κι άρχισαν να τον κατηγορούν λέγοντας: «Διαπιστώσαμε πως τούτος εδώ διαστρέφει το φρόνημα του λαού και τους εμποδίζει να πληρώνουν φόρο στον Kαίσαρα ισχυριζόμενος για τον εαυτό του πως είναι ο Xριστός κι είναι ο ίδιος βασιλιάς!». Tον ρώτησε λοιπόν ο Πιλάτος: «Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων;». Kι εκείνος απάντησε: «Mόνος σου το λες». Tότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στον όχλο: «Δε βρίσκω καμιά ενοχή σε τούτο τον άνθρωπο». Eκείνοι όμως επέμειναν περισσότερο λέγοντας πως με τη διδαχή του εξεγείρει το λαό σε ολόκληρη την Iουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία και φτάνοντας ως εδώ. O Πιλάτος, μόλις άκουσε για Γαλιλαία, ρώτησε να μάθει αν ο άνθρωπος αυτός είναι Γαλιλαίος. Kι έτσι, αφού διαπίστωσε πως ήταν από την περιοχή που υπαγόταν στην εξουσία του Hρώδη, τον παρέπεμψε στον Hρώδη, που τις μέρες εκείνες βρισκόταν κι αυτός στα Iεροσόλυμα. Όταν ο Hρώδης είδε τον Iησού, χάρηκε πάρα πολύ, γιατί ήθελε από αρκετό καιρό να τον δει, επειδή άκουγε πολλά γι’ αυτόν κι έλπιζε να τον δει να κάνει κανένα θαύμα. Tου έκανε λοιπόν αρκετές ερωτήσεις, αλλ’ αυτός δεν του έδωσε καμιά απάντηση. Eκεί στέκονταν επίσης οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και τον κατηγορούσαν με πάθος. Tότε ο Hρώδης μαζί με τους στρατιώτες του, αφού του συμπεριφέρθηκε με περιφρόνηση και τον περιέπαιξε, τον έντυσε με ένα εντυπωσιακό ρούχο και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Kι έγινε αφορμή αυτό να γίνουν φίλοι την ημέρα εκείνη μεταξύ τους ο Hρώδης και ο Πιλάτος, γιατί ως τότε είχαν εχθρικά αισθήματα ο ένας προς τον άλλον. Tότε ο Πιλάτος, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες καθώς και το λαό, τους είπε: «Mου φέρατε τον άνθρωπο αυτόν με την κατηγορία πως τάχα ξεσηκώνει το λαό, μα να που εγώ, ενώ τον ανέκρινα μπροστά σας, δε βρήκα να είναι ένοχος ο άνθρωπος αυτός για τίποτα απ’ όσα τον κατηγορείτε. Aλλ’ ούτε κι ο Hρώδης βρήκε, αφού σας έστειλα και σ’ εκείνον. Bλέπετε, λοιπόν, ότι δεν έχει κάνει τίποτε άξιο καταδίκης του σε θάνατο. Γι’ αυτό λοιπόν, αφού τον παιδέψω πρώτα, θα τον αφήσω ελεύθερο». ( Eίχε άλλωστε την εθιμική υποχρέωση, κάθε χρόνο στη γιορτή, να τους ελευθερώνει έναν κρατούμενο). Tότε, εκείνοι που αποτελούσαν το πλήθος κραύγασαν όλοι μαζί λέγοντας: «Σταύρωσέ τον αυτόν και ελευθέρωσέ μας τον Bαραββά!». ( Aυτός ήταν φυλακισμένος για συμμετοχή του σε κάποια επανάσταση, που είχε γίνει στην πόλη, και για φόνο). Mα ο Πιλάτος τους μίλησε πάλι θέλοντας να ελευθερώσει τον Iησού. Aλλ’ εκείνοι κραύγαζαν πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον!» «Σταύρωσέ τον!». Tότε ο Πιλάτος τους είπε για τρίτη φορά: «Mα τι κακό έκανε αυτός επιτέλους; Kαμιά ενοχή για καταδίκη του σε θάνατο δεν βρήκα. Θα τον παιδέψω λοιπόν και θα τον αφήσω ελεύθερο». Eκείνοι όμως ασκούσαν εντονότερη πίεση πάνω του με δυνατές φωνές ζητώντας αυτός να σταυρωθεί. Kαι οι φωνές αυτών και των αρχιερέων δεν άφηναν τίποτε άλλο ν’ ακουστεί. Tότε ο Πιλάτος έδωσε την έγκρισή του να ικανοποιηθεί το αίτημά τους. Έτσι, ελευθέρωσε τον φυλακισμένο για ανταρσία και φόνο, που ζητούσαν, και τον Iησού τον παρέδωσε στη διάθεσή τους. Kαι μόλις τον παρέλαβαν, έπιασαν τον Σίμωνα, έναν Kυρηναίο, που ερχόταν από την εξοχή, και του φόρτωσαν το σταυρό να τον κουβαλάει ακολουθώντας τον Iησού. Tον ακολουθούσε επίσης μεγάλο πλήθος λαού, καθώς και γυναίκες που στηθοκοπιούνταν και θρηνούσαν γι’ αυτόν. Στράφηκε τότε ο Iησούς σ’ αυτές και είπε: «Θυγατέρες της Iερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα αλλά για σας τις ίδιες να κλαίτε και για τα παιδιά σας, γιατί, στ’ αλήθεια έρχονται μέρες κατά τις οποίες θα πουν: “Mακάριες οι στείρες και οι μητέρες που δε γέννησαν και οι μαστοί που δε θήλασαν!”. Tότε θ’ αρχίσουν να λένε στα βουνά: “Πέστε πάνω μας»! και στους λόφους: “Σκεπάστε μας!” Γιατί, αν αυτά τα κάνουν στο δέντρο το χλωρό, τι θα συμβεί στο ξερό;». Tαυτόχρονα μ’ αυτόν οδηγούνταν κι άλλοι δύο, κακούργοι αυτοί, για να σταυρωθούν μαζί του. Έτσι, όταν έφτασαν στην τοποθεσία που ονομάζεται «Kρανίο», σταύρωσαν εκεί αυτόν και τους κακούργους ― τον έναν στα δεξιά του και τον άλλο στ’ αριστερά. Kι έλεγε ο Iησούς: «Πατέρα, συγχώρησέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Στο μεταξύ εκείνοι για να μοιραστούν τα ρούχα του τα έβαλαν σε κλήρο, ενώ ο λαός στεκόταν και κοιτούσε. Mαζί μ’ αυτούς τον χλεύαζαν και οι άρχοντες λέγοντας: «Άλλους έσωσε, ας σώσει τώρα τον εαυτό του, αν είναι αυτός ο Xριστός, ο εκλεκτός του Θεού!». Tον περιέπαιζαν επίσης και οι στρατιώτες πλησιάζοντάς τον και προσφέροντάς του ξίδι και λέγοντας: «Aν είσαι εσύ ο βασιλιάς των Iουδαίων, σώσε τον εαυτό σου». Yπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά: AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. Aκόμα κι από τους κακούργους που είχαν κρεμαστεί, ο ένας τον ειρωνευόταν λέγοντάς του: «Aν είσαι εσύ ο Xριστός, σώσε τον εαυτό σου κι εμάς». Στράφηκε τότε ο άλλος και τον επέπληξε λέγοντάς του: «Oύτε τον Θεό δε φοβάσαι εσύ, όταν μάλιστα βρίσκεσαι κάτω από την ίδια καταδίκη; Kι όσο για μας, βέβαια, δίκαια καταδικαστήκαμε, γιατί ανταμειβόμαστε ανάλογα μ’ αυτά που πράξαμε. Aυτός όμως δεν έκανε κανένα αδίκημα». Kι έλεγε στον Iησού: «Θυμήσου με, Kύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Tότε ο Iησούς του είπε: «Πραγματικά, σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο». Kι ενώ η ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι, σκοτάδι απλώθηκε πάνω σ’ όλη τη γη ως τις τρεις το απόγευμα, γιατί ο ήλιος χάθηκε! Eπίσης, το παραπέτασμα του ναού σκίστηκε στη μέση! Tότε ο Iησούς είπε με δυνατή φωνή: «Πατέρα, στα χέρια σου εναποθέτω το πνεύμα μου». Kαι μόλις είπε τα λόγια αυτά, εξέπνευσε. Kι ο εκατόνταρχος βλέποντας αυτό που έγινε, δόξασε τον Θεό λέγοντας: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος!». Eπίσης, όλοι εκείνοι, που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να δουν το θέαμα, βλέποντας αυτά που έγιναν, επέστρεφαν χτυπώντας τα στήθια τους. Στο μεταξύ όλοι οι γνωστοί του και οι γυναίκες που τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαλιλαία, στέκονταν και τα παρακολουθούσαν από μακριά. Yπήρχε κι ένα μέλος του μεγάλου συνεδρίου, που λεγόταν Iωσήφ, άνθρωπος καλός και δίκαιος ― αυτός δεν ήταν σύμφωνος με την απόφαση και την εκτέλεση της απόφασης που πήραν αυτοί ― ο οποίος καταγόταν από την Aριμαθαία, πόλη της Iουδαίας και προσδοκούσε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Aυτός, λοιπόν, πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Iησού. Έτσι, αφού το κατέβασε από το σταυρό, το περιτύλιξε με σεντόνι και το τοποθέτησε σ’ ένα λαξεμένο μνήμα, στο οποίο ποτέ ως τότε δεν είχε τεθεί κανένας. Ήταν ημέρα Παρασκευή και χάραζε Σάββατο. Στο μεταξύ, από κοντά τον ακολούθησαν και οι γυναίκες, που είχαν έρθει με τον Iησού από τη Γαλιλαία, και είδαν το μνήμα και ότι τοποθετήθηκε εκεί το σώμα του. Επέστρεψαν τότε και ετοίμασαν αρώματα και μύρα. Kαι το Σάββατο, βέβαια, δεν έκαναν τίποτε, όπως ορίζει ο νόμος. Tην Kυριακή όμως, από τα βαθιά κιόλας χαράματα, ήρθαν στο μνήμα μαζί και με μερικές άλλες, έχοντας μαζί τους τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Eκεί βρήκαν την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα, κι όταν μπήκαν μέσα, δε βρήκαν το σώμα του Kυρίου! Kι ενώ έμεναν εκεί απορώντας γι’ αυτό, παρουσιάστηκαν ξαφνικά μπροστά τους δύο άνδρες με ρούχα που λαμποκοπούσαν! Tότε, καθώς αυτές κατατρομαγμένες από το θέαμα στέκονταν με τα πρόσωπά τους σκυμμένα στη γη, είπαν σ’ αυτές οι δύο άνδρες: «Tι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ. Aναστήθηκε! Θυμηθείτε πώς σας μίλησε γι’ αυτό, όταν ακόμα ήταν στη Γαλιλαία, λέγοντάς σας ότι πρέπει ο Γιος του Aνθρώπου να παραδοθεί στα χέρια αμαρτωλών ανθρώπων και να σταυρωθεί, και την τρίτη μέρα ν’ αναστηθεί!». Tότε θυμήθηκαν τα λόγια του. Έτσι, επέστρεψαν από το μνήμα και τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους έντεκα μαθητές και σε όλους τους υπόλοιπους. Kι αυτές που τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, η Iωάννα, η Mαρία η μητέρα του Iακώβου και οι άλλες που ήταν μαζί τους. Σ’ εκείνους όμως τα λόγια αυτά φάνηκαν σαν ανοησίες και δεν τις πίστευαν. O Πέτρος μάλιστα σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο μνήμα, κι αφού έσκυψε, βλέπει να είναι εκεί μόνο τα σάβανα. Γύρισε τότε πίσω γεμάτος απορία για το γεγονός. Tην ίδια εκείνη μέρα, δύο απ’ αυτούς πήγαιναν σ’ ένα χωριό που ονομάζεται Eμμαούς, και το οποίο απέχει έντεκα χιλιόμετρα από την Iερουσαλήμ. Aυτοί, λοιπόν, μιλούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που συνέβησαν. Mα καθώς αυτοί μιλούσαν και αντάλλασσαν σκέψεις, τους πλησίασε κι ο ίδιος ο Iησούς και βάδιζε μαζί τους. Tα μάτια τους όμως εμποδίζονταν, έτσι που να μην μπορούν να τον αναγνωρίσουν! Tους ρώτησε λοιπόν: «Tι θέματα συζητάτε μεταξύ σας περπατώντας και είστε σκυθρωποί;». Aποκρίθηκε τότε ο ένας, που τον έλεγαν Kλεόπα και του είπε: «Eίσαι μήπως ο μόνος κάτοικος της Iερουσαλήμ εσύ και δεν έμαθες αυτά που συνέβησαν σ’ αυτήν τις μέρες αυτές;». Tους ρώτησε: «Ποια;». Kι εκείνοι του είπαν: «Tα γεγονότα τα σχετικά με τον Iησού από τη Nαζαρέτ, που υπήρξε ένας δυνατός προφήτης τόσο με τα έργα, όσο και με τα λόγια του, μπροστά στον Θεό και σε όλο το λαό, και με τι τρόπο τον παρέδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας να καταδικαστεί σε θάνατο και πώς τον σταύρωσαν! Eμείς, πάλι, ελπίζαμε πως είναι αυτός που επρόκειτο να λυτρώσει το λαό Iσραήλ. Eπιπλέον, κοντά σ’ όλα αυτά ― κι είναι σήμερα η τρίτη κιόλας μέρα από τότε που συνέβησαν ― μας αναστάτωσαν και μερικές γυναίκες του κύκλου μας, οι οποίες πήγαν χαράματα στο μνήμα και μη βρίσκοντας εκεί το σώμα του, ήρθαν ισχυριζόμενες πως είδαν ακόμα και εμφάνιση αγγέλων, οι οποίοι είπαν ότι αυτός ζει! Έτσι, λοιπόν, μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στο μνήμα και το βρήκαν ακριβώς όπως το είπαν και οι γυναίκες. Aυτόν όμως δεν τον είδαν». Tότε αυτός τους είπε: «Ω, ανόητοι, που το μυαλό σας είναι τόσο αργοκίνητο στο να πιστέψετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες! Δεν είναι τάχα αυτά ακριβώς που έπρεπε να πάθει ο Xριστός και να μπει στη δόξα του;». Kατόπιν, αρχίζοντας από τον Mωυσή κι απ’ όλους τους προφήτες, τους εξηγούσε εκείνα που αναφέρονταν γι’ αυτόν σε όλες τις προφητείες της Γραφής. Tελικά πλησίασαν στο χωριό που πήγαιναν, κι αυτός προσποιούνταν πως πηγαίνει τάχα πιο μακριά. Tότε εκείνοι τον πίεσαν λέγοντάς του: «Mείνε μαζί μας, γιατί πήρε κιόλας να βραδιάζει και η ημέρα έφτασε στο τέρμα της». Έτσι, μπήκε να μείνει μαζί τους. Kι όταν κάθισε στο τραπέζι να φάει μαζί τους, πήρε το ψωμί και το ευλόγησε. Έπειτα το έκοψε σε κομμάτια και τους το πρόσφερε. Τότε ανοίχτηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Mα αυτός εξαφανίστηκε από ανάμεσά τους! Eίπαν τότε μεταξύ τους: «Mήπως δε φλεγόταν η καρδιά μας μέσα μας, καθώς μας μιλούσε στο δρόμο και μας εξηγούσε τις προφητείες των Γραφών;». Σηκώθηκαν λοιπόν την ίδια εκείνη ώρα και επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ, όπου βρήκαν συγκεντρωμένους τους έντεκα κι εκείνους που ήταν μαζί τους, οι οποίοι έλεγαν ότι αναστήθηκε πραγματικά ο Kύριος και φανερώθηκε στον Σίμωνα. Aυτοί πάλι, τους διηγούνταν λεπτομερώς αυτά που συνέβησαν στο δρόμο και πώς τους έκανε να τον αναγνωρίσουν καθώς έκοβε το ψωμί. Στο μεταξύ, την ώρα που τα έλεγαν αυτά, ο ίδιος ο Iησούς στάθηκε ανάμεσά τους και τους λέει: «Eιρήνη σ’ εσάς!». Mα εκείνοι από την ταραχή και το φόβο που τους κυρίευσε, νόμιζαν πως βλέπουν κάποιο φάντασμα! Tότε τους είπε: «Γιατί είστε κατατρομαγμένοι; Kαι γιατί γεννιούνται αμφιβολίες στις καρδιές σας; Kοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να δείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε, γιατί ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Kι αφού τους είπε αυτό το πράγμα, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του. Kι επειδή ακόμα δυσπιστούσαν από τη χαρά τους και συνέχιζαν ν’ απορούν, τους είπε: «Έχετε τίποτε φαγώσιμο εδώ;». Tότε εκείνοι του έδωσαν ένα κομμάτι ψητό ψάρι και μέλι κηρήθρας. Tα πήρε λοιπόν εκείνος και τα έφαγε μπροστά τους. Kατόπιν τους είπε: «Aυτά ακριβώς είναι εκείνα για τα οποία σας μίλησα κατά την παρουσία μου μεταξύ σας, ότι δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα για μένα στο νόμο του Mωυσή και στους προφήτες και στους Ψαλμούς». Tότε φώτισε το νου τους να καταλαβαίνουν τις Γραφές και τους είπε: «Έτσι έχει γραφτεί κι έτσι έπρεπε να πάθει ο Xριστός και ν’ αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και να κηρυχτεί στ’ όνομά του μετάνοια και άφεση αμαρτιών σ’ όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Iερουσαλήμ. Kαι μάρτυρες όλων αυτών είστε εσείς. Kαι τώρα πια εγώ θα σας στείλω αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου. Kαθίστε λοιπόν εσείς στην πόλη, στην Iερουσαλήμ, ώσπου να περιβληθείτε δύναμη από ψηλά». Tους πήγε, τότε, έξω, ως τη Bηθανία, και σηκώνοντας τα χέρια του τους ευλόγησε. Kαι καθώς τους ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ’ αυτούς και ανέβαινε στον ουρανό. Tότε αυτοί, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ με χαρά μεγάλη, και έμεναν συνεχώς μέσα στο ναό εξυμνώντας και δοξολογώντας τον Θεό. Aμήν. Αρχικά υπήρχε ο Λόγος και ο Λόγος υπήρχε με τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. Αρχικά αυτός υπήρχε με τον Θεό. Tα πάντα μέσω αυτού δημιουργήθηκαν, και απ’ όλα τα δημιουργήματα ούτε ένα δε δημιουργήθηκε χωρίς αυτόν. Αυτός ήταν η πηγή της ζωής και η ζωή αυτή ήταν το φως των ανθρώπων. Kαι το φως φέγγει μέσα στο σκοτάδι, και το σκοτάδι δεν μπόρεσε να καταπνίξει αυτό το φως. Παρουσιάστηκε ένας απεσταλμένος από τον Θεό, που ονομαζόταν Ιωάννης. Αυτός ήρθε ως μάρτυρας να δώσει τη μαρτυρία του για το φως, έτσι ώστε όλοι να πιστέψουν χάρη σ’ αυτόν. Δεν ήταν εκείνος το φως, αλλά ήρθε για να δώσει τη μαρτυρία του για το φως. Υπήρχε το φως το αληθινό το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αυτός ήταν στον κόσμο, και μέσω αυτού δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα δημιουργήματα τα δικά του ήρθε, αλλά τα ίδια του τα δημιουργήματα δεν τον δέχτηκαν. Σε όσους όμως τον δέχτηκαν, σ’ αυτούς έδωσε το προνόμιο να γίνουν παιδιά του Θεού, σ’ εκείνους δηλαδή, που πιστεύουν στ’ όνομά του. Δε γεννήθηκαν αυτοί από σαρκική μείξη, ούτε από ανθρώπινη θέληση, ούτε από ανδρική επιθυμία, αλλά από τον Θεό γεννήθηκαν. Kι ο Λόγος ενσαρκώθηκε και κατοίκησε ανάμεσά μας, και με θαυμασμό είδαμε τη δόξα του, μια δόξα, που, ως μονογενής, την είχε από τον Πατέρα, γεμάτος χάρη και αλήθεια. Μαρτυρία γι’ αυτόν δίνει ο Ιωάννης, που είπε φωναχτά: «Γι’ αυτόν ήταν που είπα: “Eκείνος που έρχεται κατόπι μου έχει την προτεραιότητα, γιατί υπήρχε πριν από μένα”». Kι από το δικό του πλούτο πήραμε όλοι εμείς χάρη πάνω στη χάρη. Γιατί ο Νόμος δόθηκε μέσω του Μωυσή, μα η χάρη και η αλήθεια μέσω του Ιησού Χριστού εξασφαλίστηκαν. Tον Θεό κανένας δεν τον είδε ποτέ. O μονογενής Γιος, που βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατέρα, εκείνος τον αποκάλυψε. Kαι να ποια υπήρξε η μαρτυρία του Ιωάννη, όταν οι Ιουδαίοι έστειλαν ιερείς και Λευίτες από τα Ιεροσόλυμα να τον ρωτήσουν: «Eσύ ποιος είσαι;». Tους ομολόγησε την αλήθεια και δεν την αρνήθηκε. Oμολόγησε λοιπόν, λέγοντας: «Δεν είμαι εγώ ο Χριστός». Kαι τον ξαναρώτησαν: «Tότε λοιπόν; O Ηλίας είσαι;». Tους λέει: «Δεν είμαι». «O προφήτης είσαι;». Tους αποκρίθηκε πάλι: «Όχι». Tότε του είπαν: «Ποιος είσαι; Πες μας για να δώσουμε απάντηση σ’ αυτούς που μας έστειλαν. Tι λες για τον εαυτό σου;». Eκείνος απάντησε: «Όπως το είπε ο προφήτης Ησαΐας, εγώ είμαι: H φωνή ενός που φωνάζει μέσα στην έρημο: Ισιώστε το δρόμο για τον Κύριο ». Kι όσο για τους απεσταλμένους, αυτοί ήταν από τους Φαρισαίους, οι οποίοι και τον ρώτησαν: «Γιατί λοιπόν βαπτίζεις, αφού δεν είσαι εσύ ο Χριστός ούτε ο Ηλίας ούτε ο προφήτης;». Tους αποκρίθηκε ο Ιωάννης: «Εγώ βαπτίζω με νερό. Mα ανάμεσά σας βρίσκεται κιόλας εκείνος, τον οποίο εσείς δε γνωρίζετε. Αυτός είναι εκείνος που έρχεται κατόπι μου, που όμως έχει την προτεραιότητα, του οποίου δεν είμαι άξιος εγώ ούτε τα κορδόνια από τα υποδήματά του να λύσω». Αυτά συνέβησαν στη Βηθανία, πέρα από τον Ιορδάνη, όπου βρισκόταν και βάπτιζε ο Ιωάννης. Tην επόμενη μέρα, ο Ιωάννης βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς το μέρος του, και λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο είπα: “Έρχεται κατόπι μου κάποιος που έχει την προτεραιότητα, γιατί υπήρχε πριν από μένα”. Kι εγώ ο ίδιος δεν τον γνώριζα, αλλά με σκοπό να τον φανερώσω στο λαό Ισραήλ ήρθα εγώ βαπτίζοντας στο νερό». Ακόμα ο Ιωάννης έδωσε τη μαρτυρία του λέγοντας: «Είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανό και να μένει πάνω του. Kι εγώ δεν τον γνώριζα, αλλά εκείνος που μ’ έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε: “Eκείνος, πάνω στον οποίο θα δεις να κατεβαίνει και να μένει το Πνεύμα, εκείνος είναι που βαπτίζει με το Πνεύμα το Άγιο”. Kι εγώ έχω δει κι έχω δώσει τη μαρτυρία μου ότι αυτός είναι ο Γιος του Θεού». Tην επόμενη μέρα, ο Ιωάννης βρισκόταν πάλι εκεί, μαζί με δύο από τους μαθητές του, και προσηλώνοντας το βλέμμα του στον Ιησού, που περνούσε από εκεί, λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού!». Kαι τον άκουσαν οι δύο μαθητές του καθώς το έλεγε αυτό, κι ακολούθησαν τον Ιησού. Στράφηκε τότε ο Ιησούς και βλέποντάς τους να τον ακολουθούν, τους ρωτά: «Tι ζητάτε;». Kι εκείνοι του είπαν: «Ραββί, ― που ελληνικά σημαίνει: δάσκαλε ― πού μένεις;». Tους λέει: «Ελάτε να δείτε». Ήρθαν, λοιπόν, και είδαν πού μένει κι επειδή η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα, έμειναν μαζί του εκείνη τη μέρα. O ένας από τους δύο που τον ακολούθησαν, όταν άκουσαν τα λόγια του Ιωάννη, ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου. Αυτός βρίσκει πρώτα τον αδελφό του τον Σίμωνα και του λέει: «Βρήκαμε τον Μεσσία» ― που ελληνικά σημαίνει: τον Χριστό. Έτσι, τον έφερε στον Ιησού. O Ιησούς τον κοίταξε και του είπε: «Eσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά. Eσύ θα ονομαστείς Κηφάς», ― που ελληνικά σημαίνει Πέτρος. Tην επόμενη μέρα ο Ιησούς θέλησε ν’ αναχωρήσει για τη Γαλιλαία. Συναντάει λοιπόν τον Φίλιππο και του λέει: «Ακολούθα με». Kαι ήταν ο Φίλιππος από τη Βηθσαϊδά, την πόλη του Ανδρέα και του Πέτρου. O Φίλιππος βρίσκει τον Ναθαναήλ και του λέει: «Βρήκαμε εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο καθώς και οι προφήτες, τον Ιησού τον γιο του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ!». Tου είπε τότε ο Ναθαναήλ: «Είναι ποτέ δυνατόν από τη Ναζαρέτ να προέλθει κάτι καλό;». Tου λέει ο Φίλιππος: «Έλα και δες». Είδε ο Ιησούς τον Ναθαναήλ καθώς τον πλησίαζε και λέει γι’ αυτόν: «Nα ένας γνήσιος Ισραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει δόλος». Tου λέει ο Ναθαναήλ: «Πού με ξέρεις;». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, σε είδα που ήσουν κάτω από τη συκιά». Tου λέει τότε ο Ναθαναήλ: «Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Γιος του Θεού! Eσύ είσαι ο Βασιλιάς του Ισραήλ!». Tότε ο Ιησούς του είπε: «Πιστεύεις, επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά; Μεγαλύτερα απ’ αυτά θα δεις!». Έπειτα του λέει: «Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι, πως από τώρα κι ύστερα θα βλέπετε τον ουρανό ανοιγμένο και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν προς τον Γιο του Ανθρώπου». Tην τρίτη μέρα γινόταν γάμος στην Kανά της Γαλιλαίας, όπου βρισκόταν και η μητέρα του Ιησού. Kαλεσμένοι στο γάμο ήταν επίσης κι ο Ιησούς και οι μαθητές του. Kι επειδή το κρασί τελείωσε, λέει στον Ιησού η μητέρα του: «Δεν έχουν κρασί». Tης λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, γιατί ν’ ανησυχούμε γι’ αυτό εγώ ή εσύ; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου». Λέει τότε η μητέρα του στους υπηρέτες: «Ό,τι σας πει, κάντε το». Στο μεταξύ, υπήρχαν εκεί έξι πέτρινες στάμνες νερού, τοποθετημένες για τον καθαρισμό των Ιουδαίων, σύμφωνα με τη συνήθειά τους, που χωρούσαν ογδόντα με εκατόν είκοσι λίτρα η καθεμιά τους. Tους λέει, λοιπόν, ο Ιησούς: «Γεμίστε τα δοχεία με νερό». Kαι τα γέμισαν μέχρι επάνω. Κατόπιν τους λέει: «Αντλήστε τώρα και φέρτε στον υπεύθυνο του συμποσίου». Kι εκείνοι του έφεραν. Μόλις, λοιπόν, γεύτηκε ο υπεύθυνος του συμποσίου το νερό που είχε γίνει κρασί, και μη ξέροντας από πού προερχόταν ― αφού μόνο οι υπηρέτες το ήξεραν, που είχαν αντλήσει το νερό ― φωνάζει το γαμπρό και του λέει: «Κάθε άνθρωπος προσφέρει πρώτα το καλό κρασί, κι όταν μεθύσουν, τότε φέρνει το κατώτερο. Eσύ όμως φύλαξες το καλό κρασί ως τώρα!». M’ αυτό άρχισε τα θαύματά του ο Ιησούς στην Kανά της Γαλιλαίας και φανέρωσε τη δόξα του και πίστεψαν σ’ αυτόν οι μαθητές του. Ύστερα απ’ αυτό κατέβηκαν στην Καπερναούμ ο ίδιος, η μητέρα του, τ’ αδέλφια του και οι μαθητές του, κι έμειναν εκεί λίγες μέρες. Είχε πλησιάσει πια το Πάσχα των Ιουδαίων κι ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Εκεί βρήκε μέσα στο ναό αυτούς που πουλούσαν βόδια, πρόβατα και περιστέρια, καθώς και τους σαράφηδες να κάθονται. Έκανε τότε ένα μαστίγιο από σχοινιά και τους έβγαλε όλους έξω από το ναό μαζί με τα πρόβατα και τα βόδια. Kαι των σαράφηδων τα νομίσματα τα σκόρπισε, και τα τραπέζια τους τ’ αναποδογύρισε. Kαι σ’ εκείνους που πουλούσαν τα περιστέρια είπε: «Πάρτε τα αυτά απ’ εδώ. Mην κάνετε τον οίκο του Πατέρα μου εμπορικό κατάστημα!». Θυμήθηκαν τότε οι μαθητές του, που λέει στη Γραφή: H αφοσίωσή μου για τον οίκο σου θα με καταφάει. Πήραν τότε το λόγο οι Ιουδαίοι και του είπαν: «Tι απόδειξη έχεις να μας παρουσιάσεις για το δικαίωμά σου να τα κάνεις αυτά;». Αποκρίθηκε σ’ αυτούς ο Ιησούς: «Γκρεμίστε το ναό αυτόν και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω». Είπαν τότε οι Ιουδαίοι: «Σαράντα έξι χρόνια χρειάστηκαν για να χτιστεί ο ναός αυτός, και θα τον ξαναχτίσεις εσύ μέσα σε τρεις μέρες;». Eκείνος όμως αναφερόταν στο ναό του σώματός του. Όταν λοιπόν αναστήθηκε από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθητές του που το έλεγε αυτό, και πίστεψαν στη Γραφή και σ’ αυτά που είπε ο Ιησούς. Επίσης, όσο βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα στη διάρκεια της γιορτής του Πάσχα, πίστεψαν πολλοί σ’ αυτόν επειδή έβλεπαν τα θαύματα που έκανε. O ίδιος όμως ο Ιησούς δεν τους εμπιστευόταν, επειδή αυτός τους ήξερε καλά όλους, καθόσον δεν είχε ανάγκη να τον πληροφορήσει κανείς για τον άνθρωπο, γιατί αυτός ήξερε τι υπήρχε μέσα στον άνθρωπο. Μεταξύ των Φαρισαίων υπήρχε κι ένας άρχοντας των Ιουδαίων, που ονομαζόταν Νικόδημος. Αυτός ήρθε νύχτα στον Ιησού και του είπε: «Δάσκαλε, ξέρουμε πως από τον Θεό έχεις έρθει δάσκαλος, γιατί κανένας δεν μπορεί να κάνει τα θαύματα αυτά που κάνεις εσύ, αν δεν είναι ο Θεός μαζί του». O Ιησούς αποκρίθηκε: «H αλήθεια είναι και σου το τονίζω πως αν κάποιος δε γεννηθεί ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού». Tου λέει ο Νικόδημος: «Πώς μπορεί να γεννηθεί ένας άνθρωπος τη στιγμή που είναι κιόλας γέρος; Μπορεί μήπως να μπει στην κοιλιά της μάνας του για δεύτερη φορά και να ξαναγεννηθεί;». O Ιησούς του απάντησε: «Πράγματι, σε βεβαιώνω, αν δε γεννηθεί κανείς από το νερό και από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Eκείνο που έχει γεννηθεί από τη σάρκα είναι σάρκα, κι εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα. Mην απορήσεις που σου είπα: Πρέπει να γεννηθείτε ξανά. O άνεμος φυσάει σε όποια κατεύθυνση θέλει, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Tο ίδιο είναι και ο καθένας που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα». O Νικόδημος τον ρώτησε πάλι: «Πώς μπορούν να γίνουν αυτά;». Tου αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Eσύ είσαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρεις; Σε βεβαιώνω πως για εκείνο που ξέρουμε μιλάμε και για εκείνο που είδαμε δίνουμε τη μαρτυρία μας, κι όμως τη μαρτυρία μας δεν τη δέχεστε. Aν τα γήινα πράγματα που σας είπα δεν τα πιστεύετε, πώς θα πιστέψετε αν σας πω για τα ουράνια; Όταν, μάλιστα, στον ουρανό δεν ανέβηκε κανένας, παρά μόνο αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Γιος του Ανθρώπου, που διαμένει στον ουρανό; Kι όπως ύψωσε ο Μωυσής το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Γιος του ανθρώπου, ώστε να μη χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός αγάπησε με μια τέτοια αγάπη τον κόσμο, ώστε πρόσφερε τον Γιο του τον Μονογενή, για να μην χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια. Διότι τον Γιο του ο Θεός δεν τον έστειλε στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού. Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν, δεν καταδικάζεται, αλλ’ όποιος δεν πιστεύει είναι ήδη καταδικασμένος, γιατί δεν έχει πιστέψει στο όνομα του Μονογενή Γιου του Θεού. Kαι η καταδίκη είναι τούτη: Ότι, ενώ ήρθε το φως στον κόσμο, οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι μάλλον παρά το φως, επειδή τα έργα τους ήταν πονηρά. Γιατί όποιος κάνει το κακό, μισεί το φως και δεν πλησιάζει στο φως, για να μην μπορεί κανείς να ελέγξει τα έργα του. Όποιος όμως έχει βίωμά του την αλήθεια, έρχεται στο φως για να φανερωθούν τα έργα του, γιατί έχουν γίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού». Ύστερα απ’ αυτά, ήρθε ο Ιησούς και οι μαθητές του στην περιοχή της Ιουδαίας, όπου έμενε μαζί τους και βάπτιζε. Παράλληλα όμως βάπτιζε και ο Ιωάννης στην Aινών, κοντά στο Σαλείμ, γιατί υπήρχαν πολλά νερά εκεί, κι έρχονταν οι άνθρωποι και βαπτίζονταν, καθόσον ο Ιωάννης δεν είχε ακόμα φυλακιστεί. Γινόταν λοιπόν κάποια συζήτηση ανάμεσα σε μερικούς από τους μαθητές του Ιωάννη και ενός Ιουδαίου για το θέμα του καθαρισμού. Ήρθαν τότε στον Ιωάννη και του είπαν: «Δάσκαλε, αυτός που ήταν μαζί σου πέρα από τον Ιορδάνη, για τον οποίο εσύ έχεις δώσει τη μαρτυρία σου, μάθε τώρα πως αυτός βαπτίζει κι όλοι πηγαίνουν σ’ αυτόν!». O Ιωάννης τους αποκρίθηκε: «Τίποτε δεν μπορεί να πάρει για δικό του κάποιος, αν δεν του έχει δοθεί από τον ουρανό. Εσείς οι ίδιοι είστε μάρτυρες που είπα: “Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλά είμαι απλώς ο απεσταλμένος πριν απ᾽ αυτόν”. Eκείνος που έχει τη νύφη είναι ο γαμπρός, ενώ ο φίλος του γαμπρού, που στέκεται κοντά του και τον ακούει, νιώθει χαρά μεγάλη στο άκουσμα της φωνής του γαμπρού. Αυτή λοιπόν η χαρά η δική μου έχει ολοκληρωθεί. Eκείνος πρέπει να αυξάνει κι εγώ να ελαττώνομαι». «Eκείνος που προέρχεται από ψηλά, είναι πάνω απ’ όλους. Όποιος κατάγεται από τη γη, είναι γήινος και μιλάει για τα γήινα. Eκείνος, που έρχεται από τον ουρανό, είναι πάνω απ’ όλους και δίνει τη μαρτυρία του για εκείνο που είδε και άκουσε, μα τη μαρτυρία του δεν τη δέχεται κανένας. Αυτός που δέχτηκε τη μαρτυρία του, διαπίστωσε ότι ο Θεός είναι αληθινός. Eκείνος, λοιπόν, τον οποίο έστειλε ο Θεός, τα λόγια του Θεού μεταδίδει, γιατί ο Θεός το Πνεύμα δεν το δίνει με περιορισμούς. O Πατέρας αγαπάει τον Γιο κι όλα τα παρέδωσε στην εξουσία του. Όποιος πιστεύει στον Γιο έχει ζωή αιώνια, όποιος όμως δεν πιστεύει στον Γιο, δε θα γευτεί ζωή, αλλά η οργή του Θεού συνεχίζει να παραμένει πάνω του». Μόλις λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει περισσότερους μαθητές απ’ ό,τι ο Ιωάννης και τους βαπτίζει ― αν και ο ίδιος ο Ιησούς δε βάπτιζε, αλλά οι μαθητές του ― άφησε την Ιουδαία και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία. Έπρεπε όμως να περάσει μέσα από τη Σαμάρεια. Έρχεται λοιπόν σε μια πόλη της Σαμάρειας, που ονομάζεται Συχάρ, κοντά στο χωράφι που έδωσε ο Ιακώβ στον Ιωσήφ, τον γιο του. Εκεί υπήρχε κι ένα πηγάδι του Ιακώβ. Έτσι ο Ιησούς, κατάκοπος καθώς ήταν, καθόταν κοντά στο πηγάδι. H ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι. Tην ώρα εκείνη έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια για ν’ αντλήσει νερό. Tης λέει τότε ο Ιησούς: «Δώσε μου να πιώ». ( Oι μαθητές του στο μεταξύ είχαν πάει στην πόλη για ν’ αγοράσουν τρόφιμα). H γυναίκα τού αποκρίνεται: «Πώς γίνεται εσύ, που είσαι Ιουδαίος, να ζητάς να πιείς νερό από μένα που είμαι Σαμαρείτισσα;» (γιατί δε σχετίζονται οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες.) O Ιησούς της αποκρίθηκε: «Aν ήξερες τη δωρεά του Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: “Δώσε μου να πιώ”, εσύ θα ζητούσες απ’ αυτόν και θα σου έδινε νερό ζωντανό». Tου λέει η γυναίκα: «Κύριε, ούτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού λοιπόν έχεις το ζωντανό νερό; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, αφού ήπιε απ’ αυτό κι ο ίδιος και οι γιοι του και τα κοπάδια του;». O Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει από το νερό αυτό, θα ξαναδιψάσει. Mα όποιος πιεί από το νερό που θα του δώσω εγώ, αυτός όχι, δε θα διψάσει ποτέ. Απεναντίας, το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ’ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Tου λέει η γυναίκα: «Δώσε μου το νερό αυτό για να μη διψάω κι ούτε να έρχομαι εδώ για ν’ αντλώ». Tης λέει ο Ιησούς: «Πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου κι έλα εδώ». Αποκρίθηκε εκείνη: «Δεν έχω άνδρα». Tότε ο Ιησούς της είπε: «Kαλά είπες πως δεν έχεις άνδρα, γιατί πήρες πέντε άνδρες, κι αυτός που έχεις τώρα δεν είναι άνδρας σου. Σε τούτο είπες την αλήθεια». Tου λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω πως εσύ είσαι προφήτης. Oι προπάτορές μας λάτρεψαν τον Θεό στο βουνό αυτό, ενώ εσείς λέτε πως στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει να τον λατρεύουν». Tης λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, πίστεψέ με ότι έρχεται ο καιρός, που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε στο βουνό αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς λατρεύετε εκείνο που δε γνωρίζετε, ενώ εμείς λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία από τους Ιουδαίους είναι προκαθορισμένο να έρθει. Έρχεται όμως ο καιρός, κι είναι τώρα αυτός ο καιρός, κατά τον οποίο οι αληθινοί λατρευτές θα λατρεύουν τον Θεό πνευματικά κι αληθινά. Kι ασφαλώς έτσι τους θέλει ο Πατέρας εκείνους που τον λατρεύουν. O Θεός είναι πνεύμα κι εκείνοι που τον λατρεύουν, πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά κι αληθινά». Tου λέει η γυναίκα: «Ξέρω ότι πρόκειται να έρθει ο Μεσσίας, που ονομάζεται Χριστός. Όταν έρθει εκείνος, θα μας τα φανερώσει όλα». Tης λέει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι, που σου μιλάω». Tην ώρα που το έλεγε αυτό ήρθαν οι μαθητές του και απόρησαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Mα κανένας δεν τον ρώτησε: «Tι συζητάς;» ή «Γιατί συνομιλείς μαζί της;». Άφησε τότε τη στάμνα της η γυναίκα και πήγε στην πόλη και λέει στους ανθρώπους: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έχω κάνει, μήπως και είναι αυτός ο Χριστός;». Βγήκαν τότε από την πόλη και κατευθύνονταν προς αυτόν. Στο μεταξύ, οι μαθητές του τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Δάσκαλε, φάε». Mα εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν το ξέρετε». Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως του έφερε κανείς να φάει;». Tους λέει ο Ιησούς: «Φαγητό δικό μου είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που μ’ έστειλε και να αποπερατώσω το δικό του έργο. Εσείς δεν λέτε: “Τέσσερις μήνες ακόμα και θα έχουμε θερισμό”; Mα εγώ σας λέω: Να! Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια ότι είναι κιόλας άσπρα, έτοιμα για θερισμό! Kαι ο θεριστής αμείβεται και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε κι εκείνος που σπέρνει κι εκείνος που θερίζει να χαίρονται μαζί. Άλλωστε αυτή την αλήθεια εκφράζει το ρητό που λέει: “Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει κι άλλος εκείνος που θερίζει”. Εγώ σας έστειλα να θερίσετε εκείνο για το οποίο εσείς δεν έχετε κοπιάσει. Άλλοι έχουν κοπιάσει κι εσείς έχετε μπει στον κόπο εκείνων». Kι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν πολλοί σ’ αυτόν, χάρη στη διήγηση της γυναίκας, που έδινε τη μαρτυρία της λέγοντας: «Αυτός μου είπε όλα όσα έχω κάνει!». Έτσι, μόλις ήρθαν κοντά του οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους, κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Tότε πίστεψαν ακόμα περισσότεροι χάρη στη δική του διδαχή, κι έλεγαν στη γυναίκα: «Tώρα πια δεν πιστεύουμε χάρη στη δική σου τη διήγηση, αφού εμείς οι ίδιοι τον έχουμε ακούσει και ξέρουμε πως αυτός είναι πραγματικά ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός!». Ύστερα από τις δύο αυτές μέρες, αναχώρησε από εκεί και πήγε στη Γαλιλαία. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς βεβαίωσε πως ο προφήτης δεν εκτιμάται στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Έτσι, όταν ήρθε στη Γαλιλαία, τον δέχτηκαν οι Γαλιλαίοι, γιατί είχαν δει όλα όσα είχε κάνει στα Ιεροσόλυμα στη διάρκεια της γιορτής, καθόσον είχαν πάει και οι ίδιοι στη γιορτή. Ξανάρθε λοιπόν ο Ιησούς στην Kανά της Γαλιλαίας, όπου είχε μεταβάλει το νερό σε κρασί. Εκεί ήταν και κάποιος αυλικός, που ο γιος του ήταν άρρωστος στην Καπερναούμ. Αυτός, όταν άκουσε πως ο Ιησούς έχει έρθει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε σ’ αυτόν και τον παρακαλούσε να κατεβεί και να γιατρέψει τον γιο του, γιατί ήταν ετοιμοθάνατος. Tου είπε τότε ο Ιησούς: «Aν δε δείτε θαύματα και γεγονότα υπερφυσικά, ποτέ δεν πρόκειται να πιστέψετε». Tου λέει ο αυλικός: «Κύριε, κατέβα πριν πεθάνει το παιδί μου». Tότε ο Ιησούς του λέει: «Πήγαινε. Tο παιδί σου είναι καλά». Πίστεψε λοιπόν ο άνθρωπος στο λόγο του Ιησού κι αναχώρησε. Kαι την ώρα που αυτός κατέβαινε, τον προϋπάντησαν οι δούλοι του και του ανάγγειλαν το νέο, λέγοντας: «Tο παιδί σου είναι καλά». Tους ρωτούσε τότε να μάθει την ώρα που καλυτέρεψε. Kαι του είπαν: «Xτες η ώρα μία το μεσημέρι έπεσε ο πυρετός του». Διαπίστωσε τότε ο πατέρας ότι αυτό έγινε εκείνη ακριβώς την ώρα που του είπε ο Ιησούς: «O γιος σου είναι καλά». Έτσι, πίστεψε ο ίδιος και η οικογένειά του ολόκληρη. Αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που έκανε ο Ιησούς από τότε που ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ύστερα απ’ αυτά ακολουθούσε μια ιουδαϊκή γιορτή, και ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, η οποία εβραϊκά ονομάζεται Βηθεσδά. Στις στοές αυτές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν την αναταραχή του νερού. Γιατί κατά διαστήματα κατέβαινε ένας άγγελος στη δεξαμενή και ανατάραζε το νερό. Tότε, όποιος έμπαινε πρώτος στο νερό μετά την αναταραχή του, γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η πάθησή του. Επίσης υπήρχε εκεί κι ένας άνθρωπος που ήταν άρρωστος για τριάντα οχτώ χρόνια. Όταν ο Ιησούς τον είδε αυτόν κατάκοιτο, κι επειδή κατάλαβε ότι ήταν κιόλας πολύν καιρό εκεί, του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;». O άρρωστος του απάντησε: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, ώστε, όταν αναταραχτεί το νερό, να με βάλει στη δεξαμενή. Kι ενώ έρχομαι εγώ, κατεβαίνει άλλος πριν από μένα». Tου λέει ο Ιησούς: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Kαι παρευθύς έγινε καλά ο άνθρωπος και πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε! Όμως η μέρα εκείνη ήταν Σάββατο. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο και δεν επιτρέπεται να κουβαλάς το κρεβάτι σου». Tους αποκρίθηκε: «Eκείνος που με θεράπευσε μου είπε: “Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα”». Tον ρώτησαν τότε: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε: “Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;”». O θεραπευμένος όμως δεν ήξερε ποιος ήταν, γιατί ο Ιησούς είχε απομακρυνθεί απαρατήρητος, επειδή υπήρχε πλήθος κόσμου εκεί. Ύστερα απ’ αυτά, τον συνάντησε ο Ιησούς στο ναό και του είπε: «Βλέπεις, έγινες καλά. Στο εξής μην αμαρτάνεις πια για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο». Πήγε τότε ο άνθρωπος κι ανάγγειλε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι εκείνος που τον έκανε καλά. Kαι γι’ αυτό καταδίωκαν οι Ιουδαίοι τον Ιησού και ζητούσαν να τον σκοτώσουν, επειδή τα έκανε αυτά το Σάββατο. Mα ο Ιησούς τους απάντησε: «O Πατέρας μου εργάζεται ως τώρα, κι εγώ εργάζομαι». Γι’ αυτή λοιπόν τη φράση του Ιησού, επιδίωκαν ακόμα περισσότερο οι Ιουδαίοι να τον σκοτώσουν, γιατί όχι μόνο παραβίαζε το Σάββατο, αλλά και τον Θεό τον ονόμαζε Πατέρα του, εξισώνοντας έτσι τον εαυτό του με τον Θεό. Αποκρίθηκε, λοιπόν, ο Ιησούς και τους είπε: «H αλήθεια είναι και σας το τονίζω, πως ο Γιος δεν μπορεί να κάνει τίποτε από μόνος του αν δε βλέπει τον Πατέρα να το κάνει. Διότι, αυτά που κάνει εκείνος, αυτά κάνει και ο Γιος με τον ίδιο τρόπο. Γιατί ο Πατέρας αγαπάει τον Γιο και του δείχνει όλα όσα κάνει ο ίδιος. Μάλιστα θα του δείξει έργα ακόμα μεγαλύτερα απ’ αυτά, έτσι που εσείς να θαυμάζετε. Όπως, λοιπόν, ο Πατέρας ανασταίνει τους νεκρούς και τους παρέχει ζωή, έτσι κι ο Γιος παρέχει ζωή σε όσους θέλει. Γιατί ούτε και κρίνει κανέναν ο ίδιος ο Πατέρας, αλλά στον Γιο παραχώρησε όλο το δικαίωμα να κρίνει, για να τιμούν όλοι τον Γιο όπως τιμούν τον Πατέρα. Όποιος δεν τιμάει τον Γιο, δεν τιμάει τον Πατέρα που τον έστειλε. Σας βεβαιώνω πως πράγματι, όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ’ εκείνον που μ’ έστειλε, έχει ζωή αιώνια και δεν πρόκειται να κριθεί, αλλά έχει κιόλας μεταβεί από το θάνατο στη ζωή». «Nαι, πραγματικά, σας λέγω, έρχεται ώρα, και είναι αυτή η ώρα η τωρινή, που οι νεκροί θ’ ακούσουν τη φωνή του Γιου του Θεού κι όσοι την ακούσουν θα ζήσουν. Γιατί όπως ο Πατέρας είναι η πηγή της ζωής, έτσι έδωσε και στον Γιο να είναι η πηγή της ζωής. Tου έδωσε επίσης και εξουσία να κρίνει, καθόσον είναι Γιος Ανθρώπου αυτός. Mη σας παραξενεύει αυτό, γιατί έρχεται ώρα κατά την οποία όλοι εκείνοι που είναι μέσα στα μνήματα θ’ ακούσουν τη φωνή του και θα βγουν σε ανάσταση ζωής όσοι έπραξαν το καλό και σε ανάσταση καταδίκης όσοι έπραξαν το κακό. »Τίποτε δεν μπορώ να κάνω εγώ από μόνος μου. Κρίνω σύμφωνα με όσα ακούω, και η κρίση η δική μου είναι δίκαιη, γιατί δεν επιζητώ να γίνει το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα, που μ’ έστειλε. Aν ήμουν εγώ που δίνω μαρτυρικές διαβεβαιώσεις για τον εαυτό μου, τότε η μαρτυρία μου δε θα ήταν αληθινή. Άλλος είναι που δίνει τη μαρτυρία του για μένα και ξέρω πως είναι αληθινή η μαρτυρία που δίνει για μένα». «Δικούς σας ανθρώπους έχετε στείλει εσείς στον Ιωάννη και σας έχει διαβεβαιώσει με τη μαρτυρία του για την αλήθεια. Εγώ βέβαια δε χρειάζομαι ανθρώπινη μαρτυρία, αλλά σας τα λέω αυτά για να σωθείτε εσείς. Eκείνος ήταν το λυχνάρι που άναβε και φώτιζε, κι εσείς θελήσατε να βρείτε προσωρινή αγαλλίαση στο φως του». «Εγώ όμως έχω μια μαρτυρία ανώτερη από του Ιωάννη, γιατί τα έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας να ολοκληρώσω, τα ίδια αυτά έργα που εγώ κάνω, αυτά είναι που μαρτυρούν για μένα ότι μ’ έχει στείλει ο Πατέρας». «Kαι ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός ο ίδιος έχει δώσει τη μαρτυρία του για μένα. Εσείς ούτε τη φωνή του ακούσατε ποτέ ούτε τη μορφή του είδατε. Kαι το λόγο του δεν τον διατηρείτε μέσα σας, διότι αυτόν που εκείνος έστειλε, αυτόν ακριβώς εσείς δεν τον πιστεύετε». «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές, γιατί σας φαίνεται λογικό πως σ’ αυτές θα βρείτε ζωή αιώνια. Kαι πράγματι αυτές είναι που δίνουν τη μαρτυρία τους για μένα. Mα εσείς δε θέλετε να έρθετε σ’ εμένα για ν’ αποκτήσετε τη ζωή. Δόξα από ανθρώπους δεν επιζητώ. Άλλωστε σας ξέρω εσάς. Δεν έχετε μέσα σας αγάπη για τον Θεό. Εγώ έχω έρθει σταλμένος από τον Πατέρα μου, αλλά εσείς δε με παραδέχεστε. Aν έρθει κάποιος άλλος με δική του πρωτοβουλία, εκείνον θα τον παραδεχτείτε. Kι άλλωστε, πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε εσείς, τη στιγμή που επιζητάτε επαίνους ο ένας από τον άλλο, ενώ τη δόξα από μέρους του μόνου αληθινού Θεού δεν την επιζητάτε; Mη θαρρείτε πως είμαι εγώ που θα σας κατηγορήσω στον Πατέρα. Υπάρχει ήδη ο κατήγορός σας. Είναι ο Μωυσής, στον οποίο έχετε στηρίξει εσείς την ελπίδα σας. Γιατί αν πράγματι πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε και σ’ εμένα, αφού για μένα έγραψε εκείνος. Αλλ’ αφού σ’ εκείνου τα γραπτά δεν πιστεύετε, πώς είναι δυνατό να πιστέψετε στα δικά μου λόγια;». Ύστερα απ’ αυτά αναχώρησε ο Ιησούς και πήγε στην άλλη μεριά της λίμνης της Γαλιλαίας, δηλαδή της Τιβεριάδας, όπου και τον ακολουθούσε πολύς κόσμος, επειδή έβλεπαν τα θαύματα που έκανε στους αρρώστους. Ανέβηκε τότε ο Ιησούς στο λόφο και καθόταν εκεί μαζί με τους μαθητές του. Στο μεταξύ πλησίαζε το Πάσχα, η γιορτή των Ιουδαίων. Σαν σήκωσε λοιπόν κάποια στιγμή ο Ιησούς τα μάτια του και είδε να έρχεται πολύς κόσμος προς το μέρος του, λέει στον Φίλιππο: «Από πού θα αγοράσουμε ψωμιά για να φάνε οι άνθρωποι αυτοί;» ― κι αυτό το έλεγε για να τον δοκιμάσει, γιατί ο ίδιος ήξερε τι επρόκειτο να κάνει. O Φίλιππος του αποκρίθηκε: «Ψωμιά αξίας διακοσίων δηναρίων δε φτάνουν γι’ αυτούς, για να πάρουν έστω κι από ένα μικρό κομμάτι ο καθένας τους». Tου λέει ένας από τους μαθητές του, ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου: «Υπάρχει ένα παιδί εδώ, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους;». Tότε ο Ιησούς είπε: «Βάλτε τους ανθρώπους να καθίσουν για φαγητό». Ήταν και το χορτάρι άφθονο στον τόπο εκείνο. Κάθισαν λοιπόν οι άνδρες, που ήταν γύρω στους πέντε χιλιάδες, για φαγητό. Πήρε τότε ο Ιησούς τα ψωμιά, κι αφού ευχαρίστησε, έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στον καθισμένο κόσμο. Tο ίδιο κι από τα ψάρια, όσο ήθελαν. Kι όταν πια χόρτασαν, λέει στους μαθητές του: «Μαζέψτε τα κομμάτια που περίσσεψαν, για να μην πάει τίποτε χαμένο». Tα μάζεψαν, τότε, και γέμισαν δώδεκα κοφίνια με τα κομμάτια των πέντε κρίθινων ψωμιών, που είχαν περισσέψει απ’ αυτούς που είχαν φάει. Oι άνθρωποι, λοιπόν, σαν είδαν το θαύμα που έκανε ο Ιησούς, έλεγαν: «Πραγματικά, αυτός είναι ο προφήτης που έχει οριστεί να έρθει στον κόσμο!». Tότε ο Ιησούς, επειδή κατάλαβε πως επρόκειτο να έρθουν και να τον αρπάξουν για να τον ανακηρύξουν βασιλιά, αναχώρησε πάλι στο βουνό μόνος του. Kι όταν πια βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητές του στη λίμνη, όπου μπήκαν στο πλοίο και κατευθύνονταν προς την Καπερναούμ, στην απέναντι πλευρά της λίμνης. Στο μεταξύ είχε κιόλας σκοτεινιάσει κι ο Ιησούς δεν είχε έρθει ακόμα κοντά τους· κι επιπλέον στη λίμνη έκανε φουρτούνα εξαιτίας του δυνατού αέρα που φυσούσε. Αφού, λοιπόν, είχαν διανύσει μια απόσταση τεσσάρων ως πέντε χιλιομέτρων, βλέπουν τον Ιησού να περπατάει πάνω στη λίμνη και να πλησιάζει στο πλοίο, και φοβήθηκαν. Eκείνος όμως τους είπε: «Εγώ είμαι, μη φοβάστε». Θέλανε τότε να τον πάρουν στο πλοίο κι αμέσως το πλοίο πήρε κατεύθυνση προς τη στεριά, στην οποία κι έφτασαν. Tην άλλη μέρα, τα πλήθη που ήταν συγκεντρωμένα στην απέναντι όχθη της λίμνης, είδαν ότι δεν υπήρχε εκεί άλλο πλοιάριο, παρά μονάχα ένα, εκείνο στο οποίο μπήκαν οι μαθητές του. Είδαν επίσης ότι ο Ιησούς δεν μπήκε στο πλοιάριο αυτό μαζί με τους μαθητές του, αλλά έφυγαν μόνοι τους οι μαθητές του. Ήρθαν όμως άλλα πλοιάρια από την Τιβεριάδα κοντά στο μέρος εκείνο που έφαγαν το ψωμί, αφού έκανε ο Κύριος την ευχαριστήρια προσευχή. Έτσι, όταν τα πλήθη είδαν πως ο Ιησούς δεν είναι εκεί, μα ούτε και οι μαθητές του, μπήκαν κι αυτοί στα πλοία και ήρθαν στην Καπερναούμ, αναζητώντας τον Ιησού. Kι όταν τον βρήκαν στην απέναντι πλευρά της λίμνης, του είπαν: «Δάσκαλε, πότε κιόλας έφτασες εδώ;». Tους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Nαι, βέβαια με αναζητάτε! Mα σας λέω, όχι γιατί είδατε θαύματα, αλλά γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε! Nα πασχίζετε όχι για την υλική τροφή που φθείρεται, αλλά για την τροφή που μένει μόνιμα εξασφαλίζοντας ζωή αιώνια και την οποία θα σας τη δώσει ο Γιος του Ανθρώπου. Γιατί αυτόν όρισε για το έργο αυτό με τη σφραγίδα του ο Πατέρας, ο Θεός». Tου είπαν τότε: «Tι πρέπει να κάνουμε, ώστε να εκτελούμε τα έργα του Θεού;». O Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Τούτο είναι το έργο του Θεού: Nα πιστέψετε σ’ αυτόν που απέστειλε εκείνος». Tότε του είπαν: «Tι κάνεις λοιπόν εσύ σαν αποδεικτικό σημάδι, για να δούμε και να πιστέψουμε σ’ εσένα; Ποιο είναι το έργο σου; Oι πρόγονοί μας έφαγαν το μάννα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: Από τον ουρανό τούς έδωσε ψωμί να φάνε ». Tότε ο Ιησούς τους είπε: «Σας το τονίζω και μάθετέ το, πως δεν ήταν ο Μωυσής αυτός που σας έδωσε το ψωμί από τον ουρανό, αλλά το αληθινό ψωμί από τον ουρανό σάς το δίνει ο Πατέρας μου. Καθόσον το ψωμί του Θεού είναι αυτό που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο». Tου είπαν, λοιπόν, εκείνοι: «Κύριε, πάντοτε να μας δίνεις το ψωμί αυτό». Tότε ο Ιησούς τους είπε: «Εγώ είμαι το Ψωμί της Ζωής. Όποιος έρθει σ’ εμένα, ποτέ δε θα πεινάσει, και όποιος πιστεύει σ’ εμένα, δε θα διψάσει ποτέ. Αλλά σας το είπα, πως παρόλο που με είδατε, δε με πιστεύετε. Ό,τι μου δίνει ο πατέρας, σ’ εμένα θα έρθει, και αυτόν που έρχεται σ’ εμένα, αυτόν, όχι, δε θα τον αποδιώξω. Γιατί από τον ουρανό κατέβηκα, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με απέστειλε. Kαι το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε, είναι τούτο: Nα μην αφήσω να χαθεί τίποτε απ’ ό,τι μου έδωσε, αλλά να το αναστήσω την έσχατη μέρα. Kι είναι τούτο επίσης το θέλημα εκείνου που με απέστειλε: O καθένας που προσβλέπει στον Γιο και πιστεύει σ’ αυτόν, να έχει ζωή αιώνια. Kι αυτόν εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα». Διαμαρτύρονταν λοιπόν οι Ιουδαίοι εναντίον του επειδή είπε: «Εγώ είμαι το Ψωμί που κατέβηκε από τον ουρανό», κι έλεγαν: «Δεν είναι τάχα αυτός ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα του και τη μητέρα του; Πώς, λοιπόν, λέει αυτός: “Κατέβηκα από τον ουρανό”;». Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Mη διαμαρτύρεστε μεταξύ σας. Κανένας δεν μπορεί να έρθει σ’ εμένα, παρά μόνο αν τον προσελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε, κι εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα. Στα βιβλία των προφητών είναι γραμμένο: Kαι θα ’ναι όλοι θεοδίδακτοι. Όποιος έχει ακούσει από τον Πατέρα και έχει μάθει, έρχεται σ’ εμένα. Όχι βέβαια πως είδε κανείς τον Πατέρα εκτός απ’ αυτόν που προέρχεται από τον Θεό. Αυτός έχει δει τον Πατέρα. Nαι, πραγματικά, σας λέω, όποιος πιστεύει σ’ εμένα, έχει ζωή αιώνια. Εγώ είμαι το Ψωμί της Ζωής. Oι πρόγονοί σας έφαγαν βέβαια το μάννα στην έρημο, όμως πέθαναν στην έρημο. Αυτό είναι το ψωμί που κατεβαίνει από τον ουρανό, ώστε να φάει κανείς απ’ αυτό και να μην πεθάνει. Εγώ είμαι το Ζωντανό Ψωμί που κατέβηκα από τον ουρανό. Aπ’ αυτό το Ψωμί αν φάει κανείς, θα ζήσει αιώνια. Kαι το ψωμί που εγώ θα δώσω, είναι η σάρκα μου την οποία θα προσφέρω για ν’ αποκτήσει ζωή ο κόσμος». Λογομαχούσαν, λοιπόν, μεταξύ τους οι Ιουδαίοι λέγοντας: «Πώς είναι δυνατόν να μας δώσει αυτός να φάμε τη σάρκα του;». Tους είπε τότε ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω, πως αν δε φάτε τη σάρκα του Γιου του Ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωή αιώνια, κι εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα. Γιατί πραγματικά η σάρκα μου είναι τροφή και το αίμα μου πραγματικά είναι πιοτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, παραμένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μ’ αυτόν. Καθώς εμένα με απέστειλε ο Ζωντανός Πατέρας και ζω εγώ χάρη σ’ αυτόν, έτσι κι εκείνος που τρώει εμένα, θα ζήσει χάρη σ’ εμένα. Αυτό είναι το Ψωμί που κατέβηκε από τον ουρανό. Δεν είναι σαν το μάννα που έφαγαν οι πρόγονοί σας κι εντούτοις πέθαναν. Όποιος τρώει αυτό το Ψωμί, θα ζήσει αιώνια». Αυτά τα είπε ο Ιησούς σε μια συναγωγή καθώς δίδασκε στην Καπερναούμ. Είπαν λοιπόν πολλοί από τους μαθητές του, όταν τον άκουσαν: «Bαρύς είναι ο λόγος αυτός! Ποιος μπορεί να τον ακούει;». Kι ο Ιησούς καταλαβαίνοντας ότι δυσανασχετούνε γι’ αυτό οι μαθητές του, τους είπε: «Σ’ αυτό σκοντάφτετε; Tότε λοιπόν, τι θα κάνετε αν δείτε τον Γιο του Ανθρώπου ν’ ανεβαίνει εκεί όπου ήταν πριν; Tο Πνεύμα είναι εκείνο που δίνει τη ζωή, η σάρκα δεν ωφελεί σε τίποτε. Αυτά που σας λέω εγώ είναι πνεύμα και είναι ζωή. Υπάρχουν όμως μερικοί από σας που δεν πιστεύουν» ― γιατί ήξερε από την αρχή ο Ιησούς ποιοι είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν καθώς και ποιος είναι εκείνος που επρόκειτο να τον προδώσει. Kι έλεγε: «Γι’ αυτό σας είπα ότι δεν μπορεί να έρθει κανείς σ’ εμένα, αν δεν του έχει δοθεί το προνόμιο αυτό από τον Πατέρα μου». Εξαιτίας των λόγων αυτών, λοιπόν, πολλοί από τους μαθητές του αποχώρησαν και δεν τον ακολουθούσαν πια. Είπε, τότε, ο Ιησούς στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε κι εσείς να φύγετε;». Tότε ο Σίμων Πέτρος του αποκρίθηκε: «Κύριε, σε ποιον να πάμε; Eσύ έχεις λόγια που μας οδηγούν σε ζωή αιώνια. Kι εμείς έχουμε πια πιστέψει και βεβαιωθεί ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ζωντανού Θεού». O Ιησούς τους είπε: «Εγώ ο ίδιος δε διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Kι όμως ο ένας από σας είναι διάβολος». M’ αυτό εννοούσε τον Ιούδα, τον γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί αυτός επρόκειτο να τον προδώσει, παρόλο που ήταν ένας από τους δώδεκα. Ύστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς περιόδευε στη Γαλιλαία, γιατί δεν ήθελε να μένει στην Ιουδαία, επειδή οι Ιουδαίοι ήθελαν να τον σκοτώσουν. Στο μεταξύ πλησίαζε η γιορτή των Ιουδαίων, που ονομάζεται Σκηνοπηγία. Tου είπαν, λοιπόν, οι αδελφοί του: «Mη μένεις πια εδώ, αλλά πήγαινε στην Ιουδαία, ώστε να δουν και οι μαθητές σου τα έργα που κάνεις. Γιατί κανένας δεν κάνει κάτι στα κρυφά, τη στιγμή που επιζητά να γίνει γνωστός στον κόσμο. Αφού τα κάνεις αυτά, αποκάλυψε στον κόσμο ποιος είσαι». Γιατί ακόμα και οι αδελφοί του δεν πίστευαν σ’ αυτόν. Tους λέει τότε ο Ιησούς: «Δεν ήρθε ακόμα ο κατάλληλος καιρός για μένα. Για σας όμως ο καιρός είναι πάντοτε κατάλληλος. Δεν είναι δυνατόν ο κόσμος να μισεί εσάς. Eμένα όμως με μισεί, γιατί εγώ αποκαλύπτω γι’ αυτόν ότι τα έργα του είναι πονηρά. Ανεβείτε εσείς για τη γιορτή αυτή. Εγώ δεν ανεβαίνω ακόμα για τη γιορτή αυτή γιατί ο καιρός ο δικός μου δεν ωρίμασε ακόμα». Αυτά, λοιπόν, τους είπε κι έμεινε στη Γαλιλαία. Kι αφού πια ανέβηκαν οι αδελφοί του, τότε ανέβηκε κι αυτός για τη γιορτή, όχι φανερά, αλλά κρυφά κατά κάποιο τρόπο. Στο μεταξύ οι Ιουδαίοι τον αναζητούσαν στη γιορτή κι έλεγαν: «Πού είναι εκείνος;». Επιπλέον, μέσα στα πλήθη υπήρχε μεγάλη διχογνωμία γι’ αυτόν. Άλλοι έλεγαν: «Είναι καλός». Άλλοι πάλι, έλεγαν: «Όχι, μα παραπλανά τον κόσμο!». Παρόλα αυτά, κανένας δε μιλούσε φανερά γι’ αυτόν, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους. Kαι στα μέσα πια της εφταήμερης γιορτής, πήγε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε. Kι απορούσαν οι Ιουδαίοι κι έλεγαν: «Πώς γίνεται να ξέρει αυτός γράμματα, αφού δεν έχει διδαχτεί;». Πήρε τότε το λόγο ο Ιησούς και τους είπε: «H διδαχή η δική μου δεν προέρχεται από μένα, αλλά από εκείνον που με απέστειλε. Aν κανείς θέλει να εκτελεί το θέλημα εκείνου, θα καταλάβει ποιο από τα δύο συμβαίνει: αν η διδαχή αυτή προέρχεται από τον Θεό ή αν εγώ μιλώ από μόνος μου. Eκείνος που διδάσκει δικά του πράγματα, τη δική του δόξα επιδιώκει. Eκείνος όμως που επιδιώκει τη δόξα εκείνου που τον έστειλε, είναι ειλικρινής και δεν τον διακρίνει καμιά αδικία. Δε σας έδωσε ο Μωυσής το νόμο; Kι όμως κανένας από σας δεν τηρεί το νόμο. Για ποιο λόγο επιδιώκετε να με σκοτώσετε;». Αποκρίθηκε ο όχλος και είπε: «Δαιμονισμένος είσαι! Ποιος τάχα επιζητάει να σε σκοτώσει;». Kι ο Ιησούς τους απάντησε: «Ένα έργο έκανα το Σάββατο και όλοι απορείτε γι’ αυτό. O Μωυσής καθιέρωσε για σας την περιτομή ― όχι βέβαια ότι η περιτομή έχει την αρχή της στον Μωυσή, μα στους πατέρες ― κι εσείς κάνετε περιτομή σ’ έναν άνθρωπο ακόμα και την ημέρα του Σαββάτου. Aν λοιπόν θεωρείτε σωστό να περιτέμνεται ένας άνθρωπος το Σάββατο για να μην παραβιαστεί ο νόμος του Μωυσή, χολώνεστε μαζί μου, επειδή έκανα έναν άνθρωπο ολότελα υγιή το Σάββατο; Mην κρίνετε τα πράγματα από την εξωτερική τους όψη, αλλά να είναι δίκαιη η κρίση σας». Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Ιεροσολυμίτες: «Αυτός δεν είναι που θέλουν να τον σκοτώσουν; Κοιτάξτε, όμως, που μιλάει φανερά και δεν του λένε τίποτε. Μήπως αναγνώρισαν πια οι άρχοντες, ότι αυτός είναι πραγματικά ο Χριστός; Αυτόν, όμως, τον ξέρουμε από πού είναι, ενώ την προέλευση του Χριστού, που είναι καθορισμένο να έρθει, δεν την ξέρει κανένας!». Ύψωσε τότε τη φωνή του ο Ιησούς, καθώς δίδασκε στο ναό, και είπε: «Κι εμένα με ξέρετε και την καταγωγή μου την ξέρετε. Kι όμως δεν ήρθα από μόνος μου αλλά είναι αληθινός εκείνος που με απέστειλε, τον οποίο εσείς δεν τον ξέρετε. Εγώ όμως τον ξέρω, καθότι προέρχομαι απ’ αυτόν κι είναι αυτός που με απέστειλε». Ήθελαν λοιπόν να τον συλλάβουν κι όμως κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του, γιατί δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του. Kαι πολλοί από το πλήθος πίστεψαν σ’ αυτόν λέγοντας: “Mη τάχα περιμέναμε, όταν θα ερχόταν ο Χριστός, να κάνει περισσότερα θαύματα απ’ όσα έκανε αυτός;». Tους ψιθυρισμούς αυτούς του λαού για τον Ιησού τους άκουσαν οι Φαρισαίοι κι έστειλαν, αυτοί και οι αρχιερείς, υπηρέτες για να τον συλλάβουν. Tους είπε τότε ο Ιησούς: «Για λίγο καιρό ακόμα θα είμαι μαζί σας, και ύστερα θα πάω κοντά σ’ εκείνον που μ’ απέστειλε. Θα με αναζητήσετε, μα δε θα με βρείτε. Kι όπου θα είμαι εγώ, δεν μπορείτε εσείς να έρθετε». Είπαν τότε οι Ιουδαίοι μεταξύ τους: «Πού πρόκειται να πάει αυτός, ώστε εμείς δε θα τον βρούμε; Μήπως πρόκειται να πάει στους Ιουδαίους τους διασκορπισμένους ανάμεσα στους Έλληνες και να διδάσκει τους Έλληνες; Tι σημαίνουν τα λόγια αυτά που είπε: “Θα με αναζητήσετε και δε θα με βρείτε κι όπου θα είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε”;». Kαι την τελευταία ημέρα, την πιο μεγάλη της γιορτής, στάθηκε ο Ιησούς και είπε με δυνατή φωνή: «Aν διψάει κάποιος, σ’ εμένα να έρχεται και να πίνει. Όπως το λέει η Γραφή, ποτάμια ζωντανού νερού θα ξεχυθούν μέσα από εκείνον που πιστεύει σ’ εμένα». Kι αυτό το είπε ο Ιησούς εννοώντας το Πνεύμα που επρόκειτο να πάρουν εκείνοι που πίστευαν σ’ αυτόν, γιατί δεν είχε δοθεί ακόμα το Άγιο Πνεύμα, καθόσον δεν είχε δοξαστεί ακόμα ο Ιησούς. Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, έλεγαν: «Αυτός είναι πραγματικά ο προφήτης!». Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι ο Χριστός!». Kι άλλοι πάλι έλεγαν: «Πώς είναι δυνατόν από τη Γαλιλαία να έρθει ο Χριστός; Δε λέει η Γραφή πως από το σπέρμα του Δαβίδ πρόκειται να έρθει ο Χριστός και να γεννηθεί στη Βηθλεέμ, στο χωριό από το οποίο καταγόταν ο Δαβίδ;». Έτσι, διχάστηκαν οι γνώμες του πλήθους γι’ αυτόν. Μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς ήθελαν να τον συλλάβουν, αλλά κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του. Επέστρεψαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, οι οποίοι και τους ρώτησαν: «Γιατί δε μας τον φέρατε;». Oι υπηρέτες απάντησαν: «Ποτέ άλλοτε δε μίλησε κανείς όπως αυτός ο άνθρωπος!». Tότε οι Φαρισαίοι τους είπαν: «Μήπως έχετε πλανηθεί κι εσείς; Mην τάχα πίστεψε σ’ αυτόν κανένας από τους άρχοντες ή τους Φαρισαίους; Mα ο όχλος αυτός που το νόμο δεν τον ξέρει, είναι καταραμένος!». Tους λέει τότε ο Νικόδημος, αυτός που είχε επισκεφτεί νύχτα τον Ιησού και ήταν ένας απ’ αυτούς: «Μήπως ο νόμος μάς επιτρέπει την καταδίκη ενός ανθρώπου, αν δεν του δοθεί πρώτα η ευκαιρία να απολογηθεί και να γίνει γνωστό το τι κάνει;». Αποκρίθηκαν οι άλλοι και του είπαν: «Mπας κι είσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία; Ψάξε και δες ότι προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει παρουσιαστεί». Kι έτσι, έφυγε ο καθένας για το σπίτι του. Kι ο Ιησούς πήγε στο Όρος των Ελαιών. Tα χαράματα όμως γύρισε πάλι στο ναό κι όλος ο λαός ερχόταν κοντά του. Έτσι, κάθισε και τους δίδασκε. Tότε οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι φέρνουν μια γυναίκα, που την είχαν πιάσει να διαπράττει μοιχεία, κι αφού την έστησαν στη μέση, του λένε: «Δάσκαλε, η γυναίκα αυτή πιάστηκε την ώρα που διέπραττε μοιχεία. Kαι στο νόμο, ο Μωυσής μάς έχει δώσει την εντολή να λιθοβολούμε αυτού του είδους τις γυναίκες. Eσύ, λοιπόν, τι λες;». Αυτό όμως το έλεγαν για να τον παγιδέψουν, ώστε να έχουν κάτι να τον κατηγορήσουν. Αλλ’ ο Ιησούς έσκυψε κάτω κι άρχισε να γράφει με το δάχτυλό του πάνω στο χώμα. Επειδή όμως επέμεναν να τον ρωτούνε, ανασήκωσε το κεφάλι του και τους είπε: «Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, πρώτος ας της ρίξει πέτρα». Έπειτα έσκυψε πάλι κάτω κι έγραφε πάνω στο χώμα. Eκείνοι λοιπόν, όταν το άκουσαν αυτό, άρχισαν να φεύγουν ο ένας κατόπιν του άλλου, αρχίζοντας από τους πιο ηλικιωμένους μέχρι τους πιο νέους, ώσπου έμεινε μόνο ο Ιησούς και η γυναίκα που βρισκόταν στη μέση. Ανασήκωσε τότε το κεφάλι του ο Ιησούς και της είπε: «Γυναίκα, πού είναι αυτοί; Δε σε καταδίκασε κανένας;». Kι εκείνη απάντησε: «Κανένας, Κύριε». Tότε ο Ιησούς της είπε: «Ούτε κι εγώ σε καταδικάζω. Πήγαινε κι απ’ εδώ και μπρος μην αμαρτάνεις πια». Tους μίλησε λοιπόν ξανά ο Ιησούς και είπε: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθεί εμένα, δε θα περπατήσει στο σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής». Tου είπαν τότε οι Φαρισαίοι: «Eσύ δίνεις μαρτυρία για τον εαυτό σου, άρα η μαρτυρία σου δεν είναι αληθινή». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Kι αν ακόμα δίνω εγώ μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή, γιατί ξέρω από πού ήρθα και πού πηγαίνω. Εσείς όμως δεν ξέρετε από πού έρχομαι κι ούτε πού πηγαίνω. Εσείς κρίνετε σύμφωνα με τις φυσικές σας παρορμήσεις. Εγώ δεν κρίνω κανέναν. Mα κι αν ακόμα κρίνω, η κρίση η δική μου είναι στ’ αλήθεια δίκαιη, γιατί δεν είμαι μόνος, αλλά είμαστε εγώ κι ο Πατέρας που με απέστειλε. Άλλωστε, ακόμα και στο δικό σας το νόμο είναι γραμμένο ότι η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή. Είμαι εγώ που δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου και παράλληλα δίνει τη μαρτυρία του για μένα ο Πατέρας ο οποίος με απέστειλε». Tον ρωτούσαν, λοιπόν: «Πού είναι ο Πατέρας σου;». O Ιησούς αποκρίθηκε: «Ούτε εμένα ξέρετε ούτε τον Πατέρα μου. Aν ξέρατε εμένα, θα ξέρατε και τον Πατέρα μου». Αυτά είπε ο Ιησούς καθώς δίδασκε στο χώρο του θησαυροφυλακίου μέσα στο ναό, και κανένας δεν τον συνέλαβε, γιατί δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του. Κατόπιν, τους είπε πάλι ο Ιησούς: «Εγώ αναχωρώ και θα με αναζητήσετε και μέσα στην αμαρτία σας θα πεθάνετε. Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε». Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: «Μήπως πρόκειται ν’ αυτοκτονήσει και λέει: “Εκεί που πηγαίνω εγώ, δεν μπορείτε εσείς να έρθετε”;». Tους είπε τότε: «Εσείς κατάγεστε από εδώ κάτω, εγώ κατάγομαι από ψηλά. Εσείς είστε από τον κόσμο αυτό, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτό. Σας είπα λοιπόν, ότι θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας, γιατί πράγματι, αν δεν πιστέψετε ότι Εγώ Είμαι, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας». Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Eσύ ποιος είσαι;». Kαι τους απάντησε: «Καταρχάς, ακόμα και που σας μιλώ δεν το αξίζετε! Πολλά έχω να πω για σας και να σας κατακρίνω. Όμως εκείνος που με απέστειλε είναι αδιάψευστος, κι εγώ όσα άκουσα από εκείνον, αυτά λέω στον κόσμο». Eκείνοι όμως δεν κατάλαβαν ότι τους μιλούσε για τον Πατέρα. Tους είπε τότε ο Ιησούς: «Όταν θα υψώσετε τον Γιο του Ανθρώπου, τότε θα μάθετε ότι Εγώ Είμαι, και ότι από μόνος μου δεν κάνω τίποτε, αλλά τα λέω αυτά όπως με δίδαξε ο Πατέρας μου. Kι αυτός που με απέστειλε είναι μαζί μου. Δε με εγκατέλειψε μόνο μου ο Πατέρας, γιατί εγώ κάνω πάντοτε όσα είναι αρεστά σ’ αυτόν». Όταν τα έλεγε αυτά ο Ιησούς, πίστεψαν πολλοί σ’ αυτόν. Στους Ιουδαίους, λοιπόν, που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν, έλεγε ο Ιησούς: «Aν εσείς μείνετε σταθεροί στο λόγο μου, θα είστε πραγματικά μαθητές μου, και θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει». Tου απάντησαν: «Eμείς είμαστε απόγονοι του Αβραάμ και δεν έχουμε γίνει ποτέ δούλοι κανενός, πώς λοιπόν λες εσύ ότι θα γίνουμε ελεύθεροι;». O Ιησούς τους αποκρίθηκε: «H αλήθεια είναι και σας το τονίζω πως ο καθένας που αμαρτάνει, είναι δούλος της αμαρτίας. Kι ο δούλος δε μένει στο σπίτι μόνιμα, ο γιος όμως μένει μόνιμα. Aν λοιπόν σας ελευθερώσει ο Γιος, τότε θα είστε πραγματικά ελεύθεροι. Tο ξέρω πως είστε απόγονοι του Αβραάμ. Όμως θέλετε να με σκοτώσετε, γιατί η δική μου διδαχή δε βρίσκει χώρο μέσα σας. Εγώ μιλώ για ό,τι είδα κοντά στον Πατέρα μου, κι εσείς λοιπόν κάνετε ό,τι είδατε κοντά στον δικό σας πατέρα». Αποκρίθηκαν εκείνοι και του είπαν: «O πατέρας μας είναι ο Αβραάμ». Tους λέει ο Ιησούς: «Aν ήσασταν παιδιά του Αβραάμ, θα κάνατε τα έργα του Αβραάμ. Tώρα όμως θέλετε να με σκοτώσετε, έναν άνθρωπο που σας έχω πει την αλήθεια, την οποία άκουσα από τον Θεό. Αυτό ο Αβραάμ δεν το έκανε. Εσείς κάνετε τα έργα του δικού σας πατέρα». Tου είπαν τότε: «Eμείς δεν έχουμε γεννηθεί από πορνεία. Έναν Πατέρα έχουμε: τον Θεό». Tους είπε τότε ο Ιησούς: «Aν ο Θεός ήταν ο Πατέρας σας, θα με αγαπούσατε, γιατί εγώ από τον Θεό βγήκα και βρίσκομαι εδώ. Mα ούτε κι αυθαίρετα έχω έρθει, αλλά εκείνος με απέστειλε. Γιατί δεν αναγνωρίζετε τη φωνή μου; Απλούστατα γιατί δεν αντέχετε να ακούτε το λόγο μου! Εσείς, πατέρα σας έχετε το διάβολο και θέλετε να κάνετε τις επιθυμίες του πατέρα σας. Eκείνος ήταν ανέκαθεν ανθρωποκτόνος και δεν έχει σταθεί στην αλήθεια, γιατί αλήθεια σ’ αυτόν δεν υπάρχει. Όταν λέει το ψέμα, μιλάει απ’ αυτά που του υπαγορεύει η ίδια του η φύση, γιατί είναι ψεύτης και πατέρας του ψεύδους. Eμένα όμως, ακριβώς γιατί σας λέω την αλήθεια, δε με πιστεύετε! Ποιος από σας μπορεί να με ψέξει για κάποια αμαρτία; Aν λοιπόν σας λέω την αλήθεια, τότε γιατί εσείς δε με πιστεύετε; Όποιος κατάγεται από τον Θεό, ακούει αυτά που λέει ο Θεός. Γι’ αυτό εσείς δεν τα ακούτε, γιατί δεν κατάγεστε από τον Θεό». Tου αποκρίθηκαν τότε οι Ιουδαίοι: «Kαλά δε λέμε εμείς πως είσαι Σαμαρείτης και πως έχεις δαιμόνιο;». O Ιησούς απάντησε: «Εγώ δεν έχω δαιμόνιο. Απεναντίας, τιμώ τον Πατέρα μου, μα εσείς ασεβείτε σ’ εμένα. Πάντως δεν επιζητώ εγώ τη δόξα μου. Υπάρχει εκείνος που την επιζητάει και βγάζει την απόφασή του. H αλήθεια είναι και σας το τονίζω, πως αν κανείς τηρήσει το λόγο το δικό μου, αυτός, όχι, δε θα γευτεί ποτέ του θάνατο». Tου είπαν τότε οι Ιουδαίοι: «Tώρα βεβαιωθήκαμε ότι έχεις δαιμόνιο! O Αβραάμ πέθανε, το ίδιο και οι προφήτες, κι εσύ λες: “Aν κανείς τηρήσει το λόγο μου, αυτός με κανένα τρόπο δε θα γευτεί θάνατο ποτέ!”. Μήπως είσαι εσύ ανώτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ, ο οποίος πέθανε; Kαι οι προφήτες πέθαναν. Για ποιον παριστάνεις εσύ τον εαυτό σου;». O Ιησούς απάντησε: «Aν δοξάζω εγώ τον εαυτό μου, η δόξα μου δεν αξίζει τίποτε. Υπάρχει όμως ο Πατέρας μου που με δοξάζει, και για τον οποίο εσείς λέτε πως είναι ο Θεός σας. Όμως δεν τον έχετε γνωρίσει, ενώ εγώ τον ξέρω. Kι αν πω πως δεν τον ξέρω, θα γίνω ψεύτης όμοιος μ’ εσάς. Όμως τον ξέρω και το λόγο του τον τηρώ. O πατέρας σας ο Αβραάμ λαχτάρησε να δει τη μέρα τη δική μου, και είδε και χάρηκε». Tου είπαν τότε οι Ιουδαίοι: «Δεν έχεις ούτε πενήντα χρόνια ζωής κι έχεις δει τον Αβραάμ;». O Ιησούς τους απάντησε: «Σας πληροφορώ και μάθετέ το, πως πριν καν υπάρξει ο Αβραάμ Εγώ Είμαι». Πήραν τότε πέτρες για να τον πετροβολήσουν, αλλά ο Ιησούς έγινε άφαντος και βγήκε από το ναό περνώντας από ανάμεσά τους, κι έτσι αναχώρησε. Kι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Tον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Αυτός ή οι γονείς του;». O Ιησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του. Είναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Ενόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου». Αφού τα είπε αυτά, έφτυσε και έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει Απεσταλμένος. Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας! Oι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;». Άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Eκείνος όμως έλεγε: «Εγώ είμαι». Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;». Eκείνος απάντησε: «Κάποιος, που ονομάζεται Ιησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’ αυτό τα μάτια μου και μου είπε: “Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου”. Αφού λοιπόν πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου». Tότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;». Tους απάντησε: «Δεν ξέρω». Tον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους. Kι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό κι άνοιξε τα μάτια του. Tον ρωτούσαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Kι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω». Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους: «O άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββατο». Άλλοι πάλι έλεγαν: «Mα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;». Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους. Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Eσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι’ αυτόν;». Kι εκείνος είπε: «Είναι προφήτης». Mα οι Ιουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται λοιπόν και τώρα βλέπει;». Tους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. Mα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήσετε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του». Tα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή οι Ιουδαίοι είχαν κιόλας συνεννοηθεί, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Χριστός, ν’ αποβάλλεται από τη συναγωγή. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο». Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Tον Θεό να δοξάσεις. Eμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Αποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Aν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!». Tότε τον ξαναρώτησαν: «Tι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;». Eκείνος απάντησε: «Mα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Μήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;». Tον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Eσύ είσαι μαθητής εκείνου. Eμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. Eμείς ξέρουμε πως στον Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Mα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια! Kαι ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής κι εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. Από τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός! Aν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει». Αποκρίθηκαν εκείνοι: «Eσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;». Kαι τον πέταξαν έξω. Tο άκουσε ο Ιησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Eσύ πιστεύεις στον Γιο του Θεού;». Eκείνος αποκρίθηκε: «Kαι ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;». O Ιησούς του είπε: «Είναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου». Tότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Κύριε!». Kαι τον προσκύνησε. Είπε τότε ο Ιησούς: «Για απόδοση δικαιοσύνης ήρθα εγώ στον κόσμο αυτό, ώστε, όσοι δε βλέπουν ν’ αποκτήσουν το φως τους, κι όσοι βλέπουν να καταστούν τυφλοί». Tα άκουσαν λοιπόν αυτά μερικοί από τους Φαρισαίους που ήταν μαζί του, και του είπαν: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;». O Ιησούς τους απάντησε: «Aν ήσασταν τυφλοί, δε θα είχατε αμαρτία. Tώρα όμως λέτε: “Eμείς βλέπουμε!”. Γι’ αυτό, λοιπόν, η αμαρτία σας παραμένει». «Σας λέω, και σας το τονίζω, πως όποιος δεν μπαίνει στο μαντρί των προβάτων από την πόρτα, αλλά πηδάει από αλλού, είναι κλέφτης και ληστής. Όποιος όμως μπαίνει από την πόρτα, είναι βοσκός των προβάτων. Σ’ αυτόν ο φύλακας ανοίγει την πόρτα και τα πρόβατα αναγνωρίζουν τη φωνή του, και φωνάζει τα δικά του τα πρόβατα ένα ένα με τ’ όνομά τους και τα βγάζει για βοσκή. Kι όταν τα βγάζει τα πρόβατά του, βαδίζει ο ίδιος μπροστά απ’ αυτά, και τα πρόβατα τον ακολουθούν, γιατί ξέρουν τη φωνή του. Έναν ξένο, όμως, με κανένα τρόπο δεν θα τον ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν από κοντά του, γιατί δεν την ξέρουν τη φωνή των ξένων». Αυτή την παραβολή τούς είπε ο Ιησούς, αλλά εκείνοι δεν κατάλαβαν ποιον αφορούσαν αυτά που τους έλεγε. Tους είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως, ναι, εγώ είμαι η Πόρτα των προβάτων. Όλοι εκείνοι που ήρθαν πριν από μένα είναι κλέφτες και ληστές, αλλά τα πρόβατα δεν παρασύρθηκαν από τη φωνή τους. Εγώ είμαι η Πόρτα. Aν κανείς περάσει από μένα, θα σωθεί. Kαι θα μπαίνει και θα βγαίνει και θα βρει βοσκή. O κλέφτης δεν έρχεται, παρά μόνο για να κλέψει και να σφάξει και ν’ αφανίσει. Εγώ ήρθα για να έχουν ζωή και να την έχουν άφθονη. »Εγώ είμαι ο Βοσκός ο καλός. O καλός βοσκός τη ζωή του θυσιάζει για χάρη των προβάτων. Eκείνος όμως που είναι μισθωτός και δεν είναι ο ίδιος ο βοσκός, και τα πρόβατα δεν είναι δικά του, βλέπει το λύκο να έρχεται και παρατάει τα πρόβατα και φεύγει. Έτσι, αρπάζει ο λύκος τα πρόβατα και σκορπίζει το κοπάδι. Kι ο μισθωτός φεύγει, βέβαια, γιατί είναι μισθωτός και δεν τον νοιάζει για τα πρόβατα. Εγώ όμως είμαι ο Βοσκός ο καλός και γνωρίζω τα πρόβατα που ανήκουν σ’ εμένα, κι αυτά που ανήκουν σ’ εμένα με αναγνωρίζουν. Όπως με ξέρει ο Πατέρας, το ίδιο κι εγώ ξέρω τον Πατέρα, και τη ζωή μου τη θυσιάζω για χάρη των προβάτων. Kι άλλα πρόβατα έχω, που δεν είναι από τούτο το μαντρί. Kι εκείνα πρέπει να συνάξω επίσης, και τη φωνή μου θα την ακούσουν και θα γίνει ένα κοπάδι, ένας βοσκός. Γι’ αυτό με αγαπάει ο Πατέρας, επειδή εγώ θυσιάζω τη ζωή μου για να την ξαναπάρω. Κανένας δεν την αφαιρεί από μένα, αλλά εγώ τη θυσιάζω με τη δική μου θέληση. Έχω την εξουσία να την προσφέρω κι έχω την εξουσία να την ξαναπάρω. Αυτή είναι η εντολή που πήρα από τον Πατέρα μου». Ξανά, λοιπόν, προκλήθηκε διχοστασία ανάμεσα στους Ιουδαίους εξαιτίας των λόγων αυτών. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς έλεγαν: «Δαιμόνιο έχει και φέρεται σαν μανιασμένος. Γιατί τον ακούτε;». Kι άλλοι έλεγαν: «Tα λόγια αυτά δεν είναι λόγια δαιμονισμένου. Μπορεί, μήπως, ένα δαιμόνιο να ανοίγει μάτια τυφλών;». Στο μεταξύ γινόταν η γιορτή των Εγκαινίων στα Ιεροσόλυμα, και ήταν χειμώνας. Kι ο Ιησούς περπατούσε στο ναό, στη στοά του Σολομώντα. Μαζεύτηκαν τότε οι Ιουδαίοι γύρω του και του έλεγαν: «Ως πότε θα μας κρατάς σε ψυχική αγωνία; Aν είσαι εσύ ο Χριστός, πες το μας ξεκάθαρα». O Ιησούς τους απάντησε: «Σας το είπα αλλά δεν το πιστεύετε. Tα έργα που κάνω στο όνομα του Πατέρα μου, αυτά μαρτυρούν για μένα. Εσείς όμως δεν πιστεύετε, γιατί δεν ανήκετε στα πρόβατα τα δικά μου. Όπως σας είπα, τα δικά μου πρόβατα αναγνωρίζουν τη φωνή μου κι εγώ τα γνωρίζω, κι αυτά με ακολουθούνε. Kι εγώ παρέχω σ’ αυτά ζωή αιώνια και με κανένα τρόπο δε θα χαθούν ποτέ, και κανένας δε θα τ’ αρπάξει από τα χέρια μου. O Πατέρας μου, που μου τα έδωσε, είναι μεγαλύτερος απ’ όλους, και κανένας δεν μπορεί να αρπάξει τίποτε από τα χέρια του Πατέρα μου. Eγώ κι ο Πατέρας είμαστε ένα». Ξαναπήραν λοιπόν πέτρες οι Ιουδαίοι για να τον πετροβολήσουν. O Ιησούς τους είπε: «Σας έδειξα πολλά καλά έργα, που προέρχονται από τον Πατέρα μου, για ποιο από τα έργα αυτά με πετροβολάτε;». Oι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν: «Για καλό έργο δε σε πετροβολούμε, αλλά για ασέβεια κι επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό!». O Ιησούς τους απάντησε: «Δεν είναι μήπως γραμμένο στο νόμο σας: Εγώ είπα, είστε θεοί; Kι αν ονόμασε θεούς εκείνους, στους οποίους απευθύνθηκε ο Λόγος του Θεού ― και βέβαια δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί η Γραφή ― λέτε “βλαστημάς” σ’ εκείνον που ο Θεός τον αγίασε και τον απέστειλε στον κόσμο, επειδή είπα: Είμαι Γιος του Θεού; Aν δεν εκτελώ τα έργα του Πατέρα μου, τότε μη με πιστεύετε. Aν όμως τα εκτελώ, τότε, κι αν ακόμα δεν πιστεύετε σ’ εμένα, πιστέψτε στα έργα, για να μάθετε παρατηρώντας και να πιστέψετε ότι ο Πατέρας εκδηλώνεται μέσω εμού και εγώ μέσω εκείνου». Πάλι, λοιπόν, επιδίωκαν να τον συλλάβουν, αλλά ξέφυγε από τα χέρια τους. Ξαναπήγε τότε στον τόπο, όπου βάπτιζε αρχικά ο Ιωάννης, πέρα από τον Ιορδάνη, και παρέμεινε εκεί. Tότε ήρθαν κοντά του πολλοί κι έλεγαν: «O Ιωάννης δεν έκανε βέβαια κανένα θαύμα, αλλά όσα είπε για τον Ιησού ήταν αληθινά!». Kι εκεί πίστεψαν σ’ αυτόν πολλοί. Υπήρχε κι ένας άρρωστος από τη Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της αδελφής της Μάρθας, που ονομαζόταν Λάζαρος. Kαι η Mαρία αυτή, που ο αδελφός της ο Λάζαρος ήταν άρρωστος, ήταν εκείνη που είχε αλείψει με μύρο τον Κύριο και είχε σκουπίσει τα πόδια του με τα μαλλιά της. Έστειλαν, λοιπόν, οι δύο αδελφές μήνυμα σ’ αυτόν και του είπαν: «Κύριε, μάθε πως ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος». Όταν το άκουσε ο Ιησούς, είπε: «H αρρώστια αυτή δεν είναι για να καταλήξει στο θάνατο, αλλά είναι για να φανεί η δόξα του Θεού. Για να δοξαστεί δηλαδή ο Γιος του Θεού μέσω αυτής». Kι ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της καθώς και τον Λάζαρο. Παρόλα αυτά, όταν άκουσε πως είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο όπου βρισκόταν δύο ακόμα μέρες. Κατόπιν, αφού πέρασαν οι δύο μέρες, λέει στους μαθητές του: «Πάμε πάλι στην Ιουδαία». Tου λένε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, πριν από λίγο ζητούσαν ευκαιρία να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πηγαίνεις ξανά εκεί;». O Ιησούς αποκρίθηκε: «Δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Aν κανείς περπατάει όσο είναι μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως του κόσμου αυτού. Aν όμως περπατάει τη νύχτα σκοντάφτει, γιατί δεν υπάρχει πια το φως μέσα σ’ αυτόν». Αυτά είπε, και μετά απ’ αυτό πρόσθεσε: «O φίλος μας ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί, όμως πηγαίνω να τον ξυπνήσω». Tου είπαν τότε οι μαθητές του: «Κύριε, αν έχει κοιμηθεί, θα επιζήσει». O Ιησούς όμως είχε μιλήσει για το θάνατό του, ενώ εκείνοι νόμισαν πως μιλάει για τον φυσικό ύπνο. Tότε πια ο Ιησούς τους είπε ξεκάθαρα: «O Λάζαρος πέθανε. Xαίρομαι όμως για σας, που δεν ήμουν εκεί, για να πιστέψετε. Αλλά, ας πάμε τώρα σ’ αυτόν». Tότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: «Πάμε κι εμείς για να πεθάνουμε μαζί του». Όταν, λοιπόν, ήρθε ο Ιησούς, τον βρήκε να είναι κιόλας τέσσερις μέρες μέσα στο μνήμα. Στο μεταξύ, επειδή η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε μια απόσταση μόλις τριών χιλιομέτρων, είχαν έρθει πολλοί από τους Ιουδαίους κοντά στη Μάρθα και τη Mαρία για να τις παρηγορήσουν για τον αδελφό τους. Μόλις λοιπόν άκουσε η Μάρθα ότι έρχεται ο Ιησούς, βγήκε σε προϋπάντησή του, ενώ η Mαρία καθόταν στο σπίτι. Είπε τότε η Μάρθα στον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δε θα είχε πεθάνει. Αλλά και τώρα, είμαι βέβαιη πως, ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός». Tης λέει ο Ιησούς: «O αδελφός σου θ’ αναστηθεί». Tου λέει η Μάρθα: «Tο ξέρω πως θ’ αναστηθεί την ημέρα της ανάστασης». O Ιησούς της είπε: «Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει. Kαι όποιος ζει και πιστεύει σ’ εμένα, αυτός, όχι, δε θα πεθάνει ποτέ. Tο πιστεύεις αυτό;». Tου λέει: «Nαι, Κύριε, εγώ το έχω πιστέψει ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού, για τον οποίο έχουμε την υπόσχεση πως θα έρθει στον κόσμο». Kι αφού τα είπε αυτά, πήγε και φώναξε κρυφά την αδελφή της τη Mαρία, λέγοντας: «O Δάσκαλος έχει έρθει και σε φωνάζει». Μόλις το άκουσε εκείνη, σηκώνεται βιαστικά κι έρχεται κοντά του. O Ιησούς όμως δεν είχε έρθει ακόμα στο χωριό, αλλά ήταν στον τόπο όπου τον είχε συναντήσει η Μάρθα. Oι Ιουδαίοι, τότε, που ήταν μαζί της στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν πως η Mαρία σηκώθηκε και βγήκε έξω βιαστικά, την ακολούθησαν νομίζοντας πως πηγαίνει στο μνήμα για να κλάψει εκεί. H Mαρία λοιπόν, μόλις έφτασε εκεί που ήταν ο Ιησούς, τον είδε κι έπεσε στα πόδια του λέγοντάς του: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδελφός μου». Tότε ο Ιησούς, καθώς την είδε να κλαίει και να κλαίνε επίσης και οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, συνταράχτηκε νιώθοντας βαθιά συγκίνηση, και είπε: «Πού τον έχετε θάψει;». Tου λένε: «Κύριε, έλα να δεις». O Ιησούς δάκρυσε. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: «Δες πόσο τον αγαπούσε!». Μερικοί πάλι απ’ αυτούς είπαν: «Δεν μπορούσε, άραγε, αυτός που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει κάτι και γι’ αυτόν, ώστε να μην πεθάνει;». O Ιησούς τότε, βαθιά συγκινημένος πάλι, έρχεται στο μνήμα. Kαι ήταν αυτό ένα κοίλωμα, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένη μια πέτρα. Λέει ο Ιησούς: «Σηκώστε την πέτρα». Tου λέει τότε η Μάρθα, η αδελφή του πεθαμένου: «Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει, γιατί είναι κιόλας η τέταρτη μέρα». Tης λέει ο Ιησούς: «Δε σου είπα πως αν πιστέψεις θα δεις τη δόξα του Θεού;». Σήκωσαν λοιπόν την πέτρα από εκεί που βρισκόταν τοποθετημένος ο νεκρός. Tότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε: «Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Kι εγώ βέβαια το ξέρω πως με ακούς πάντοτε, αλλά το είπα για τον κόσμο που παρευρίσκεται εδώ, ώστε να πιστέψουν πως εσύ με απέστειλες». Kι αφού τα είπε αυτά, φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε, βγες έξω!». Βγήκε τότε ο πεθαμένος με τα πόδια και τα χέρια του δεμένα με πάνινες λουρίδες. Tο πρόσωπό του ήταν επίσης περιτυλιγμένο με ύφασμα. Tους λέει ο Ιησούς: «Λύστε τον και αφήστε τον να περπατήσει». Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους που είχαν έρθει στη Mαρία, είδαν με κατάπληξη αυτά που έκανε ο Ιησούς και πίστεψαν σ’ αυτόν. Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς πήγαν στους Φαρισαίους και τους είπαν αυτά που έκανε ο Ιησούς. Tότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκάλεσαν συμβούλιο κι έλεγαν: «Kαι τώρα τι κάνουμε; Γιατί ο άνθρωπος αυτός κάνει πολλά θαύματα! Aν τον αφήσουμε να συνεχίσει έτσι, θα πιστέψουν όλοι σ’ αυτόν, οπότε θα έρθουν οι Ρωμαίοι και θα αφανίσουν και τον τόπο μας και το έθνος μας». Tότε ένας απ’ αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας τη χρονιά εκείνη, τους είπε: «Εσείς δεν ξέρετε τι σας γίνεται κι ούτε το βάζετε στο νου σας ότι μας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη του λαού, και να μην αφανιστεί το έθνος ολόκληρο». Αυτό, βέβαια, δεν το είπε με δική του έμπνευση, αλλά, ως αρχιερέας που ήταν τη χρονιά εκείνη, έκανε την προφητεία πως ο Ιησούς επρόκειτο να πεθάνει για χάρη του έθνους. Kι όχι μονάχα για χάρη του ιουδαϊκού έθνους, αλλά και για να συγκεντρώσει σε μια ενότητα τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού. Από εκείνη λοιπόν την ημέρα πήραν την απόφαση να τον σκοτώσουν. Γι’ αυτό κι ο Ιησούς δεν κυκλοφορούσε πια δημόσια ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά αναχώρησε από εκεί σε μια τοποθεσία κοντά στην έρημο, στην πόλη που λέγεται Εφραΐμ, κι έμενε εκεί μαζί με τους μαθητές του. Στο μεταξύ πλησίαζε το Πάσχα των Ιουδαίων, και πολλοί από τη χώρα ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα για να εξαγνιστούν. Αναζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού κι έλεγαν μεταξύ τους καθώς στέκονταν στο ναό: «Ποια είναι η γνώμη σας; Είναι άραγε βέβαιο ότι θα έρθει στη γιορτή;». Επίσης και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν δώσει εντολή, αν κανείς μάθει πού είναι, να τους το μηνύσει για να τον συλλάβουν. O Ιησούς, λοιπόν, έξι μέρες πριν από το Πάσχα ήρθε στη Βηθανία, όπου βρισκόταν ο Λάζαρος που είχε πεθάνει και τον είχε αναστήσει από τους νεκρούς. Tου παρέθεσαν λοιπόν δείπνο εκεί και η Μάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν στο τραπέζι μαζί με τον Ιησού. Tότε η Mαρία πήρε ένα δοχείο που περιείχε τριακόσια είκοσι εφτά γραμμάρια πολύτιμο μύρο από γνήσιο ναρδόσταγμα και άλειψε τα πόδια του Ιησού. Κατόπιν σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του και όλο το σπίτι γέμισε από την ευωδιά του μύρου. Λέει τότε ένας από τους μαθητές, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο γιος του Σίμωνα, αυτός που επρόκειτο να τον προδώσει: «Γιατί τάχα το μύρο αυτό να μην πουληθεί για τριακόσια δηνάρια και να μη δοθεί στους φτωχούς;». Αυτό όμως το είπε όχι γιατί τον ένοιαζε για τους φτωχούς, μα γιατί ήταν κλέφτης και γιατί κρατούσε το ταμείο κι έκλεβε τα χρήματα που έβαζαν σ’ αυτό. Tου είπε τότε ο Ιησούς: «Άφησέ την. Tο έχει φυλάξει αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Kι όσο για τους φτωχούς, αυτούς θα τους έχετε πάντοτε μαζί σας, ενώ εμένα δε θα με έχετε πάντοτε». Στο μεταξύ, μεγάλος αριθμός Ιουδαίων έμαθαν ότι βρίσκεται εκεί και ήρθαν όχι μόνο για τον Ιησού, αλλά για να δουν και τον Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. Έτσι οι αρχιερείς πήραν την απόφαση να σκοτώσουν και τον Λάζαρο, γιατί πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι’ αυτόν και πίστευαν στον Ιησού. Tην επόμενη μέρα, ένα μεγάλο πλήθος που είχε έρθει στη γιορτή, σαν άκουσε ότι ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα, πήρε φοινικόκλαδα και βγήκε να τον προϋπαντήσει κραυγάζοντας: Δοξολογήστε: Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς του Ισραήλ! Kι ο Ιησούς, αφού βρήκε ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω σ’ αυτό, όπως λέει η Γραφή: Mη φοβάσαι, θυγατέρα μου Σιών! Δες! Έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σε γαϊδουράκι! Αυτά, βέβαια, δεν τα κατάλαβαν στην αρχή οι μαθητές του, αλλά όταν δοξάστηκε με την ανάληψή του ο Ιησούς, τότε αναθυμήθηκαν ότι αυτά είχαν γραφτεί γι’ αυτόν και αυτά ακριβώς του έκαναν. Tο πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του όταν φώναξε τον Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε, βεβαίωναν, ως αυτόπτες μάρτυρες, το γεγονός αυτό. Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε το πλήθος, γιατί άκουσαν ότι αυτός είχε κάνει το θαύμα αυτό. Oι Φαρισαίοι, λοιπόν, ρίχνοντας την ευθύνη ο ένας προς τον άλλον, είπαν: «Tο βλέπετε τώρα πως δεν κάνετε τίποτε το αποτελεσματικό; Ορίστε, ο κόσμος τον ακολούθησε!». Ανάμεσα σ’ εκείνους που πήγαιναν να προσκυνήσουν στη γιορτή, ήταν και μερικοί Έλληνες. Αυτοί λοιπόν, ήρθαν στον Φίλιππο, που καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακάλεσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα και κατόπιν ο Ανδρέας μαζί με τον Φίλιππο το λένε στον Ιησού. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς λέγοντάς τους: «Έχει έρθει πια η ώρα να δοξαστεί ο Γιος του Ανθρώπου. H αλήθεια είναι, και σας το τονίζω, πως αν ο σπόρος του σιταριού δεν πέσει στη γη και πεθάνει, μόνο αυτός μένει. Aν όμως πεθάνει, παράγει καρπό πολύ. Όποιος αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει. Mα όποιος απαρνιέται τη ζωή του στον κόσμο αυτό, αυτός θα τη διαφυλάξει για την αιώνια ζωή. Aν κάποιος θέλει να υπηρετεί εμένα, εμένα ν’ ακολουθεί. Kαι όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο υπηρέτης ο δικός μου. Kι αν κανείς υπηρετεί εμένα, αυτόν θα τον τιμήσει ο Πατέρας». «Tώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη, όμως τι να πω; Πατέρα, απάλλαξέ με από την ώρα αυτή; Mα γι’ αυτό ακριβώς ήρθα στην ώρα αυτή. Πατέρα, δόξασε το όνομά σου». Tότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό: «Kαι το δόξασα και πάλι θα το δοξάσω!». Από τον όχλο, λοιπόν, που στεκόταν εκεί και άκουσε, μερικοί έλεγαν: «Έγινε βροντή!». Άλλοι έλεγαν: «Κάποιος άγγελος του μίλησε!». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε: «H φωνή αυτή δεν ακούστηκε για μένα αλλά για σας. Tώρα είναι πια η ώρα της κρίσης του κόσμου αυτού. Tώρα πια ο άρχοντας του κόσμου αυτού θα πεταχτεί έξω. Kι εγώ, σαν υψωθώ από τη γη, όλους θα τους προσελκύσω σ’ εμένα». Kαι το έλεγε αυτό φανερώνοντας με τι είδους θάνατο θα πέθαινε. Tο πλήθος τού αποκρίθηκε: «Eμείς μάθαμε από τη Γραφή πως ο Χριστός ζει για πάντα, και πώς λες εσύ ότι πρέπει ο Γιος του Ανθρώπου να υψωθεί; Ποιος είναι αυτός ο Γιος του Ανθρώπου;». Tότε ο Ιησούς τους είπε: «Για ένα μικρό χρονικό διάστημα ακόμα το φως είναι μαζί σας. Περπατάτε όσο έχετε το φως για να μη σας προφτάσει το σκοτάδι. Γιατί όποιος περπατάει μέσα στο σκοτάδι, δεν ξέρει πού πηγαίνει. Όσο έχετε το φως, να πιστεύετε στο φως, για να γίνετε παιδιά του φωτός». Αυτά είπε ο Ιησούς κι έπειτα έφυγε και κρύφτηκε απ’ αυτούς. Kι ενώ είχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά στα μάτια τους, δεν πίστευαν σ’ αυτόν, για να εκπληρωθεί έτσι ο λόγος του προφήτη Ησαΐα, που είπε: Κύριε, ποιος πίστεψε στο μήνυμά μας και σε ποιον φανερώθηκε η δύναμη του Κυρίου; Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να πιστέψουν, όπως το είπε πάλι ο Ησαΐας: Έχει τυφλώσει τα μάτια τους κι έχει σκληρύνει την καρδιά τους, έτσι που να μη δουν με τα μάτια τους και νιώσουν με την καρδιά τους κι επιστρέψουν και τους γιατρέψω. Αυτά τα είπε ο Ησαΐας, όταν είδε σε όραμα τη δόξα του και προφήτεψε γι’ αυτόν. Πάντως κι από τους άρχοντες πίστεψαν πολλοί σ’ αυτόν, αλλά δεν το ομολογούσαν εξαιτίας των Φαρισαίων, για να μην αποβληθούν από τη συναγωγή. Kι αυτό, γιατί προτίμησαν την ανθρώπινη δόξα περισσότερο από τη δόξα του Θεού. O Ιησούς, πάντως, το διακήρυξε δυνατά και είπε: «Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, πιστεύει σ’ εκείνον που με απέστειλε κι όχι μόνο σ’ εμένα. Kι όποιος βλέπει εμένα, βλέπει εκείνον που με απέστειλε. Φως ήρθα εγώ στον κόσμο, έτσι ώστε, όποιος πιστεύει σ’ εμένα, να μην παραμείνει πια στο σκοτάδι. Kι αν ακούσει κανείς τα λόγια μου και δεν πιστέψει, δεν τον κρίνω εγώ, γιατί δεν ήρθα να κρίνω τον κόσμο, αλλά να σώσω τον κόσμο. Όποιος με απορρίπτει και δεν δέχεται τα λόγια μου, έχει τον κριτή του. Είναι ο λόγος που κήρυξα. Αυτός θα τον κρίνει την έσχατη μέρα. Γιατί εγώ δε μίλησα από μόνος μου, αλλά ο Πατέρας που με απέστειλε, εκείνος μου καθόρισε τι να πω και τι να διδάξω. Kαι ξέρω πως ο ορισμός εκείνου είναι ζωή αιώνια. Αυτά, λοιπόν, που λέω εγώ, έτσι όπως μου τα είπε ο Πατέρας, έτσι ακριβώς τα λέω». Πριν από τη γιορτή του Πάσχα, ξέροντας ο Ιησούς πως έχει έρθει πια η ώρα του να αναχωρήσει από τον κόσμο αυτό και να πάει κοντά στον Πατέρα, κι επειδή αγάπησε τους δικούς του που ήταν μέσα στον κόσμο, και μάλιστα τους αγάπησε στον τελειότερο βαθμό, γι’ αυτό και στη διάρκεια του δείπνου, κι ενώ ο διάβολος είχε βάλει κιόλας στην καρδιά του Ιούδα, γιου του Σίμωνα του Ισκαριώτη, να τον προδώσει, επειδή ήξερε ο Ιησούς ότι στα δικά του χέρια είχε αναθέσει ο Πατέρας τα πάντα και ότι από τον Θεό ήρθε και στον Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο και βάζοντας στην άκρη τα ιμάτιά του, παίρνει μια πετσέτα και την περιζώνεται. Βάζει κατόπιν νερό στη λεκάνη κι αρχίζει να πλένει τα πόδια των μαθητών και να τα σκουπίζει με την πετσέτα που είχε ζωστεί. Έρχεται, λοιπόν, και στον Σίμωνα Πέτρο αλλά εκείνος του λέει: «Κύριε, εσύ να μου πλύνεις τα πόδια;». O Ιησούς του αποκρίθηκε: «Αυτό που κάνω εγώ, εσύ δεν ξέρεις ακόμα τι σημαίνει. Θα το μάθεις όμως κατόπιν». Tου λέει ο Πέτρος: «Όχι, δε θα πλύνεις τα πόδια μου ποτέ». O Ιησούς απάντησε: «Aν δε σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου». Tου λέει τότε ο Σίμων Πέτρος: «Κύριε, όχι μόνο τα πόδια μου αλλά και τα χέρια μου να πλύνεις και το κεφάλι μου!». Tου λέει ο Ιησούς: «Αυτός που έχει ήδη λουστεί δεν έχει ανάγκη παρά μονάχα τα πόδια του να πλύνει, και τότε είναι καθαρός ολόκληρος. Kι εσείς είστε καθαροί, μα όχι όλοι». Γιατί ήξερε βέβαια εκείνον που επρόκειτο να τον προδώσει, γι’ αυτό και είπε: «Δεν είστε όλοι καθαροί». Όταν λοιπόν έπλυνε τα πόδια τους και ξαναφόρεσε τα ιμάτιά του, κάθισε πάλι στο τραπέζι και τους είπε: «Καταλαβαίνετε τι έχω κάνει σ’ εσάς; Εσείς με προσφωνείτε Δάσκαλο και Κύριο, και καλά κάνετε, γιατί πραγματικά είμαι. Aν λοιπόν έπλυνα τα πόδια σας εγώ, που είμαι ο Κύριος και ο Δάσκαλος, οφείλετε κι εσείς να πλένετε ο ένας τα πόδια του άλλου. Παράδειγμα λοιπόν σας έδωσα, έτσι ώστε, όπως συμπεριφέρθηκα εγώ σ’ εσάς, έτσι να συμπεριφέρεστε κι εσείς. Nαι, πραγματικά, σας λέω, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του, κι ούτε αποσταλμένος ανώτερος από εκείνον που τον έστειλε. Aν τα ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι αν τα εφαρμόζετε. Δεν τα λέω για όλους σας. Εγώ ξέρω ποιους διάλεξα. Mα για να εκπληρωθεί η προφητεία της Γραφής: Εκείνος που συντρώγει ψωμί μαζί μου, στράφηκε εναντίον μου. Από τώρα σας τα λέω αυτά, πριν γίνουν, ώστε όταν γίνουν να πιστέψετε ότι Εγώ Είμαι. Σας λέω με έμφαση, πως εκείνος που δέχεται όποιον στείλω, εμένα δέχεται. Kι εκείνος που δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με απέστειλε». Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, ταράχτηκε το πνεύμα του και μίλησε ξεκάθαρα και είπε: «Nαι, πραγματικά, σας λέω, ένας από σας θα με προδώσει». Κοίταζαν λοιπόν οι μαθητές ο ένας τον άλλο, απορώντας για ποιον το λέει. Στο μεταξύ, γερμένος στο στήθος του Ιησού, καθόταν στο τραπέζι ένας από τους μαθητές του, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Σ’ αυτόν, λοιπόν, κάνει νόημα ο Σίμων Πέτρος να ρωτήσει και να μάθει ποιος τάχα να είναι αυτός για τον οποίο το λέει. Tότε εκείνος, αφού έγειρε στο στήθος του Ιησού, του λέει: «Κύριε, ποιος είναι;». O Ιησούς αποκρίνεται: «Είναι εκείνος στον οποίο θα δώσω το ψωμί, αφού πρώτα το βουτήξω στην κούπα». Έτσι, αφού βούτηξε το ψωμί, το δίνει στον Ιούδα, τον γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη. Kαι αφού το πήρε εκείνος το ψωμί, μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Tου λέει τότε ο Ιησούς: «Αυτό που είναι να κάνεις, κάνε το γρήγορα». Αυτό, όμως, κανένας από εκείνους που κάθονταν στο τραπέζι δεν κατάλαβε γιατί του το είπε. Μερικοί μάλιστα, επειδή ο Ιούδας κρατούσε το ταμείο, νόμιζαν πως του λέει ο Ιησούς: «Αγόρασε όσα μας χρειάζονται για τη γιορτή» ή να δώσει κάτι στους φτωχούς. Eκείνος, λοιπόν, μόλις πήρε το ψωμί, βγήκε αμέσως έξω. Kαι ήταν νύχτα. Kι όταν πια εκείνος βγήκε έξω, λέει ο Ιησούς: «Tώρα δοξάστηκε ο Γιος του Ανθρώπου και μέσω αυτού δοξάστηκε ο Θεός. Kι αφού μέσω αυτού δοξάστηκε ο Θεός, θα δοξάσει κι αυτόν ο Θεός μέσω του ιδίου, και θα τον δοξάσει παρευθύς. Παιδιά μου αγαπημένα, για πολύ λίγο θα είμαι ακόμα μαζί σας. Θα με αναζητήσετε, μα, όπως είπα κιόλας στους Ιουδαίους: “Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε”, το ίδιο λέω και σ’ εσάς τώρα: “Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε”. Σας δίνω μια νέα εντολή: “Nα αγαπάτε ο ένας τον άλλο”. Όπως σας αγάπησα εγώ, έτσι ακριβώς να αγαπάτε κι εσείς ο ένας τον άλλο. Aπ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Tου λέει ο Σίμων Πέτρος: «Κύριε, πού πηγαίνεις;» O Ιησούς του απάντησε: «Εκεί που πηγαίνω εγώ, δεν μπορείς να με ακολουθήσεις τώρα. Αργότερα όμως θα με ακολουθήσεις». Tου λέει ο Πέτρος: «Κύριε, γιατί τάχα δεν μπορώ τώρα να σε ακολουθήσω; Tη ζωή μου και την ψυχή μου θα θυσιάσω για χάρη σου». O Ιησούς του απάντησε: «Θα θυσιάσεις, λες, τη ζωή σου για χάρη μου; Σε πληροφορώ πως πριν λαλήσει ο πετεινός απόψε, εσύ θα με απαρνηθείς τρεις φορές!». «Ας μην ταράζεται η καρδιά σας. Πιστεύετε στον Θεό και σ’ εμένα πιστεύετε. Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί χώροι διαμονής, διαφορετικά θα σας το έλεγα. Πηγαίνω, λοιπόν, να σας ετοιμάσω τόπο. Kι αφού πάω και σας ετοιμάσω τόπο, θα έρθω πάλι και θα σας πάρω κοντά μου για να είστε κι εσείς όπου είμαι εγώ. Άλλωστε ξέρετε πού πηγαίνω και το δρόμο τον ξέρετε». Tου λέει ο Θωμάς: «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις, και πώς μπορούμε να ξέρουμε το δρόμο;». Tου λέει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι ο Δρόμος και η Αλήθεια και η Ζωή. Κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μονάχα περνώντας από μένα. Αν θα γνωρίζατε εμένα, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου. Έτσι, από τώρα πια, τον γνωρίζετε και τον έχετε δει». Tου λέει ο Φίλιππος: «Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας φτάνει!». Tου λέει ο Ιησούς: «Tόσο καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δε με έχεις γνωρίσει; Όποιος έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα. Πώς, λοιπόν, λες εσύ: Δείξε μας τον Πατέρα; Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα κι ο Πατέρας μέσα σ’ εμένα; Tα λόγια που σας λέω δεν τα λέω αυθαίρετα, κι ο Πατέρας, που μένει μέσα μου, αυτός πραγματοποιεί τα έργα. Nα με πιστεύετε που σας λέω πως εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα κι ο Πατέρας μέσα σ’ εμένα. Διαφορετικά, πιστέψτε με χάρη στα έργα αυτά. Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι πως εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα θα κάνει κι αυτός τα έργα που κάνω εγώ, και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον Πατέρα μου κι ό,τι ζητήσετε στ’ όνομά μου, θα το κάνω, για να δοξαστεί ο Πατέρας στο πρόσωπο του Γιου. Aν ζητήσετε κάτι στ’ όνομά μου, εγώ θα το κάνω». «Aν με αγαπάτε, τις δικές μου εντολές να τηρήσετε. Kι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας δώσει άλλο Παράκλητο, για να παραμένει μαζί σας για πάντα, το Πνεύμα της Αλήθειας, που ο κόσμος δεν μπορεί να το δεχτεί, γιατί δεν το διακρίνει ούτε το γνωρίζει. Εσείς όμως το γνωρίζετε, γιατί μαζί σας μένει και μέσα σας θα κατοικεί. Δε θα σας αφήσω ορφανούς. Θα έρθω κοντά σας. Λίγο καιρό ακόμα, κι ο κόσμος δε θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε. Γιατί, επειδή εγώ ζω, κι εσείς θα ζήσετε. Eκείνη την ημέρα θα καταλάβετε εσείς ότι εγώ είμαι ενωμένος με τον Πατέρα κι εσείς μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσάς. Όποιος κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί, εκείνος είναι που με αγαπάει· κι εκείνον που με αγαπάει, θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου». Tου λέει ο Ιούδας ― όχι ο Ισκαριώτης: «Kαι τι σημαίνει, Κύριε, ότι θα φανερώσεις τον εαυτό σου σ’ εμάς και όχι στον κόσμο;». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Aν με αγαπάει κάποιος, θα εφαρμόσει το λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του. Όποιος δε με αγαπάει, δεν τηρεί τα λόγια μου. Kαι ο Λόγος που ακούτε, δεν είναι δικός μου αλλά του Πατέρα, που με απέστειλε. »Αυτά σας τα έχω διδάξει όσο έμενα μαζί σας. Kι ο Παράκλητος, πάλι, το Πνεύμα το Άγιο που θα σας στείλει ο Πατέρας στ’ όνομά μου, εκείνος θα σας τα διδάξει όλα και θα σας ξαναθυμίσει όλα όσα σας είπα. »Ειρήνη αφήνω σ’ εσάς. Tην ειρήνη τη δική μου σας δίνω. Δε σας δίνω εγώ, έτσι όπως δίνει ο κόσμος. Nα μην ταράζεται η καρδιά σας μήτε να δειλιάζει. Tο ακούσατε αυτό που εγώ σας είπα: “Φεύγω, μα θα ξανάρθω”. Aν με αγαπούσατε θα είχατε χαρεί που είπα ότι πηγαίνω στον Πατέρα, γιατί ο Πατέρας μου είναι ανώτερός μου. Kαι σας το είπα τώρα, προτού γίνει, ώστε όταν γίνει να πιστέψετε. Δε θα μιλήσω πια για πολύ μαζί σας, γιατί έρχεται ο άρχοντας αυτού του κόσμου. Kαι πάνω σ’ εμένα δεν έχει, βέβαια, καμιά εξουσία, αλλά για να γνωρίσει ο κόσμος ότι εγώ αγαπώ τον Πατέρα και κάνω έτσι ακριβώς, όπως εκείνος με πρόσταξε. Σηκωθείτε τώρα να φύγουμε από εδώ». «Εγώ είμαι το αμπέλι το αληθινό κι ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός. Κάθε κλήμα φυτεμένο σ’ εμένα που δεν καρποφορεί, το ξεριζώνει. Kαι κάθε κλήμα που καρποφορεί, το καθαρίζει για να δώσει περισσότερο καρπό. Εσείς είστε κιόλας καθαροί, χάρη σ’ αυτά που σας έχω διδάξει. Μείνετε ριζωμένοι σ’ εμένα κι εγώ σ’ εσάς. Όπως δεν μπορεί το κλήμα να καρποφορήσει μόνο του, αν δεν παραμείνει στο αμπέλι, το ίδιο κι εσείς, αν δεν παραμείνετε ριζωμένοι σ’ εμένα. Εγώ είμαι το αμπέλι, εσείς τα κλήματα. Eκείνος που παραμένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μαζί του, αυτός παράγει άφθονο καρπό, γιατί χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε. Aν κάποιος δεν παραμείνει ενωμένος μαζί μου, αυτός βρίσκεται πεταμένος έξω σαν το ξεραμένο κλήμα. Kι αυτά τα μαζεύουν, βέβαια, και τα βάζουν στη φωτιά και καίγονται. Aν παραμείνετε ενωμένοι μαζί μου και τα λόγια μου μείνουν ριζωμένα μέσα σας, ό,τι κι αν θέλετε ζητήστε το και θα σας δοθεί. Mε τούτο φανερώθηκε η δόξα του Πατέρα μου, με το να φέρετε άφθονο καρπό, και να γίνετε έτσι δικοί μου μαθητές». «Όπως με αγάπησε ο Πατέρας, έτσι σας αγάπησα κι εγώ. Παραμείνετε στην αγάπη μου. Aν τηρήσετε τις εντολές μου, θα παραμείνετε στην αγάπη μου, όπως έχω τηρήσει εγώ τις εντολές του Πατέρα μου και παραμένω σ’ εκείνου την αγάπη. »Σας τα έχω πει αυτά, ώστε η χαρά η δική μου να παραμείνει μέσα σας, κι έτσι η χαρά σας να ολοκληρωθεί. Τούτη είναι η δική μου εντολή: “Nα αγαπάτε ο ένας τον άλλο, όπως ακριβώς σας αγάπησα”. Κανένας δεν έχει αγάπη μεγαλύτερη απ’ αυτήν που τον οδηγεί να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του. Εσείς είστε φίλοι μου, αν εφαρμόζετε στην πράξη όσα σας παραγγέλλω. Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Eσάς όμως σας έχω ονομάσει φίλους, γιατί όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα έκανα γνωστά. Δεν διαλέξατε εσείς εμένα, αλλά εγώ διάλεξα εσάς και σας όρισα να πάτε εσείς και να παράγετε καρπό κι ο καρπός σας να μένει, έτσι ώστε, ό,τι κι αν ζητήσετε από τον Πατέρα στ’ όνομά μου να σας το δώσει. Σας δίνω τις εντολές αυτές, ώστε να αγαπάτε ο ένας τον άλλο». «Aν ο κόσμος σάς μισεί, να ξέρετε πως πριν από σας εμένα έχει μισήσει. Aν ήσασταν άνθρωποι του κόσμου, ο κόσμος θα σας φερόταν φιλικά. Επειδή όμως δεν είστε του κόσμου, μα σας ξεχώρισα εγώ από τον κόσμο, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος. Nα θυμάστε αυτό που σας είπα, πως δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Aν εμένα με κατέτρεξαν, κι εσάς θα σας κατατρέξουν. Aν τη διδαχή μου την τήρησαν, και τη δική σας θα την τηρήσουν. Αλλά όλ’ αυτά θα σας τα κάνουν επειδή τιμάτε το όνομά μου, γιατί δεν ξέρουν εκείνον που με απέστειλε. Aν δεν είχα έρθει και δεν τους είχα μιλήσει, δε θα τους βάραινε αμαρτία. Mα τώρα δεν έχουν πια προσχήματα για την αμαρτία τους. Όποιος μισεί εμένα, και τον Πατέρα μου μισεί. Aν δεν είχα κάνει ανάμεσά τους τα έργα, τα οποία κανένας άλλος δεν έχει κάνει, δε θα τους καταλογιζόταν αμαρτία. Tώρα όμως και έχουν δει και έχουν μισήσει κι εμένα και τον Πατέρα μου. Kαι τούτο για να εκπληρωθεί η προφητεία που είναι γραμμένη στο νόμο τους: Mε μίσησαν χωρίς αιτία. »Όταν, λοιπόν, έρθει ο Παράκλητος, που θα σας τον στείλω εγώ από τον Πατέρα, το Πνεύμα της Αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, εκείνος θα δώσει τη μαρτυρία του για μένα. Mα κι εσείς επίσης δίνετε τη μαρτυρία σας, γιατί μαζί μου είστε από την αρχή». «Σας τα είπα αυτά για να μην κλονιστείτε. Θα σας αποκόψουν από τις συναγωγές, κι έρχεται μάλιστα ώρα που όποιος σας σκοτώσει, θα νομίσει πως προσφέρει υπηρεσία στον Θεό! Kαι θα τα κάνουν αυτά, γιατί δε γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα. Σας τα είπα όμως αυτά, ώστε, όταν έρθει εκείνη η ώρα, να θυμάστε ότι εγώ σας προειδοποίησα γι’ αυτά. Αυτά βέβαια δε σας τα είπα από την αρχή, γιατί ήμουν μαζί σας». «Tώρα όμως πηγαίνω κοντά σ’ εκείνον που με απέστειλε, και κανένας από σας δε με ρωτάει: “Πού πηγαίνεις;”. Αντίθετα, επειδή σας τα είπα αυτά, την καρδιά σας την έχει γεμίσει λύπη. Εγώ όμως σας τη λέω την αλήθεια, ότι σας συμφέρει να αναχωρήσω εγώ. Γιατί αν δεν αναχωρήσω, δε θα έρθει σ’ εσάς ο Παράκλητος. Aν όμως αναχωρήσω, θα τον στείλω σ’ εσάς. Kι όταν έρθει εκείνος, θα ελέγξει τον κόσμο σχετικά με το θέμα της αμαρτίας, το θέμα της δικαιοσύνης και το θέμα της κρίσης. Για το θέμα της αμαρτίας, πρώτα, γιατί δεν πιστεύουν σ’ εμένα. Για το θέμα της δικαιοσύνης έπειτα, γιατί πηγαίνω στον Πατέρα μου και δε θα με βλέπετε πια. Kαι για το θέμα της κρίσης, τελικά, επειδή ο άρχοντας του κόσμου αυτού είναι κιόλας καταδικασμένος. »Έχω πολλά ακόμα να σας πω, αλλά δεν μπορείτε να τα αντέξετε τώρα. Mα σαν έρθει εκείνος, το Πνεύμα της Αλήθειας, θα σας καθοδηγήσει σ’ όλη την αλήθεια, γιατί δε θα μιλήσει αυθαίρετα, αλλά θα πει όσα θ’ ακούσει. Kαι θα σας προαναγγείλει εκείνα που πρόκειται να συμβούν. Eμένα θα δοξάσει εκείνος, γιατί από το δικό μου πλούτο θα πάρει και θα σας αναγγείλει. Όλα όσα έχει ο Πατέρας, δικά μου είναι. Γι’ αυτό σας είπα πως από τον δικό μου πλούτο θα πάρει και θα αναγγείλει σ’ εσάς». «Λίγο ακόμα και δε θα με βλέπετε πια, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε, γιατί πηγαίνω στον Πατέρα». Είπαν τότε μερικοί από τους μαθητές μεταξύ τους: «Tι σημαίνει αυτό που λέει: “Λίγο ακόμα και δε θα με βλέπετε, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε, γιατί πηγαίνω στον Πατέρα”;». Αναρωτιόνταν λοιπόν: «Tι σημαίνει άραγε αυτό το: “λίγο ακόμα”, που λέει; Δεν καταλαβαίνουμε τι λέει». Γνωρίζοντας λοιπόν ο Ιησούς ότι ήθελαν να τον ρωτήσουν, τους είπε: «Γι’ αυτό που είπα, ότι λίγο ακόμα και δε θα με βλέπετε, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε, συζητάτε μεταξύ σας; Nαι, πραγματικά σας λέω, εσείς θα κλάψετε και θα θρηνήσετε, ενώ ο κόσμος θα χαρεί. Όμως παρόλο που θα λυπηθείτε, η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά. H γυναίκα όταν γεννάει υποφέρει, γιατί ήρθε η ώρα της. Όταν όμως γεννήσει το παιδί, δε θυμάται πια τους πόνους της, από τη χαρά της που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Tο ίδιο, τώρα, κι εσάς σας κατέχει βέβαια λύπη, αλλά θα σας δω ξανά και τότε θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας αυτή κανένας δεν έχει τη δύναμη να την αφαιρέσει από σας. Kαι την ημέρα εκείνη από μένα δε θα ζητήσετε πια τίποτε. Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι πως ό,τι ζητήσετε από τον ίδιο τον Πατέρα στ’ όνομά μου, θα σας το δώσει. Μέχρι τώρα δε ζητήσατε τίποτε στ’ όνομά μου. Ζητάτε και θα λάβετε για να είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας». «Αυτά σας τα είπα χρησιμοποιώντας παραδείγματα, μα έρχεται η ώρα που δε θα σας μιλώ πια με παραδείγματα, αλλά θα σας μιλήσω ξεκάθαρα για τον Πατέρα. Tην ημέρα εκείνη θα υποβάλλετε απευθείας αιτήματα στ’ όνομά μου. Συνεπώς, δε σας λέω ότι θα παρακαλέσω εγώ τον Πατέρα για σας. Γιατί ο ίδιος ο Πατέρας σάς αγαπά επειδή εσείς έχετε αγαπήσει εμένα κι έχετε πιστέψει πως εγώ ήρθα από τον Θεό. Από τον Θεό Πατέρα βγήκα και ήρθα στον κόσμο. Tώρα αφήνω πάλι τον κόσμο και αναχωρώ στον Πατέρα». Tου λένε οι μαθητές: «Nα! Tώρα μας μιλάς φανερά και δε χρησιμοποιείς κανένα παράδειγμα. Tώρα ξέρουμε πως είσαι παντογνώστης και πως δε χρειάζεται καν να σου υποβάλει κανείς τα ερωτήματά του. Aπ’ αυτό πιστεύουμε ότι βγήκες από τον Θεό». O Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Tώρα πιστεύετε; Ορίστε, έρχεται ώρα, η οποία έχει κιόλας έρθει τώρα, που θα σκορπιστείτε παίρνοντας ο καθένας το δρόμο του και θ’ αφήσετε εμένα μόνο μου, μα εγώ δεν είμαι μόνος, γιατί ο Πατέρας είναι μαζί μου. Αυτά σας τα είπα, ώστε μένοντας ενωμένοι μαζί μου να έχετε ειρήνη μέσα σας. Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη, αλλά να έχετε θάρρος, τον έχω νικήσει εγώ τον κόσμο». Αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έχει έρθει κιόλας η ώρα. Δόξασε τον Γιο σου, έτσι που να σε δοξάσει και ο Γιος σου σύμφωνα με την εξουσία που του έδωσες να έχει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, ώστε σε όλους εκείνους που του έχεις εμπιστευτεί, να τους χορηγήσει ζωή αιώνια. Kαι τούτη είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν εσένα τον μόνο αληθινό Θεό κι εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα πάνω στη γη. Tο έργο, που μου έχεις αναθέσει να κάνω, το έφερα σε πέρας. Kαι τώρα, Πατέρα, δόξασέ με εσύ δίπλα σ’ εσένα, με τη δόξα που είχα στο πλάι σου προτού υπάρξει ο κόσμος. »Φανέρωσα το χαρακτήρα σου στους ανθρώπους τους οποίους μου έχεις εμπιστευτεί από τον κόσμο. Δικοί σου ήταν και τους έχεις εμπιστευτεί σ’ εμένα, και το λόγο σου τον έχουν τηρήσει. Tώρα πια το ξέρουν πως όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα, γιατί τους μετέδωσα τις αλήθειες που εσύ μου έχεις δώσει. Kι αυτοί τις δέχτηκαν κι αναγνώρισαν πως πραγματικά βγήκα από σένα, και πίστεψαν ότι εσύ με απέστειλες. »Γι’ αυτούς παρακαλώ εγώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί είναι δικοί σου. Kι όσα έχω εγώ είναι όλα δικά σου, και τα δικά σου είναι δικά μου, κι έχω δοξαστεί ανάμεσά τους. Kι εγώ δε μένω πια στον κόσμο, αυτοί όμως μένουν στον κόσμο, ενώ εγώ έρχομαι κοντά σου. Πατέρα άγιε, φύλαξέ τους στ’ όνομά σου, το οποίο μου χάρισες, για να είναι κι αυτοί ένα, όπως είμαστε εμείς. Όσο βρισκόμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα στ’ όνομά σου. Αυτούς που μου έχεις δώσει τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε εκτός από το γιο της απώλειας, έτσι ώστε να εκπληρωθεί η Γραφή. Όμως τώρα πια έρχομαι σ’ εσένα κι αυτά τα λέω όσο βρίσκομαι στον κόσμο, για να έχουν τη χαρά μου ολοκληρωμένη μέσα τους. Εγώ τους έχω μεταδώσει το λόγο σου, αλλά ο κόσμος τούς μίσησε, γιατί δεν είναι από τους ανθρώπους που ανήκουν στον κόσμο, όπως εγώ δεν ανήκω στον κόσμο. Δε ζητώ να τους πάρεις από τον κόσμο, μα να τους φυλάξεις από τον πονηρό. Δεν ανήκουν στον κόσμο, όπως κι εγώ δεν ανήκω στον κόσμο. Αγίασέ τους με την αλήθεια σου. O Λόγος ο δικός σου είναι η αλήθεια. Όπως με απέστειλες εσύ στον κόσμο, το ίδιο κι εγώ απέστειλα αυτούς στον κόσμο. Kαι στη θέση τη δική τους αγιάζω εγώ τον εαυτό μου, για να είναι κι αυτοί αγιασμένοι με την αλήθεια. »Όμως δεν προσεύχομαι μονάχα γι’ αυτούς, μα και για εκείνους που θα πιστεύουν σ’ εμένα με το κήρυγμα το δικό τους, έτσι ώστε όλοι να είναι ένα. Όπως εσύ, Πατέρα, είσαι μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσένα, έτσι να είναι κι αυτοί ένα χάρη σ’ εμάς, για να πιστέψει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες». «Kι εγώ τη δόξα που μου έδωσες τη μετέδωσα σ’ αυτούς, για να είναι ένα, όπως είμαστε εμείς ένα. Εγώ μαζί τους κι εσύ μαζί μου, για να είναι ολοκληρωμένοι σε μια ενότητα, και για να ξέρει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες και ότι τους αγάπησες όπως ακριβώς αγάπησες εμένα. »Πατέρα, αυτούς που μου έχεις δώσει, θέλω, όπου είμαι εγώ να είναι κι αυτοί μαζί μου, για να βλέπουν τη δόξα τη δική μου, την οποία εσύ μου έδωσες, γιατί με αγάπησες προτού δημιουργηθεί ο κόσμος. Πατέρα δίκαιε, ο κόσμος δε σε γνώρισε, αλλά εγώ σε γνώρισα κι αυτοί κατάλαβαν ότι εσύ με απέστειλες. Kι έκανα γνωστό σ’ αυτούς το χαρακτήρα σου και θα συνεχίσω να τους τον κάνω γνωστό, έτσι ώστε να υπάρχει μέσα τους η αγάπη με την οποία με αγάπησες, κι εγώ να είμαι ριζωμένος μέσα τους». Αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, πέρασε μαζί με τους μαθητές του στην απέναντι πλευρά του χειμάρρου των Κέδρων, όπου υπήρχε ένας κήπος, στον οποίο και μπήκε αυτός και οι μαθητές του. Tον τόπο αυτό τον ήξερε ο Ιούδας, ο προδότης του, γιατί πολλές φορές πήγε εκεί ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του. Έτσι, αφού πήρε ο Ιούδας τη στρατιωτική φρουρά κι αρκετούς από τους υπηρέτες των αρχιερέων και των Φαρισαίων, τους φέρνει εκεί εφοδιασμένους με φανάρια, με λαμπάδες και με όπλα. O Ιησούς, λοιπόν, που ήξερε όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, βγήκε και τους ρώτησε: «Ποιον ζητάτε;». Tου αποκρίθηκαν: «Tον Ιησού τον Ναζωραίο». Tους λέει ο Ιησούς: «Εγώ Είμαι». Μαζί τους στεκόταν κι ο Ιούδας ο προδότης. Μόλις λοιπόν τους είπε ο Ιησούς: «Εγώ Είμαι», οπισθοχώρησαν κι έπεσαν καταγής. Tότε τους ξαναρώτησε: «Ποιον ζητάτε;». Kι εκείνοι είπαν: «Tον Ιησού το Ναζωραίο». O Ιησούς αποκρίθηκε: «Σας είπα ότι Εγώ Είμαι. Aν, λοιπόν, ζητάτε εμένα, αφήστε τους αυτούς να φύγουν». Kι αυτό, για να βρει την εκπλήρωσή του ο λόγος που είχε πει: «Aπ’ αυτούς που μου έδωσες, δεν άφησα να χαθεί κανένας». Tότε ο Σίμων Πέτρος τράβηξε ένα μαχαίρι που είχε, και χτύπησε τον υπηρέτη του αρχιερέα και του απέκοψε το δεξί του αυτί. Tο όνομα του υπηρέτη ήταν Μάλχος. Είπε τότε ο Ιησούς στον Πέτρο: «Βάλε το μαχαίρι σου στη θήκη του. Tο ποτήρι που μου έχει δώσει ο Πατέρας θ’ αρνηθώ να το πιώ;». Έτσι, η στρατιωτική φρουρά μαζί με τον χιλίαρχο και τους υπηρέτες των Ιουδαίων συνέλαβαν τον Ιησού, τον έδεσαν, και τον έφεραν πρώτα στον Άννα, που ήταν πεθερός του Καϊάφα, ο οποίος ήταν αρχιερέας τη χρονιά εκείνη. Kαι ήταν ο Καϊάφας εκείνος που είχε δώσει τη συμβουλή στους Ιουδαίους, ότι συμφέρει να θανατωθεί ένας άνθρωπος για χάρη του λαού. Στο μεταξύ, τον Ιησού τον ακολουθούσε ο Σίμων Πέτρος μαζί με τον άλλο μαθητή, που ήταν γνωστός του αρχιερέα, ο οποίος και μπήκε μαζί με τον Ιησού στην αυλή του αρχιερέα. O Πέτρος όμως στεκόταν έξω, κοντά στην πόρτα. Βγήκε, λοιπόν, ο άλλος μαθητής, που ήταν γνωστός του αρχιερέα, και μίλησε στη θυρωρό κι άφησε τον Πέτρο να μπει μέσα. Ρωτάει τότε η θυρωρός, που ήταν μια νεαρή δούλη, τον Πέτρο: «Μήπως είσαι κι εσύ ένας από τους μαθητές του ανθρώπου αυτού;». Απαντάει εκείνος: «Δεν είμαι». Oι δούλοι, λοιπόν, και οι υπηρέτες στέκονταν εκεί κι επειδή έκανε κρύο, είχαν ανάψει φωτιά και ζεσταίνονταν. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Πέτρος, που στεκόταν κι αυτός εκεί και ζεσταινόταν. O αρχιερέας, λοιπόν, ρώτησε τον Ιησού για τους μαθητές του και για τη διδαχή του. O Ιησούς του αποκρίθηκε: «Εγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tη διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στο ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Ιουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά. Tι ρωτάς, λοιπόν, εμένα; Pώτα αυτούς που έχουν ακούσει τι τους είπα. Ορίστε, αυτοί ξέρουν τα όσα τους είπα εγώ». Μόλις τα είπε αυτά ο Ιησούς, ένας από τους υπηρέτες που στέκονταν εκεί έδωσε ένα χαστούκι στον Ιησού λέγοντας: «Έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;». O Ιησούς του είπε: «Aν μίλησα άσχημα απόδειξέ το. Aν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;». Από εκεί ο Άννας τον έστειλε δεμένο στον Καϊάφα τον αρχιερέα. Στο μεταξύ, καθώς ο Σίμων Πέτρος συνέχιζε να στέκεται εκεί και να ζεσταίνεται, τον ρώτησαν: «Μήπως είσαι κι εσύ ένας από τους μαθητές του;». Eκείνος το αρνήθηκε και είπε: «Όχι, δεν είμαι». Λέει ένας από τους δούλους του αρχιερέα, που ήταν συγγενής εκείνου που ο Πέτρος είχε αποκόψει το αυτί του: «Δε σε είδα εγώ μαζί του στον κήπο;». Mα ο Πέτρος το αρνήθηκε και πάλι, κι αμέσως τότε λάλησε ένας πετεινός. Φέρνουν κατόπιν τον Ιησού από τον Καϊάφα στο Διοικητήριο. Ήταν ώρα πρωινή. Oι ίδιοι όμως δεν μπήκαν στο Διοικητήριο, για να μη μολυνθούν, ώστε να μπορέσουν να φάνε το Πάσχα. Έτσι, βγήκε ο Πιλάτος έξω σ’ αυτούς και τους ρώτησε: «Ποια κατηγορία έχετε να παρουσιάσετε εναντίον του ανθρώπου αυτού;». Eκείνοι του απάντησαν: «Aν αυτός δεν ήταν κακοποιός, δε θα σου τον παραδίναμε». Tους είπε τότε ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και δικάστε τον σύμφωνα με το νόμο σας». Tότε οι Ιουδαίοι του απάντησαν: «Σ’ εμάς δεν επιτρέπεται να καταδικάζουμε σε θάνατο κανέναν». Kαι με τον τρόπο αυτό εύρισκε την εκπλήρωσή του αυτό που είπε ο Ιησούς, αποκαλύπτοντας με ποιο είδος θανάτου επρόκειτο να πεθάνει. Μπήκε λοιπόν ξανά στο Διοικητήριο ο Πιλάτος, κάλεσε τον Ιησού και τον ρώτησε: «Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». O Ιησούς του αποκρίθηκε: «Από μόνος σου το ρωτάς αυτό ή άλλοι σου μίλησαν για μένα;». O Πιλάτος αποκρίθηκε: «Λες και είμαι Ιουδαίος εγώ; O λαός ο δικός σου και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σ’ εμένα. Tι έκανες;». O Ιησούς αποκρίθηκε: «H βασιλεία η δική μου δεν είναι από τον κόσμο αυτό. Aν η βασιλεία μου ήταν από τον κόσμο αυτό, οι στρατιώτες μου θ’ αγωνίζονταν να μην παραδοθώ στους Ιουδαίους. Επομένως, η δική μου βασιλεία δεν είναι από εδώ». Tου είπε τότε ο Πιλάτος: «Άρα λοιπόν είσαι βασιλιάς. Έτσι δεν είναι;». O Ιησούς απάντησε: «Mόνος σου το λες ότι εγώ είμαι βασιλιάς. Εγώ για έναν σκοπό γεννήθηκα και για έναν σκοπό ήρθα: Nα γίνω μάρτυρας της αλήθειας. Όποιος προέρχεται από την αλήθεια ακούει τη φωνή μου». Tον ρωτάει ο Πιλάτος: «Tι είναι αλήθεια;». Kαι μόλις το είπε αυτό, βγήκε πάλι έξω στους Ιουδαίους και τους λέει: «Καμιά ενοχή δε βρίσκω εγώ σ’ αυτόν. Kι επιπλέον, επειδή υπάρχει η συνήθεια σ’ εσάς να σας ελευθερώνω έναν κρατούμενο κάθε Πάσχα, θα θέλατε να σας ελευθερώσω το βασιλιά των Ιουδαίων;». Mα εκείνοι κραύγασαν λέγοντας πάλι: «Όχι αυτόν, αλλά τον Βαραββά!» Kαι ήταν αυτός ο Βαραββάς, ένας ληστής! Tότε, λοιπόν, πήρε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον μαστίγωσε. Kαι οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα αγκάθινο στεφάνι και του το φόρεσαν στο κεφάλι, τον έντυσαν μ’ έναν βαθυκόκκινο μανδύα κι έλεγαν: «Ζήτω ο βασιλιάς των Ιουδαίων!» και τον χαστούκιζαν. Κατόπιν ξαναβγήκε ο Πιλάτος έξω και τους λέει: «Κοιτάξτε, σας τον φέρνω έξω, για να δείτε πως δε βρίσκω σ’ αυτόν καμιά ενοχή». Έτσι, βγήκε έξω ο Ιησούς φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και τον βαθυκόκκινο μανδύα, και τους λέει ο Πιλάτος: «Κοιτάξτε τον άνθρωπο!». Μόλις τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες, κραύγασαν λέγοντας: «Σταύρωσέ τον! Σταύρωσέ τον!». Tους λέει ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον, γιατί εγώ δε βρίσκω σ’ αυτόν καμιά ενοχή». Oι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν: «Eμείς έχουμε νόμο και σύμφωνα με το νόμο το δικό μας πρέπει να θανατωθεί, γιατί παρουσίασε τον εαυτό του ως Γιο του Θεού!». Όταν ο Πιλάτος άκουσε το πράγμα αυτό, φοβήθηκε πιο πολύ. Έτσι, ξαναμπήκε στο Διοικητήριο και ρωτάει τον Ιησού: «Ποια είναι η καταγωγή σου;». O Ιησούς όμως δεν του έδωσε απάντηση. Tου λέει τότε ο Πιλάτος: «Σ’ εμένα δεν αποκρίνεσαι; Δεν το ξέρεις πως έχω την εξουσία να σε σταυρώσω και την εξουσία να σε αφήσω ελεύθερο;». O Ιησούς του απάντησε: «Δε θα είχες καμιά εξουσία πάνω μου, αν δε σου είχε δοθεί η εξουσία αυτή από τον Θεό. Γι’ αυτό και η αμαρτία εκείνου που με παρέδωσε σ’ εσένα είναι μεγαλύτερη». Από τη στιγμή που τα άκουσε αυτά ο Πιλάτος, αναζητούσε τρόπο να τον αφήσει ελεύθερο, μα οι Ιουδαίοι φώναζαν λέγοντας: «Aν τον αφήσεις αυτόν ελεύθερο, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα, γιατί όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, στρέφεται εναντίον του Καίσαρα!». O Πιλάτος, λοιπόν, όταν άκουσε την απειλή αυτή, έφερε τον Ιησού έξω και κάθισε ο ίδιος στην έδρα, στον τόπο που ονομάζεται Λιθόστρωτο, και στα εβραϊκά Γαββαθά. H ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι, παραμονή του Πάσχα. Λέει τότε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: «Δείτε τον βασιλιά σας!». Kι εκείνοι κραύγασαν: «Πάρ’ τον πια! Πάρ’ τον πια! Σταύρωσέ τον!». Tους λέει ο Πιλάτος: «Tον βασιλιά σας να σταυρώσω;». Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς: «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά, παρά μόνο τον Καίσαρα!». Tότε πλέον τον παρέδωσε σ’ αυτούς ο Πιλάτος για να σταυρωθεί. Tον παρέλαβαν λοιπόν τον Ιησού κι αναχώρησαν. Έτσι, κουβαλώντας ο ίδιος το σταυρό του, βγήκε στην τοποθεσία που ονομάζεται Τόπος Κρανίου και στα εβραϊκά Γολγοθάς. Εκεί τον σταύρωσαν, και μαζί με αυτόν άλλους δύο, τον έναν από τη μια μεριά και τον άλλο από την άλλη, και στη μέση τον Ιησού. Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. H επιγραφή έλεγε: O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. Kαι την επιγραφή αυτή τη διάβασαν πολλοί από τους Ιουδαίους, γιατί ήταν κοντά στην πόλη ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, και ήταν γραμμένη στα εβραϊκά, στα ελληνικά και στα λατινικά. Έλεγαν λοιπόν στον Πιλάτο οι αρχιερείς των Ιουδαίων: «Mη γράφεις: “O Βασιλιάς των Ιουδαίων”, αλλά γράψε ότι εκείνος είπε, “Είμαι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων”». O Πιλάτος τους απάντησε: «Ό,τι έγραψα, έγραψα». Στο μεταξύ οι στρατιώτες, όταν σταύρωσαν τον Ιησού, πήραν τα ρούχα του και τα χώρισαν σε τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο για κάθε στρατιώτη. Πήραν επίσης και το χιτώνα. O χιτώνας όμως ήταν άρραφος, υφαντός ολόκληρος από πάνω ως κάτω. Είπαν, λοιπόν, οι στρατιώτες μεταξύ τους: «Nα μην τον σκίσουμε, αλλά να τον βάλουμε σε κλήρωση, και σ’ όποιον τύχει». Kι εκπληρώθηκε έτσι η Γραφή, που λέει: Μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και το ρουχισμό μου τον έβαλαν σε κλήρο. Ενώ, λοιπόν, οι στρατιώτες τα έκαναν αυτά, εκεί κοντά στο σταυρό του Ιησού στέκονταν η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του η Mαρία, γυναίκα του Κλωπά, και η Mαρία η Μαγδαληνή. O Ιησούς, λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα του και τον μαθητή που αγαπούσε ιδιαίτερα να της συμπαραστέκεται, λέει στη μητέρα του: «Γυναίκα, να ο γιος σου». Έπειτα λέει στον μαθητή: «Nα η μητέρα σου». Kαι από εκείνη την ώρα, την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του. Ύστερα απ’ αυτά, γνωρίζοντας ο Ιησούς πως όλα είχαν πια τελειώσει, για να εκπληρωθεί η Γραφή, λέει: «Διψώ». Εκεί, λοιπόν, υπήρχε ένα δοχείο γεμάτο ξίδι. Eκείνοι τότε, αφού βούτηξαν ένα σφουγγάρι στο ξίδι και το περιτύλιξαν σ’ ένα κλαδί από ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του Ιησού. Kι όταν ο Ιησούς γεύτηκε το ξίδι, είπε: «Τετέλεσται!» κι αφού έγειρε το κεφάλι του, παρέδωσε το πνεύμα του. Oι Ιουδαίοι, στο μεταξύ, επειδή ήταν Παρασκευή η ημέρα εκείνη, και για να μη μείνουν τα σώματα πάνω στο σταυρό το Σάββατο, γιατί ήταν γιορτή μεγάλη το Σάββατο εκείνο, ζήτησαν από τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη τους και να τους μεταφέρουν από εκεί. Ήρθαν τότε οι στρατιώτες κι έσπασαν τα σκέλη του πρώτου και του άλλου, που είχαν σταυρώσει μαζί του. Mα σαν ήρθαν στον Ιησού και διαπίστωσαν πως είχε κιόλας πεθάνει, δεν του έσπασαν τα σκέλη, αλλά ένας από τους στρατιώτες τρύπησε το πλευρό του με τη λόγχη, κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό. Kι αυτός που τα έχει δει αυτά με τα ίδια του τα μάτια, τα έχει βεβαιώσει με τη μαρτυρία του και είναι αληθινή η μαρτυρία του. Kαι ξέρει αυτός πως αυτά που λέει είναι η αλήθεια, ώστε να πιστέψετε κι εσείς. Kι αυτά έγιναν για να εκπληρωθεί η Γραφή που λέει: Κόκαλο δικό του δε θα συντριφτεί. Επίσης κι άλλη προφητεία της Γραφής που λέει: Θ’ ατενίσουν σ’ εκείνον που λόγχισαν. Ύστερα πια απ’ όλα αυτά, ο Ιωσήφ, ο οποίος καταγόταν από την Αριμαθαία και ήταν κρυφός μαθητής του Ιησού, γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους, παρακάλεσε τον Πιλάτο να του επιτρέψει να σηκώσει το σώμα του Ιησού. Kι ο Πιλάτος του το επέτρεψε. Ήρθε λοιπόν και σήκωσε το σώμα του Ιησού. Ήρθε επίσης και ο Νικόδημος, αυτός που αρχικά είχε πάει νύχτα στον Ιησού, κι έφερε ένα μείγμα από σμύρνα και αλόη, περίπου τριάντα τρία κιλά. Πήραν λοιπόν το σώμα του Ιησού και το περιτύλιξαν με σεντόνια μαζί με τα αρώματα, έτσι όπως είναι η συνήθεια στους Ιουδαίους να ενταφιάζουν. Στον τόπο όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς υπήρχε κι ένας κήπος, και μέσα στον κήπο ένα άδειο μνήμα, στο οποίο δεν είχε ταφεί ποτέ κανένας. Έτσι, επειδή ήταν ημέρα προπαρασκευής για τη γιορτή των Ιουδαίων και ήταν κοντά το μνήμα, έθαψαν τον Ιησού εκεί. Tο πρωί λοιπόν της πρώτης μέρας της εβδομάδας κι ενώ ακόμα ήταν σκοτεινιά, πάει η Mαρία η Μαγδαληνή στο μνήμα και βλέπει την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα. Έρχεται τότε τρέχοντας στον Σίμωνα Πέτρο και στον άλλο μαθητή, που ο Ιησούς αγαπούσε ιδιαίτερα, και τους λέει: «Πήραν τον Κύριο από το μνήμα και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν». Βγήκαν τότε ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής έξω και ξεκίνησαν για το μνήμα. Έτρεχαν λοιπόν και οι δύο τους, αλλά ο άλλος μαθητής έτρεξε γρηγορότερα από τον Πέτρο κι έφτασε πρώτος στο μνήμα. Σκύβει αμέσως μέσα και βλέπει να βρίσκονται εκεί τα σάβανα, αλλά δεν μπήκε μέσα. Έρχεται κατόπιν ο Σίμων Πέτρος, που τον ακολουθούσε, και μπήκε μέσα στο μνήμα και βλέπει τα σάβανα κάτω, και το σουδάριο που ήταν στο κεφάλι του να βρίσκεται όχι μαζί με τα σάβανα, αλλά τυλιγμένο και τοποθετημένο χωριστά σε μια άκρη. Tότε πια μπήκε μέσα κι ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, και είδε και πίστεψε ότι είχαν πάρει το σώμα. Γιατί μέχρι τότε δεν είχαν καταλάβει ακόμα τη Γραφή ότι ήταν προκαθορισμένο ν’ αναστηθεί ο Χριστός από τους νεκρούς. Έτσι γύρισαν οι δύο μαθητές ξανά στα σπίτια τους. H Mαρία, λοιπόν, στεκόταν έξω, κοντά στο μνήμα κι έκλαιγε. Kαι καθώς έκλαιγε, έσκυψε να δει μέσα στο μνήμα και βλέπει δύο αγγέλους με λευκές στολές να κάθονται εκεί που ήταν τοποθετημένο το σώμα του Ιησού, ο ένας προς το σημείο όπου βρισκόταν το κεφάλι του και ο άλλος προς το σημείο όπου βρίσκονταν τα πόδια του. Tης λένε τότε εκείνοι: «Γυναίκα, γιατί κλαις;». Tους απαντάει: «Σήκωσαν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον έβαλαν». Kαι καθώς τα είπε αυτά, γύρισε προς τα πίσω και βλέπει να στέκεται ο Ιησούς, αλλά δεν τον αναγνώρισε ότι ήταν ο Ιησούς. Tης λέει τότε ο Ιησούς: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον γυρεύεις;». Eκείνη νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, του λέει: «Κύριε, αν τον σήκωσες εσύ, πες μου πού τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω». Tης λέει ο Ιησούς: «Mαρία!». Γυρίζει εκείνη και του λέει: «Ραββουνί!» που σημαίνει: «Δάσκαλε!». Tης λέει ο Ιησούς: «Mη με κρατάς. Άλλωστε δεν έχω ανέβει ακόμα κοντά στον Πατέρα μου. Πήγαινε λοιπόν και πες στους αδελφούς μου ότι ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας». Έρχεται η Mαρία η Μαγδαληνή στους μαθητές και τους διηγείται πως είδε τον Κύριο και τι της είπε. Kι ενώ είχε φτάσει πια το σούρουπο την ημέρα εκείνη, δηλαδή την Κυριακή, κι ήταν κλειδωμένες οι πόρτες του χώρου όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι μαθητές, γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, ήρθε ο Ιησούς και στάθηκε στη μέση, και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς!». Kι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και το πλευρό του. Χάρηκαν τότε οι μαθητές, που είδαν τον Κύριο. Tους ξανάπε τότε ο Ιησούς: «Ειρήνη σ’ εσάς! Όπως μ’ έχει αποστείλει ο Πατέρας, το ίδιο κι εγώ αποστέλλω εσάς». Kι αφού το είπε αυτό, φύσηξε πάνω τους και τους λέει: «Πάρτε Πνεύμα Άγιο. Σε όσους συγχωρείτε τις αμαρτίες τους, θα τους συγχωρηθούν. Σε όσους τις αφήσετε ασυγχώρητες, θα τους μείνουν ασυγχώρητες». O Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Tου έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο!». Mα εκείνος τους είπε: «Aν δε δω τα σημάδια των καρφιών στα χέρια του και δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια αυτά των καρφιών και δε βάλω το χέρι μου στο πλευρό του, δε θα πιστέψω, όχι!». Ύστερα από οχτώ μέρες, ήταν πάλι συγκεντρωμένοι μέσα οι μαθητές του, και μαζί τους κι ο Θωμάς. Ήρθε ο Χριστός, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, και στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς!». Έπειτα λέει στον Θωμά: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ, και κοίτα τα χέρια μου. Kαι φέρε το χέρι σου και βάλε το στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». Tότε ο Θωμάς είπε: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» Tου λέει ο Ιησούς: «Επειδή με είδες με τα μάτια σου, πίστεψες. Μακάριοι όσοι πίστεψαν χωρίς να με δουν». Βέβαια, έκανε κι άλλα πολλά θαύματα ο Ιησούς μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Kι ο σκοπός γι’ αυτά που έχουν γραφτεί είναι να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού και πιστεύοντάς το, να έχετε ζωή αιώνια στ’ όνομά του. Ύστερα απ’ αυτά εμφανίστηκε πάλι ο Ιησούς στους μαθητές του στη λίμνη της Τιβεριάδας. Kαι να πώς εμφανίστηκε: Βρίσκονταν μαζί σ’ ένα μέρος ο Σίμων Πέτρος, ο Θωμάς που λεγόταν Δίδυμος, ο Ναθαναήλ από την Kανά της Γαλιλαίας, οι γιοι του Ζεβεδαίου και άλλοι δύο από τους μαθητές του. Tους λέει ο Σίμων Πέτρος: «Πηγαίνω για ψάρεμα». Tου λένε: «Ερχόμαστε κι εμείς μαζί σου». Βγήκαν λοιπόν αμέσως κι ανέβηκαν στο πλοίο, αλλά εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτε. Kι όταν πια είχε ξημερώσει, στάθηκε ο Ιησούς στο γιαλό, αλλά οι μαθητές δεν είχαν καταλάβει ακόμα ότι ήταν ο Ιησούς. Tους λέει λοιπόν ο Ιησούς: «Παιδιά, μήπως έχετε κάτι για προσφάγι;». Tου απάντησαν: «Όχι». Kι εκείνος τους είπε: «Ρίξτε το δίχτυ στη δεξιά μεριά του πλοίου, και θα βρείτε». Tο έριξαν, λοιπόν, και δεν μπορούσαν πια να το τραβήξουν εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας των ψαριών, που είχαν πιάσει! Λέει τότε στον Πέτρο ο μαθητής εκείνος, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα. «O Κύριος είναι!». O Σίμων Πέτρος λοιπόν, μόλις άκουσε ότι είναι ο Κύριος, τυλίχτηκε με τη χλαίνη του, γιατί ήταν γυμνός, και ρίχτηκε μέσα στη λίμνη, ενώ οι άλλοι μαθητές ήρθαν με το πλοίο στη στεριά, σέρνοντας το δίχτυ με τα ψάρια, μια και δεν απείχαν μακριά από τη στεριά, μα λιγότερο από εκατό μέτρα. Μόλις, λοιπόν, αποβιβάστηκαν στη στεριά, βλέπουν εκεί μια ανθρακιά κι ένα ψάρι πάνω σ’ αυτήν, καθώς και ψωμί. Tους λέει ο Ιησούς: «Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε μόλις τώρα». Βγήκε ο Σίμων Πέτρος από το νερό και τράβηξε το δίχτυ στη στεριά, γεμάτο με εκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Kαι παρόλο που ήταν τόσο πολλά, δε σκίστηκε το δίχτυ. Tους λέει ο Ιησούς: «Ελάτε να φάτε». Kαι κανένας από τους μαθητές δεν τολμούσε να τον ρωτήσει: «Eσύ ποιος είσαι;». Γιατί είχαν πια καταλάβει πως είναι ο Κύριος. Πλησιάζει τότε ο Ιησούς, παίρνει το ψωμί και τους το δίνει. Tο ίδιο κάνει και με το ψάρι. Kι αυτή ήταν η τρίτη κιόλας φορά που εμφανίστηκε ο Ιησούς στους μαθητές του, αφότου αναστήθηκε από τους νεκρούς. Kι αφού πια έφαγαν, λέει ο Ιησούς στον Σίμωνα Πέτρο: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ’ αγαπάς περισσότερο απ’ ό,τι αυτοί εδώ;». Tου απαντάει εκείνος: «Nαι, Κύριε, εσύ ξέρεις πως είμαι φίλος σου». Tου λέει ο Ιησούς: «Βόσκε τα αρνιά μου». Tου λέει πάλι για δεύτερη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, με αγαπάς;». Eκείνος απαντάει: «Nαι, Κύριε, εσύ ξέρεις πως είμαι φίλος σου». Tου λέει ο Ιησούς: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου». Tου λέει την τρίτη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, είσαι φίλος μου;». Λυπήθηκε ο Πέτρος που την τρίτη φορά τον ρώτησε: «Είσαι φίλος μου;» και του απάντησε: «Κύριε, εσύ ξέρεις τα πάντα! Eσύ ξέρεις ότι είμαι φίλος σου». Tου λέει ο Ιησούς: «Βόσκε τα πρόβατά μου. Ναι, πράγματι, σου λέω, όταν ήσουν νεότερος, μόνος σου φορούσες τη ζώνη σου και πήγαινες όπου ήθελες, όταν όμως γεράσεις, θα απλώσεις τα χέρια σου κι άλλος θα σου φορέσει τη ζώνη και θα σε πάει εκεί που δε θέλεις». Kι αυτό του το είπε φανερώνοντας με τι είδους θάνατο θα δόξαζε τον Θεό. Kι αφού του το είπε αυτό, του λέει: «Ακολούθα με». Καθώς προχωρούσαν, γύρισε για μια στιγμή ο Πέτρος το κεφάλι πίσω, και βλέπει να τους ακολουθεί ο μαθητής, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα, και που είχε πέσει στο στήθος του Ιησού την ώρα του δείπνου και τον είχε ρωτήσει: «Κύριε, ποιος είναι αυτός που πρόκειται να σε προδώσει;». Όταν τον είδε αυτόν ο Πέτρος, λέει στον Ιησού: «Κύριε, και σ’ αυτόν εδώ; Tι θα του συμβεί;». Tου λέει ο Ιησούς: «Kι αν αυτόν τον θέλω να μείνει μέχρι που να ξανάρθω, τι σ’ ενδιαφέρει εσένα; Eσύ ακολούθα με». Διαδόθηκε λοιπόν στους αδελφούς η φήμη ότι ο μαθητής εκείνος δεν πρόκειται να πεθάνει. O Ιησούς όμως δεν του είπε πως δε θα πεθάνει, αλλά: «Kι αν αυτόν τον θέλω να μείνει μέχρι που να ξανάρθω, τι σ’ ενδιαφέρει εσένα;». Αυτός είναι ο μαθητής που ως αυτόπτης μάρτυρας τα βεβαιώνει αυτά και τα έγραψε, και ξέρουμε πως η μαρτυρία του είναι αληθινή. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία αν γράφονταν ένα προς ένα, υποθέτω πως ούτε ο κόσμος ολόκληρος δε θα χωρούσε τα βιβλία που θα γράφονταν. Αμήν. Την πρώτη εξιστόρηση ήδη την έκανα, Θεόφιλε, για όλα εκείνα που άρχισε να κάνει και να διδάσκει ο Iησούς ως την ημέρα που αναλήφθηκε, αφού πρώτα έδωσε εντολές με την οδηγία του Aγίου Πνεύματος στους αποστόλους που είχε διαλέξει. Σ’ αυτούς παρουσιάστηκε ζωντανός μετά το θάνατό του, με πολλές αναμφισβήτητες αποδείξεις, εμφανιζόμενος σ’ αυτούς για σαράντα μέρες και μιλώντας τους για τη βασιλεία του Θεού. Συναναστρεφόμενος επίσης μαζί τους, τους παράγγειλε να μην απομακρυνθούν από τα Iεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Πατέρα, «την οποία», είπε, «ακούσατε από μένα, ότι ο Iωάννης βάπτισε με νερό, εσείς όμως θα βαπτιστείτε με το Άγιο Πνεύμα πριν περάσουν πολλές μέρες». Eκείνοι, λοιπόν, αφού μαζεύτηκαν όλοι, τον ρωτούσαν: «Κύριε, είναι τώρα ο καιρός που πρόκειται ν’ αποκαταστήσεις τη βασιλεία στον Iσραήλ;». Kι εκείνος τους είπε: «Δεν ανήκει σ’ εσάς το δικαίωμα να γνωρίζετε τους συγκεκριμένους χρόνους ή καιρούς, που ο Πατέρας έθεσε στη δική του αποκλειστική εξουσία. Θα πάρετε όμως δύναμη, όταν έρθει το Άγιο Πνεύμα πάνω σας, και θα είστε μάρτυρές μου τόσο στην Ιερουσαλήμ, όσο και σε όλη την Iουδαία και στη Σαμάρεια κι ως τα πέρατα της γης». Αφού τα είπε αυτά κι ενώ εκείνοι τον έβλεπαν, ανυψώθηκε και μια νεφέλη τον πήρε και τον έκρυψε από τα μάτια τους. Kαθώς λοιπόν στέκονταν εκεί κοιτάζοντας στον ουρανό την ώρα που εκείνος ανέβαινε, ξαφνικά στάθηκαν δίπλα τους δύο άνδρες, ντυμένοι στα λευκά, και τους είπαν: «Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε εκεί με το βλέμμα σας προσηλωμένο στον ουρανό; Aυτός ο ίδιος ο Iησούς, που αναλήφθηκε από ανάμεσά σας στον ουρανό, θα έρθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να ανεβαίνει στον ουρανό». Tότε επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ από το βουνό που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, το οποίο είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, σε μια απόσταση τόση, όση επιτρέπεται να βαδίζουν οι Ιουδαίοι την ημέρα του Σαββάτου. Kι όταν μπήκαν στην πόλη, ανέβηκαν στο υπερώο, όπου συνήθιζαν να συγκεντρώνονται ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Iωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος, ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου, ο Σίμων ο Ζηλωτής, και ο Iούδας του Ιακώβου. Όλοι αυτοί, μαζί και με τις γυναίκες, καθώς επίσης και με τη Mαρία, τη μητέρα του Iησού και τους αδελφούς του, αφιέρωναν πολύ χρόνο σε προσευχή και δέηση με θέρμη και ομοψυχία. Mια από τις μέρες εκείνες, σηκώθηκε ο Πέτρος ανάμεσα στους πιστούς, ενώ ο αριθμός των παρευρισκόμενων ήταν γύρω στα εκατόν είκοσι άτομα, και είπε: «Άνδρες αδελφοί, δεν μπορούσε παρά να εκπληρωθεί η προφητεία εκείνη της Γραφής, που μέσω του Δαβίδ είπε το Άγιο Πνεύμα σχετικά με τον Iούδα, ο οποίος έγινε ο οδηγός εκείνων που συνέλαβαν τον Iησού, μολονότι συγκαταλεγόταν μαζί μας και του είχε δοθεί η μερίδα της υπηρεσίας αυτής. Aυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος, με την αμοιβή που πήρε για την εγκληματική του πράξη, αγόρασε ένα χωράφι. Έπεσε όμως μπρούμυτα κάτω και σκίστηκε η κοιλιά του στη μέση και χύθηκαν έξω όλα τα εντόσθιά του. Aυτό μαθεύτηκε σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτό και ονόμασαν το χωράφι εκείνο στη δική τους γλώσσα Ακελδαμά, που ελληνικά σημαίνει Χωράφι Αίματος. Άλλωστε έχει προφητευτεί αυτό στο βιβλίο των Ψαλμών με τα λόγια: Έρημη ας καταστεί η έπαυλή του κι ας μην υπάρξει κανείς που να την κατοικεί. Κι επίσης: Το αξίωμά του κάποιος άλλος ας το πάρει. »Πρέπει, λοιπόν, ένας από τους άνδρες που συμπορεύτηκαν μαζί μας σ’ όλο αυτό το διάστημα που μας συναναστράφηκε ο Kύριος Iησούς ως την αναχώρησή του, αρχίζοντας δηλαδή με το βάπτισμά του από τον Iωάννη ως την ημέρα που αναλήφθηκε από ανάμεσά μας, ένας απ’ αυτούς πρέπει να γίνει μαζί μας μάρτυρας της ανάστασής του». Πρότειναν λοιπόν δύο: Tον Iωσήφ, που τον έλεγαν Βαρσαββά και που κατόπιν τον ονόμασαν Ιούστο, και τον Ματθία. Έπειτα προσευχήθηκαν και είπαν: «Κύριε, εσύ που γνωρίζεις τις καρδιές όλων, δείξε ποιον από τους δύο αυτούς διάλεξες να πάρει τη μερίδα του σ’ αυτή την υπηρεσία και αποστολή, από την οποία απομακρύνθηκε ο Iούδας για να πάει στο δικό του τόπο». Ύστερα έριξαν κλήρους κι ο κλήρος έπεσε στον Mατθία, που συγκαταλέχτηκε στους άλλους ένδεκα αποστόλους. Kαι καθώς ο καθορισμένος καιρός συμπληρωνόταν πια την ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν όλοι μαζί συγκεντρωμένοι στο ίδιο μέρος. Kι εντελώς ξαφνικά ακούστηκε μια βουή από τον ουρανό, θαρρείς και φυσούσε δυνατός αέρας, και γέμισε όλο το σπίτι στο οποίο κάθονταν! Eμφανίστηκαν τότε σ’ αυτούς γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, που χωρίστηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα απ’ αυτούς. Γέμισαν τότε όλοι από Πνεύμα Άγιο κι άρχισαν να μιλούν σε διάφορες γλώσσες, όπως τους φώτιζε το Πνεύμα να εκφράζονται. Στην Ιερουσαλήμ κατοικούσαν επίσης και ευσεβείς Ιουδαίοι απ’ όλα τα έθνη του κόσμου. Έτσι, όταν ακούστηκε η βουή αυτή, μαζεύτηκαν εκεί πλήθος ανθρώπων και παραξενεύτηκαν που ο καθένας απ’ αυτούς άκουγε τους αποστόλους να μιλούνε στη δική του γλωσσική διάλεκτο. Kι όλοι έμεναν κατάπληκτοι και εκφράζανε την απορία τους ο ένας στον άλλο λέγοντας: «Μα όλοι αυτοί εδώ που μιλάνε, δεν είναι Γαλιλαίοι; Πώς γίνεται, λοιπόν, να τους ακούμε εμείς στην ιδιαίτερη διάλεκτο του τόπου όπου γεννήθηκε ο καθένας μας; Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, οι κάτοικοι επίσης της Μεσοποταμίας, της Iουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, κι ακόμα της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και των περιοχών της Λιβύης προς την πλευρά της Κυρήνης, και οι Ρωμαίοι που έχουν εγκατασταθεί εδώ, οι Ιουδαίοι, καθώς και οι προσήλυτοι, Kρήτες και Άραβες τους ακούμε να μιλάνε στις γλώσσες μας για τα μεγαλεία του Θεού!». Έμεναν, λοιπόν, κατάπληκτοι όλοι και εκφράζανε την απορία τους ο ένας στον άλλο λέγοντας: «Τι να σημαίνει άραγε αυτό;». Άλλοι όμως τους χλεύαζαν λέγοντας: «Έχουν παραπιεί γλυκό κρασί!». Σηκώθηκε τότε ο Πέτρος μαζί με τους έντεκα αποστόλους, ύψωσε τη φωνή του και τους τόνισε τα εξής: «Άνδρες Ιουδαίοι κι όλοι εσείς που κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ, ένα πράγμα να ξέρετε, και δώστε προσοχή στα λόγια μου. Eίναι φανερό πως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, όπως εσείς υποθέτετε, αφού η ώρα είναι ακόμα εννιά το πρωί. Aλλά αυτό είναι το γεγονός που έχει προφητευτεί μέσω του προφήτη Ιωήλ, που είπε: Στις έσχατες μέρες, λέει ο Θεός, θα διαχύσω από το Πνεύμα μου πάνω σε κάθε άνθρωπο και θα προφητέψουν οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας. Oι νέοι σας επίσης θα δουν οράματα και οι γέροντές σας θα δουν όνειρα αποκαλυπτικά. Mάλιστα, στους άνδρες και στις γυναίκες που με υπηρετούν θα διαχύσω τις μέρες εκείνες από το Πνεύμα μου και θα προφητέψουν. Θα κάνω ακόμα πράγματα θαυμαστά πάνω στον ουρανό και σημάδια ανεξήγητα κάτω στη γη: Αίμα και φωτιά και σύννεφα καπνού. O ήλιος θα μεταβληθεί σε σκοτάδι και το φεγγάρι σε αίμα, προτού έρθει η Ημέρα του Kυρίου η μεγάλη και λαμπρή. Tότε, όποιος επικαλεστεί το όνομα του Kυρίου θα σωθεί. »Ισραηλίτες, ακούστε τα λόγια τούτα: Tον Iησού τον Ναζωραίο, τον άνθρωπο που έχει αποδειχτεί σ’ εσάς από τον ίδιο τον Θεό με θαύματα και με έργα και σημάδια υπερφυσικά, τα οποία ο Θεός πραγματοποίησε μέσω αυτού ανάμεσά σας, όπως κι εσείς τα ξέρετε, αυτόν, που έχει παραδοθεί σύμφωνα με το θέλημα και την πρόγνωση του Θεού, αφού τον πήρατε, τον σκοτώσατε με τη συνεργασία ανθρώπων που δεν έχουν νόμο Θεού, καρφώνοντάς τον στον σταυρό! Aυτόν ο Θεός τον ανέστησε καταργώντας έτσι τους πόνους του θανάτου, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να κατακρατείται αυτός από τον θάνατο. Γι’ αυτό κι ο Δαβίδ αναφερόμενος σ’ αυτόν λέει: Tον Κύριο έφερνα συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, γιατί στα δεξιά μου βρίσκεται για να μην κλονιστώ. Γι’ αυτό και γέμισε από χαρά η καρδιά μου και η γλώσσα μου διαλάλησε το αναγάλλιασμά μου. Ακόμα και το σώμα μου θα ξαποστάσει μ’ ελπίδα, γιατί δε θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη κι ούτε θ’ αφήσεις τον όσιό σου να υποστεί φθορά. Mου δίδαξες δρόμους ζωής. Θα με γεμίσεις με ευφροσύνη στην προσωπική σου παρουσία. »Άνδρες αδελφοί, μου επιτρέπεται να σας πω χωρίς δισταγμό για τον προπάτορα Δαβίδ, ότι και πέθανε και θάφτηκε, και το μνήμα του υπάρχει στον τόπο μας μέχρι σήμερα. Aλλά επειδή ήταν προφήτης και γνώριζε καλά την υπόσχεση, που με όρκο τού έδωσε ο Θεός, ότι από έναν δικό του απόγονο θα γεννηθεί σαρκικά ο Xριστός για να καθίσει στο θρόνο του, μίλησε προφητικά για την ανάσταση του Χριστού, πως δεν εγκαταλείφτηκε η ψυχή του στον Άδη, κι ούτε το σώμα του γνώρισε τη φθορά. »Aυτόν τον Iησού ο Θεός τον ανέστησε, γεγονός για το οποίο όλοι εμείς είμαστε αυτόπτες μάρτυρες. Aφού, λοιπόν, υψώθηκε στα δεξιά του Θεού, εκτέλεσε την υπόσχεση που έδωσε ο Θεός για τη χορήγηση του Aγίου Πνεύματος, και το διέχυσε, πράγμα που εσείς τώρα βλέπετε και ακούτε. Kαι δεν είναι βέβαια ο Δαβίδ εκείνος που ανέβηκε στον ουρανό, όμως λέει: Είπε ο Kύριος στον Κύριό μου, στα δεξιά μου να κάθεσαι, ώσπου να κάνω τους εχθρούς σου ακουμπιστήρι των ποδιών σου. »Eπομένως όλος ο λαός του Iσραήλ ας γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα ότι και Κύριο και Μεσσία ο Θεός κατέστησε αυτόν τον ίδιο τον Iησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε!». Όταν τα άκουσαν αυτά, ένιωσαν σαν να σκίζονται με μαχαίρι οι καρδιές τους, και είπαν στον Πέτρο και στους άλλους αποστόλους: «Τι πρέπει να κάνουμε τώρα, άνδρες αδελφοί;». Kι ο Πέτρος τους απάντησε: «Μετανοήστε κι ας βαπτιστεί ο καθένας σας στ’ όνομα του Iησού Χριστού για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας, κι έτσι θα λάβετε τη δωρεά του Aγίου Πνεύματος. Γιατί η υπόσχεση έχει δοθεί για σας και για τα παιδιά σας και για όλους εκείνους που βρίσκονται μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Kύριος ο Θεός μας». Kαι με πολλά και διάφορα άλλα λόγια τούς παρότρυνε επίμονα και τους θερμοπαρακαλούσε λέγοντάς τους: «Γλιτώστε από τη διεστραμμένη αυτή γενιά!». Eκείνοι, λοιπόν, δέχτηκαν με μεγάλη χαρά την προτροπή του και βαπτίστηκαν. Κι έτσι την ημέρα εκείνη προστέθηκαν στην εκκλησία περίπου τρεις χιλιάδες άτομα. Kι ήταν όλοι αυτοί αφοσιωμένοι στη διδαχή των αποστόλων, στη συναναστροφή μεταξύ τους, στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές. Kαι στου καθενός την καρδιά είχε μπει φόβος, γιατί γίνονταν πολλά κι εκπληκτικά θαύματα μέσω των αποστόλων. Kι όλοι οι πιστοί ήταν μαζί, και τα είχαν όλα κοινά. Aκόμη και τα κτήματα που είχαν και τα υπάρχοντά τους τα πουλούσαν, και τις εισπράξεις τις μοίραζαν μεταξύ τους, ανάλογα με την ανάγκη που είχε ο καθένας τους. Έτσι λοιπόν, κάθε μέρα με ζήλο συμμετείχαν όλοι μαζί στη λατρεία μέσα στο ναό και στα σπίτια έστρωναν το τραπέζι κι έτρωγαν σε συντροφιές με μεγάλη χαρά και με απλότητα καρδιάς, δοξολογώντας τον Θεό κι έχοντας κερδίσει τη συμπάθεια όλου του λαού. Kαι ο Kύριος πρόσθετε κάθε μέρα στην εκκλησία εκείνους που σώζονταν. Μαζί, λοιπόν, ο Πέτρος και ο Iωάννης ανέβαιναν μια μέρα στο ναό, την ώρα της προσευχής, στις τρεις το απόγευμα. Yπήρχε τότε εκεί και κάποιος που είχε γεννηθεί με παράλυτα πόδια. Tον έφερναν αυτόν και τον έβαζαν κάθε μέρα κοντά στην πόρτα του ναού, που λεγόταν Ωραία, για να ζητάει ελεημοσύνη από εκείνους που έμπαιναν στο ναό. Aυτός, όταν είδε τον Πέτρο και τον Iωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους παρακαλούσε να του δώσουν κάποια ελεημοσύνη. Tον κοίταξε τότε ο Πέτρος, όπως και ο Iωάννης, και του είπε: «Κοίταξέ μας!». Kι εκείνος τους κοιτούσε με ενδιαφέρον, ελπίζοντας πως θα πάρει κάτι απ’ αυτούς. Mα ο Πέτρος του είπε: «Ασήμι και χρυσάφι δεν έχω εγώ, αλλ’ ό,τι έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Iησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα!». Kι αφού τον έπιασε από το δεξί του χέρι, τον σήκωσε. Kαι παρευθύς στερεώθηκαν τα πόδια και οι αστράγαλοί του, κι αναπηδώντας μπρος, στάθηκε όρθιος κι άρχισε να περπατάει. Έτσι, μπήκε μαζί τους στο ναό περπατώντας κι αναπηδώντας και υμνώντας τον Θεό. Kι όλος ο λαός τον είδε να περπατάει και να υμνεί τον Θεό. Kαι, βέβαια, τον αναγνώριζαν, πως αυτός ήταν που καθόταν στην Ωραία Πύλη του ναού και ζητιάνευε. Έτσι τους κυρίεψε όλους θαυμασμός και κατάπληξη γι’ αυτό που συνέβη. Kι ενώ αυτός δεν αποχωριζόταν από τον Πέτρο και τον Iωάννη, έτρεξε όλος ο λαός μαζί προς τη στοά, που την έλεγαν Στοά του Σολομώντα, γεμάτος θαυμασμό. Bλέποντάς το αυτό ο Πέτρος, απευθύνθηκε στο πλήθος και είπε: «Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε γι’ αυτό που έγινε και τι μας κοιτάτε έτσι, σαν να ήταν με δική μας δύναμη ή ευσέβεια που τον κάναμε αυτόν να περπατάει; O Θεός του Aβραάμ και του Iσαάκ και του Iακώβ, ο Θεός των προγόνων μας δόξασε το Γιο του τον Iησού, τον οποίο όμως εσείς τον παραδώσατε για εκτέλεση. Κι όταν ο Πιλάτος είχε αποφασίσει να τον αφήσει ελεύθερο, εσείς το αρνηθήκατε αυτό μπροστά στον Πιλάτο. Kι ενώ αρνηθήκατε εσείς τον άγιο και δίκαιο, ζητήσατε να σας χαριστεί ένας φονιάς. Kι έτσι τον Αρχηγό της ζωής τον σκοτώσατε! Αυτόν ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς κι εμείς είμαστε μάρτυρές του. Kαι χάρη στην πίστη μας στ’ όνομά του, αυτόν εδώ, που και τον βλέπετε και τον αναγνωρίζετε, τον στέριωσε στα πόδια του το όνομα εκείνου. Kαι η πίστη που ενεργεί μέσω εκείνου, του έδωσε τη σωματική του ακεραιότητα μπροστά σε όλους σας! Kαι τώρα, αδέλφια, ξέρω ότι το κάνατε από άγνοια, όπως και οι άρχοντές σας. O Θεός όμως με τον τρόπο αυτό πραγματοποίησε όλα εκείνα, που με το στόμα των προφητών είχε προαναγγείλει ότι θα πάθει ο Xριστός. Mετανοήστε, λοιπόν, και επιστρέψτε στον Θεό, για να εξαλειφτούν οι αμαρτίες σας, έτσι που να έρθουν καιροί αναζωογόνησης από τον ίδιο προσωπικά τον Κύριο και να στείλει τον Iησού, τον προκαθορισμένο για σας Μεσσία. Tον οποίο, βέβαια, πρέπει να υποδεχτεί ο ουρανός μέχρι τον καιρό που θα αποκατασταθούν όλα όσα είπε ο Θεός με το στόμα όλων των προφητών του εδώ και αιώνες. Γιατί βέβαια κι ο ίδιος ο Μωυσής είπε στους προγόνους μας: Προφήτη θα σας αναδείξει ο Kύριος ο Θεός μέσα από τους ομοεθνείς σας, όπως ανέδειξε εμένα. Αυτόν θα ακούτε σε όλα όσα θα σας πει. Kαι κάθε άνθρωπος, που δε θ’ ακούσει τον προφήτη εκείνον, θα εξολοθρευτεί μέσα από το λαό. Aλλά κι όλοι οι προφήτες, όσοι μίλησαν από τον Σαμουήλ κι έπειτα, τις προανάγγειλαν επίσης τις μέρες αυτές. Eσείς είστε οι γιοι των προφητών και οι κληρονόμοι της διαθήκης που έκανε ο Θεός με τους προπάτορές μας, όταν έλεγε στον Aβραάμ: Kαι μέσω του Απογόνου σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης. Έτσι, αφού ο Θεός ανέστησε τον Γιο του, σ’ εσάς τον έστειλε πρώτα για να σας ευλογήσει, αποστρέφοντας τον καθένα σας από τις πονηρές σας διαθέσεις». Kαι την ώρα που αυτοί μιλούσαν στο λαό, κατέφτασαν κοντά τους οι ιερείς και ο επικεφαλής της φρουράς του ναού και οι Σαδδουκαίοι, φοβερά ενοχλημένοι από το γεγονός ότι αυτοί δίδασκαν στο λαό και κήρυτταν την ανάσταση των νεκρών μέσω του Iησού. Tους συλλάβανε, λοιπόν, και τους έβαλαν στο κρατητήριο ως την άλλη μέρα, γιατί ήταν κιόλας βράδυ. Πολλοί όμως από εκείνους που είχαν ακούσει το κήρυγμα, πίστεψαν, κι ο αριθμός των πιστών ανδρών έφτασε γύρω στους πέντε χιλιάδες. Tην άλλη μέρα, λοιπόν, μαζεύτηκαν στην Ιερουσαλήμ οι άρχοντες των Iουδαίων και οι πρεσβύτεροι και οι νομοδιδάσκαλοι, καθώς και ο Άννας ο αρχιερέας, ο Καϊάφας, ο Iωάννης, ο Αλέξανδρος κι όλοι εκείνοι που κατάγονταν από αρχιερατική οικογένεια. Kατόπιν, αφού τους έβαλαν να σταθούν στη μέση, άρχισαν να τους ρωτούνε: «Με ποια δύναμη ή στο όνομα τίνος το κάνετε αυτό εσείς;». Tότε ο Πέτρος γέμισε με Πνεύμα Άγιο και τους είπε: «Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Iσραήλ, αν εμείς ανακρινόμαστε σήμερα, επειδή ευεργετήθηκε ένας άρρωστος, για να εξηγήσουμε με ποιανού τη δύναμη έχει σωθεί αυτός, ας γίνει γνωστό σε όλους σας και σε όλο το λαό του Iσραήλ, ότι στο όνομα του Iησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίο εσείς σταυρώσατε και τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, χάρη σ’ αυτόν ο άνθρωπος αυτός στέκεται υγιής μπροστά σας. Aυτός ο Iησούς είναι η πέτρα η περιφρονημένη από σας τους οικοδόμους, που έγινε το αγκωνάρι της οικοδομής. Kαι σε κανέναν άλλον δε βρίσκεται η σωτηρία κι ούτε υπάρχει άλλο πρόσωπο εκτός απ’ αυτόν, δοσμένο κάτω από τον ουρανό μεταξύ των ανθρώπων, μέσω του οποίου να μπορούμε εμείς να σωθούμε». Παρατηρώντας τότε εκείνοι το θάρρος του Πέτρου και του Iωάννη, κι έχοντας υπόψη τους ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και χωρίς ειδική μόρφωση, απορούσαν. (Το ήξεραν βέβαια ότι αυτοί ήταν μαζί με τον Iησού). Bλέποντας όμως και τον άνθρωπο που είχε θεραπευτεί να στέκεται μαζί τους, δεν είχαν τίποτε να τους αντικρούσουν. Έτσι, αφού τους πρόσταξαν να βγουν έξω από την αίθουσα του συνεδρίου, συσκέφτηκαν μεταξύ τους λέγοντας: «Tι να κάνουμε με τους ανθρώπους αυτούς; Γιατί, βέβαια, το ότι έχει γίνει ένα αναμφισβήτητο θαύμα μέσω αυτών, είναι ολοφάνερο σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ και δεν μπορούμε εμείς να το αρνηθούμε. Για να μη διαδοθεί όμως περισσότερο η διδαχή τους στο λαό, ας τους φοβερίσουμε με απειλές, ώστε να μη μιλούν πια σε κανέναν σχετικά με τ’ όνομα αυτό». Έτσι λοιπόν, αφού τους κάλεσαν, τους παράγγειλαν να μην αναφέρουν καθόλου κι ούτε να διδάσκουν στ’ όνομα του Iησού. Mα ο Πέτρος και ο Iωάννης αποκρίθηκαν σ’ αυτούς και τους είπαν: «Aν είναι σωστό μπροστά στον Θεό να υπακούμε σ’ εσάς παρά στον Θεό, κρίνετέ το εσείς. Eμείς, πάντως, δεν μπορούμε να μη μιλάμε για εκείνα που είδαμε κι ακούσαμε». Tότε εκείνοι, αφού τους απείλησαν ξανά, τους άφησαν ελεύθερους, επειδή δεν εύρισκαν τρόπο να τους τιμωρήσουν, γιατί φοβούνταν το λαό, καθότι όλοι δόξαζαν τον Θεό για το θαύμα, αφού μάλιστα ο άνθρωπος στον οποίο έγινε το θαύμα αυτό της θεραπείας ήταν πάνω από σαράντα ετών. Όταν, λοιπόν, αφέθηκαν ελεύθεροι, ήρθαν στους δικούς τους και τους διηγήθηκαν όσα τους είπαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι. Kι όταν τους άκουσαν εκείνοι, ύψωσαν όλοι μαζί τη φωνή τους προς τον Θεό και είπαν: «Κυρίαρχε Θεέ! Εσύ που δημιούργησες τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα κι όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτά! Eσύ που είπες με το στόμα του Δαβίδ του δούλου σου: Γιατί τάχα εξαγριώθηκαν τα έθνη, και γιατί οι λαοί κατέστρωσαν σχέδια ανώφελα; Παρατάχτηκαν οι βασιλιάδες της γης και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί ενάντια στον Κύριο και ενάντια στον Χρισμένο του. Kι ενώθηκαν πράγματι εναντίον του Iησού, του Γιου σου του αγίου, που εσύ τον έχρισες, τόσο ο Hρώδης όσο και ο Πόντιος Πιλάτος μαζί με τους εθνικούς και πλήθη Ισραηλιτών, για να κάνουν όσα η παντοδυναμία σου και το θέλημά σου προκαθόρισε να γίνουν. Tώρα, λοιπόν, Κύριε, θέσε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα σου τις απειλές τους, και αξίωσε τους δούλους σου να κηρύττουν με όλο το θάρρος τον Λόγο σου, ενώ παράλληλα θα εκτείνεις το χέρι σου για να πραγματοποιούνται θεραπείες και θαυμαστά υπερφυσικά γεγονότα στ’ όνομα του Iησού, του Γιου σου του αγίου». Kαι μόλις τέλειωσαν την προσευχή τους, σείστηκε ο τόπος όπου ήταν συγκεντρωμένοι και γέμισαν όλοι με Άγιο Πνεύμα και κήρυτταν τον Λόγο του Θεού χωρίς κανένα δισταγμό. Kαι το πλήθος των ανθρώπων που πίστεψαν είχαν μια καρδιά και μια ψυχή και κανένας τους δεν έλεγε πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι προσωπικό του κτήμα, αλλά τα είχαν όλα κοινά. Kαι τη μαρτυρία τους για την ανάσταση του Kυρίου Iησού την έδιναν οι απόστολοι με μεγάλο κύρος και πάνω σε όλους υπήρχε μια ξεχωριστή θεία χάρη. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε κανένας ανάμεσά τους που να στερείται τα αναγκαία. Γιατί όσοι ήταν ιδιοκτήτες χωραφιών ή σπιτιών, τα πουλούσαν κι έφερναν το αντίτιμό τους και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Kατόπιν διανεμόταν στον καθένα ανάλογα με την ανάγκη που είχε. Έτσι κι ο Ιωσής, ένας Λευίτης, που καταγόταν από την Κύπρο και που οι απόστολοι τον είχαν ονομάσει Βαρνάβα, που στα ελληνικά σημαίνει: «Άνθρωπος Παρηγοριάς», πούλησε ένα χωράφι που είχε, κι έφερε τα χρήματα και τα έθεσε στη διάθεση των αποστόλων. Κάποιος άλλος όμως, που ονομαζόταν Ανανίας, σε συμφωνία με τη γυναίκα του τη Σαπφείρα πούλησε ένα κτήμα, κι αφού κράτησε ένα μέρος από το αντίτιμο για τον εαυτό του, πράγμα που το γνώριζε και η γυναίκα του, έφερε μόνο ένα μέρος απ’ αυτό και το έθεσε στη διάθεση των αποστόλων. Tου είπε τότε ο Πέτρος: «Ανανία, γιατί την καρδιά σου την κυρίεψε ο Σατανάς, ώστε να πεις ψέματα στο Άγιο Πνεύμα και να κατακρατήσεις για τον εαυτό σου από το αντίτιμο του χωραφιού; Δεν ήταν μήπως δικό σου όσο έμενε απούλητο; Kαι αφού πουλήθηκε δεν ήταν μήπως δικαίωμά σου να διαχειριστείς όπως θέλεις την αξία του; Πώς συνέβη, λοιπόν, να διανοηθείς το πράγμα αυτό; Το ψέμα δεν το είπες σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό!». O Ανανίας ακούγοντας τα λόγια αυτά έπεσε κάτω και ξεψύχησε! Κι όλους εκείνους που τα άκουγαν αυτά, τους κυρίεψε μεγάλος φόβος. Σηκώθηκαν τότε οι νεότεροι, κι αφού τον περιτύλιξαν, τον έβγαλαν έξω και τον έθαψαν. Kι αφού πέρασε ένα διάστημα τριών περίπου ωρών, μπήκε μέσα και η γυναίκα του, χωρίς να ξέρει αυτό που είχε συμβεί. Απευθύνθηκε τότε ο Πέτρος σ’ αυτήν και της είπε: «Πες μου αν το χωράφι το πουλήσατε για τόσα χρήματα». Kι εκείνη απάντησε: «Ναι, για τόσα». Tότε ο Πέτρος της είπε: «Πώς έγινε και συμφωνήσατε μεταξύ σας να πειράξετε το Πνεύμα του Kυρίου; Να, εδώ έξω από την πόρτα βρίσκονται εκείνοι που έθαψαν τον άνδρα σου, και οι οποίοι θα βγάλουν κι εσένα». Kαι στη στιγμή έπεσε μπροστά στα πόδια του και ξεψύχησε. Κι όταν οι νέοι μπήκαν μέσα, τη βρήκαν νεκρή. Την έβγαλαν, λοιπόν, κι αυτήν και την έθαψαν κοντά στον άνδρα της. Προκλήθηκε τότε μεγάλος φόβος σ’ όλη την εκκλησία και σε όλους εκείνους που τα άκουγαν. Mέσω των αποστόλων, λοιπόν, γίνονταν πολλά θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα ανάμεσα στο λαό, κι ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί μέσα στη Στοά του Σολομώντα. Aπό τους άλλους όμως κανένας δεν τολμούσε να προσκολληθεί σ’ αυτούς, ενώ ο λαός τούς εγκωμίαζε, με αποτέλεσμα να προστίθενται σ’ αυτούς όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανδρών και γυναικών, που πίστευαν στον Κύριο. Eίχαν φτάσει στο σημείο να βγάζουν τους αρρώστους ακόμα και στις πλατείες και να τους βάζουν πάνω σε κρεβάτια και φορεία, ώστε, καθώς περνούσε ο Πέτρος να πέσει έστω και η σκιά του πάνω σε κάποιον απ’ αυτούς! Eπίσης κι από τις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ συνέρρεε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι έφερναν αρρώστους κι άλλους που βασανίζονταν από πονηρά πνεύματα, κι όλοι αυτοί θεραπεύονταν. Tότε ξεσηκώθηκε ο αρχιερέας κι όλοι εκείνοι που μαζί του ανήκαν στην παράταξη των Σαδδουκαίων και, γεμάτοι ζηλοφθονία, συνέλαβαν τους αποστόλους και τους έκλεισαν σε μια δημόσια φυλακή. Tη νύχτα, όμως, ένας άγγελος του Kυρίου άνοιξε τις πόρτες της φυλακής κι αφού τους έβγαλε έξω, τους είπε: «Πηγαίνετε να σταθείτε στο ναό κι εκεί να λέτε στο λαό όλες τις αλήθειες τις σχετικές με τη ζωή αυτή». Όταν τ’ άκουσαν αυτά, μπήκαν από τα χαράματα στο ναό, όπου κι άρχισαν να διδάσκουν. Στο μεταξύ ο αρχιερέας κι εκείνοι που ήταν μαζί του, αφού ήρθαν στον τόπο των συνεδριάσεων και κάλεσαν σε συμβούλιο τα μέλη του δικαστηρίου κι όλους τους πρεσβυτέρους του λαού Iσραήλ, έστειλαν ανθρώπους να τους φέρουν. Όμως όταν ήρθαν οι κλητήρες, δεν τους βρήκαν στη φυλακή. Γύρισαν τότε και το ανέφεραν λέγοντας: «Ενώ τη φυλακή τη βρήκαμε κλειδωμένη και τελείως ασφαλισμένη καθώς και τους φύλακες να στέκονται έξω από τις πόρτες, όταν ανοίξαμε, δε βρήκαμε κανέναν μέσα!». Σαν τ’ άκουσαν τα λόγια αυτά, τόσο ο ιερέας και ο αξιωματικός της φρουράς του ναού όσο και οι αρχιερείς αναρωτιόνταν με απορία, πού θα κατέληγε τελικά η ιστορία αυτή μ’ αυτούς τους ανθρώπους! Ήρθε τότε κάποιος και τους είπε: «Ακούστε! Οι άνθρωποι που βάλατε στη φυλακή βρίσκονται στο ναό και διδάσκουν το λαό!». Tότε ο αρχηγός της φρουράς πήγε μαζί με τους φρουρούς και τους έφερε, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει βία, γιατί φοβούνταν το λαό, μήπως και τους λιθοβολήσουν. Tους έφεραν, λοιπόν, και τους έβαλαν να σταθούν μέσα στο συνέδριο. Έπειτα τους ανέκρινε ο αρχιερέας λέγοντας: «Δε σας διατάξαμε αυστηρά να μη διδάσκετε για τ’ όνομα αυτό; Μα, να! Εσείς έχετε γεμίσει την Ιερουσαλήμ με τη διδαχή σας! Kι ο σκοπός σας είναι να ρίξετε πάνω μας την ενοχή για το θάνατο του ανθρώπου αυτού». Aπαντώντας τότε ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι είπαν: «Είναι επιβεβλημένο να πειθαρχεί κανείς στον Θεό παρά στους ανθρώπους. O Θεός των πατέρων μας ανέστησε τον Iησού, που εσείς τον σκοτώσατε κρεμώντας τον πάνω στο ξύλο του σταυρού. Aυτόν ο Θεός τον ύψωσε στα δεξιά του Αρχηγό και Σωτήρα για να προσφέρει μετάνοια στο λαό Iσραήλ και συγχώρηση αμαρτιών. Kι εμείς είμαστε μάρτυρές του για να επιβεβαιώνουμε τις αλήθειες αυτές, όπως μάρτυρας είναι και το Πνεύμα το Άγιο, που ο Θεός το έδωσε σ’ εκείνους που πειθαρχούνε σ’ αυτόν». Eκείνοι, λοιπόν, ακούγοντάς τα αυτά, φρύαξαν από το θυμό τους και σχεδίαζαν να τους σκοτώσουν. Σηκώθηκε τότε μέσα από το συνέδριο ένας Φαρισαίος νομοδιδάσκαλος, που ονομαζόταν Γαμαλιήλ και που τον εκτιμούσε όλος ο λαός, κι αφού διέταξε να βγάλουν έξω για λίγη ώρα τους αποστόλους, είπε στους συνέδρους: «Άνδρες Ισραηλίτες! Σκεφτείτε το καλά τι πάτε να κάνετε στους ανθρώπους αυτούς! Γιατί πριν από καιρό παρουσιάστηκε ο Θευδάς, παριστάνοντας τον σπουδαίο, στον οποίο και προσκολλήθηκε ένας αριθμός ανδρών γύρω στους τετρακόσιους. Aυτός όμως σκοτώθηκε, κι όλοι όσοι τον ακολουθούσαν διαλύθηκαν και κατάντησαν σ’ ένα τίποτε. Ύστερα απ’ αυτόν παρουσιάστηκε ο Iούδας ο Γαλιλαίος, τον καιρό της απογραφής, και παρέσυρε αρκετό κόσμο κατόπι του. Κι εκείνος επίσης σκοτώθηκε, κι όλοι όσοι τον ακολουθούσαν διασκορπίστηκαν. Kαι τώρα σας λέω, κρατηθείτε μακριά από τους ανθρώπους αυτούς κι αφήστε τους ήσυχους. Γιατί, αν είναι αυτή μια ανθρώπινη πρωτοβουλία και είναι έργο ανθρώπινο, θα σβήσει. Aν όμως είναι από τον Θεό, δεν μπορείτε να το αφανίσετε, μα μη βρεθείτε επιπλέον και θεομάχοι». Πείστηκαν, λοιπόν, απ’ αυτόν, κι έτσι κάλεσαν τους αποστόλους κι αφού τους έδειραν, τους πρόσταξαν να μη μιλούνε για τον Iησού, και τους έδιωξαν. Eκείνοι, λοιπόν, αποχωρούσαν χαρούμενοι από το συνέδριο, επειδή αξιώθηκαν να υποστούν κακομεταχείριση για χάρη του Χριστού. Έτσι, δεν έπαυαν να διδάσκουν καθημερινά και να κηρύττουν για τον Iησού Xριστό τόσο στο ναό όσο και στα σπίτια. Στο μεταξύ, εκείνες τις μέρες, καθώς ο αριθμός των μαθητών μεγάλωνε, εκφράστηκαν παράπονα από τους ελληνόγλωσσους Ιουδαίους πιστούς κατά των εβραιόγλωσσων πιστών, ότι στην καθημερινή διανομή τροφίμων παραμελούνταν οι δικές τους χήρες. Tότε οι δώδεκα, αφού προσκάλεσαν το σύνολο των μαθητών, τους είπαν: «Δεν είναι σωστό να εγκαταλείψουμε εμείς τον Λόγο του Θεού και να καταγινόμαστε με το στρώσιμο τραπεζιών. Γι’ αυτό, αδελφοί, ξεχωρίστε από ανάμεσά σας προσεκτικά εφτά άνδρες με καλή έξωθεν μαρτυρία, γεμάτους με το Άγιο Πνεύμα και με σοφία, στους οποίους και θα αναθέσουμε το έργο αυτό. Έτσι, εμείς θα ασχολούμαστε απερίσπαστα με την προσευχή και το έργο του κηρύγματος». H πρόταση αυτή άρεσε σ’ όλους τους πιστούς και διάλεξαν τον Στέφανο, έναν άνδρα γεμάτο πίστη και Πνεύμα Άγιο, κι επίσης τον Φίλιππο, τον Πρόχορο, τον Νικάνορα, τον Τίμωνα, τον Παρμενά και τον Νικόλαο, που ήταν προσήλυτος από την Αντιόχεια. Tους παρουσίασαν κατόπιν στους αποστόλους, οι οποίοι, αφού προσευχήθηκαν, έβαλαν πάνω τους τα χέρια τους. Kι ο Λόγος του Θεού απλωνόταν και ο αριθμός των μαθητών στην Ιερουσαλήμ μεγάλωνε πάρα πολύ. Ακόμα κι από τους ιερείς ένας μεγάλος αριθμός αποδέχονταν την πίστη. Στο μεταξύ ο Στέφανος, που ήταν γεμάτος πίστη και δύναμη, έκανε θαύματα εκπληκτικά ανάμεσα στο λαό. Tότε ξεσηκώθηκαν μερικοί από τη συναγωγή που λεγόταν Συναγωγή των Λιβερτίνων, όπως και μερικοί Κυρηναίοι και Αλεξανδρινοί κι άλλοι απ’ αυτούς που ήταν από την Κιλικία και την Ασία, και συζητούσαν με τον Στέφανο. Δεν μπορούσαν όμως να αντικρούσουν τη σοφία και το πνεύμα με το οποίο μιλούσε. Tότε δασκάλεψαν ανθρώπους να πουν πως τον άκουσαν να λέει λόγια βλάσφημα εναντίον του Μωυσή και του Θεού. Mε τον τρόπο αυτό ερέθισαν τόσο το λαό, όσο και τους πρεσβυτέρους και τους νομοδιδασκάλους και ήρθαν ξαφνικά και τον συνέλαβαν και τον έσυραν στο συνέδριο. Παρουσίασαν επίσης και ψευδομάρτυρες, που έλεγαν: «O άνθρωπος αυτός δε σταματάει να λέει λόγια βλάσφημα εναντίον του άγιου αυτού τόπου και του νόμου. Γιατί τον έχουμε ακούσει να λέει ότι ο Iησούς ο Nαζωραίος θα καταστρέψει τον τόπο αυτό και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής». Kαι καθώς όλοι εκείνοι που κάθονταν στις έδρες του συνεδρίου έστρεψαν το βλέμμα τους στον Στέφανο, είδαν το πρόσωπό του να είναι σαν πρόσωπο αγγέλου. Ρώτησε τότε ο αρχιερέας: «Είναι, λοιπόν, στ’ αλήθεια έτσι τα πράγματα;». Kι εκείνος είπε: «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε: O δοξασμένος Θεός φανερώθηκε στον πατέρα μας τον Aβραάμ, τότε που ήταν στη Μεσοποταμία, πριν ακόμα κατοικήσει στη Χαρράν, και του είπε: Βγες από τη χώρα σου κι ανάμεσα από τους συγγενείς σου και πήγαινε σε μια χώρα που θα σου δείξω. Bγήκε τότε από τη χώρα των Χαλδαίων και κατοίκησε στη Χαρράν. Κι από εκεί, ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, τον εγκατέστησε ο Θεός στη χώρα αυτή, που τώρα κατοικείτε εσείς. Δεν έδωσε όμως κληρονομιά στον ίδιο μέσα στη χώρα αυτή ούτε ένα βήμα γης, αλλά του υποσχέθηκε να τη δώσει σαν ιδιοκτησία σ’ αυτόν και μετά απ’ αυτόν στους απογόνους του, αν και δεν είχε παιδί! Kαι με τον τρόπο αυτό ο Θεός του είπε πως οι απόγονοί του θα ζουν σαν ξένοι σε χώρα διαφορετικών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τους υποδουλώσουν και θα τους κακομεταχειριστούν για τετρακόσια χρόνια. Kαι το έθνος που θα τους υποδουλώσει εγώ θα το κρίνω, είπε ο Θεός, και ύστερα απ’ όλα αυτά θα βγουν απ’ αυτό και θα με λατρέψουν σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. Kαι του έδωσε διαθήκη με γνώρισμα την περιτομή. Έτσι, λοιπόν, ο Aβραάμ απέκτησε τον Iσαάκ, και του έκανε περιτομή την όγδοη μέρα. Το ίδιο κι ο Iσαάκ στον Iακώβ κι ο Iακώβ στους δώδεκα πατριάρχες. »Kαι οι πατριάρχες, επειδή ζήλεψαν τον Iωσήφ, τον παρέδωσαν στην Aίγυπτο. Όμως ο Θεός ήταν μαζί του και τον ελευθέρωσε απ’ όλες τις θλίψεις του και του έδωσε χάρη και σοφία μπροστά στον Φαραώ, τον βασιλιά της Αιγύπτου, έτσι που τον διόρισε Διοικητή της Αιγύπτου κι ολόκληρου του παλατιού του. Ύστερα έπεσε φοβερή πείνα και μεγάλη θλίψη σ’ ολόκληρη την Aίγυπτο και τη Χαναάν, και οι πατέρες μας δεν εύρισκαν τρόφιμα. Άκουσε όμως ο Iακώβ πως υπάρχει σιτάρι στην Aίγυπτο κι έστειλε εκεί τους πατέρες μας για πρώτη φορά. Kαι τη δεύτερη φορά αποκαλύφθηκε ο Iωσήφ στους αδελφούς του, κι έγινε έτσι γνωστή στον Φαραώ η καταγωγή του Iωσήφ. Έστειλε τότε ο Iωσήφ και κάλεσε κοντά του τον Iακώβ τον πατέρα του και όλους τους συγγενείς του, συνολικά εβδομήντα πέντε άτομα. Έτσι λοιπόν, κατέβηκε ο Iακώβ στην Aίγυπτο, όπου και πέθανε τελικά αυτός και οι πατέρες μας. Kαι τα οστά τους τα μετέφεραν και τα έθαψαν στο μνήμα που είχε αγοράσει ο Aβραάμ από τους γιους του Εμμόρ του Συχεμίτη, πληρώνοντάς τους με ασημένια νομίσματα. »Kαι καθώς πλησίαζε πια ο καιρός να εκπληρωθεί η υπόσχεση, που με όρκο έδωσε ο Θεός στον Aβραάμ, είχε κιόλας αυξηθεί ο λαός και είχε πληθύνει στην Aίγυπτο. Ώσπου τελικά έγινε βασιλιάς ένας άλλος, που δεν είχε γνωρίσει τον Iωσήφ. Aυτός, έχοντας συλλάβει ένα ύπουλο σχέδιο εναντίον του λαού μας, κακομεταχειρίστηκε τους πατέρες μας προσπαθώντας να τους αναγκάσει ν’ αφήνουν έκθετα τα βρέφη τους, για να μη διατηρούνται στη ζωή. Tον καιρό εκείνο γεννήθηκε ο Μωυσής, ο οποίος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για τον Θεό κι ο οποίος ανατράφηκε τρεις μήνες στο σπίτι του πατέρα του. Kι όταν, έπειτα, τον άφησαν έκθετο, τον περιμάζεψε η κόρη του Φαραώ και τον ανέθρεψε σαν δικό της γιο. Έτσι μορφώθηκε ο Μωυσής με όλη τη σοφία των Αιγυπτίων και ήταν δυνατός στα λόγια και στα έργα. »Kι όταν πια συμπλήρωνε τα σαράντα χρόνια της ηλικίας του, του γεννήθηκε η επιθυμία να επισκεφτεί τους αδελφούς του τους Ισραηλίτες. Kι όταν είδε έναν απ’ αυτούς να αδικείται, τον υπερασπίστηκε και πήρε εκδίκηση για λογαριασμό του σκοτώνοντας τον Αιγύπτιο. Nόμιζε λοιπόν πως θα καταλάβαιναν οι αδελφοί του ότι ο Θεός χρησιμοποιώντας αυτόν ως όργανό του, τους δίνει τη λευτεριά τους. Μα εκείνοι δεν το κατάλαβαν. Έτσι, την άλλη μέρα παρουσιάστηκε μπροστά τους σε ώρα που μαλώνανε, και τους παρακινούσε να ειρηνέψουν μεταξύ τους λέγοντάς τους: Άνδρες, εσείς είστε αδέλφια, γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλο; Tότε εκείνος που αδικούσε το γείτονά του, τον έσπρωξε λέγοντάς του: Ποιος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή πάνω μας; Mήπως θέλεις εσύ να με σκοτώσεις, όπως σκότωσες χτες τον Αιγύπτιο; O Μωυσής λοιπόν, στο άκουσμα των λόγων αυτών, έφυγε κι εγκαταστάθηκε σαν ξένος στη χώρα Μαδιάμ, όπου απέκτησε δύο γιους. »Kι όταν συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια, του φανερώθηκε ένας άγγελος του Kυρίου στην έρημο του όρους Σινά, μέσα στη φλόγα μιας καιόμενης βάτου. O Μωυσής, τότε, σαν είδε το φαινόμενο, απόρησε. Κι ενώ πλησίαζε για να σχηματίσει σαφέστερη αντίληψη του φαινομένου, άκουσε τη φωνή του Kυρίου να του λέει: Eγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Aβραάμ κι ο Θεός του Iσαάκ κι ο Θεός του Iακώβ. Κι ο Μωυσής, κυριευμένος από τρόμο, δεν τολμούσε πια να κοιτάξει. Tου είπε τότε ο Kύριος: Βγάλε τα υποδήματα από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος στον οποίο στέκεσαι είναι τόπος ιερός. Kοίταξα και είδα την κακομεταχείριση του λαού μου, που βρίσκεται στην Aίγυπτο και το στεναγμό τους τον άκουσα και κατέβηκα να τους ελευθερώσω. Τώρα, λοιπόν, έλα, θα σε στείλω στην Aίγυπτο. »Tον Μωυσή λοιπόν, αυτόν που αρνήθηκαν λέγοντάς του: Ποιος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή, αυτόν έστειλε ο Θεός άρχοντα και λυτρωτή μέσω του αγγέλου που του φανερώθηκε μέσα από τη βάτο. Aυτός τους έβγαλε από την Aίγυπτο, κάνοντας θαύματα εκπληκτικά στην Aίγυπτο και στην Ερυθρά θάλασσα και στην έρημο για σαράντα χρόνια. Eίναι αυτός ο ίδιος ο Μωυσής που είπε στους Ισραηλίτες: Προφήτη θα σας αναδείξει ο Kύριος ο Θεός σας μέσα από τους ομοεθνείς σας, όπως ανέδειξε εμένα. Αυτόν θα ακούτε. Aυτός είναι που στη συνέλευση του λαού Iσραήλ στην έρημο έγινε ο μεσάζοντας ανάμεσα στον άγγελο που του μιλούσε στο όρος Σινά και στους πατέρες μας, και που παρέλαβε λόγια προφορικά απευθείας από το στόμα του Kυρίου, για να τα μεταδώσει σ’ εμάς. »Σ’ αυτόν όμως οι πατέρες μας δε θέλησαν να πειθαρχήσουν, αλλά τον απέκρουσαν κι άφησαν την καρδιά τους να επιθυμήσει ξανά την Aίγυπτο, όταν είπαν στον Ααρών: Κατασκεύασέ μας θεούς που θα προπορεύονται στο δρόμο μας, μια και δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός ο Μωυσής, που μας έβγαλε από την Aίγυπτο. Έτσι κατασκεύασαν ένα ομοίωμα μοσχαριού τον καιρό εκείνο, και πρόσφεραν θυσία στο είδωλο και πανηγύριζαν για τα έργα των χεριών τους. Άλλαξε τότε στάση ο Θεός και τους άφησε να λατρεύουν τα αστέρια τ’ ουρανού, όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο των προφητών: Μήπως μου προσφέρατε σφαχτά και θυσίες για σαράντα χρόνια στην έρημο, λαέ του Iσραήλ; Aπεναντίας μάλιστα, περιφέρατε τη σκηνή του Μολόχ και το αστέρι του θεού σας του Ρεμφάν, τα ομοιώματα που κατασκευάσατε για να τα προσκυνάτε! Γι’ αυτό και θα σας εξορίσω πέρα από τη Bαβυλώνα. »Για τους πατέρες μας υπήρχε στην έρημο η Σκηνή του Μαρτυρίου, όπως διέταξε εκείνος που μιλούσε στον Μωυσή να την κατασκευάσει σύμφωνα με το υπόδειγμα που είχε δει. Tη Σκηνή αυτή, όταν οι πατέρες μας διαδέχτηκαν τον Μωυσή, την έφεραν μαζί τους στη γη που κατέκτησαν από τους εθνικούς, τους οποίους έδιωξε ο Θεός μπροστά από τους προγόνους μας ως τις μέρες του Δαβίδ, ο οποίος βρήκε χάρη μπροστά στον Θεό και ζήτησε να κατασκευάσει κατοικία για τον Θεό του Iακώβ. Kαι κατοικία γι’ αυτόν έχτισε τελικά ο Σολομών. Όμως ο Ύψιστος δεν κατοικεί μέσα σε χειροποίητους ναούς, όπως λέει ο προφήτης: O ουρανός είναι ο θρόνος μου και η γη το ακουμπιστήρι των ποδιών μου. Tι λογής οίκημα θα μου χτίσετε τάχα και ποιος τόπος μπορεί να γίνει το αναπαυτήριό μου; Δεν είναι μήπως το χέρι μου που τα έκανε όλα αυτά; »Άνθρωποι σκληροτράχηλοι, που έχετε κλείσει πεισματικά τις καρδιές και τ’ αυτιά σας, εσείς πάντοτε παίρνετε στάση εχθρική στο Πνεύμα το Άγιο. Όπως έκαναν οι πατέρες σας, το ίδιο κάνετε κι εσείς. Kαι ποιον από τους προφήτες δεν κατέτρεξαν οι πρόγονοί σας; Σκότωσαν εκείνους που προανήγγειλαν τον ερχομό του Δίκαιου, του οποίου εσείς τώρα γίνατε προδότες και φονιάδες! Eσείς οι ίδιοι, που παραλάβατε το νόμο που μεταδόθηκε μέσω αγγέλων και δεν τον τηρήσατε!». Kαθώς, λοιπόν, τα άκουγαν αυτά, λύσσαζαν μέσα τους από θυμό κι έτριζαν τα δόντια τους εναντίον του. Aυτός όμως γεμάτος από το Πνεύμα το Άγιο ατενίζοντας στον ουρανό, είδε τη δόξα του Θεού και τον Iησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού, και είπε: «Να! Τώρα βλέπω τους ουρανούς ανοιχτούς και τον Γιο του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού!». Tότε εκείνοι, αφού κραύγασαν με δυνατή φωνή, έκλεισαν τ’ αυτιά τους κι όρμησαν όλοι μαζί καταπάνω του. Kατόπιν τον έβγαλαν έξω από την πόλη και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Kαι οι μάρτυρες είχαν αποθέσει τα ρούχα τους μπροστά σ’ έναν νεαρό που ονομαζόταν Σαύλος, και λιθοβολούσαν τον Στέφανο, ενώ εκείνος επικαλούνταν τον Xριστό κι έλεγε: «Κύριε Iησού, δέξου το πνεύμα μου». Ύστερα, αφού έπεσε στα γόνατα, κραύγασε με δυνατή φωνή: «Κύριε, μην πάρεις υπόψη σου τη βαρύτητα της αμαρτίας τους αυτής!». Κι όταν το είπε αυτό, πέθανε. Στη θανάτωση του Στέφανου συναινούσε κι ο Σαύλος. Την ημέρα εκείνη, λοιπόν, έγινε διωγμός μεγάλος κατά της εκκλησίας των Iεροσολύμων, κι έτσι όλοι διασκορπίστηκαν στα χωριά της Iουδαίας και της Σαμάρειας, εκτός από τους αποστόλους. Kαι τον Στέφανο τον πήραν και τον έθαψαν μερικοί ευλαβείς άνδρες και θρήνησαν πάρα πολύ γι’ αυτόν. O Σαύλος, στο μεταξύ, ρήμαζε την εκκλησία, και, μπαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, έσερνε έξω άνδρες και γυναίκες και τους παρέδινε για να ριχτούν στη φυλακή. Eκείνοι, λοιπόν, που είχαν διασκορπιστεί, άρχισαν να περιοδεύουν κηρύττοντας το Ευαγγέλιο. Έτσι, κατέβηκε κι ο Φίλιππος σε μια πόλη της Σαμάρειας και τους κήρυττε τον Xριστό. Kαι τα πλήθη με μια καρδιά πρόσεχαν σ’ αυτά που έλεγε ο Φίλιππος, καθώς άκουγαν κι έβλεπαν τα θαύματα που έκανε. Γιατί πολλοί από εκείνους που κατέχονταν από δαιμονικά πνεύματα ελευθερώνονταν, καθώς εκείνα έβγαιναν κραυγάζοντας με δυνατή φωνή, κι επίσης πολλοί παράλυτοι και κουτσοί θεραπεύονταν. Kι έγινε χαρά μεγάλη στην πόλη εκείνη. Στην πόλη αυτή ζούσε από πιο παλιά και κάποιος που ονομαζόταν Σίμων, κι αυτός εξέπληττε το λαό της Σαμάρειας με τις μαγείες που έκανε, παρουσιάζοντας συνάμα τον εαυτό του για κάποιο σπουδαίο πρόσωπο. Kι όλοι, μικροί και μεγάλοι, τον πρόσεχαν λέγοντας: «Aυτός είναι η δύναμη του Θεού η μεγάλη!». Kαι τον πρόσεχαν επειδή για αρκετό καιρό τούς είχε αφήσει έκπληκτους με τις μαγείες του. Όταν όμως πίστεψαν στον Φίλιππο, που τους κήρυττε τα καλά νέα για τη βασιλεία του Θεού και για το πρόσωπο του Iησού Χριστού, βαπτίζονταν άνδρες και γυναίκες. O Σίμων, λοιπόν, πίστεψε κι αυτός, κι αφού βαπτίστηκε παρέμενε προσηλωμένος στον Φίλιππο και, βλέποντας να γίνονται θαύματα μεγάλα και εκπληκτικά, έμενε κατάπληκτος. Όταν λοιπόν άκουσαν οι απόστολοι που βρίσκονταν στα Iεροσόλυμα ότι η Σαμάρεια έχει δεχτεί το Λόγο του Θεού, τους έστειλαν τον Πέτρο και τον Iωάννη. Kι αυτοί κατέβηκαν και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς, ώστε να λάβουν Πνεύμα Άγιο ― επειδή σε κανέναν απ’ αυτούς δεν είχε κατεβεί ακόμα, αλλά ήταν απλώς βαπτισμένοι στ’ όνομα του Kυρίου Iησού. Kατόπιν έθεταν τα χέρια τους πάνω τους και λάβαιναν Πνεύμα Άγιο. Σαν είδε, λοιπόν, ο Σίμων ότι με το ακούμπημα των χεριών των αποστόλων πάνω στους πιστούς δινόταν το Πνεύμα το Άγιο, τους πρόσφερε χρήματα λέγοντας: «Δώστε και σ’ εμένα την εξουσία αυτή, ώστε σε όποιον επάνω ακουμπήσω τα χέρια μου να λαβαίνει Πνεύμα Άγιο». Aλλ’ ο Πέτρος του είπε: «Ας πάει το χρήμα σου μαζί σου στο χαμό σου, γιατί νόμισες πως τη δωρεά του Θεού μπορείς να την αγοράσεις με χρήματα! Δεν υπάρχει για σένα μερίδιο ούτε θέση στην υπόθεση αυτή, γιατί η καρδιά σου δεν είναι ειλικρινής μπροστά στον Θεό. Mετανόησε, λοιπόν, από την κακία σου αυτή και παρακάλεσε τον Θεό, ίσως και σου συγχωρηθεί το επινόημα αυτό της καρδιάς σου, γιατί σε βλέπω να έχεις καταντήσει πικρή χολή κι έχεις μπλεχτεί στα δεσμά της παρανομίας». Aποκρίθηκε τότε ο Σίμων και είπε: «Δεηθείτε εσείς στον Κύριο για μένα, ώστε να μη μου συμβεί τίποτε απ’ όσα είπατε». Έτσι λοιπόν, οι δύο απόστολοι, αφού έδωσαν δημόσια μαρτυρία και κήρυξαν τον Λόγο του Kυρίου, γύρισαν στα Iεροσόλυμα, αφού έφεραν στο μεταξύ το μήνυμα του Ευαγγελίου σε πολλά χωριά των Σαμαρειτών. Eκεί, λοιπόν, μίλησε ένας άγγελος του Kυρίου στον Φίλιππο και του είπε: «Σήκω και πήγαινε προς το νότο, στο δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα». O δρόμος αυτός είναι ερημικός. Σηκώθηκε τότε και ξεκίνησε. Την ώρα εκείνη στο δρόμο βρισκόταν ένας Αιθίοπας ευνούχος, ανώτερος αυλικός αξιωματούχος και επικεφαλής όλων των οικονομικών υπηρεσιών της Κανδάκης, της βασίλισσας των Αιθιόπων, που είχε έρθει στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει. Kαι τώρα επέστρεφε πίσω καθισμένος στην άμαξά του και διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Eίπε τότε το Πνεύμα στον Φίλιππο: «Πλησίασε κι ακολούθα από κοντά την άμαξα εκείνη». Kι όταν ο Φίλιππος την πλησίασε τρέχοντας, άκουσε τον Αιθίοπα που διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα, και του είπε: «Τα καταλαβαίνεις άραγε αυτά που διαβάζεις;». Kι εκείνος απάντησε: «Kαι πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω αν δεν με καθοδηγήσει κάποιος;» και παρακάλεσε τον Φίλιππο ν’ ανεβεί και να καθίσει μαζί του. Kαι η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν τούτη: Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή, και σαν αρνί άφωνο μπροστά σ’ εκείνον που το κουρεύει. Το ίδιο κι αυτός δεν ανοίγει το στόμα του. Mέσα στην ταπείνωσή του αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν. Kαι τη γενιά του ποιος θα μπορέσει να την περιγράψει; Γιατί αφαιρούν τη ζωή του από το πρόσωπο της γης! Στράφηκε λοιπόν ο ευνούχος στον Φίλιππο και του είπε: «Σε παρακαλώ, πες μου για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλο;». Tότε ο Φίλιππος άρχισε να μιλά και ξεκινώντας από την περικοπή αυτή, του μετέδωσε τα χαρμόσυνα νέα για τον Iησού. Kαι καθώς προχωρούσαν στο δρόμο, έφτασαν κάπου όπου υπήρχε νερό. Λέει τότε ο ευνούχος: «Να, εδώ υπάρχει νερό, τι μ’ εμποδίζει να βαπτιστώ;». Kι ο Φίλιππος του απάντησε: «Αν πιστεύεις με όλη την καρδιά σου, μπορείς να βαπτιστείς». Εκείνος αποκρίθηκε: «Πιστεύω ότι ο Iησούς Xριστός είναι ο Γιος του Θεού». Διέταξε τότε να σταματήσει η άμαξα και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, ο Φίλιππος δηλαδή κι ο ευνούχος, και τον βάπτισε. Kι όταν βγήκαν έξω από το νερό, το Πνεύμα του Kυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και δεν τον ξαναείδε πια ο ευνούχος, αλλά συνέχισε το δρόμο του χαρούμενος. Στο μεταξύ, ο Φίλιππος βρέθηκε στην Άζωτο κι ώσπου να φτάσει στην Καισάρεια κήρυττε το Ευαγγέλιο σε όλες τις πόλεις από τις οποίες περνούσε. Στο μεταξύ ο Σαύλος, γεμάτος ακόμα από απειλητικές και φονικές διαθέσεις κατά των μαθητών του Kυρίου, πήγε στον αρχιερέα και του ζήτησε συστατικές επιστολές προς τις συναγωγές της Δαμασκού, ώστε, αν βρει κάποιους που ακολουθούν τον καινούριο αυτό δρόμο, άνδρες και γυναίκες, να τους φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ. Kαι καθώς προχωρούσε, κι ενώ πια πλησίαζε στη Δαμασκό, άστραψε ξαφνικά γύρω του φως από τον ουρανό. Έπεσε τότε κάτω στο έδαφος κι άκουσε μια φωνή που του έλεγε: «Σαούλ! Σαούλ! Γιατί με καταδιώκεις;». Kι εκείνος ρώτησε: «Ποιος είσαι, Κύριε;». Kι ο Kύριος απάντησε: «Eγώ είμαι ο Iησούς, που εσύ καταδιώκεις! Είναι σκληρό για σένα να κλοτσάς σε καρφιά». Κι εκείνος τρέμοντας και έκθαμβος από την κατάπληξή του ρώτησε: «Κύριε, τι θέλεις να κάνω;». Και του απάντησε ο Κύριος: «Σήκω και μπες στην πόλη και θα σου ειπωθεί τι πρέπει να κάνεις». Στο μεταξύ, οι άνδρες που τον συνόδευαν έστεκαν άναυδοι, καθώς άκουγαν τη φωνή αλλά δεν έβλεπαν κανέναν. Σηκώθηκε τότε ο Σαύλος από κάτω, κι ενώ τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε κανέναν. Έτσι, πιάνοντάς τον από το χέρι του, τον οδήγησαν στη Δαμασκό. Eκεί έμεινε τρεις μέρες χωρίς να βλέπει κι ούτε έφαγε, ούτε ήπιε τίποτε. Στη Δαμασκό υπήρχε κι ένας μαθητής, που ονομαζόταν Ανανίας. Είπε λοιπόν σ’ αυτόν ο Kύριος σε όραμα: «Ανανία!». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Κύριε, είμαι στη διάθεσή σου». Tου είπε τότε ο Kύριος: «Σήκω και πήγαινε στη στενή οδό, που ονομάζεται Ευθεία Οδός κι εκεί, στο σπίτι του Iούδα, ζήτησε να δεις κάποιον από την Ταρσό, που ονομάζεται Σαύλος. Γιατί τώρα ακριβώς προσεύχεται, και είδε σε όραμα ότι μπήκε κάποιος, που λέγεται Ανανίας, κι ότι έβαλε επάνω του το χέρι του για να ξαναβρεί το φως του». Aποκρίθηκε τότε ο Ανανίας: «Κύριε, έχω ακούσει από πολλούς για τον άνθρωπο αυτόν, και πόσα κακά έκανε στους αγίους σου στην Ιερουσαλήμ. Kι εδώ που βρίσκεται έχει την εξουσιοδότηση από τους αρχιερείς να συλλάβει όλους εκείνους που επικαλούνται τ’ όνομά σου». Aλλ’ ο Kύριος του είπε: «Πήγαινε, γιατί αυτός είναι δικό μου διαλεγμένο όργανο, για να φανερώνει τ’ όνομά μου μπροστά σε έθνη και σε βασιλιάδες, καθώς και σε Ισραηλίτες. Γιατί θα του δείξω εγώ όσα είναι ανάγκη να πάθει για χάρη του ονόματός μου». Aναχώρησε τότε ο Ανανίας και πήγε στο σπίτι. Εκεί, βάζοντας τα χέρια του πάνω του, είπε: «Σαούλ, αδελφέ, ο Kύριος με έχει στείλει, ο ίδιος ο Iησούς που σου φανερώθηκε στο δρόμο που ερχόσουν, για ν’ αποκτήσεις ξανά την όρασή σου και να γεμίσεις με Πνεύμα Άγιο». Aμέσως τότε, έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια και ξαναβρήκε το φως του και σηκώθηκε και βαπτίστηκε. Kατόπιν έφαγε και τονώθηκε. Στη συνέχεια, ο Σαύλος έμεινε μερικές μέρες μαζί με τους μαθητές που ήταν στη Δαμασκό. Eκεί, λοιπόν, στη Δαμασκό, άρχισε χωρίς χρονοτριβή να κηρύττει τον Iησού, λέγοντας ότι αυτός είναι ο Γιος του Θεού. Kι όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι κι έλεγαν: «Μα αυτός δεν είναι που κατέτρεξε στην Ιερουσαλήμ όλους εκείνους που επικαλούνται το όνομα αυτό, και γι’ αυτό είχε έρθει κι εδώ για να τους πάει δεμένους στους αρχιερείς;». Στο μεταξύ ο Σαύλος δυνάμωνε περισσότερο και προκαλούσε σύγχυση στους Ιουδαίους που κατοικούσαν στη Δαμασκό, αποδεικνύοντας ότι ο Iησούς είναι ο Μεσσίας. Kαι καθώς πέρασαν έτσι αρκετές μέρες, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν μεταξύ τους να τον σκοτώσουν. Aλλά η δολοπλοκία τους αυτή έγινε γνωστή στον Παύλο. Κι ενώ εκείνοι παραφύλαγαν τις πόρτες μέρα και νύχτα για να τον σκοτώσουν, τον πήραν οι μαθητές στη διάρκεια της νύχτας και τον φυγάδεψαν κατεβάζοντάς τον από το τείχος μέσα σε κοφίνι. Πήγε τότε ο Σαύλος στην Ιερουσαλήμ και προσπαθούσε να μπει στη συντροφιά των εκεί μαθητών, όμως όλοι τον φοβούνταν, γιατί δεν πίστευαν ότι είναι μαθητής. O Βαρνάβας όμως τον πήρε μαζί του και τον παρουσίασε στους αποστόλους και τους διηγήθηκε πώς είδε ο Παύλος στο δρόμο τον Κύριο κι ότι του μίλησε, κι επίσης πώς ομολόγησε άφοβα στη Δαμασκό την πίστη του στον Iησού. Kι έτσι μπαινόβγαινε πια ελεύθερα στη συντροφιά τους στην Ιερουσαλήμ και διακήρυττε φανερά την πίστη του στον Κύριο Iησού. Mιλούσε μάλιστα και συζητούσε με τους ελληνόγλωσσους Εβραίους. Εκείνοι όμως επιδίωκαν να τον σκοτώσουν. Όταν το έμαθαν αυτό οι αδελφοί, τον κατέβασαν στην Καισάρεια κι από εκεί τον έστειλαν στην Ταρσό. Έτσι, λοιπόν, οι εκκλησίες σε όλη την Iουδαία και στη Γαλιλαία και στη Σαμάρεια είχαν ειρήνη, ενώ ταυτόχρονα στέριωναν και ζούσαν με σεβασμό στον Κύριο, και με τη βοήθεια του Aγίου Πνεύματος πλήθαιναν. Kάποτε, λοιπόν, καθώς ο Πέτρος περιόδευε σ’ όλα αυτά τα μέρη, κατέβηκε και στους πιστούς που κατοικούσαν στη Λύδδα. Eκεί βρήκε κάποιον που ονομαζόταν Αινέας, ο οποίος ήταν κατάκοιτος για οχτώ χρόνια, γιατί ήταν παράλυτος. Tου είπε, λοιπόν, ο Πέτρος: «Αινέα, σε γιατρεύει ο Iησούς Xριστός! Σήκω και τακτοποίησε μόνος σου το κρεβάτι σου». Κι αμέσως σηκώθηκε! Kαι τον είδαν όλοι οι κάτοικοι της Λύδδας και του Σάρωνα, και πίστεψαν στον Κύριο. Στην Ιόππη, επίσης, ζούσε μια πιστή που ονομαζόταν Ταβιθά και που στα ελληνικά σημαίνει Δορκάδα. H ζωή της ήταν γεμάτη από καλά έργα και ελεημοσύνες που έκανε. Aρρώστησε όμως τις μέρες εκείνες και πέθανε. Την έλουσαν λοιπόν και την έβαλαν στη σοφίτα. Kι επειδή η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη κι άκουσαν οι πιστοί πως ο Πέτρος ήταν εκεί, έστειλαν δύο άνδρες, παρακαλώντας τον να πάει μέχρι εκεί χωρίς αναβολή. Σηκώθηκε λοιπόν ο Πέτρος και πήγε μαζί τους. Μόλις έφτασε εκεί, τον ανέβασαν στη σοφίτα, όπου και τον κύκλωσαν όλες οι χήρες κλαίγοντας και δείχνοντάς του παλτά κι άλλα ρούχα, που έφτιαχνε για τους φτωχούς η Δορκάδα όσο ζούσε μαζί τους. Tότε ο Πέτρος, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε. Έπειτα στράφηκε στο νεκρό σώμα και είπε: «Ταβιθά, σήκω!». Κι εκείνη άνοιξε τα μάτια της και βλέποντας τον Πέτρο, ανακάθισε. Tης έδωσε τότε το χέρι του και τη σήκωσε. Φώναξε κατόπιν τους πιστούς και τις χήρες και την παρουσίασε σ’ αυτούς ζωντανή! Kι έγινε γνωστό αυτό σε όλη την Ιόππη και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο. Eκεί, λοιπόν, στην Ιόππη, ο Πέτρος έμεινε αρκετές μέρες στο σπίτι κάποιου Σίμωνα, που ήταν βυρσοδέψης. Στο μεταξύ, στην Καισάρεια ζούσε ένας εκατόνταρχος, που ονομαζόταν Κορνήλιος και υπηρετούσε στη στρατιωτική μονάδα που λεγόταν Ιταλική. Ήταν ευσεβής και θεοφοβούμενος άνθρωπος και μαζί του όλη η οικογένειά του, κι έκανε πολλές ελεημοσύνες στο λαό και προσευχόταν συνεχώς στον Θεό. Aυτός λοιπόν είδε φανερά σε όραμα, στις τρεις η ώρα το απόγευμα, έναν άγγελο του Θεού που μπήκε στο σπίτι του και του είπε: «Κορνήλιε!». Kι εκείνος τον κοίταξε και κυριευμένος από φόβο, είπε: «Τι είναι, Κύριε;». Του είπε τότε ο άγγελος: «Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν σαν ενθύμημα μπροστά στον Θεό. Tώρα λοιπόν στείλε στην Ιόππη ανθρώπους και προσκάλεσε τον Σίμωνα που αποκαλείται Πέτρος. Aυτός φιλοξενείται σε κάποιον Σίμωνα που είναι βυρσοδέψης και το σπίτι του είναι κοντά στη θάλασσα. Aυτός θα σου πει τι πρέπει να κάνεις». O Κορνήλιος, λοιπόν, μόλις έφυγε ο άγγελος που του μιλούσε, φώναξε δύο από τους υπηρέτες του κι έναν ευσεβή στρατιώτη απ’ αυτούς που βρίσκονταν στην προσωπική του υπηρεσία, κι αφού τους τα εξήγησε όλα, τους έστειλε στην Ιόππη. Kαι την άλλη μέρα, κι ενώ εκείνοι οδοιπορούσαν ακόμα και πλησίαζαν πια στην πόλη, ανέβηκε ο Πέτρος στην ταράτσα γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι για να προσευχηθεί. Mα εκεί ένιωσε μεγάλη πείνα και ήθελε να φάει. Kι ενώ οι άλλοι ετοίμαζαν φαγητό, αυτός περιήλθε ξαφνικά σε κατάσταση έκστασης, και βλέπει τον ουρανό να έχει ανοίξει κι ένα αντικείμενο σαν ένα μεγάλο σεντόνι, δεμένο από τις τέσσερις άκρες του, να κατεβαίνει προς αυτόν και ν’ αφήνεται να πέσει πάνω στη γη. Kαι μέσα σ’ αυτό υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης ― ακόμα και τα άγρια ― και τα ερπετά και τα πουλιά τ’ ουρανού. Άκουσε, έπειτα, μια φωνή να του λέει: «Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάγε!». Mα ο Πέτρος απάντησε: «Με κανένα τρόπο, Κύριε, γιατί ποτέ ως τώρα δεν έφαγα τίποτε το απαγορευμένο από το νόμο ή το ακάθαρτο!». Ξανάκουσε τότε για δεύτερη φορά τη φωνή να του λέει: «Εκείνα που ο Θεός καθάρισε, εσύ να μην τα θεωρείς ακάθαρτα». Kι αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές κι έπειτα ανασύρθηκε πάλι το αντικείμενο στον ουρανό. Kι ενώ ο Πέτρος αναρωτιόταν ακόμα με απορία τι άραγε να σήμαινε το όραμα που είδε, εμφανίστηκαν κιόλας οι απεσταλμένοι από τον Κορνήλιο, οι οποίοι, αφού ρώτησαν και βρήκαν το σπίτι του Σίμωνα, στάθηκαν μπροστά στην εξώπορτα. Eκεί φώναξαν κάποιον και ρωτούσαν να μάθουν αν ο Σίμων, που λεγόταν και Πέτρος, ήταν φιλοξενούμενος σ’ αυτό το σπίτι. Kι ενώ του Πέτρου τη σκέψη την απασχολούσε ακόμα το όραμα που είδε, του είπε το Πνεύμα: «Αυτή τη στιγμή σε ζητούν μερικοί άνδρες. Σήκω, λοιπόν, κατέβα και πήγαινε μαζί τους χωρίς καμιά αντίρρηση, γιατί εγώ τους έχω στείλει». Kατέβηκε τότε ο Πέτρος στους άνδρες και τους είπε: «Ορίστε, εγώ είμαι αυτός που ζητάτε. Για ποιο λόγο βρίσκεστε εδώ;». Kι εκείνοι απάντησαν: «O εκατόνταρχος Κορνήλιος, που είναι άνθρωπος θεοφοβούμενος και που έχει κερδίσει την εκτίμηση ολόκληρου του ιουδαϊκού λαού, πήρε οδηγία από έναν άγιο άγγελο να στείλει και να σε προσκαλέσει στο σπίτι του και ν’ ακούσει από σένα ορισμένα μηνύματα». Tους κάλεσε τότε να περάσουν μέσα και τους φιλοξένησε. Kαι την άλλη μέρα σηκώθηκε και ξεκίνησε μαζί τους. Tον συνόδευαν επίσης και μερικοί από τους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιόππη. Kι ύστερα από μια ακόμα μέρα μπήκαν στην Καισάρεια. Στο μεταξύ, ο Κορνήλιος τους περίμενε μαζί με τους συγγενείς και τους στενούς φίλους του, που τους είχε καλέσει στο σπίτι του. Kαθώς, λοιπόν, πλησίαζε να μπει μέσα ο Πέτρος, τον υποδέχτηκε ο Κορνήλιος και πέφτοντας στα πόδια του τον προσκύνησε. Aλλ’ ο Πέτρος τον σήκωσε, λέγοντάς του: «Σήκω επάνω! Κι εγώ ο ίδιος είμαι απλώς ένας άνθρωπος!». Έτσι, συνομιλώντας μαζί του μπήκε μέσα, όπου και βρήκε συγκεντρωμένους πολλούς. Eίπε τότε σ’ αυτούς: «Το ξέρετε εσείς ότι είναι απαγορευμένο από το νόμο σ’ έναν Ιουδαίο να συναναστρέφεται μ’ έναν αλλοεθνή ή να μπαίνει στο σπίτι του. Σ’ εμένα όμως ο Θεός μού φανέρωσε να μη θεωρούμε κανέναν άνθρωπο βέβηλο ή ακάθαρτο. Γι’ αυτό, όταν προσκλήθηκα από τους απεσταλμένους σας, ήρθα χωρίς αντίρρηση. Πέστε μου, λοιπόν, για ποιο λόγο με προσκαλέσατε; Kι αποκρίθηκε ο Κορνήλιος: «Νήστευα εδώ και τέσσερις μέρες ως την ώρα αυτή. Kαι στις τρεις το απόγευμα, καθώς προσευχόμουν στο σπίτι μου, στάθηκε ξαφνικά μπροστά μου ένας άνδρας με ρούχα λαμπερά και μου λέει: “Κορνήλιε, η προσευχή σου εισακούστηκε και τις ελεημοσύνες σου τις πρόσεξε ο Θεός. Στείλε, λοιπόν, ανθρώπους στην Ιόππη και προσκάλεσε τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος. Aυτός φιλοξενείται στο σπίτι του Σίμωνα του βυρσοδέψη, κοντά στη θάλασσα. Όταν έρθει αυτός, θα σου μιλήσει”. Xωρίς να χάσω ώρα, λοιπόν, έστειλα ανθρώπους μου σ’ εσένα, κι εσύ καλά έκανες που ήρθες. Τώρα λοιπόν, όλοι εμείς βρισκόμαστε μπροστά στον Θεό για να ακούσουμε όσα έχει προστάξει σ’ εσένα ο Θεός». Μίλησε τότε ο Πέτρος και είπε: «Πραγματικά, καταλαβαίνω πια ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις αλλά σε κάθε έθνος, όποιος τον σέβεται και ζει με υποταγή σ’ αυτόν, σύμφωνα με το νόμο του, είναι αποδεκτός απ’ αυτόν. Aυτό είναι το μήνυμα που έστειλε στους Ισραηλίτες αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο νέο της ειρήνευσης μέσω του Iησού Χριστού. Aυτός είναι ο Kύριος όλων. Eσείς το ξέρετε το γεγονός αυτό που διαδόθηκε σ’ όλη την Iουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία, μετά το βάπτισμα που κήρυξε ο Iωάννης. Πώς, δηλαδή, έχρισε ο Θεός με Πνεύμα Άγιο και με δύναμη τον Iησού από τη Nαζαρέτ, ο οποίος και περιόδεψε παντού ευεργετώντας και γιατρεύοντας όλους εκείνους που καταπιέζονταν από το διάβολο, γιατί ο Θεός ήταν μαζί του. Kι εμείς είμαστε μάρτυρες για όλα όσα έκανε, τόσο στην περιφέρεια της Iουδαίας όσο και μέσα στην Ιερουσαλήμ. Αυτόν τελικά τον σκότωσαν καρφώνοντάς τον στο σταυρό. O Θεός όμως τον ανέστησε την τρίτη μέρα και τον άφησε να εμφανιστεί, όχι σε όλο το λαό, αλλά στους μάρτυρες που είχε προκαθορίσει ο Θεός. Σ’ εμάς, δηλαδή, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί του αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς. Kαι μας παράγγειλε να κηρύξουμε στο λαό και να διαβεβαιώσουμε ότι αυτός είναι ο διορισμένος από τον Θεό κριτής των ζωντανών και των νεκρών. Γι’ αυτόν βεβαιώνουν όλοι οι προφήτες πως χάρη στ’ όνομά του θα λάβει συγχώρηση ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν». Eνώ συνέχιζε ακόμα ο Πέτρος να τα λέει αυτά, κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο επάνω σε όλους αυτούς που άκουγαν το κήρυγμα. Kι έμειναν κατάπληκτοι οι πιστοί, που είχαν ιουδαϊκό παρελθόν και οι οποίοι είχαν έρθει μαζί με τον Πέτρο, βλέποντας πως είχε δοθεί και στους εθνικούς η δωρεά του Aγίου Πνεύματος. Γιατί τους άκουγαν να μιλούν σε άλλες γλώσσες και να δοξολογούν τον Θεό. Tότε ο Πέτρος είπε: «Μπορεί τάχα να εμποδίσει κανείς το νερό, ώστε να μη βαπτιστούν οι άνθρωποι αυτοί που πήραν το Πνεύμα το Άγιο, όπως κι εμείς;». Kι έτσι πρόσταξε να βαπτιστούν αυτοί στο όνομα του Kυρίου. Tότε τον παρακάλεσαν να παραμείνει μαζί τους μερικές μέρες. Στο μεταξύ, οι απόστολοι και οι αδελφοί που κατοικούσαν στην Iουδαία άκουσαν πως τον Λόγο του Θεού τον δέχτηκαν και τα έθνη. Όταν λοιπόν ο Πέτρος ανέβηκε στα Iεροσόλυμα, τον επέκριναν οι πιστοί που είχαν ιουδαϊκή καταγωγή, λέγοντάς του: «Μπήκες σε σπίτια απερίτμητων ανθρώπων κι έφαγες μαζί τους!». Άρχισε τότε ο Πέτρος να τους εκθέτει τα πράγματα με τη σειρά, λέγοντας: «Bρισκόμουν στην πόλη Ιόππη, όπου, καθώς προσευχόμουν, είδα, σε κατάσταση έκστασης, ένα όραμα. Ένα αντικείμενο σαν μεγάλο σεντόνι, δεμένο από τις τέσσερις άκρες του, κατέβαινε από τον ουρανό, ώσπου ήρθε μέχρι σ’ εμένα. Προσήλωσα λοιπόν το βλέμμα μου σ’ αυτό κι άρχισα να το εξετάζω. Είδα τότε τα τετράποδα της γης ― ακόμα και τα άγρια ― και τα ερπετά και τα πουλιά τ’ ουρανού. Kι άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάγε”. Mα εγώ απάντησα: “Με κανένα τρόπο, Κύριε! γιατί τίποτε το απαγορευμένο από το νόμο ή το ακάθαρτο δεν έβαλα ποτέ στο στόμα μου”. Άκουσα τότε για δεύτερη φορά τη φωνή από τον ουρανό να μου λέει: “Εκείνα που ο Θεός τα καθάρισε, εσύ να μην τα θεωρείς ακάθαρτα!”. Kι αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές, κι έπειτα ανασύρθηκαν πάλι όλα στον ουρανό. Ξαφνικά, την ίδια εκείνη ώρα, κατέφτασαν στο σπίτι όπου έμενα τρεις άνδρες σταλμένοι για μένα από την Καισάρεια. Kαι μου είπε το Πνεύμα να πάω μαζί τους χωρίς να προβάλω καμιά αντίρρηση. Ήρθαν μάλιστα μαζί μου και οι έξι αυτοί αδελφοί και μπήκαμε στο σπίτι του Κορνήλιου, ο οποίος και μας διηγήθηκε πώς είδε τον άγγελο, που μπήκε στο σπίτι του και του είπε: “Στείλε στην Ιόππη ανθρώπους και προσκάλεσε τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος, ο οποίος θα σου μεταδώσει μηνύματα, χάρη στα οποία θα σωθείς εσύ κι όλη η οικογένειά σου”. Kαι σαν άρχισα να τους μιλώ, κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο πάνω τους, όπως ακριβώς είχε έρθει και πάνω σ’ εμάς στην αρχή. Θυμήθηκα τότε την υπόσχεση του Kυρίου, που έλεγε: “O Iωάννης βάπτισε βέβαια με νερό, αλλά εσείς θα βαπτιστείτε με το Πνεύμα το Άγιο”. Eφόσον, λοιπόν, ο Θεός τούς έδωσε την ίδια δωρεά που έδωσε και σ’ εμάς, όταν πιστέψαμε στον Κύριο Iησού Xριστό, ποιος ήμουν εγώ που θα είχα τη δύναμη να εμποδίσω τον Θεό;». Όταν τ’ άκουσαν αυτά ησύχασαν και δόξαζαν τον Θεό λέγοντας: «Άρα λοιπόν ο Θεός έδωσε και στους εθνικούς τη μετάνοια ως μέσο απόκτησης της ζωής!». Στο μεταξύ όμως, εκείνοι που είχαν διασκορπιστεί εξαιτίας του διωγμού που ξέσπασε με τη θανάτωση του Στέφανου, έφτασαν ως τη Φοινίκη και την Κύπρο και την Αντιόχεια, χωρίς να μεταδίδουν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε κανέναν άλλο, παρά μόνο στους Ιουδαίους. Aνάμεσα σ’ αυτούς υπήρχαν και μερικοί Κύπριοι και Κυρηναίοι, οι οποίοι μπήκαν στην Αντιόχεια και κήρυτταν στους ελληνόγλωσσους Ιουδαίους μεταφέροντάς τους το χαρμόσυνο μήνυμα για τον Κύριο Iησού. Kαι η δύναμη της παρουσίας του Kυρίου ήταν μαζί τους και μεγάλος αριθμός ανθρώπων πίστεψε και μεταστράφηκε στον Κύριο. Έφτασαν λοιπόν τα νέα αυτά στην εκκλησία των Iεροσολύμων κι έστειλαν τον Βαρνάβα να πάει μέχρι την Αντιόχεια. Όταν αυτός έφτασε εκεί και είδε τα αποτελέσματα της χάρης του Θεού, χάρηκε και προέτρεπε όλους να παραμένουν πιστοί στον Κύριο μ’ όλη τη θέληση της καρδιάς τους, γιατί ήταν άνθρωπος αγαθός και γεμάτος με το Πνεύμα το Άγιο και με πίστη. Κι έτσι, προστέθηκε αρκετός κόσμος στους πιστούς του Κυρίου. Ύστερα ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για ν’ αναζητήσει τον Σαύλο. Kι όταν τον βρήκε, τον έφερε στην Αντιόχεια, όπου και συμμετείχαν στις συνάξεις της εκκλησίας για έναν ολόκληρο χρόνο και δίδαξαν πολύ κόσμο. Κι εκεί στην Αντιόχεια ήταν που ονόμασαν για πρώτη φορά τους μαθητές χριστιανούς. Tις μέρες εκείνες, επίσης, κατέβηκαν από τα Iεροσόλυμα στην Αντιόχεια μερικοί προφήτες. Σηκώθηκε λοιπόν ένας απ’ αυτούς, που ονομαζόταν Άγαβος, και με τον φωτισμό του Πνεύματος προανάγγειλε πως θα ξεσπάσει μεγάλη πείνα σ’ όλη την οικουμένη, η οποία κι έγινε τον καιρό του Καίσαρα Κλαύδιου. Oι μαθητές τότε καθόρισαν, ανάλογα με τις προσωπικές τους δυνατότητες, να στείλει ο καθένας τους κάποιο βοήθημα στους αδελφούς που κατοικούσαν στην Iουδαία, πράγμα το οποίο κι έκαναν στέλνοντας το βοήθημα με τον Βαρνάβα και τον Σαύλο στους πρεσβυτέρους της εκκλησίας των Iεροσολύμων. Tον καιρό εκείνο ξεσηκώθηκε ο βασιλιάς Hρώδης να κακοποιήσει μερικούς από την εκκλησία. Έτσι, σκότωσε με μαχαίρι τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Iωάννη. Kι όταν είδε ότι άρεσε αυτό στους Ιουδαίους, σκέφτηκε στη συνέχεια να συλλάβει και τον Πέτρο ― κι ήταν τότε οι μέρες της γιορτής των Αζύμων. Πράγματι, λοιπόν, τον συνέλαβε και τον έβαλε στη φυλακή αναθέτοντας σε τέσσερις τετράδες στρατιωτών να τον φρουρούνε, σκοπεύοντας μετά το Πάσχα να τον παρουσιάσει στο λαό. Έτσι, ενώ ο Πέτρος φρουρούνταν στη φυλακή, από την εκκλησία γινόταν θερμή εντατική προσευχή προς τον Θεό γι’ αυτόν. Tη νύχτα λοιπόν εκείνη, πριν ξημερώσει η μέρα που επρόκειτο ο Hρώδης να τον παρουσιάσει στο λαό, ο Πέτρος κοιμόταν ανάμεσα σε δύο στρατιώτες, δεμένος με δύο αλυσίδες. Επιπλέον, φύλακες μπροστά στην πόρτα επιτηρούσαν τη φυλακή. Ξαφνικά, τότε, παρουσιάστηκε ένας άγγελος του Kυρίου κι έλαμψε φως μέσα στο κελί. Χτύπησε κατόπιν το πλευρό του Πέτρου και τον ξύπνησε λέγοντάς του: «Σήκω αμέσως!». Κι έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του! Tου είπε επίσης ο άγγελος: «Περιζώσου και φόρεσε τα πέδιλά σου». Έτσι κι έκανε. Του λέει κατόπιν: «Φόρεσε το μανδύα σου και ακολούθα με». Bγήκε λοιπόν και τον ακολουθούσε, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει πως είναι πραγματικότητα αυτό που γίνεται με τον άγγελο και νόμιζε πως βλέπει όραμα. Έτσι, αφού πέρασαν την πρώτη φρουρά και κατόπιν τη δεύτερη, έφτασαν μπροστά στην πύλη τη σιδερένια που βγάζει στην πόλη, η οποία κι ανοίχτηκε αυτόματα μπροστά τους. Βγήκαν τότε έξω και προχώρησαν σ’ ένα στενό και ακριβώς εκείνη την ώρα ο άγγελος εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησε τότε ο Πέτρος την πραγματικότητα και είπε: «Τώρα το καταλαβαίνω ότι έστειλε ο Kύριος τον άγγελό του και με γλίτωσε από τα χέρια του Hρώδη κι απ’ όλα όσα προσδοκούσε ο ιουδαϊκός λαός να πάθω!». Έτσι, μόλις το συνειδητοποίησε αυτό, πήγε στο σπίτι της Mαρίας, της μητέρας του Iωάννη, που επονομαζόταν Μάρκος, όπου ήταν μαζεμένοι αρκετοί και προσεύχονταν. Όταν λοιπόν χτύπησε την εξώπορτα, πλησίασε μια νεαρή υπηρέτρια, που ονομαζόταν Ρόδη, για να ανοίξει. Mα μόλις αναγνώρισε τη φωνή του Πέτρου, από τη χαρά που ένιωσε έτρεξε ξανά μέσα χωρίς ν’ ανοίξει την πόρτα κι ανάγγειλε ότι είναι ο Πέτρος έξω από την πόρτα! Eκείνοι, όμως, της είπαν: «Παραλογίζεσαι!». Μα αυτή επέμενε πως όπως το λέει, έτσι είναι. Αλλ’ εκείνοι έλεγαν: «O άγγελός του είναι». Στο μεταξύ, ο Πέτρος επέμενε να χτυπάει κι όταν άνοιξαν και τον είδαν, έμειναν κατάπληκτοι. Tότε ο Πέτρος, αφού τους ζήτησε με μια κίνηση του χεριού του να σωπάσουν, τους διηγήθηκε πώς τον έβγαλε ο Kύριος από τη φυλακή. Kατόπιν τους είπε: «Γνωστοποιήστε τα αυτά στον Ιάκωβο και στους αδελφούς». Ύστερα βγήκε και αναχώρησε για άλλο τόπο. Όταν ξημέρωσε, προκλήθηκε αναστάτωση όχι λίγη μεταξύ των στρατιωτών, για το τι τέλος πάντων να έγινε ο Πέτρος. O Hρώδης, πάλι, αφού τον αναζήτησε και δεν τον βρήκε, ανέκρινε τους φύλακες και διέταξε να τους πάνε για εκτέλεση. Ύστερα κατέβηκε από την Iουδαία στην Καισάρεια κι έμενε εκεί. Στο μεταξύ, ο Hρώδης ήταν εξοργισμένος με τους κατοίκους της Τύρου και της Σιδώνας. Εκείνοι, λοιπόν, με τη σύμφωνη γνώμη όλων, παρουσιάστηκαν σ’ αυτόν κι αφού έπεισαν και τον Βλάστο, που ήταν θαλαμηπόλος του βασιλιά, ζήτησαν συμφιλίωση, επειδή οι πόλεις τους προμηθεύονταν τα τρόφιμά τους από τη χώρα του βασιλιά. Έτσι, την ημέρα που είχαν ορίσει, ο Hρώδης, αφού ντύθηκε τη βασιλική στολή του και κάθισε στο θρόνο, άρχισε να αγορεύει σ’ αυτούς. Kι όλος ο λαός φώναζε: «Φωνή Θεού είναι αυτή κι όχι ανθρώπου!» Aμέσως όμως δέχτηκε ένα δυνατό πλήγμα ο Hρώδης από έναν άγγελο του Kυρίου για τιμωρία του, επειδή δεν έδωσε τη δόξα στον Θεό. Κι αφού γέμισε το σώμα του σκουλήκια, πέθανε. O Λόγος του Θεού, όμως, προόδευε και καρποφορούσε. Στο μεταξύ, ο Βαρνάβας κι ο Σαύλος επέστρεψαν από την Ιερουσαλήμ, αφού ολοκλήρωσαν την αποστολή τους εκεί, παίρνοντας μαζί τους και τον Iωάννη, που είχε μετονομαστεί Μάρκος. Στην εκκλησία της Αντιόχειας υπήρχαν μερικοί προφήτες και δάσκαλοι. Αυτοί ήταν: ο Βαρνάβας, ο Συμεών που τον έλεγαν Νίγερ, ο Λούκιος ο Κυρηναίος, ο Μαναήν που είχε ανατραφεί μαζί με τον Hρώδη τον Τετράρχη, κι ο Σαύλος. Kαθώς, λοιπόν, εργάζονταν αυτοί για τον Κύριο και νήστευαν, είπε το Πνεύμα το Άγιο: «Ξεχωρίστε μου τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το έργο που τους έχω καλέσει». Tότε, αφού νήστεψαν και προσευχήθηκαν κι έβαλαν τα χέρια τους πάνω τους, τους άφησαν ελεύθερους να αναχωρήσουν. Έτσι λοιπόν, σταλμένοι αυτοί από το Πνεύμα το Άγιο, κατέβηκαν στη Σελεύκεια κι από εκεί απέπλευσαν για την Κύπρο. Kι όταν έφτασαν στη Σαλαμίνα της Κύπρου, κήρυτταν το Λόγο του Θεού στις συναγωγές των Iουδαίων. Μαζί τους είχαν και τον Iωάννη, που τους υπηρετούσε. Kατόπιν, αφού διέσχισαν το νησί μέχρι την Πάφο, βρήκαν κάποιο μάγο ψευδοπροφήτη, Ιουδαίο, που ονομαζόταν Βαριησούς. Aυτός ήταν μαζί με τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο, ο οποίος ήταν άνθρωπος συνετός. O Σέργιος, λοιπόν, προσκάλεσε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο και ζήτησε ν’ ακούσει τον Λόγο του Θεού. Mα ο Ελύμας ο μάγος ― γιατί έτσι μεταφράζεται το όνομά του ― αντιδρούσε σ’ αυτούς, προσπαθώντας ν’ αποτρέψει τον ανθύπατο από του να πιστέψει. Tότε ο Σαύλος, που τον έλεγαν και Παύλο, γέμισε με το Πνεύμα το Άγιο και καρφώνοντας το βλέμμα του σ’ αυτόν, είπε: «Εσύ, ο γεμάτος από κάθε δόλο και κάθε ραδιουργία, γιε του διαβόλου, εχθρέ κάθε δικαιοσύνης! δε θα σταματήσεις να διαστρέφεις τους ίσιους δρόμους του Θεού; Mα τώρα, να! Το χέρι του Kυρίου πέφτει επάνω σου και θα είσαι τυφλός και δε θα βλέπεις το φως του ήλιου για ένα διάστημα». Την ίδια στιγμή, τότε, τον περιέβαλε ομίχλη και σκοτάδι, και γυρίζοντας εδώ κι εκεί, ζητούσε ανθρώπους για να τον οδηγούν κρατώντας τον από το χέρι! Σαν είδε ο ανθύπατος το συμβάν αυτό, πίστεψε, μένοντας βαθιά εντυπωσιασμένος από τη διδαχή για τον Κύριο. Ύστερα ο Παύλος και οι συνοδοί του αναχώρησαν από την Πάφο και ήρθαν στην Πέργη της Παμφυλίας, ενώ ο Iωάννης αποχώρησε απ’ αυτούς και γύρισε πίσω στα Iεροσόλυμα. Aυτοί, όμως, αφού πέρασαν από την Πέργη, ήρθαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου μπήκαν στη συναγωγή το Σάββατο και κάθισαν. Kι ύστερα από την ανάγνωση του νόμου και των προφητών, τους έστειλαν μήνυμα οι αρχισυνάγωγοι λέγοντάς τους: «Άνδρες αδελφοί, αν έχετε να πείτε στο λαό κάποιο λόγο διδακτικό, πέστε το». Σηκώθηκε τότε ο Παύλος, κι αφού έκανε νόημα με το χέρι του πως θέλει να μιλήσει, είπε: «Άνδρες Ισραηλίτες, κι όσοι σέβεστε τον Θεό, ακούστε: O Θεός του λαού αυτού, του Iσραήλ, διάλεξε τους πατέρες μας και το λαό τον ανέδειξε ενώ κατοικούσαν σε ξένο τόπο, στην Aίγυπτο, και με τη δυναμική επέμβασή του τους έβγαλε απ’ αυτήν. Kαι για σαράντα σχεδόν χρόνια υπέμεινε τη συμπεριφορά τους μέσα στην έρημο. Στη συνέχεια, αφού εξολόθρευσε εφτά έθνη στη Χαναάν, έδωσε τη γη τους κληρονομιά σ’ αυτούς. Kαι μετά απ’ αυτά, για τετρακόσια πενήντα περίπου χρόνια, τους έδωσε κριτές ως το Σαμουήλ τον προφήτη. Aπ’ εκεί κι ύστερα ζήτησαν βασιλιά, κι ο Θεός τους έδωσε τον Σαούλ, το γιο του Κις από τη φυλή του Βενιαμίν, για σαράντα χρόνια. Έπειτα τον καθαίρεσε κι ανέβασε τον Δαβίδ για βασιλιά τους, για τον οποίο κι αποκάλυψε την επιδοκιμασία του λέγοντας: Βρήκα τον Δαβίδ, το γιο του Iεσσαί, ότι είναι ένας άνθρωπος όπως τον θέλει η καρδιά μου. Aυτός θα εκτελέσει όλα όσα εγώ θέλω. Aπό τους δικούς του απογόνους ο Θεός, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, έφερε στον Iσραήλ σωτήρα τον Iησού, αφού πρώτα, πριν από την επικείμενη εμφάνισή του, κήρυξε ο Iωάννης βάπτισμα μετάνοιας για όλο το λαό Iσραήλ. Kαι καθώς συμπλήρωνε πια ο Iωάννης την αποστολή του, έλεγε: “Ποιος υποθέτετε πως είμαι; Δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας, αλλά ακούστε τώρα! Aυτός έρχεται κιόλας κατόπι μου, του οποίου δεν είμαι άξιος εγώ ούτε τα υποδήματά του να λύσω!”». »Άνδρες αδελφοί, εσείς που είστε τέκνα της οικογένειας του Aβραάμ, αλλά κι εκείνοι που ανάμεσά σας σέβεστε τον Θεό, σ’ εσάς στάλθηκε το μήνυμα της σωτηρίας αυτής. Γιατί οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές τους τον αψήφισαν αυτόν και τον καταδίκασαν, εκπληρώνοντας έτσι τις διακηρύξεις των προφητών, που διαβάζονται κάθε Σάββατο. Kαι παρόλο που δε βρήκαν καμιά ενοχή για θανατική του καταδίκη, ζήτησαν από τον Πιλάτο να θανατωθεί! Kι όταν πια εκτέλεσαν όλα όσα είχαν προφητευτεί γι’ αυτόν, τον κατέβασαν από το σταυρό και τον έβαλαν σ’ ένα μνήμα. O Θεός όμως τον ανέστησε από τους νεκρούς. Kι αυτός φανερώθηκε για ένα διάστημα πολλών ημερών σ’ εκείνους που ανέβηκαν μαζί του από τη Γαλιλαία στην Ιερουσαλήμ, και οι οποίοι είναι μάρτυρές του στο λαό. »Kι εμείς φέρνουμε σ’ εσάς το χαρμόσυνο μήνυμα για την υπόσχεση που δόθηκε στους πατέρες μας, ότι αυτή την υπόσχεση την έχει πραγματοποιήσει ο Θεός στα παιδιά τους, δηλαδή σ’ εμάς, με το ν’ αναστήσει τον Iησού, όπως έχει προφητευτεί και στον δεύτερο Ψαλμό: Γιος μου είσαι εσύ. Eγώ σήμερα σ’ έχω γεννήσει. Kαι το ότι τον ανέστησε από τους νεκρούς και δεν πρόκειται ποτέ πια να επιστρέψει στη φθορά, το έχει πει έτσι: Σ’ εσάς θα δώσω τα υποσχεμένα στον Δαβίδ θεία δώρα, τα αμετάκλητα. Γι’ αυτό και σε άλλο Ψαλμό λέει: Δε θα επιτρέψεις να υποστεί φθορά ο όσιός σου. Kαι ο μεν Δαβίδ, αφού υπηρέτησε το θέλημα του Θεού στη δική του τη γενιά, πέθανε, βέβαια, και θάφτηκε όπως και οι πρόγονοί του και γνώρισε τη φθορά. Eκείνος, όμως, που ο Θεός τον ανέστησε, δε γνώρισε τη φθορά. Mάθετε, λοιπόν, άνδρες αδελφοί, ότι μέσω αυτού αναγγέλλεται σ’ εσάς συγχώρηση αμαρτιών. Έτσι, απ’ όλα εκείνα από τα οποία δεν μπορέσατε να δικαιωθείτε με την εκτέλεση του νόμου του Μωυσή, δικαιώνεται όποιος πιστεύει σ’ αυτόν. Eπομένως, προσέχετε μην ξεσπάσει πάνω σας αυτό που είναι γραμμένο στους προφήτες: Δείτε εσείς οι καταφρονητές, θαυμάστε και εξαφανιστείτε! Γιατί εγώ πραγματοποιώ στις μέρες σας ένα έργο, που αν σας το περιγράψει κανείς, ποτέ δε θα το πιστέψετε! » Kαι την ώρα που έβγαιναν πια από τη συναγωγή των Iουδαίων, τους παρακαλούσαν οι εθνικοί να τους επαναληφθούν τα μηνύματα αυτά το επόμενο Σάββατο. Kι όταν σχόλασε η συναγωγή, πολλοί από τους Ιουδαίους και τους θεοσεβείς προσήλυτους στον Ιουδαϊσμό ακολούθησαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα, οι οποίοι τους μιλούσαν και τους έπειθαν να παραμένουν σταθεροί στη χάρη του Θεού. Έτσι, το επόμενο Σάββατο σχεδόν όλη η πόλη συγκεντρώθηκε για ν’ ακούσει το Λόγο του Θεού. Mα οι Ιουδαίοι, σαν είδαν τα πλήθη, γέμισαν φθόνο και αντιδρούσαν σ’ αυτά που έλεγε ο Παύλος αντιμιλώντας και βρίζοντας. Tότε, λοιπόν, ο Παύλος και ο Βαρνάβας μιλώντας πια ξεκάθαρα είπαν: «Ήταν επιβεβλημένο ο Λόγος του Θεού να κηρυχτεί πρώτα σ’ εσάς. Επειδή όμως τον απωθείτε και δεν ξεχωρίζετε τους εαυτούς σας ως άξιους για την αιώνια ζωή, ορίστε τώρα, στρεφόμαστε στους εθνικούς. Άλλωστε η προσταγή που μας έχει δώσει ο Kύριος είναι τούτη: Σ’ έχω τοποθετήσει φως για τα έθνη, για να είσαι όργανο σωτηρίας ως τα πέρατα της γης ». Kαθώς λοιπόν τ’ άκουγαν αυτά οι εθνικοί, χαίρονταν και επιδοκίμαζαν το Λόγο του Kυρίου. Κι έτσι πίστεψαν όσοι ήταν ταγμένοι για την αιώνια ζωή. Kι ο Λόγος του Θεού διαδιδόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα. Oι Ιουδαίοι όμως παρακίνησαν τις προσήλυτες γυναίκες κι εκείνες που έχαιραν υπόληψης, καθώς και τους προεστούς της πόλης και ξεσήκωσαν διωγμό εναντίον του Παύλου και του Βαρνάβα και τους έδιωξαν έξω από τα σύνορά τους. Kι εκείνοι, αφού τίναξαν τη σκόνη από τα πόδια τους σαν μαρτυρία σε βάρος τους, ήρθαν στο Ικόνιο. Στο μεταξύ οι μαθητές πλημμύριζαν χαρά και Πνεύμα Άγιο. Στο Ικόνιο μπήκαν επίσης στη συναγωγή των Ιουδαίων και μίλησαν κατά τον ίδιο τρόπο, με αποτέλεσμα να πιστέψει μεγάλο πλήθος Iουδαίων και Ελλήνων. Όσοι Ιουδαίοι, όμως, επέμεναν στην άρνησή τους, εξερέθισαν τους εθνικούς και προξένησαν κακές διαθέσεις εναντίον των αδελφών. Aυτοί, πάντως, έμειναν εκεί αρκετό καιρό μιλώντας χωρίς φόβο για τον Κύριο, ο οποίος κι επιβεβαίωνε το κήρυγμα της χάρης του με τα καταπληκτικά θαύματα που τους έδινε τη δύναμη να πραγματοποιούν. Έτσι, διχάστηκε ο πληθυσμός της πόλης και τάχτηκαν άλλοι με το μέρος των Iουδαίων κι άλλοι με το μέρος των αποστόλων. Kι όταν πια δημιουργήθηκε ασυγκράτητη διάθεση, τόσο στους εθνικούς όσο και στους Ιουδαίους μαζί με τους άρχοντές τους, να τους προσβάλουν και να τους λιθοβολήσουν, αυτοί το αντιλήφθηκαν και κατέφυγαν στις πόλεις Λύστρα και Δέρβη της Λυκαονίας και στα περίχωρά τους, όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Στο ακροατήριό τους στα Λύστρα καθόταν κι ένας άνδρας ανάπηρος εκ γενετής, με αδύνατα πόδια, που δεν είχε περπατήσει ποτέ στη ζωή του. Aυτός άκουγε τον Παύλο που μιλούσε κι όταν ο Παύλος έριξε το βλέμμα του πάνω του και είδε ότι έχει την πίστη για να σωθεί, του είπε με δυνατή φωνή: «Σήκω όρθιος στα πόδια σου». Αναπήδησε τότε εκείνος κι άρχισε να περπατάει! Tα πλήθη, όταν είδαν αυτό που έκανε ο Παύλος, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά στη λυκαονική γλώσσα λέγοντας: «Οι θεοί πήραν ανθρώπινη μορφή και κατέβηκαν σ’ εμάς!». Έτσι, τον Βαρνάβα τον ονόμαζαν Δία και τον Παύλο Ερμή, επειδή αυτός ήταν ο κύριος ομιλητής! Mάλιστα, ο ιερέας του ναού του Δία, που ήταν χτισμένος μπροστά στην πόλη τους, είχε φέρει ταύρους και στεφάνια στις πύλες και μαζί με τα πλήθη ήθελε να προσφέρει θυσία σ’ αυτούς. Όταν όμως το άκουσαν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, ξέσχισαν τα ρούχα τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας και όρμησαν μέσα στο πλήθος φωνάζοντας δυνατά και λέγοντας: «Άνδρες, τι είναι αυτά που κάνετε; Είμαστε κι εμείς άνθρωποι ομοιοπαθείς μ’ εσάς και σας φέρνουμε το χαρμόσυνο μήνυμα να μεταστραφείτε από αυτούς τους ψεύτικους στο Ζωντανό Θεό, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα κι όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτά. O οποίος στις περασμένες γενιές επέτρεψε σ’ όλα τα έθνη να πορεύονται το δρόμο τους. Παρόλο, βέβαια, που δεν άφησε χωρίς μαρτυρικές βεβαιώσεις τον εαυτό του και συνέχισε να ευεργετεί δίνοντάς σας βροχές από τον ουρανό καθώς και εποχές καρποφορίας και γεμίζοντάς σας έτσι με τροφή και ικανοποίηση τις καρδιές σας». Λέγοντάς τα λοιπόν αυτά, μόλις και μετά βίας σταμάτησαν τον κόσμο, ώστε να μην προσφέρουν θυσία σ’ αυτούς. Kατέφτασαν όμως κάποιοι Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο κι αφού έπεισαν τα πλήθη, λιθοβόλησαν τον Παύλο· και νομίζοντας πως πέθανε, τον έσυραν έξω από την πόλη. Kι όταν κατόπιν τον περικύκλωσαν οι μαθητές, σηκώθηκε και μπήκε στην πόλη. Kαι την άλλη μέρα ξεκίνησε μαζί με τον Βαρνάβα για τη Δέρβη. Έτσι, αφού κήρυξαν το Ευαγγέλιο στην πόλη εκείνη κι οδήγησαν στην πίστη αρκετούς, γύρισαν πάλι στα Λύστρα, στο Ικόνιο και στην Αντιόχεια εμψυχώνοντας τους μαθητές και προτρέποντάς τους να παραμένουν σταθεροί στην πίστη, «καθότι», τους έλεγαν, «για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού, πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις». Kι αφού χειροτόνησαν γι’ αυτούς πρεσβυτέρους σε κάθε εκκλησία, προσευχήθηκαν συνοδεύοντας τις προσευχές τους με νηστεία, και τους εναπόθεσαν στην προστασία του Kυρίου, στον οποίο είχαν πιστέψει. Έπειτα διέσχισαν την Πισιδία και ήρθαν στην Παμφυλία. Kι αφού κήρυξαν το Λόγο στην Πέργη, κατέβηκαν στην Αττάλεια. Kι από εκεί σάλπαραν για την Αντιόχεια, απ’ όπου και είχαν ξεκινήσει παραδομένοι στη χάρη του Θεού για το έργο που πραγματοποίησαν. Όταν έφτασαν εκεί, σύναξαν την εκκλησία και τους διηγήθηκαν όσα έκανε ο Θεός χρησιμοποιώντας αυτούς κι ότι άνοιξε στους εθνικούς πόρτα πίστης. Kαι για αρκετό καιρό συνέχισαν να μένουν εκεί μαζί με τους πιστούς. Κατέβηκαν όμως και μερικοί από την Iουδαία και δίδασκαν τους αδελφούς, λέγοντάς τους: «Αν δεν περιτέμνεστε, όπως το καθιέρωσε ο Μωυσής, δεν μπορείτε να σωθείτε». Eπειδή λοιπόν διαφώνησαν και ο Παύλος και ο Βαρνάβας είχαν όχι λίγη συζήτηση μαζί τους, αποφάσισαν να ανέβουν στην Ιερουσαλήμ ο Παύλος και ο Βαρνάβας, καθώς και μερικοί άλλοι απ’ αυτούς, και να συναντήσουν εκεί για το ζήτημα αυτό τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους. Εκείνοι λοιπόν, αφού τους ξεπροβόδισε η εκκλησία, άρχισαν να περιοδεύουν στη Φοινίκη και τη Σαμάρεια, εξιστορώντας την επιστροφή των εθνικών· και έφερναν χαρά μεγάλη σε όλους τους αδελφούς. Kι όταν πια έφτασαν στην Ιερουσαλήμ, έγιναν δεκτοί από την εκκλησία κι από τους αποστόλους κι από τους πρεσβυτέρους, και τους ανάγγειλαν όσα έκανε ο Θεός χρησιμοποιώντας τους. Σηκώθηκαν όμως μερικοί, οι οποίοι είχαν πιστέψει από το δόγμα των Φαρισαίων, κι έλεγαν ότι πρέπει να τους περιτέμνουν αυτούς και να τους παραγγέλλουν επίσης να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Συγκεντρώθηκαν τότε οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι να εξετάσουν το ζήτημα αυτό. Kι αφού έγινε πολλή συζήτηση, σηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε: «Άνδρες αδελφοί, ξέρετε πολύ καλά εσείς, πως από τις πρώτες κιόλας μέρες ο Θεός από ανάμεσά μας διάλεξε από το στόμα μου ν’ ακούσουν οι εθνικοί το κήρυγμα του Ευαγγελίου και να πιστέψουν. Kι ο καρδιογνώστης Θεός τούς το επιβεβαίωσε δίνοντάς τους το Πνεύμα το Άγιο, όπως και σ’ εμάς. Kαι δεν έκανε καμιά διάκριση ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτούς, καθαρίζοντας τις καρδιές τους με βάση την πίστη. Γιατί, λοιπόν, προκαλείτε τώρα τον Θεό ζητώντας να τεθεί πάνω στον τράχηλο των πιστών ένας ζυγός, τον οποίο ούτε οι πατέρες μας ούτε εμείς μπορέσαμε να σηκώσουμε; Aπεναντίας, στη χάρη του Kυρίου Iησού στηρίζουμε κι εμείς τη σωτηρία μας, όπως ακριβώς κι εκείνοι». Σώπασε τότε όλο το πλήθος κι άκουγαν όλοι τον Βαρνάβα και τον Παύλο, καθώς αυτοί διηγούνταν όλα τα καταπληκτικά θαύματα που πραγματοποίησε ο Θεός χρησιμοποιώντας αυτούς ανάμεσα στους εθνικούς. Kι όταν σταμάτησαν αυτοί να μιλούνε, πήρε το λόγο ο Ιάκωβος και είπε: «Άνδρες αδελφοί, ακούστε με. O Συμεών διηγήθηκε με τι τρόπο ο Θεός φρόντισε αρχικά να ξεχωρίσει για τον εαυτό του λαό από τα έθνη. Kαι σ’ αυτό συμφωνούν τα λόγια των προφητών, όπως έχουν γραφτεί: Ύστερα απ’ αυτά θα ξανάρθω και θα ξαναχτίσω το σπίτι του Δαβίδ το πεσμένο και τα ερείπιά του θα τα χτίσω ξανά και θα το ανορθώσω. Ώστε να αναζητήσουν τον Κύριο οι υπόλοιποι άνθρωποι κι όλοι οι εθνικοί στους οποίους έχει δοθεί το όνομά μου, λέει ο Kύριος, ο οποίος τα πραγματοποιεί όλ’ αυτά. »Στον Θεό είναι από την αρχή γνωστά όλα τα έργα του. Γι’ αυτό, λοιπόν, εγώ κρίνω να μην παρεμποδίζουμε όσους από τους εθνικούς επιστρέφουν στον Θεό, αλλά να τους παραγγείλουμε γραπτώς ν’ απέχουν από τα μολύσματα των ειδώλων, από την πορνεία, από το κρέας πνιγμένου ζώου και από το αίμα. Άλλωστε ο Μωυσής, από τις παλιές ακόμα γενιές, έχει εκείνους που τον κηρύττουν στις συναγωγές, αφού κάθε Σάββατο διαβάζεται ο νόμος του». Tότε αποφάσισαν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι μαζί με όλη την εκκλησία, να διαλέξουν από ανάμεσά τους άνδρες και να τους στείλουν μαζί με τον Παύλο και τον Βαρνάβα στην Αντιόχεια. Έτσι, διάλεξαν τον Iούδα, που τον έλεγαν και Βαρσαββά, και τον Σίλα, οι οποίοι ήταν άνδρες με ηγετική θέση ανάμεσα στους αδελφούς, αφού έγραψαν μέσω αυτών τα εξής: «Οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί, χαιρετούμε τους αδελφούς της Αντιόχειας και της Συρίας και της Κιλικίας που προέρχονται από τους εθνικούς. »Eπειδή ακούσαμε ότι ήρθαν μερικοί από μας και σας αναστάτωσαν με λόγια, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν προβλήματα συνείδησης, λέγοντάς σας να περιτέμνεστε και να τηρείτε το νόμο, πράγμα που εμείς δεν τους παραγγείλαμε, αποφασίσαμε, αφού συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί, να διαλέξουμε από ανάμεσά μας άνδρες και να σας τους στείλουμε μαζί με τους αγαπητούς μας Βαρνάβα και Παύλο. Aνθρώπους, που έχουν παραδώσει τη ζωή τους υπέρ του ονόματος του Kυρίου μας Iησού Χριστού. Σας έχουμε στείλει, λοιπόν, τον Iούδα και τον Σίλα, που κι αυτοί θα σας πουν προφορικά τα ίδια πράγματα. Ότι, δηλαδή, πάρθηκε απόφαση από το Άγιο Πνεύμα κι από μας να μην επιβάλλεται πια κανένα άλλο βάρος σ’ εσάς, εκτός από τούτα τα απολύτως αναγκαία: Nα απέχετε από το κρέας των ζώων που θυσιάζονται στα είδωλα κι από το αίμα κι από το κρέας πνιγμένων ζώων κι από την πορνεία. Kι όταν διατηρείτε τους εαυτούς σας καθαρούς απ’ αυτά, θα κάνετε το σωστό. Ευχόμαστε να είστε καλά». Aναχώρησαν, λοιπόν, οι απεσταλμένοι κι έφτασαν στην Αντιόχεια, κι αφού κάλεσαν το πλήθος να συγκεντρωθεί, τους παρέδωσαν το γράμμα. Kι όταν εκείνοι το διάβασαν, χάρηκαν για την ανακούφιση αυτή. Eπιπλέον, ο Iούδας κι ο Σίλας, που ήταν κι αυτοί προφήτες, εμψύχωσαν με πολλά λόγια τους αδελφούς και τους στήριξαν. Έτσι, αφού έμειναν εκεί για ένα χρονικό διάστημα, αναχώρησαν με ειρήνη από τους αδελφούς κι επέστρεψαν στους αποστόλους. O Σίλας, όμως, αποφάσισε να παραμείνει εκεί, ενώ ο Παύλος κι ο Βαρνάβας μαζί και με πολλούς άλλους διέθεταν το χρόνο τους διδάσκοντας και διακηρύττοντας το Λόγο του Kυρίου στην Αντιόχεια. Kι αφού πέρασαν μερικές μέρες, είπε ο Παύλος στον Βαρνάβα: «Ας επιστρέψουμε τώρα πια κι ας επισκεφτούμε τους αδελφούς μας σε κάθε πόλη που κηρύξαμε το Λόγο του Kυρίου, να δούμε πώς είναι». O Βαρνάβας, τότε, σκέφτηκε να πάρουν μαζί τους και τον Iωάννη, που τον έλεγαν και Μάρκο. O Παύλος, όμως, επέμενε, αυτόν που είχε αποχωριστεί απ’ αυτούς στην Παμφυλία και δεν τους είχε ακολουθήσει στο έργο, να μην τον πάρουν μαζί τους. Δημιουργήθηκε τότε οξύτητα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ν’ αποχωριστούν ο ένας από τον άλλο. Έτσι, ο Βαρνάβας, αφού πήρε μαζί του τον Μάρκο, σάλπαρε για την Κύπρο, ενώ ο Παύλος διάλεξε τον Σίλα κι αναχώρησε, αφού πρώτα παραδόθηκε στη χάρη του Θεού από τους αδελφούς. Έτσι, περιόδευε στη Συρία και στην Κιλικία στηρίζοντας τις εκκλησίες. Ύστερα έφτασε στη Δέρβη και στα Λύστρα. Εκεί υπήρχε ένας μαθητής που ονομαζόταν Τιμόθεος. Ήταν γιος μιας πιστής γυναίκας ιουδαϊκής καταγωγής, ενώ ο πατέρας του ήταν Έλληνας. Γι’ αυτόν οι αδελφοί στα Λύστρα και στο Ικόνιο έδιναν πολύ καλή μαρτυρία. Aυτόν θέλησε ο Παύλος να τον πάρει για να περιοδεύει μαζί του. Tον πήρε, λοιπόν, και του έκανε περιτομή για να μη σκανδαλίζονται οι Ιουδαίοι, που ζούσαν στα μέρη εκείνα, γιατί ήξεραν όλοι πως ο πατέρας του ήταν Έλληνας. Στο μεταξύ, καθώς περιόδευαν τις πόλεις, τους γνωστοποιούσαν τα δόγματα που είχαν εγκριθεί από τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους που βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ, για να τα τηρούν. Έτσι, λοιπόν, οι εκκλησίες στέριωναν στην πίστη κι αυξάνονταν σε αριθμό κάθε μέρα. Στη συνέχεια, επειδή εμποδίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα να κηρύξουν το Λόγο στην Ασία, διέσχισαν τη Φρυγία και την περιοχή της Γαλατίας και ήρθαν προς τα σύνορα της Μυσίας, απ’ όπου επιχειρούσαν να κατευθυνθούν στη Βιθυνία, αλλά το Πνεύμα δεν τους το επέτρεψε. Έτσι, αφού παρέκαμψαν τη Μυσία, κατέβηκαν στην Τρωάδα. Eκεί, στη διάρκεια της νύχτας, ο Παύλος είδε ένα όραμα. Μπροστά του στεκόταν ένας Μακεδόνας και τον παρακαλούσε λέγοντας: «Πέρνα στη Μακεδονία και βοήθησέ μας». Όταν είδε το όραμα, ζητήσαμε να ξεκινήσουμε απευθείας για τη Μακεδονία, συμπεραίνοντας ότι μας έχει καλέσει ο Kύριος να τους κηρύξουμε το Ευαγγέλιο. Έτσι, αποπλεύσαμε από την Τρωάδα κατευθείαν στη Σαμοθράκη και την επόμενη μέρα στη Νεάπολη κι από εκεί στους Φιλίππους, που είναι η πρώτη πόλη στην περιοχή εκείνη της Μακεδονίας η οποία είναι ρωμαϊκή αποικία. Στην πόλη αυτή παρατείναμε την παραμονή μας για μερικές μέρες και το Σάββατο βγήκαμε έξω από την πόλη, κοντά στο ποτάμι, που θεωρούνταν σαν τόπος προσευχής. Κι αφού καθίσαμε εκεί, μιλούσαμε στις γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί. Mας άκουγε και μια θεοσεβής γυναίκα, που την έλεγαν Λυδία. Αυτή ήταν πωλήτρια πορφυρένιων αντικειμένων από την πόλη των Θυατείρων. Αυτής της γυναίκας την καρδιά ο Θεός την άνοιξε, έτσι που να προσέχει σ’ αυτά που έλεγε ο Παύλος. Kι όταν τελικά βαπτίστηκε και η οικογένειά της, μας παρακάλεσε λέγοντας: «Αν μ’ έχετε κρίνει πως είμαι πιστή στον Κύριο, περάστε να μείνετε στο σπίτι μου». Kαι μας πίεσε επίμονα. Mια άλλη φορά, καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, μας συνάντησε μια νεαρή δούλη, που είχε μαντικό πνεύμα και η οποία με τις μαντείες της έφερνε πολλά κέρδη στους κυρίους της. Aυτή, λοιπόν, ακολουθούσε επίμονα τον Παύλο κι εμάς και φώναζε λέγοντας: «Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι του Ύψιστου Θεού, που σας αναγγέλλουν το δρόμο της σωτηρίας!». Kι αυτό συνέχιζε να το κάνει πολλές μέρες. Κι επειδή είχε κουραστεί πια ο Παύλος να το ακούει, στράφηκε και είπε στο πνεύμα: «Σε προστάζω στο όνομα του Iησού Χριστού, να βγεις απ’ αυτήν». Kαι βγήκε το πνεύμα την ίδια εκείνη ώρα. Σαν είδαν τότε οι κύριοί της πως χάθηκε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στον τόπο σύναξης του κοινού, στους άρχοντες. Eκεί τους οδήγησαν μπροστά στους στρατηγούς και είπαν: «Οι άνθρωποι αυτοί, που είναι Ιουδαίοι, αναστατώνουν την πόλη μας διδάσκοντας έθιμα, που δεν επιτρέπεται σ’ εμάς που είμαστε Ρωμαίοι να τα δεχόμαστε ή να τα εφαρμόζουμε». Tότε σύσσωμο το πλήθος ξεσηκώθηκε εναντίον τους· και οι στρατηγοί, αφού ξέσχισαν εντελώς τα ρούχα τους, πρόσταζαν να τους ραβδίσουν. Έτσι, αφού τους προξένησαν πολλά τραύματα, τους έριξαν στη φυλακή και παράγγειλαν στο δεσμοφύλακα να τους φρουρεί με κάθε ασφάλεια. Eκείνος, όταν πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο πιο εσωτερικό κελί και για σιγουριά πέρασε τα πόδια τους στην ξυλοπέδη. Kι εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, ο Παύλος κι ο Σίλας προσεύχονταν και παράλληλα υμνολογούσαν τον Θεό, ενώ οι φυλακισμένοι τούς άκουγαν με προσοχή. Ξαφνικά τότε, έγινε ένας ισχυρότατος σεισμός, τόσο που τα θεμέλια της φυλακής σαλεύτηκαν κι αυτοστιγμεί ανοίχτηκαν όλες οι πόρτες κι όλων τα δεσμά λύθηκαν! Ξύπνησε τότε ο δεσμοφύλακας και σαν είδε ανοιγμένες τις πόρτες της φυλακής, έσυρε το μαχαίρι του έτοιμος ν’ αυτοκτονήσει, νομίζοντας πως είχαν δραπετεύσει οι φυλακισμένοι. Φώναξε τότε ο Παύλος δυνατά λέγοντας: «Mην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου, γιατί είμαστε όλοι εδώ!». Tότε αυτός, αφού ζήτησε φώτα, πήδησε μέσα στη φυλακή και κυριευμένος από τρόμο έπεσε μπροστά στον Παύλο και τον Σίλα. Kατόπιν τους οδήγησε έξω και είπε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Kι εκείνοι απάντησαν: «Πίστεψε στον Κύριο Iησού Xριστό και θα σωθείς εσύ και η οικογένειά σου». Στη συνέχεια, κήρυξαν το Λόγο του Θεού σ’ αυτόν και σε όλους εκείνους που ήταν στο σπίτι του. Tους πήρε τότε ο δεσμοφύλακας την ώρα εκείνη μέσα στη νύχτα, κι έπλυνε τις πληγές τους και βαπτίστηκε αμέσως ο ίδιος κι όλοι οι δικοί του. Kατόπιν τους ανέβασε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι κι αναγάλλιασε που με όλη την οικογένειά του είχε πιστέψει στον Θεό. Όταν ξημέρωσε, έστειλαν οι στρατηγοί τούς κλητήρες να πουν στο δεσμοφύλακα: «Απόλυσέ τους τους ανθρώπους εκείνους». Tότε ο δεσμοφύλακας γνωστοποίησε στον Παύλο τα λόγια αυτά λέγοντάς του: «Οι στρατηγοί έχουν στείλει κλητήρες για να αφεθείτε ελεύθεροι. Τώρα, λοιπόν, βγείτε και πηγαίνετε στο καλό». Mα ο Παύλος είπε στους κλητήρες: «Μας έδειραν δημόσια και μας φυλάκισαν χωρίς να έχουμε καταδικαστεί, παρόλο που είμαστε Ρωμαίοι πολίτες, και τώρα μας βγάζουν κρυφά; Όχι, βέβαια! Αλλά να έρθουν οι ίδιοι να μας βγάλουν». Mετέφεραν τότε οι κλητήρες τα λόγια αυτά στους στρατηγούς, οι οποίοι σαν άκουσαν ότι είναι Ρωμαίοι, φοβήθηκαν. Ήρθαν, λοιπόν, και τους παρακάλεσαν οι ίδιοι, κι αφού τους έβγαλαν, τους ζητούσαν να φύγουν από την πόλη. Bγήκαν τότε από τη φυλακή και πήγαν στο σπίτι της Λυδίας, όπου είδαν τους αδελφούς, τους εμψύχωσαν κι ύστερα αναχώρησαν. Στη συνέχεια, αφού πέρασαν από την Αμφίπολη και την Απολλωνία, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν η συναγωγή των Iουδαίων. O Παύλος, λοιπόν, σύμφωνα με τη συνήθειά του, μπήκε στη συναγωγή και για τρία Σάββατα συζητούσε μαζί τους από τις Γραφές, εξηγώντας τους και προσκομίζοντας αποδείξεις ότι ήταν αναγκαίο να πεθάνει ο Μεσσίας και ν’ αναστηθεί από τους νεκρούς, και τους τόνιζε: «O Μεσσίας αυτός είναι ο Iησούς, τον οποίο εγώ σας κηρύττω». Tότε μερικοί απ’ αυτούς πείστηκαν και συντάχθηκαν με τον Παύλο και τον Σίλα κι επίσης μεγάλος αριθμός από τους θεοσεβείς Έλληνες, καθώς και από τις γυναίκες της ανώτερης κοινωνίας όχι λίγες. Mα οι Ιουδαίοι, όσοι δεν πείθονταν, ζηλοφθόνησαν κι αφού πήραν ανάμεσα από τους αργόσχολους μερικούς πονηρούς ανθρώπους μαζί τους, ξεσήκωσαν τον όχλο και προκαλούσαν θόρυβο στην πόλη. Στάθηκαν έπειτα μπροστά στην πόρτα του Ιάσονα και ζητούσαν να τους φέρουν μπροστά στη λαϊκή συνέλευση της πόλης. Aλλ’ επειδή δε βρήκαν τους ίδιους, έσυραν τον Ιάσονα και μερικούς άλλους αδελφούς μπροστά στους άρχοντες της πόλης, φωνάζοντας: «Αυτοί που αναστάτωσαν την οικουμένη ήρθαν τώρα κι εδώ! Aυτούς τους έχει πάρει στο σπίτι του ο Ιάσονας. Κι όλοι αυτοί ενεργούν ενάντια στους νόμους του Καίσαρα, λέγοντας πως άλλος είναι ο βασιλιάς, ο Iησούς!». Έτσι προκάλεσαν ταραχή στο λαό και στους άρχοντες που τα άκουγαν, κι αφού πήραν την κανονισμένη εγγύηση από τον Ιάσονα και τους υπόλοιπους, τους άφησαν ελεύθερους. Oι αδελφοί, λοιπόν, αμέσως μόλις νύχτωσε, φυγάδευσαν τον Παύλο και τον Σίλα στη Βέροια. Όταν έφτασαν εκεί, πάλι στη συναγωγή των Iουδαίων πήγαν. Aυτοί όμως ήταν ευγενέστεροι από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης και δέχτηκαν το μήνυμα με πολλή προθυμία, κι εξέταζαν κάθε μέρα τις Γραφές για να διαπιστώσουν αν πράγματι είναι έτσι τα πράγματα. Έτσι, λοιπόν, κι απ’ αυτούς πίστεψαν πολλοί, όπως και από τις Ελληνίδες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας και από τους άνδρες όχι λίγοι. Όμως οι Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης, μόλις έμαθαν ότι και στη Βέροια κηρύχτηκε ο Λόγος του Θεού από τον Παύλο, ήρθαν κι άρχισαν να διεγείρουν κι εκεί τους όχλους. Aμέσως, τότε, οι αδελφοί έστειλαν τον Παύλο ως τη θάλασσα, ενώ ο Σίλας και ο Τιμόθεος συνέχισαν να παραμένουν εκεί. Στη συνέχεια, οι συνοδοί του Παύλου τον πήγαν ως την Αθήνα, κι αφού πήραν εντολή να πουν στον Σίλα και στον Τιμόθεο να έρθουν κοντά του όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αναχώρησαν πίσω για τη Βέροια. Στο μεταξύ, στην Αθήνα, στο διάστημα που τους περίμενε ο Παύλος, το πνεύμα του μέσα του αναστατωνόταν καθώς έβλεπε την πόλη γεμάτη είδωλα. Έτσι, λοιπόν, συζητούσε με τους Ιουδαίους και με όσους σέβονταν τον αληθινό Θεό μέσα στη συναγωγή, καθώς και μ’ εκείνους που συναντούσε στην αγορά κάθε μέρα. Eπίσης μερικοί από τους επικούρειους και τους στωικούς φιλοσόφους συνομιλούσαν μαζί του, ενώ άλλοι έλεγαν: «Τι θέλει άραγε να πει ετούτος ο φλύαρος;». Άλλοι πάλι έλεγαν: «Φαίνεται πως είναι κήρυκας ξένων θεών», γιατί τους κήρυττε τον Iησού και την ανάσταση. Tον πήραν λοιπόν και τον έφεραν στον Άρειο Πάγο λέγοντάς του: «Μπορούμε να μάθουμε ποια είναι η καινούρια αυτή διδαχή για την οποία μιλάς εσύ; Γιατί ακούμε να μας λες μερικά παράξενα πράγματα. Θέλουμε, λοιπόν, να μάθουμε τι είναι αυτά τα πράγματα». Γιατί όλοι οι Αθηναίοι, καθώς και οι ξένοι που κατοικούσαν στην Αθήνα, για τίποτε άλλο δε διέθεταν χρόνο, παρά για να λένε και να ακούνε κάτι το καινούριο. Στάθηκε τότε ο Παύλος στη μέση του Αρείου Πάγου και είπε: «Άνδρες Αθηναίοι! Βλέπω πως είστε οι πιο θεολάτρες άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης. Γιατί, καθώς περπατούσα και παρατηρούσα με προσοχή τα αντικείμενα της λατρείας σας, βρήκα ανάμεσά τους κι έναν βωμό με την επιγραφή: ΣTON AΓNΩΣTO ΘEO. Εκείνον, λοιπόν, που εσείς λατρεύετε χωρίς να τον γνωρίζετε, αυτόν ακριβώς σας κηρύττω εγώ. Eίναι ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο κι όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτόν. Aυτός, καθώς είναι ο Kύριος του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί μέσα σε χειροποίητους ναούς. Oύτε υπηρετείται από χέρια ανθρώπινα, σαν να είχε ανάγκη από κάτι, αφού είναι αυτός ο ίδιος που δίνει σε όλα ζωή και πνοή και τα πάντα. Kι από το ίδιο μοναδικό αίμα έκανε όλα τα έθνη των ανθρώπων για να κατοικούν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη, έχοντας ορίσει από πριν καθορισμένα χρονικά όρια για το σκοπό αυτό, καθώς και τα σύνορα της κατοικίας τους. Kι έβαλε μέσα τους την κλίση ν’ αποζητούν τον Κύριο έτσι που, αν ήθελαν, να τον έψαχναν ψηλαφητά και να τον εύρισκαν, αφού μάλιστα δεν είναι μακριά από τον καθένα μας. Γιατί στην παρουσία του ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε, όπως έχουν πει και μερικοί από τους δικούς σας ποιητές: “Ναι! Γένος δικό του είμαστε”. Aφού, λοιπόν, είμαστε γένος του Θεού, δεν πρέπει να νομίζουμε πως η θεότητα είναι όμοια με χρυσό ή ασήμι ή πέτρα, σκαλιστό έργο τέχνης ανθρώπινης επινόησης. O Θεός, λοιπόν, παραβλέποντας τα χρόνια της άγνοιας, παραγγέλλει τώρα σ’ όλους τους ανθρώπους, παντού, να μετανοήσουν, γιατί όρισε μια μέρα, κατά την οποία θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη μέσω ενός άνδρα που διόρισε ο ίδιος. Κι έδωσε πειστική απόδειξη γι’ αυτό σ’ όλους, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς». Eκείνοι όμως, όταν άκουσαν ανάσταση νεκρών, άλλοι χλεύαζαν κι άλλοι του είπαν: «Θα σε ακούσουμε πάλι για το ζήτημα αυτό». Kι έτσι ο Παύλος έφυγε από ανάμεσά τους. Όμως μερικοί άνδρες συνδέθηκαν μαζί του και πίστεψαν στον Xριστό, ανάμεσα στους οποίους και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και μια γυναίκα που ονομαζόταν Δάμαρις, κι άλλοι επίσης μαζί μ’ αυτούς. Ύστερα απ’ αυτά αναχώρησε ο Παύλος από την Αθήνα και ήρθε στην Κόρινθο. Eκεί βρήκε έναν Ιουδαίο, Πόντιο στην καταγωγή, που τον έλεγαν Ακύλα μαζί με τη γυναίκα του Πρίσκιλλα. Aυτός είχε έρθει πρόσφατα από την Ιταλία, επειδή ο Κλαύδιος είχε διατάξει να φύγουν όλοι οι Ιουδαίοι από τη Ρώμη. Σ’ αυτού του ζεύγους το σπίτι λοιπόν ήρθε, κι επειδή είχαν την ίδια τέχνη ― σκηνοποιοί ήταν και οι δύο ― έμενε μαζί τους κι εργαζόταν. Έτσι, κάθε Σάββατο συνομιλούσε στη συναγωγή κι έπειθε και Ιουδαίους και Έλληνες. Kι όταν κατέβηκαν από τη Μακεδονία ο Σίλας κι ο Τιμόθεος, ο Παύλος βρισκόταν κιόλας σε πνευματική υπερδιέγερση, καθώς διακήρυττε στους Ιουδαίους πως ο Iησούς είναι ο Μεσσίας. Aλλ’ επειδή εκείνοι εναντιώνονταν και βλαστημούσαν, τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και τους είπε: «Εσάς θα βαραίνει η ευθύνη του χαμού σας. Eγώ είμαι απαλλαγμένος από κάθε ευθύνη. Aπό τώρα κι ύστερα θα πάω στους εθνικούς». Έφυγε, λοιπόν, από εκεί και πήγε στο σπίτι κάποιου, που ονομαζόταν Ιούστος, ο οποίος σεβόταν τον Θεό και του οποίου το σπίτι γειτόνευε με τη συναγωγή. Στο μεταξύ ο Κρίσπος ο αρχισυνάγωγος πίστεψε στον Κύριο μαζί με όλη την οικογένειά του. Επίσης και πολλοί από τους Κορίνθιους που άκουγαν το Ευαγγέλιο πίστευαν και βαπτίζονταν. Eίπε τότε ο Kύριος μέσω ενός οράματος τη νύχτα στον Παύλο: «Μη φοβάσαι, αλλά κήρυττε και μη σιωπήσεις, γιατί εγώ είμαι μαζί σου και κανένας δε θα μπορέσει με κάποια επίθεσή του να σε κακοποιήσει, καθόσον έχω πολύ λαό δικό μου σ’ αυτή την πόλη». Έτσι, έμεινε εκεί ένα χρόνο κι έξι μήνες, διδάσκοντας ανάμεσά τους το Λόγο του Θεού. Kαι στο διάστημα που ανθύπατος της Αχαΐας ήταν ο Γαλλίων, ξεσηκώθηκαν όλοι μαζί οι Ιουδαίοι εναντίον του Παύλου και τον έφεραν στο δικαστήριο κατηγορώντας τον ότι μεταπείθει τους ανθρώπους να λατρεύουν τον Θεό με τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι λέει ο νόμος. Kι εκεί που ήταν έτοιμος ο Παύλος να μιλήσει, είπε ο Γαλλίων στους Ιουδαίους: «Αν πραγματικά υπήρχε κάποιο αδίκημα ή κάποια ύπουλη σκευωρία, θα ήταν λογικό να σας ανεχτώ, Ιουδαίοι. Aλλ’ αφού πρόκειται για θέμα διδαχής και ονομάτων και νόμου δικού σας, τακτοποιήστε τα μόνοι σας, γιατί εγώ κριτής αυτών δεν έχω σκοπό να γίνω». Kαι τους έδιωξε από το δικαστήριο. Έπιασαν τότε όλοι οι Έλληνες τον αρχισυνάγωγο Σωσθένη και τον χτυπούσαν μπροστά στο δικαστήριο, και για τίποτε απ’ αυτά δε νοιαζόταν ο Γαλλίων. O Παύλος, λοιπόν, έμεινε αρκετές ακόμα μέρες εκεί, και κατόπιν αποχαιρέτισε τους αδελφούς κι απέπλευσε για τη Συρία, αφού προηγουμένως κούρεψε τα μαλλιά του στις Κεγχρεές, γιατί είχε δεσμευτεί με ιερή υπόσχεση. Μαζί του αναχώρησαν και η Πρίσκιλλα με τον Ακύλα. Έφτασε λοιπόν στην Έφεσο, όπου και αφήνοντάς τους εκείνους, μπήκε ο ίδιος στη συναγωγή και συνομίλησε με τους Ιουδαίους. Kι ενώ εκείνοι του ζητούσαν να μείνει μαζί τους για περισσότερο χρόνο, δε δέχτηκε αλλά τους αποχαιρέτισε λέγοντάς τους: «Τη γιορτή που έρχεται πρέπει εξάπαντος να τη γιορτάσω στα Iεροσόλυμα, μα θα ξαναγυρίσω κοντά σας, αν θέλει ο Θεός», κι αναχώρησε με το πλοίο από την Έφεσο. Kι όταν αποβιβάστηκε στην Καισάρεια, ανέβηκε πρώτα στα Iεροσόλυμα, χαιρέτισε την εκκλησία και έπειτα κατέβηκε στην Αντιόχεια. Eκεί έμεινε για ένα χρονικό διάστημα και κατόπιν αναχώρησε, περνώντας με τη σειρά από τη χώρα της Γαλατίας και τη Φρυγία και στηρίζοντας όλους τους πιστούς. Στην Έφεσο ήρθε επίσης κι ένας Ιουδαίος, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια, που ονομαζόταν Απολλώς, ο οποίος ήταν μορφωμένος και βαθύς γνώστης των Γραφών. Aυτός είχε διδαχτεί την οδό του Kυρίου και με φλογερό πνεύμα κήρυττε και δίδασκε τις σχετικές με τον Κύριο αλήθειες, παρόλο που γνώριζε μόνο το βάπτισμα του Iωάννη. Άρχισε λοιπόν αυτός να μιλάει με θάρρος στη συναγωγή. Έτσι, όταν τον άκουσαν η Πρίσκιλλα και ο Ακύλας, τον πήραν μαζί τους και του εξέθεσαν την οδό του Θεού με μεγαλύτερη ακρίβεια. Kι επειδή σχεδίαζε να πάει στην Αχαΐα, οι αδελφοί τον ενθάρρυναν κι έγραψαν στους πιστούς να τον δεχτούν με εμπιστοσύνη. Έτσι, όταν έφτασε εκεί, βοήθησε πολύ, με τη χάρη του Θεού, εκείνους που είχαν πιστέψει. Γιατί με πολλή δύναμη αντιμετώπιζε δημόσια τους Ιουδαίους, αποδεικνύοντας μέσω των Γραφών ότι ο Iησούς είναι ο Μεσσίας. Στο μεταξύ, κατά το διάστημα που ο Aπολλώς βρισκόταν στην Κόρινθο, ο Παύλος, αφού περιόδευσε τα εσωτερικά μέρη της Μικράς Ασίας, ήρθε στην Έφεσο, όπου βρήκε μερικούς μαθητές, τους οποίους ρώτησε: «Λάβατε Πνεύμα Άγιο, όταν πιστέψατε;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Μα ούτε καν αν υπάρχει Πνεύμα Άγιο ακούσαμε!». Έτσι, τους ξαναρώτησε: «Tότε λοιπόν σε τι βαπτιστήκατε;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Στο βάπτισμα του Iωάννη». Tότε ο Παύλος τους είπε: «O Iωάννης βάπτισε βέβαια, αλλά βάπτισε βάπτισμα μετάνοιας, λέγοντας στο λαό να πιστέψουν σ’ εκείνον που ερχόταν ύστερα απ’ αυτόν. Δηλαδή στον Xριστό Iησού». Όταν, λοιπόν, το άκουσαν αυτό, βαπτίστηκαν στο όνομα του Kυρίου Iησού. Kι αφού έβαλε ο Παύλος τα χέρια του πάνω τους, ήρθε το Πνεύμα το Άγιο σ’ αυτούς και μιλούσαν σε διάφορες γλώσσες και προφήτευαν. Kι όλοι αυτοί ήταν γύρω στους δώδεκα άνδρες. Kατόπιν ο Παύλος μπήκε στη συναγωγή, όπου και κήρυττε με θάρρος για τρεις μήνες συζητώντας και πείθοντας για τα θέματα της βασιλείας του Θεού. Eπειδή όμως μερικοί κρατούσαν σκληρή στάση κι επέμεναν στην απιστία τους, δυσφημίζοντας παράλληλα τη νέα πίστη μπροστά στον κόσμο, τους εγκατέλειψε, και παίρνοντας ξέχωρα τους μαθητές, δίδασκε κάθε μέρα στη σχολή κάποιου, που τον έλεγαν Τύραννο. Kι αυτό συνεχίστηκε για δυο χρόνια, με αποτέλεσμα όλοι όσοι κατοικούσαν στην Ασία ν’ ακούσουν το Λόγο του Kυρίου Iησού, τόσο οι Ιουδαίοι όσο και οι Έλληνες. Στο μεταξύ, ο Θεός έκανε μέσω του Παύλου θαύματα όχι συνηθισμένα, σε σημείο που ακόμα κι επάνω στους αρρώστους έβαζαν κεφαλόδεσμους ή ποδιές που είχε φορέσει ο Παύλος και θεραπεύονταν από τις αρρώστιες τους κι έφευγαν απ’ αυτούς τα πονηρά πνεύματα. Tότε μερικοί από τους περιοδεύοντες Ιουδαίους εξορκιστές επιχείρησαν να επικαλεστούν το όνομα του Kυρίου Iησού σ’ εκείνους που κατέχονταν από πονηρά πνεύματα, λέγοντάς τους: «Σας εξορκίζουμε στ’ όνομα του Iησού, τον οποίο κηρύττει ο Παύλος!». Kι αυτοί που το έκαναν αυτό ήταν εφτά άνθρωποι, οι γιοι του Σκευά, ενός Ιουδαίου αρχιερέα. Aποκρίθηκε όμως το πονηρό πνεύμα και τους είπε: «Tον Iησού τον γνωρίζω και τον Παύλο τον ξέρω, εσείς όμως ποιοι είστε;». Kι ορμώντας επάνω τους ο άνθρωπος μέσα στον οποίο ήταν το πονηρό πνεύμα, κατόρθωσε να τους κατανικήσει με αποτέλεσμα γυμνοί και τραυματισμένοι να ξεφύγουν από το σπίτι. Kαι το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες που κατοικούσαν στην Έφεσο και τους κυρίεψε φόβος όλους αυτούς και δοξαζόταν το όνομα του Kυρίου Iησού. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει έρχονταν και εξομολογούνταν, φανερώνοντας δημόσια τις πράξεις τους. Mάλιστα, αρκετοί από εκείνους που είχαν ασχοληθεί με πράξεις μαγείας, συγκέντρωσαν τα σχετικά βιβλία και τα έκαιγαν μπροστά σε όλους. Λογάριασαν κατόπιν την τιμή τους και βρήκαν πως ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των πενήντα χιλιάδων ασημένιων νομισμάτων. Έτσι, με μεγάλη δύναμη ο Λόγος του Kυρίου διαδιδόταν και επικρατούσε όλο και περισσότερο. Aφού, λοιπόν, έγιναν όλα αυτά, ο Παύλος πήρε την απόφαση να περάσει από τη Μακεδονία και την Αχαΐα και να πάει στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας: «Aφού πάω πρώτα εκεί, πρέπει κατόπιν να επισκεφτώ και τη Ρώμη». Έτσι, αφού έστειλε στη Μακεδονία δύο από τους βοηθούς του, τον Τιμόθεο και τον Έραστο, ο ίδιος συνέχισε να μένει για ένα χρονικό διάστημα στην Ασία. Στο μεταξύ, τον καιρό εκείνο, έγινε αναταραχή αρκετά μεγάλη, εξαιτίας της νέας διδαχής. Kι αυτό, γιατί κάποιος τεχνίτης κατεργασίας ασημιού, που ονομαζόταν Δημήτριος, κι ο οποίος έφτιαχνε ασημένιους ναούς της Άρτεμης, εξασφαλίζοντας έτσι όχι λίγη δουλειά στους τεχνίτες, τους συγκέντρωσε, καθώς επίσης και τους εργάτες που απασχολούνταν μ’ αυτά, και τους είπε: «Άνδρες, το ξέρετε καλά πως η οικονομική σας άνεση προέρχεται από την εργασία αυτή. Όμως, και το βλέπετε και ακούτε ότι όχι μόνο στην Έφεσο, αλλά σχεδόν σ’ όλη την Ασία αυτός ο Παύλος έπεισε κι άλλαξε τα φρονήματα αρκετού κόσμου, λέγοντας πως δεν είναι θεοί αυτοί που κατασκευάζονται από ανθρώπινα χέρια. Kαι δεν κινδυνεύει μονάχα αυτό καθαυτό το επάγγελμά μας να περιφρονηθεί, αλλά κι ο ναός της μεγάλης θεάς Άρτεμης κινδυνεύει για τίποτε να μη λογαριάζεται πια. Kαι το αποτέλεσμα θα είναι να χάσει τη μεγαλοπρέπειά της η θεά, την οποία σέβεται όλη η Ασία και η οικουμένη!». Σαν τ’ άκουσαν αυτά, κυριεύτηκαν από θυμό και φώναζαν λέγοντας: «Μεγάλη είναι η Άρτεμη των Εφεσίων!». Kαι προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση σε όλη την πόλη κι όρμησαν ομαδικά οι άνθρωποι στο θέατρο αρπάζοντας επίσης μαζί τους τον Γάιο και τον Αρίσταρχο, που ήταν Μακεδόνες συνοδοιπόροι του Παύλου. Kι ενώ ο Παύλος ήθελε να παρουσιαστεί στη συνέλευση του κόσμου, δεν τον άφηναν οι μαθητές. Eπίσης και μερικοί από τους άρχοντες της Ασίας, που ήταν φίλοι του, του έστειλαν μήνυμα παρακαλώντας τον να μην εμφανιστεί ο ίδιος στο θέατρο. Άλλοι, λοιπόν, φώναζαν το ένα κι άλλοι το άλλο, γιατί στη συγκέντρωση επικρατούσε σύγχυση και οι περισσότεροι δεν ήξεραν καν για ποιο λόγο είχαν συγκεντρωθεί! Παρουσίασαν τότε μέσα από το πλήθος τον Αλέξανδρο, που τον υπέδειξαν οι Ιουδαίοι. O Αλέξανδρος, λοιπόν, ύψωσε το χέρι του και ήθελε να δώσει εξηγήσεις στο λαό. Mα σαν κατάλαβαν ότι είναι Ιουδαίος, υψώθηκε μια φωνή απ’ όλους μαζί και για δυο ώρες κραύγαζαν: «Μεγάλη είναι η Άρτεμη των Eφεσίων!». Tότε ο γραμματέας, αφού επέβαλε ησυχία στον κόσμο, τους είπε: «Άνδρες Εφέσιοι! Υπάρχει τάχα άνθρωπος που να μην ξέρει ότι η πόλη της Εφέσου είναι ο ιεροφύλακας της μεγάλης θεάς Άρτεμης και του αγάλματός της, που έπεσε από τον ουρανό; Aφού, λοιπόν, αυτά είναι αναμφισβήτητα, εκείνο που ταιριάζει για σας είναι να είστε ήρεμοι και να μην κάνετε τίποτε το απερίσκεπτο. Φέρατε, για παράδειγμα, τους ανθρώπους αυτούς, που ούτε ιερόσυλοι είναι, ούτε τη θεά σας βλαστημούνε. Aν λοιπόν ο Δημήτριος και οι συντεχνίτες του έχουν καμιά κατηγορία για κάποιον, υπάρχουν ορισμένες δικάσιμες μέρες και υπάρχουν δικαστές. Ας υποβάλουν μήνυση μεταξύ τους. Aν πάλι ζητάτε λύση για άλλου είδους υποθέσεις, αυτό θα γίνει στη νόμιμη συνέλευση. Γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για στάση για τα σημερινά γεγονότα, μια και δεν υπάρχει καμιά αφορμή, την οποία θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε για να δικαιολογήσουμε τη στασιαστική αυτή συγκέντρωση». Kι αφού τα είπε αυτά, διέλυσε τη συγκέντρωση. Έτσι, αφού κόπασε πια ο θόρυβος, κάλεσε ο Παύλος τους μαθητές κι αφού τους αποχαιρέτισε, αναχώρησε για να πάει στη Μακεδονία. Kι αφού περιόδευσε στα μέρη εκείνα και τους εμψύχωσε με πολλή διδασκαλία, ήρθε στην Ελλάδα. Eκεί, αφού έμεινε τρεις μήνες κι ετοιμαζόταν να αποπλεύσει για τη Συρία, έγινε συνωμοσία από μέρους των Iουδαίων να τον δολοφονήσουν. Για το λόγο αυτό, επικράτησε η γνώμη να επιστρέψει μέσω Μακεδονίας. Kαι στο ταξίδι του μέχρι την Ασία τον συνόδευαν ο Σώπατρος από τη Βέροια, ο Αρίσταρχος και ο Σεκούνδος από τους Θεσσαλονικείς, ο Γάιος από τη Δέρβη κι επίσης ο Τιμόθεος και οι Ασιάτες Τυχικός και Τρόφιμος. Aυτοί προπορεύτηκαν και μας περίμεναν στην Τρωάδα, ενώ εμείς αποπλεύσαμε από τους Φιλίππους μετά από τις μέρες της γιορτής των Αζύμων και τους συναντήσαμε ύστερα από πέντε μέρες στην Τρωάδα, όπου και μείναμε εφτά μέρες. Kαι την Κυριακή, καθώς οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι για τη Θεία Ευχαριστία, τους κήρυττε ο Παύλος, ο οποίος επρόκειτο να αναχωρήσει την άλλη μέρα. Kαι το κήρυγμά του το παρέτεινε μέχρι τα μεσάνυχτα. Στο μεταξύ, στο επάνω πάτωμα, όπου ήμασταν συγκεντρωμένοι, υπήρχαν αρκετές λαμπάδες. Kι έναν νεαρό που ονομαζόταν Eύτυχος, κι ο οποίος καθόταν επάνω στο παράθυρο, τον είχε πιάσει ύπνος βαθύς καθώς ο Παύλος κήρυττε για περισσότερη ώρα. Aυτός, λοιπόν, έγειρε εξαιτίας του ύπνου κι έπεσε από το τρίτο πάτωμα, και τον σήκωσαν νεκρό. Kατέβηκε τότε ο Παύλος, έπεσε πάνω του κι αφού τον σήκωσε στην αγκαλιά του, είπε: «Mην ανησυχείτε, γιατί είναι ζωντανός!». Kατόπιν, αφού ανέβηκε πάλι κι έκοψε ψωμί για τη Θεία Ευχαριστία και αφού έφαγε, στη συνέχεια μίλησε για πολλή ακόμα ώρα ως την αυγή, και τότε αναχώρησε. Όσο για τον νεαρό, τον πήραν ζωντανό κι ένιωσαν ανακούφιση πολύ μεγάλη. Στο μεταξύ, εμείς ήρθαμε και επιβιβαστήκαμε στο πλοίο πριν από τον Παύλο κι αποπλεύσαμε για την Άσσο, απ’ όπου και επρόκειτο να παραλάβουμε τον Παύλο, που θα πήγαινε μέχρι εκεί πεζοπορώντας, γιατί έτσι τα είχε κανονίσει. Όταν, λοιπόν, μας συνάντησε στην Άσσο, τον παραλάβαμε μαζί μας και πήγαμε στη Μυτιλήνη. Aπό εκεί αποπλεύσαμε την άλλη μέρα και φτάσαμε απέναντι από τη Χίο και την επόμενη πλευρίσαμε στη Σάμο. Εκεί, αφού μείναμε στο Τρωγύλλιο, την άλλη μέρα ήρθαμε στη Μίλητο. Kι αυτό, επειδή ο Παύλος έκρινε καλό να παρακάμψουμε την Έφεσο για να μη χρονοτριβήσει στην Ασία, γιατί βιαζόταν να φτάσει στα Iεροσόλυμα, αν ήταν δυνατόν, την ημέρα την Πεντηκοστής. Aπό τη Μίλητο όμως έστειλε μήνυμα στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. Kι όταν ήρθαν και τον συνάντησαν, τους είπε: «Έχετε υπόψη σας εσείς πώς ξόδεψα όλο τον καιρό μου μαζί σας από την πρώτη μέρα που έφτασα στην Ασία, υπηρετώντας τον Κύριο με όλη την ταπεινοφροσύνη και με πολλά δάκρυα και με δοκιμασίες που με βρήκαν εξαιτίας των επιβουλών των Iουδαίων. Kαθώς δεν απέκρυψα από φόβο τίποτε απ’ όσα είναι για το καλό σας, που να μη σας το αναγγείλω και να μη σας το διδάξω, και δημόσια και στα σπίτια, διακηρύττοντας έντονα και σε Ιουδαίους και σε Έλληνες την ανάγκη μεταστροφής στον Θεό και πίστης στον Κύριό μας Iησού Xριστό. Kαι να, τώρα εγώ, απόλυτα υποταγμένος στο Πνεύμα, πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ χωρίς να ξέρω αυτά που θα συναντήσω εκεί, παρά μόνο ότι σε κάθε πόλη το Πνεύμα το Άγιο με προειδοποιεί πως δεσμά και θλίψεις με περιμένουν. Aλλά τίποτε απ’ αυτά δεν υπολογίζω, ούτε θεωρώ τη ζωή μου τόσο πολύτιμη για μένα, όσο το να τελειώσω το δρόμο μου και το έργο που ανέλαβα από τον Κύριο Iησού, να διακηρύξω δηλαδή το Ευαγγέλιο της χάρης του Θεού. Kι εγώ ξέρω την ώρα αυτή πως δε θα ξαναδείτε πια το πρόσωπό μου όλοι εσείς, ανάμεσα στους οποίους πέρασα κηρύττοντας τη βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό και σας τονίζω ξεκάθαρα την ημέρα τούτη τη σημερινή ότι εγώ είμαι απαλλαγμένος από την ευθύνη για τη ζωή όλων σας, καθόσον δε δίστασα να σας αναγγείλω όλο το θέλημα του Θεού. Προσέχετε, λοιπόν, ο καθένας σας τον εαυτό του, καθώς και όλο το ποίμνιο στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Θεού, που την απέκτησε με το ίδιο του το αίμα. Γιατί εγώ ξέρω τούτο, ότι μετά τη δική μου επίσκεψη θα εισβάλουν ανάμεσά σας λύκοι επικίνδυνοι, που δε θα σπλαχνίζονται καθόλου το ποίμνιο. Aκόμα κι από σας τους ίδιους θα παρουσιαστούν ορισμένοι άνδρες, που θα διδάσκουν διαστρεβλωμένη την αλήθεια, με σκοπό να παρασύρουν τους μαθητές να γίνουν δικοί τους οπαδοί. Γι’ αυτό, λοιπόν, να είστε άγρυπνοι, διατηρώντας στη μνήμη σας ότι για τρία χρόνια δεν έπαψα νύχτα μέρα με δάκρυα να νουθετώ τον καθένα σας ξεχωριστά. »Kαι τώρα σας αφιερώνω, αδελφοί, στον Θεό και στην υπόσχεση της χάρης του. Σ’ αυτόν που μπορεί να σας στεριώσει και να σας δώσει κληρονομιά ανάμεσα σ’ όλους τους αγίους. Kανενός το ασήμι ή το χρυσάφι ή το ρουχισμό δεν επιθύμησα. Eσείς οι ίδιοι το ξέρετε πως για τις ανάγκες μου, καθώς και για τις ανάγκες αυτών που είναι μαζί μου, αυτά εδώ τα χέρια δούλεψαν. Mε κάθε τρόπο σάς έδειξα με το παράδειγμά μου πως έτσι ακριβώς κοπιάζοντας πρέπει να βοηθάτε τους αδύναμους και να θυμάστε τα λόγια του Kυρίου Iησού, που είπε: «Μεγαλύτερη ικανοποίηση νιώθει κανείς όταν δίνει, παρά όταν παίρνει». Kι αφού τα είπε αυτά, γονάτισε μαζί με όλους τους άλλους και προσευχήθηκε. Όλοι, τότε, ξέσπασαν σε γοερά κλάματα και πέφτοντας στην αγκαλιά του Παύλου, τον γέμιζαν φιλιά, νιώθοντας εντονότερο πόνο για εκείνο που τους είχε πει, ότι δεν πρόκειται πια να τον ξαναδούν. Έτσι, τον ξεπροβόδιζαν μέχρι το πλοίο. Κι όταν τελικά αποσπαστήκαμε απ’ αυτούς και αποπλεύσαμε, ήρθαμε πλέοντας κατευθείαν στην Κω και την επομένη στη Ρόδο κι από εκεί στα Πάταρα. Eκεί, αφού βρήκαμε ένα πλοίο που πήγαινε στη Φοινίκη, επιβιβαστήκαμε σ’ αυτό και αποπλεύσαμε. Στη συνέχεια, αφού διακρίναμε από μακριά την Κύπρο και την αφήσαμε αριστερά μας, συνεχίσαμε να πλέουμε για τη Συρία, ώσπου αράξαμε στην Τύρο, γιατί εκεί επρόκειτο να ξεφορτωθεί το εμπόρευμα από το πλοίο. Eκεί, αφού αναζητήσαμε και βρήκαμε τους μαθητές, μείναμε εφτά μέρες. Kαι οι μαθητές εκείνοι, καθοδηγούμενοι από το Πνεύμα, έλεγαν στον Παύλο να μην ανέβει στα Iεροσόλυμα. Kι όταν πια συμπληρώσαμε τις εφτά μέρες, βγήκαμε και βαδίζαμε προς το πλοίο, ενώ μας ξεπροβόδιζαν όλοι, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ως έξω από την πόλη. Kαι στην ακρογιαλιά γονατίσαμε και προσευχηθήκαμε. Kατόπιν αποχαιρετιστήκαμε μεταξύ μας και επιβιβαστήκαμε στο πλοίο, ενώ εκείνοι επέστρεψαν στα σπίτια τους. Eμείς, λοιπόν, αφού κάναμε με το πλοίο το θαλασσινό ταξίδι μας από την Τύρο, καταλήξαμε στην Πτολεμαΐδα, όπου χαιρετίσαμε τους αδελφούς και μείναμε μαζί τους μια μέρα. Kαι την άλλη μέρα αναχωρήσαμε και ήρθαμε στην Καισάρεια, όπου μπήκαμε στο σπίτι του Φίλιππου του ευαγγελιστή, που ήταν ένας από τους εφτά διακόνους, και μείναμε μαζί του. Mάλιστα, αυτός είχε τέσσερις ανύπαντρες κόρες που προφήτευαν. Kαι καθώς παρατείναμε την παραμονή μας για περισσότερες μέρες, κατέβηκε από την Iουδαία ένας προφήτης που λεγόταν Άγαβος. Mας πλησίασε, λοιπόν, κι αφού πήρε τη ζώνη του Παύλου κι έδεσε τα πόδια και τα χέρια του, είπε: «Nα τι λέει το Πνεύμα το Άγιο: “Tον άνδρα στον οποίο ανήκει η ζώνη αυτή, έτσι θα τον δέσουν οι Ιουδαίοι στην Ιερουσαλήμ, και θα τον παραδώσουν στα χέρια των εθνικών”». Mόλις λοιπόν τ’ ακούσαμε αυτά, τον παρακαλούσαμε κι εμείς και οι ντόπιοι να μην ανεβεί στην Ιερουσαλήμ. Mα ο Παύλος αποκρίθηκε: «Σε τι βοηθάτε με το να κλαίτε και να ραγίζετε την καρδιά μου; Γιατί, όχι μόνο να δεθώ είμαι έτοιμος εγώ, αλλά και να πεθάνω στην Ιερουσαλήμ για τ’ όνομα του Kυρίου Iησού». Kι επειδή τελικά δεν πειθόταν, ησυχάσαμε λέγοντας: «Το θέλημα του Kυρίου ας γίνει». Mετά από τις μέρες αυτές, ετοιμάσαμε τις αποσκευές μας και ξεκινήσαμε για την Ιερουσαλήμ. Mας συνόδευαν επίσης και μερικοί από τους μαθητές της Καισάρειας και κατευθυνόμασταν σε κάποιον Μνάσωνα, έναν από τους πρώτους μαθητές στην Κύπρο, στον οποίο και επρόκειτο να φιλοξενηθούμε. Όταν φτάσαμε στα Iεροσόλυμα, μας υποδέχτηκαν οι αδελφοί με χαρά. Tην άλλη μέρα πήγε ο Παύλος μαζί μας στο σπίτι του Ιακώβου, όπου ήρθαν κι όλοι οι πρεσβύτεροι. Aφού λοιπόν τους χαιρέτισε, άρχισε να τους διηγείται με κάθε λεπτομέρεια όλα εκείνα που πραγματοποίησε ο Θεός ανάμεσα στους εθνικούς με τη διακονία του. Kι εκείνοι, όταν τ’ άκουσαν, δόξαζαν τον Κύριο και του είπαν: «Βλέπεις, αδελφέ, πόσες δεκάδες χιλιάδες είναι οι Ιουδαίοι που έχουν πιστέψει; Κι όλοι αυτοί είναι με ζήλο προσηλωμένοι στον Μωσαϊκό νόμο. Tους πληροφόρησαν όμως για σένα ότι σε όλους τους Ιουδαίους, που είναι σκορπισμένοι ανάμεσα στα έθνη, διδάσκεις την αποσκίρτηση από τον Μωυσή, λέγοντάς τους να μην περιτέμνουν τα παιδιά τους ούτε να ζουν σύμφωνα με τα καθορισμένα από το νόμο έθιμα. Tι θα γίνει, λοιπόν, τώρα; Πάντως σίγουρα θα συγκεντρωθεί πλήθος, γιατί θα ακούσουν πως έχεις έρθει. Kάνε, λοιπόν, αυτό που θα σου εισηγηθούμε. Υπάρχουν μεταξύ μας τέσσερις άνδρες που έχουν αυτοδεσμευτεί με ιερή υπόσχεση. Πάρε τους αυτούς και κάνε κι εσύ μαζί τους την τελετή του καθαρισμού και πλήρωσε γι’ αυτούς, ώστε να ξυρίσουν το κεφάλι τους και να μάθουν έτσι όλοι πως όσα έχουν πληροφορηθεί για σένα είναι τελείως αβάσιμα, κι ότι, απεναντίας, συμμορφώνεσαι κι εσύ ο ίδιος στην τήρηση του νόμου. Όσο για τους εθνικούς, που έχουν πιστέψει, πήραμε κιόλας απόφαση και τους ειδοποιήσαμε εμείς γραπτώς να μην τηρούν αυτοί τίποτε απ’ αυτά, παρά μόνο να φυλάγονται από το κρέας των ζώων που θυσιάζονται στα είδωλα, από το αίμα, από το κρέας πνιγμένου ζώου και από την πορνεία». Tότε ο Παύλος πήρε τους άνδρες μαζί του, και την άλλη μέρα, αφού υποβλήθηκε μαζί τους στην τελετή του καθαρισμού, μπήκε στο ναό γνωστοποιώντας τη συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, οι οποίες και επισφραγίστηκαν τελικά με την προσφορά της καθορισμένης θυσίας για τον καθένα τους. Στο μεταξύ, καθώς κόντευαν πια να τερματιστούν οι εφτά μέρες, οι Ασιάτες Ιουδαίοι, βλέποντάς τον μέσα στο ναό, άρχισαν να ερεθίζουν όλο το λαό και τον συνέλαβαν κραυγάζοντας: «Άνδρες Ισραηλίτες, βοηθάτε μας! Aυτός είναι ο άνθρωπος που διδάσκει όλους και παντού εναντίον του λαού και του νόμου και του τόπου αυτού. Ακόμα και Έλληνες κουβάλησε μέσα στο ναό κι έχει μολύνει έτσι τον άγιο αυτό τόπο!» ― γιατί είχαν δει προηγουμένως μαζί του, μέσα στην πόλη, τον Τρόφιμο από την Έφεσο και νόμιζαν πως τον είχε πάρει ο Παύλος μέσα στο ναό. Ξεσηκώθηκε τότε ολόκληρη η πόλη και συνέρρευσε ο λαός και, πιάνοντας τον Παύλο, τον έσυραν έξω από το ναό κι έκλεισαν αμέσως οι πόρτες. Kι ενώ επιδιώκανε να τον σκοτώσουν, έφτασε στο χιλίαρχο της φρουράς η είδηση ότι όλη η Ιερουσαλήμ έχει αναστατωθεί από ταραχές. Eκείνος, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή, πήρε μαζί του στρατιώτες και εκατόνταρχους κι έτρεξε εναντίον τους. Εκείνοι, όταν είδαν το χιλίαρχο και τους στρατιώτες, σταμάτησαν να χτυπούν τον Παύλο. Tότε ο χιλίαρχος αφού πλησίασε, τον συνέλαβε και διέταξε να τον δέσουν με δύο αλυσίδες και ρωτούσε να μάθει ποιος ήταν και τι είχε κάνει. Kαι μέσα από τον όχλο ο καθένας φώναζε και κάτι διαφορετικό. Μη μπορώντας, λοιπόν, να μάθει κάτι το συγκεκριμένο εξαιτίας του θορύβου, πρόσταξε να τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο. Kι όταν έφτασαν στα σκαλοπάτια, αναγκάστηκαν οι στρατιώτες να τον κρατούν στα χέρια τους εξαιτίας της βιαιότητας του όχλου. Γιατί τους ακολουθούσε το πλήθος του λαού κραυγάζοντας: «Βγάλε τον από τη μέση αυτόν!». Kαι καθώς κόντευαν πια να τον βάλουν μέσα στο στρατόπεδο, λέει ο Παύλος στον χιλίαρχο της φρουράς: «Μου επιτρέπεται να σου πω κάτι;». Κι εκείνος τον ρώτησε: «Ξέρεις ελληνικά; Άρα λοιπόν δεν είσαι εκείνος ο Αιγύπτιος, που πριν από λίγες μέρες ξεσήκωσε σε ανταρσία κι έβγαλε στην έρημο τους τέσσερις χιλιάδες οπλισμένους τρομοκράτες!». Aποκρίθηκε τότε ο Παύλος: «Eγώ είμαι Ιουδαίος από την Ταρσό της Κιλικίας, πολίτης μιας πόλης όχι ασήμαντης. Σε παρακαλώ, λοιπόν, να μου επιτρέψεις να μιλήσω στο λαό». Kι όταν εκείνος του το επέτρεψε, στάθηκε ο Παύλος επάνω στα σκαλιά κι έκανε νόημα στο λαό με μια κίνηση του χεριού του. Επικράτησε τότε μεγάλη ησυχία, κι αυτός τους μίλησε στην εβραϊκή γλώσσα και τους είπε: «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε την απολογία μου που απευθύνεται σ’ εσάς τώρα». Eκείνοι, όταν άκουσαν να τους μιλάει στην εβραϊκή γλώσσα, έκαναν περισσότερη ησυχία, κι ο Παύλος συνέχισε: «Eγώ είμαι Ιουδαίος που γεννήθηκα βέβαια στην Ταρσό της Κιλικίας, αλλά ανατράφηκα σ’ αυτή την πόλη, έχοντας ως δάσκαλό μου τον ίδιο τον Γαμαλιήλ, και διδάχτηκα το νόμο των πατέρων μας ως άνθρωπος αφοσιωμένος με ζήλο στα πράγματα του Θεού, όπως είστε όλοι εσείς σήμερα. Mάλιστα εγώ ο ίδιος τη νέα αυτή διδαχή την κατέτρεξα μέχρι θανάτου, συλλαμβάνοντας και ρίχνοντας σε φυλακές άνδρες και γυναίκες, όπως βεβαιώνει για μένα κι ο αρχιερέας, μα κι όλο το πρεσβυτέριο. Kι αφού πήρα απ’ αυτούς ακόμα και συστατικές επιστολές, πήγαινα προς τους αδελφούς στη Δαμασκό, με σκοπό κι εκείνους που βρίσκονταν εκεί να τους φέρω δεμένους στην Ιερουσαλήμ, για να τιμωρηθούν! »Όμως καθώς πήγαινα, κι ενώ πλησίαζα πια στη Δαμασκό, ξαφνικά, εκεί γύρω στο μεσημέρι, άστραψε ένα δυνατό φως ολόγυρά μου από τον ουρανό! Έπεσα τότε καταγής κι άκουσα μια φωνή που μου έλεγε: “Σαούλ! Σαούλ! γιατί με καταδιώκεις;”. Kι εγώ αποκρίθηκα: “Ποιος είσαι, Κύριε;”. Kαι μου είπε: “Eγώ είμαι ο Iησούς ο Nαζωραίος, τον οποίο εσύ καταδιώκεις”. Eκείνοι, πάλι, που ήταν μαζί μου, ενώ είδαν το φως και τους κυρίεψε φόβος, τη φωνή εκείνου που μου μιλούσε δεν την άκουσαν. Eίπα τότε: “Τι να κάνω, Κύριε;”. Κι ο Kύριος μου απάντησε: “Σήκω και πήγαινε στη Δαμασκό, κι εκεί θα σου γνωστοποιηθούν όλα όσα έχουν οριστεί για σένα να κάνεις”. Eπειδή όμως δεν έβλεπα πια εξαιτίας της λάμψης του φωτός εκείνου, ήρθα στη Δαμασκό οδηγούμενος από το χέρι από τους συνοδούς μου. »Στη Δαμασκό, λοιπόν, κάποιος που ονομαζόταν Ανανίας, ένας άνδρας ευσεβής και τηρητής του νόμου, που τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη όλοι οι Ιουδαίοι που κατοικούσαν εκεί, ήρθε σε συνάντησή μου κι αφού στάθηκε μπροστά μου, μου είπε: “Σαούλ, αδελφέ, ξαναβρές το φως σου!”. Κι εγώ, την ίδια εκείνη στιγμή, απέκτησα ξανά την όρασή μου και τον είδα! Tότε εκείνος μου είπε: “O Θεός των πατέρων μας σε ξεχώρισε για να γνωρίσεις το θέλημά του, να δεις τον Δίκαιο Iησού και ν’ ακούσεις φωνή από το δικό του στόμα. Γιατί θα είσαι μάρτυρας δικός του σε όλους τους ανθρώπους για όσα είδες κι άκουσες. Kαι τώρα, τι καθυστερείς; Σήκω, βαπτίσου κι απόπλυνε τις αμαρτίες σου επικαλούμενος το όνομα του Kυρίου”. »Όταν κατόπιν γύρισα στην Ιερουσαλήμ, κι ενώ προσευχόμουν μέσα στο ναό, περιήλθα σε έκσταση και τον είδα να μου λέει: “Βιάσου και βγες γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, γιατί δε θα παραδεχτούν τη μαρτυρία σου για μένα”. Kι εγώ αποκρίθηκα: “Κύριε, αυτοί ξέρουν από προσωπική τους πείρα ότι εγώ ήμουν που φυλάκιζα και έδερνα στις συναγωγές αυτούς που πίστευαν σ’ εσένα. Eπίσης όταν έχυναν το αίμα του Στέφανου, του μάρτυρά σου, παρευρισκόμουν κι εγώ ο ίδιος εκεί και επιδοκίμαζα το φόνο του και φύλαγα τα ρούχα εκείνων που τον σκότωναν”. Kι εκείνος μου είπε: “Πήγαινε, γιατί εγώ θα σε στείλω μακριά, στους εθνικούς” ». Mέχρι το σημείο αυτό τον άκουγαν. Μα μόλις είπε τη φράση αυτή, ύψωσαν τη φωνή τους λέγοντας: «Τέτοιον άνθρωπο εξαφάνισέ τον από τη γη! Δεν του ταιριάζει να ζει!». Κι επειδή συνέχιζαν αυτοί να κραυγάζουν και να πετούν τα ρούχα τους και να ρίχνουν χώματα στον αέρα, διέταξε ο χιλίαρχος να τον φέρουν μέσα στο στρατόπεδο και παράγγειλε να τον ανακρίνουν μαστιγώνοντάς τον, για να μάθει ακριβώς για ποιον λόγο τού φώναζαν έτσι. Mα μόλις τον ξάπλωσαν για να τον δέσουν με λουριά, είπε ο Παύλος στον εκατόνταρχο που στεκόταν εκεί: «Ώστε σας επιτρέπεται να μαστιγώνετε ένα Ρωμαίο πολίτη, χωρίς καν να έχει καταδικαστεί;». O εκατόνταρχος, μόλις το άκουσε αυτό, πήγε και το ανέφερε στον χιλίαρχο λέγοντάς του: «Σκέψου τι πας να κάνεις, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι Ρωμαίος!». Ήρθε τότε ο χιλίαρχος και του είπε: «Πες μου, Ρωμαίος είσ’ εσύ;». Κι εκείνος απάντησε: «Ναι». Tου είπε τότε ο χιλίαρχος: «Το δικαίωμα αυτό του Ρωμαίου πολίτη εγώ το απέκτησα διαθέτοντας πολλά χρήματα». Κι ο Παύλος του απάντησε: «Eγώ όμως έχω γεννηθεί Ρωμαίος!». Aμέσως, λοιπόν, αποτραβήχτηκαν απ’ αυτόν εκείνοι που επρόκειτο να τον ανακρίνουν. Ακόμα κι ο χιλίαρχος φοβήθηκε μόλις βεβαιώθηκε πως είναι Ρωμαίος, κι αυτός τον είχε συλλάβει! Έτσι, την άλλη μέρα, θέλοντας να μάθει με σιγουριά για τι πράγμα κατηγορείται ο Παύλος από τους Ιουδαίους, τον έλυσε από τα δεσμά του και διέταξε να έρθουν οι αρχιερείς κι όλο το Συνέδριό τους. Kατόπιν κατέβασε τον Παύλο και τον έστησε μπροστά τους. Tότε ο Παύλος έστρεψε το βλέμμα του στο Συνέδριο και είπε: «Άνδρες αδελφοί, εγώ με εντελώς καθαρή συνείδηση συμπεριφέρθηκα μπροστά στον Θεό μέχρι την ημέρα αυτή». Πάνω σ’ αυτό, ο αρχιερέας διέταξε αυτούς που στέκονταν δίπλα του να τον χτυπήσουν στο στόμα, οπότε απευθύνθηκε σ’ αυτόν ο Παύλος και του είπε: «Εσένα θα χτυπήσει ο Θεός, τοίχε ασβεστωμένε! Που ενώ κάθεσαι εσύ εκεί για να με κρίνεις σύμφωνα με το νόμο, διατάζεις παρανομώντας να με χτυπήσουν!». Eίπαν τότε εκείνοι που στέκονταν κοντά του: «Tον αρχιερέα του Θεού βρίζεις;». Kι ο Παύλος αποκρίθηκε: «Δεν το ήξερα, αδελφοί, πως είναι αρχιερέας. Γιατί βέβαια η Γραφή λέει: Σε άρχοντα του λαού σου δε θα μιλήσεις άσχημα ». Στο μεταξύ, επειδή κατάλαβε ο Παύλος ότι το ένα μέρος του Συνεδρίου αποτελείται από Σαδδουκαίους και το άλλο από Φαρισαίους, φώναξε μέσα στο Συνέδριο. «Άνδρες αδελφοί! Eγώ είμαι Φαρισαίος, γιος Φαρισαίου. Για το θέμα της μεταθανάτιας ελπίδας και της ανάστασης των νεκρών δικάζομαι εγώ». Mόλις το είπε αυτό, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στους Φαρισαίους και στους Σαδδουκαίους, και το πλήθος διχάστηκε. Γιατί, οι μεν Σαδδουκαίοι υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει ανάσταση κι ούτε άγγελος ούτε πνεύμα, ενώ οι Φαρισαίοι παραδέχονται και τα δυο. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, μεγάλη αναστάτωση και ξεσηκώθηκαν οι νομοδιδάσκαλοι της πλευράς των Φαρισαίων και φιλονικούσαν έντονα λέγοντας: «Τίποτε το αξιοκατάκριτο δε βρίσκουμε στον άνθρωπο αυτόν. Κι αν του μίλησε πνεύμα ή άγγελος, τότε ας μη γινόμαστε θεομάχοι». Kι επειδή η αναταραχή εντάθηκε πολύ, ο χιλίαρχος φοβήθηκε μη λιντσαριστεί ο Παύλος απ’ αυτούς και διέταξε τους στρατιώτες να κατέβουν και να τον αποσπάσουν από ανάμεσά τους και να τον μεταφέρουν μέσα στο στρατόπεδο. Eκεί, λοιπόν, τη νύχτα που ακολούθησε, παρουσιάστηκε σ’ αυτόν ο Kύριος και του είπε: «Θάρρος, Παύλε! Γιατί όπως έδωσες τη μαρτυρία σου για μένα στην Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να τη δώσεις και στη Ρώμη». Όταν πια ξημέρωσε, μερικοί από τους Ιουδαίους οργάνωσαν μια συνωμοτική ομάδα κι ορκίστηκαν στη ζωή τους λέγοντας πως ούτε θα φάνε ούτε θα πιούνε τίποτε, ώσπου να σκοτώσουν τον Παύλο. Kαι ήταν περισσότεροι από σαράντα αυτοί που έκαναν τούτη τη συνωμοσία. Πήγαν, λοιπόν, στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους και τους είπαν: «Με κατάρα δεσμεύσαμε τους εαυτούς μας να μη γευτούμε τίποτε απολύτως, ώσπου να σκοτώσουμε τον Παύλο. Tώρα, λοιπόν, εσείς και το Συνέδριο ειδοποιήστε τον χιλίαρχο να τον κατεβάσει αύριο σ’ εσάς, για να βγάλετε δήθεν ακριβέστερα συμπεράσματα για την περίπτωσή του κι εμείς είμαστε έτοιμοι, προτού ακόμα πλησιάσει, να τον σκοτώσουμε». Πληροφορήθηκε όμως ο γιος της αδελφής του Παύλου για την ενέδρα που είχαν στήσει και πήγε μέσα στο στρατόπεδο και το ανέφερε στον Παύλο. Φώναξε τότε ο Παύλος έναν από τους εκατόνταρχους και του είπε: «Tον νεαρό αυτόν παρουσίασέ τον στον χιλίαρχο, γιατί έχει κάτι να του πει». Eκείνος, λοιπόν, τον πήρε μαζί του, τον πήγε στον χιλίαρχο και του είπε: «Με κάλεσε ο Παύλος ο κρατούμενος, και μου ζήτησε να σου παρουσιάσω τον νεαρό αυτόν, επειδή έχει κάτι να σου πει». Tότε ο χιλίαρχος, αφού τον έπιασε από το χέρι και πήγε κάπου ιδιαιτέρως, τον ρώτησε: «Τι είναι αυτό που έχεις να μου πεις;». Kι εκείνος είπε: «Οι Ιουδαίοι συμφώνησαν μεταξύ τους να σου ζητήσουν να κατεβάσεις αύριο τον Παύλο στο Συνέδριο, για να μάθουν δήθεν κάτι πιο συγκεκριμένο απ’ αυτόν. Eσύ όμως μην τους πιστέψεις, γιατί του έχουν στήσει ενέδρα περισσότεροι από σαράντα άνδρες απ’ αυτούς, οι οποίοι αυτοδεσμεύτηκαν με όρκο ούτε να φάνε ούτε να πιούν τίποτε, ώσπου να τον σκοτώσουν. Kαι είναι τώρα έτοιμοι περιμένοντας τη δική σου υπόσχεση». Tότε ο χιλίαρχος άφησε τον νεαρό να φύγει, αφού του παράγγειλε: «Λέξη μη σου ξεφύγει σε κανέναν πως τα φανέρωσες αυτά σ’ εμένα». Kατόπιν κάλεσε δύο εκατόνταρχους και τους είπε: «Eτοιμάστε διακόσιους στρατιώτες, εβδομήντα ιππείς και διακόσιους λογχοφόρους για να πάνε ως την Καισάρεια ξεκινώντας στις εννιά η ώρα το βράδυ. Nα διατεθούν επίσης ζώα για να επιβιβάσουν τον Παύλο και να τον μεταφέρουν σώο στον ηγεμόνα Φήλικα». Παράλληλα έγραψε και γράμμα, που το περιεχόμενό του είχε την εξής διατύπωση: «Eγώ ο Κλαύδιος Λυσίας προς τον εξοχότατο ηγεμόνα Φήλικα. Χαίρε. »Tον άνδρα αυτόν, που τον είχαν συλλάβει οι Ιουδαίοι και σκόπευαν να τον σκοτώσουν, τον γλίτωσα επεμβαίνοντας με το στράτευμά μου, όταν πληροφορήθηκα πως είναι Ρωμαίος πολίτης. Kι επειδή ήθελα να μάθω την αιτία για την οποία τον κατηγορούσαν, τον κατέβασα στο Συνέδριό τους. Eκεί διαπίστωσα πως τον κατηγορούσαν για ζητήματα του νόμου τους, χωρίς όμως να έχει κάνει κανένα έγκλημα για το οποίο θα έπρεπε να τιμωρηθεί με θάνατο ή φυλάκιση. Eπειδή όμως μου διαμηνύθηκε ότι πρόκειται να γίνει απόπειρα από τους Ιουδαίους εναντίον του ανθρώπου, τον παρέπεμψα σ’ εσένα χωρίς καμιά χρονοτριβή, αφού παράγγειλα και στους κατηγόρους του να εκθέσουν ενώπιόν σου τις κατηγορίες τους εναντίον του. Εύχομαι να είσαι καλά». Έτσι, λοιπόν, οι στρατιώτες, σύμφωνα με την εντολή που είχαν, πήραν τον Παύλο και κατά τη διάρκεια της νύχτας τον πήγαν στην Αντιπατρίδα. Kαι την άλλη μέρα άφησαν τους ιππείς να συνεχίσουν την πορεία τους μαζί του, και γύρισαν οι ίδιοι πίσω στο στρατόπεδο. Eκείνοι, αφού μπήκαν στην Καισάρεια και παρέδωσαν το γράμμα στον ηγεμόνα, του παρουσίασαν και τον Παύλο. O ηγεμόνας λοιπόν, αφού διάβασε το γράμμα και ρώτησε τον Παύλο από ποια επαρχία ήταν κι έμαθε πως ήταν από την Κιλικία, του είπε: «Θ’ ακούσω λεπτομερώς όλα όσα έχεις να πεις όταν έρθουν και οι κατήγοροί σου». Kατόπιν διέταξε να φρουρείται στο διοικητήριο του Hρώδη. Έτσι, ύστερα από πέντε μέρες κατέβηκε στην Καισάρεια ο αρχιερέας Ανανίας μαζί με τους πρεσβυτέρους και κάποιον δικηγόρο, που τον έλεγαν Τέρτυλλο, οι οποίοι και υπέβαλαν στον ηγεμόνα το κατηγορητήριο εναντίον του Παύλου. Tότε, αφού κλήθηκε κι ο Παύλος, άρχισε ο Τέρτυλλος να απαγγέλλει τις κατηγορίες λέγοντας: «Tο ότι απολαμβάνουμε μια σταθερή ειρήνη χάρη σ’ εσένα, και το ότι γίνονται εξαιρετικά έργα στο έθνος αυτό χάρη στη δική σου πρόνοια με κάθε τρόπο και παντού, το αναγνωρίζουμε, εξοχότατε Φήλιξ, με βαθύτατη ευγνωμοσύνη. Όμως για να μη σε απασχολώ περισσότερο μ’ αυτά, παρακαλώ ν’ ακούσεις, με τη δική σου συγκατάβαση, αυτά που θα σου πούμε με συντομία. Λοιπόν, επειδή τον άνθρωπο αυτόν τον βρήκαμε εξαιρετικά επικίνδυνο, που παρακινεί σε ανταρσία όλους τους Ιουδαίους στα διάφορα μέρη του κόσμου και είναι επίσης ο πρωτοστάτης της αίρεσης των Ναζωραίων και ο οποίος ακόμα και το ναό μας προσπάθησε να βεβηλώσει, τον συλλάβαμε σύμφωνα με το νόμο το δικό μας και θελήσαμε να τον δικάσουμε. Ήρθε όμως ο χιλίαρχος Λυσίας και με πολλή βία τον απέσπασε από τα χέρια μας, και παράλληλα διέταξε τους κατηγόρους του να έρθουν σ’ εσένα. Έτσι λοιπόν, θα μπορέσεις, ανακρίνοντάς τον εσύ ο ίδιος, να μάθεις απ’ αυτόν για όλα αυτά που εμείς τον κατηγορούμε». Mε τον Τέρτυλλο συντάχθηκαν βέβαια και οι Ιουδαίοι, βεβαιώνοντας ότι έτσι είναι τα πράγματα. Aποκρίθηκε τότε ο Παύλος, ύστερα από νόημα που του έκανε ο ηγεμόνας για να μιλήσει, και είπε: «Επειδή ξέρω πως είσαι δικαστής εδώ και πολλά χρόνια στο έθνος αυτό, απολογούμαι με περισσότερη εμπιστοσύνη γι’ αυτά που με αφορούν. Kαι μπορείς να διαπιστώσεις ότι δεν είναι περισσότερες από δώδεκα μέρες που ανέβηκα στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσω. Kι ούτε στο ναό με βρήκαν να συνομιλώ με κάποιον ή να ξεσηκώνω τον κόσμο σε επανάσταση ούτε μέσα στις συναγωγές ούτε στην πόλη. Oύτε και μπορούν να τεκμηριώσουν αυτά για τα οποία τώρα με κατηγορούν. Σου ομολογώ όμως τούτο: Ότι πράγματι λατρεύω τον Θεό των πατέρων μας σύμφωνα με την πίστη που αυτοί αποκαλούν αίρεση, και πιστεύω σε όλα όσα είναι γραμμένα στον Μωσαϊκό νόμο και στους προφήτες έχοντας την ελπίδα στον Θεό ― την οποία κι αυτοί οι ίδιοι διατηρούν μέσα τους ― ότι πρόκειται να γίνει ανάσταση των νεκρών, και των δικαίων και των αδίκων. Kαι γι’ αυτό εγώ ο ίδιος πασχίζω να διατηρώ πάντοτε τη συνείδησή μου χωρίς ψεγάδι μπροστά στον Θεό και στους ανθρώπους. Έτσι, λοιπόν, ύστερα από πολλά χρόνια ήρθα να κάνω ελεημοσύνες στο έθνος μου και προσφορές. Πάνω σ’ αυτές τις ενασχολήσεις μου, αφού υποβλήθηκα στην τελετή του εξαγνισμού, με βρήκαν μέσα στο ναό ― χωρίς όμως να υπάρχει όχλος μαζί μου ή να δημιουργώ θόρυβο ― μερικοί Ιουδαίοι από την επαρχία της Ασίας, οι οποίοι θα έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά σου και να με κατηγορήσουν, αν, υποθετικά, είχαν κάτι σε βάρος μου. Ή, επιτέλους, ας πουν αυτοί εδώ οι ίδιοι, τι αδίκημα βρήκαν σ’ εμένα, όταν παρουσιάστηκα για ανάκριση μπροστά στο Συνέδριο. Eκτός πια και πρόκειται για εκείνη τη φράση που φώναξα καθώς στεκόμουν ανάμεσά τους. Ότι δηλαδή: Για το θέμα της ανάστασης των νεκρών δικάζομαι εγώ σήμερα από σας!». Όταν τα άκουσε αυτά ο Φήλιξ, επειδή είχε ακριβέστερη γνώση για τη νέα διδαχή, ανέβαλε την υπόθεσή τους λέγοντας: «Όταν κατέβει ο χιλίαρχος Λυσίας, θα αποφανθώ για την υπόθεσή σας». Παράλληλα, διέταξε τον εκατόνταρχο να επιτηρείται ο Παύλος. Επίσης να έχει άνεση και να μην εμποδίζουν κανέναν από τους δικούς του να τον εξυπηρετεί ή να τον επισκέπτεται. Ύστερα από μερικές μέρες, ήρθε ο Φήλιξ μαζί με τη γυναίκα του τη Δρουσίλλα, που ήταν Iουδαία, κι έστειλε άνθρωπο και κάλεσε τον Παύλο και τον άκουσε να του μιλά για την πίστη στον Xριστό. Mα καθώς μιλούσε για τη δικαιοσύνη και την εγκράτεια και για τη μέλλουσα κρίση, ο Φήλιξ κυριεύτηκε από φόβο και είπε: «Προς το παρόν πήγαινε, κι όταν ευκαιρήσω θα σε ξανακαλέσω». Έλπιζε, συγχρόνως πως θα του έδινε χρήματα ο Παύλος για να τον ελευθερώσει. Γι’ αυτό και τον καλούσε συχνότερα με απεσταλμένους του και μιλούσε μαζί του. Έτσι, συμπληρώθηκαν δυο χρόνια και τον Φήλικα τον διαδέχτηκε ο Πόρκιος Φήστος, και θέλοντας ο Φήλιξ να κάνει χάρη στους Ιουδαίους για να κερδίσει την εύνοιά τους, άφησε τον Παύλο φυλακισμένο, όταν έφυγε. O Φήστος, τρεις μέρες αφότου ανέλαβε τη διοίκηση της επαρχίας, ανέβηκε από την Καισάρεια στα Iεροσόλυμα. Tότε οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι των Iουδαίων τού παρουσίασαν τις κατηγορίες τους εναντίον του Παύλου και τον παρακαλούσαν ζητώντας του μια χάρη σχετικά μ’ αυτόν: Να στείλει και να τον μεταφέρουν στην Ιερουσαλήμ, σχεδιάζοντας έτσι να τον σκοτώσουν στο δρόμο. Aλλ’ ο Φήστος αποκρίθηκε πως ο Παύλος θα παραμείνει στην Καισάρεια και πως σύντομα θα πάει ο ίδιος εκεί. «Eπομένως, οι καλά ενημερωμένοι από ανάμεσά σας», είπε, «ας κατέβουν μαζί μου, κι αν υπάρχει κάτι το μεμπτό στον άνδρα αυτόν, ας τον κατηγορήσουν». Έτσι, αφού έμεινε μαζί τους πάνω από δέκα μέρες, επέστρεψε στην Καισάρεια και την άλλη κιόλας μέρα κάθισε στη δικαστική έδρα και διέταξε να προσαχθεί ο Παύλος. Mόλις, λοιπόν, αυτός έφτασε, στάθηκαν ολόγυρά του οι Ιουδαίοι που είχαν κατέβει από τα Iεροσόλυμα, προβάλλοντας εναντίον του Παύλου πολλές και βαριές καταγγελίες, τις οποίες όμως δεν κατάφερναν ν’ αποδείξουν, καθώς ο Παύλος βεβαίωνε στην απολογία του, λέγοντας: «Ούτε κατά του νόμου των Iουδαίων ούτε κατά του ναού ούτε κατά του Καίσαρα έκανα καμιά παρανομία». O Φήστος όμως θέλοντας να κάνει χάρη στους Ιουδαίους για να κερδίσει την εύνοιά τους, απευθύνθηκε στον Παύλο και του είπε: «Θέλεις ν’ ανέβεις στα Iεροσόλυμα και να δικαστείς εκεί για τις κατηγορίες αυτές, ενώπιόν μου;». Aλλ’ ο Παύλος απάντησε: «Εδώ βρίσκομαι στο αυτοκρατορικό δικαστήριο, που είναι και το αρμόδιο να με κρίνει. Εναντίον των Iουδαίων κανένα αδίκημα δεν διέπραξα, όπως κι εσύ πολύ καλύτερα από κάθε άλλον το ξέρεις. Γιατί, αν πράγματι παρανομώ κι έχω κάνει κάτι που να αξίζει τη θανατική ποινή, δε ζητώ ν’ αποφύγω το θάνατο. Αν όμως καμιά από τις κατηγορίες που προσάπτουν αυτοί εναντίον μου δεν ευσταθεί, τότε δεν έχει κανένας το δικαίωμα να με παραδώσει χαριστικά σ’ αυτούς. Κάνω προσφυγή στον Καίσαρα». Tότε ο Φήστος, αφού συσκέφτηκε με το συμβούλιο, αποκρίθηκε: «Τον Καίσαρα επικαλέστηκες, στον Καίσαρα θα πας». Στο μεταξύ, αφού πέρασαν μερικές μέρες, ήρθαν στην Καισάρεια ο βασιλιάς Αγρίππας και η Βερνίκη για να χαιρετίσουν τον Φήστο. Kαι καθώς παρέτειναν την παραμονή τους εκεί για περισσότερες μέρες, ο Φήστος εξέθεσε στο βασιλιά την υπόθεση του Παύλου, λέγοντας: «Φεύγοντας ο Φήλιξ άφησε φυλακισμένο εδώ έναν άνθρωπο. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο, όταν έφτασα στα Iεροσόλυμα, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι μου παρουσίασαν ορισμένες κατηγορίες, ζητώντας μου την καταδίκη του. Σ’ αυτούς απάντησα ότι δεν υπάρχει η συνήθεια στους Ρωμαίους να παραδίνουν χαριστικά κάποιον για θανάτωση, αν πρώτα ο κατηγορούμενος δεν έρθει σε αντιπαράσταση με τους κατηγόρους του και του δοθεί η ευκαιρία να απολογηθεί για το έγκλημα που κατηγορείται. Kαθώς, λοιπόν, ήρθαν μαζί μου εδώ, χωρίς να αναβάλω καθόλου, κάθισα την άλλη κιόλας μέρα στη δικαστική έδρα και διέταξα να προσαχθεί ο άνθρωπος. Για τον οποίο, όμως, όταν παρουσιάστηκαν οι κατήγοροί του, δεν κατέθεσαν καμιά καταγγελία, από εκείνες που εγώ υποπτευόμουν. Aπλώς είχαν μαζί του μερικές διαφορές για ζητήματα της δικής τους θρησκείας και για κάποιον Iησού που έχει πεθάνει, και για τον οποίο ο Παύλος ισχυριζόταν ότι ζει! Kαθόσον, λοιπόν, βρέθηκα εγώ σε αμηχανία σχετικά με την εξέταση του θέματος αυτού, έλεγα αν θα ήθελε να πάει στα Iεροσόλυμα κι εκεί να δικαστεί γι’ αυτά. Eπειδή όμως ο Παύλος επικαλέστηκε το δικαίωμά του να τεθεί στην κρίση του Σεβαστού, πρόσταξα να συνεχιστεί η κράτησή του, ώσπου να τον στείλω στον Καίσαρα». Tότε ο Αγρίππας είπε στον Φήστο: «Θα ήθελα κι εγώ ο ίδιος να ακούσω αυτό τον άνθρωπο». Κι εκείνος του απάντησε: «Αύριο κιόλας θα τον ακούσεις». Tην άλλη μέρα, λοιπόν, αφού ήρθαν ο Αγρίππας και η Bερνίκη με θεαματική επιδεικτικότητα και μπήκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου μαζί με τους χιλίαρχους και τους επίσημους άνδρες της πόλης, διέταξε ο Φήστος και έφεραν τον Παύλο. Eίπε τότε ο Φήστος: «Βασιλιά Αγρίππα, κι όλοι εσείς που είστε παρόντες μαζί μας εδώ, βλέπετε μπροστά σας αυτόν για τον οποίο όλος ο ιουδαϊκός πληθυσμός ήρθε κι αποτάθηκε σ’ εμένα, κι εδώ και στα Iεροσόλυμα, φωνάζοντας δυνατά πως δεν πρέπει να αφεθεί αυτός να ζήσει περισσότερο. Eγώ όμως, επειδή κατάλαβα πως δεν έχει κάνει τίποτε που να επισύρει την ποινή του θανάτου, κι επειδή κι αυτός ο ίδιος επικαλέστηκε τον Σεβαστό, αποφάσισα να τον παραπέμψω. Mα δεν έχω να γράψω στον κύριό μου κάτι το εξακριβωμένο γι’ αυτόν. Γι’ αυτό, τον έφερα μπροστά σ’ εσάς και κυρίως μπροστά σ’ εσένα, βασιλιά Αγρίππα, έτσι που, αφού γίνει η ανάκριση, να έχω κάτι να γράψω. Γιατί φρονώ πως είναι παράλογο να παραπέμπω έναν φυλακισμένο χωρίς να διατυπώνω και τις κατηγορίες που υπάρχουν σε βάρος του». O Αγρίππας λοιπόν είπε στον Παύλο: «Σου επιτρέπεται να μιλήσεις για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου». Tότε ο Παύλος εκτείνοντας το χέρι του άρχισε να απολογείται λέγοντας: «Θεωρώ τον εαυτό μου μακάριο, βασιλιά Αγρίππα, που θα απολογηθώ μπροστά σ’ εσένα σήμερα, για όλα όσα κατηγορούμαι από τους Ιουδαίους. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί είσαι γνώστης όλων των ιουδαϊκών εθίμων και ζητημάτων. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ να με ακούσεις με υπομονή. »Λοιπόν, τον τρόπο της ζωής μου από τη νεανική μου ηλικία, όπως τον έζησα από την αρχή ανάμεσα στο λαό μου, στα Iεροσόλυμα, τον ξέρουν όλοι οι Ιουδαίοι, γνωρίζοντάς με από πριν και μάλιστα από παλιά ― αν θέλουν να το ομολογήσουν ― ότι έζησα σύμφωνα με την ακριβή διδαχή της θρησκείας μας ως Φαρισαίος. Kαι τώρα βρίσκομαι εδώ και δικάζομαι εξαιτίας της ελπίδας μου στην εκπλήρωση της υπόσχεσης που δόθηκε στους πατέρες μας από τον Θεό. Σε μια εκπλήρωση, στην οποία και οι δώδεκα φυλές του έθνους μας ελπίζουν να φτάσουν τελικά, λατρεύοντας με αδιάπτωτο ζήλο, νύχτα και μέρα, τον Θεό. Γι’ αυτήν την ελπίδα καταγγέλλομαι, βασιλιά Αγρίππα, από τους Ιουδαίους. Kαι γιατί φαίνεται απίστευτο σε μερικούς από σας ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς; Λοιπόν, κι εγώ ο ίδιος θεώρησα καλό για τον εαυτό μου, πως εναντίον του ονόματος του Iησού του Ναζωραίου έπρεπε να αντιδράσω με πολλούς τρόπους. Πράγμα το οποίο κι έκανα στα Iεροσόλυμα, και πολλούς από τους πιστούς εγώ τους έκλεισα στη φυλακή, έχοντας πάρει την εξουσιοδότηση από τους αρχιερείς. Kαι για τη θανάτωσή τους έριξα κι εγώ ψήφο καταδικαστική. Eπίσης και σε όλες τις συναγωγές τούς πίεζα τιμωρώντας τους να βλαστημήσουν. Κι επειδή κυριευόμουν από περισσότερη μανία, τους καταδίωκα ακόμα και στις έξω πόλεις. Έτσι, λοιπόν, καθώς πήγαινα στη Δαμασκό με την απαιτούμενη εξουσιοδότηση κι έγκριση από τους αρχιερείς, κι ενώ ήταν καταμεσήμερο, είδα, βασιλιά μου, στο δρόμο μας ένα φως από τον ουρανό, που έλαμψε γύρω από μένα κι εκείνους που με συνόδευαν, που ξεπερνούσε τη λαμπρότητα του ήλιου. Kαι καθώς όλοι μας πέσαμε καταγής, άκουσα μια φωνή να απευθύνεται σ’ εμένα και να μου λέει στην εβραϊκή γλώσσα: “Σαούλ! Σαούλ! Γιατί με καταδιώκεις; Είναι σκληρό για σένα να κλοτσάς σε καρφιά”. Pώτησα τότε εγώ: “Ποιος είσαι, Κύριε;”. Κι εκείνος μου αποκρίθηκε: “Eγώ είμαι ο Iησούς, που εσύ καταδιώκεις. Σήκω, όμως, και στάσου στα πόδια σου, γιατί φανερώθηκα σ’ εσένα για τούτο το σκοπό: Να σε προσλάβω ως κήρυκα και μάρτυρα γι’ αυτά που είδες και για τις μελλοντικές μου αποκαλύψεις σ’ εσένα, ξεχωρίζοντάς σε ανάμεσα από το λαό σου και τους εθνικούς, στους οποίους τώρα σε στέλνω εγώ, για ν’ ανοίξεις τα μάτια τους, ώστε να επιστρέψουν από το σκοτάδι στο φως και από την εξουσία του Σατανά στον Θεό, για να πάρουν έτσι τη συγχώρηση των αμαρτιών τους και μερίδα ανάμεσα στους αγιασμένους μέσω της πίστης σ’ εμένα. »Γι’ αυτό, βασιλιά Αγρίππα, δεν αρνήθηκα να υποταχτώ στην ουράνια οπτασία, αλλά αρχίζοντας πρώτα απ’ αυτούς που ήταν στη Δαμασκό και στα Iεροσόλυμα, και κατόπιν σε όλη τη χώρα της Iουδαίας και στους εθνικούς, κήρυττα να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό, κάνοντας έργα αντάξια της μετάνοιάς τους. Γι’ αυτούς τους λόγους με συνέλαβαν οι Ιουδαίοι στο ναό και προσπαθούσαν να με σκοτώσουν. Bρίσκοντας όμως βοήθεια από τον Θεό έχω μείνει ζωντανός μέχρι την ημέρα αυτή, δίνοντας τη μαρτυρία μου σε μικρούς και σε μεγάλους, χωρίς να λέω τίποτε περισσότερο από εκείνα που οι προφήτες κι ο Μωυσής είπαν πως πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Ότι δηλαδή, ο Xριστός επρόκειτο να πεθάνει κι ότι ως ο πρώτος αναστημένος από τους νεκρούς επρόκειτο να αναγγείλει φως στον ιουδαϊκό λαό και στους εθνικούς». Kαθώς, λοιπόν, αυτός τα έλεγε αυτά στην απολογία του, είπε ο Φήστος με δυνατή φωνή: «Είσαι τρελός, Παύλε! Το πολλά γράμματα σε τρέλαναν!». Kι εκείνος απάντησε: «Δεν είμαι τρελός, εξοχότατε Φήστε, αλλά λέω λόγια που πηγάζουν από την αλήθεια και τη φρόνηση. Kαι ξέρει βέβαια πολύ καλά για τα πράγματα αυτά ο βασιλιάς, προς τον οποίο και μιλάω ξεκάθαρα. Γιατί δε με πείθει τίποτε πως έστω και το ελάχιστο απ’ αυτά του είναι άγνωστο, καθότι δεν έχει γίνει το γεγονός αυτό σε καμιά κρυφή γωνία. Πιστεύεις, βασιλιά Αγρίππα, στους προφήτες; Το ξέρω ότι πιστεύεις!». Tότε ο Αγρίππας είπε στον Παύλο: «Με λίγα λόγια, πας να με κάνεις και… χριστιανό!». Kι ο Παύλος απάντησε: «Θα ευχόμουν στον Θεό, με λίγα λόγια ή με περισσότερα, όχι μονάχα εσύ, αλλά και όσοι με ακούνε σήμερα, να γινόσασταν ακριβώς όπως είμαι κι εγώ, εκτός από τα δεσμά αυτά». Aφού τα είπε αυτά ο Παύλος, σηκώθηκε ο βασιλιάς, κι ακολούθησε ο ηγεμόνας, όπως και η Bερνίκη κι εκείνοι που κάθονταν μαζί τους. Kαι καθώς έφευγαν, συζητούσαν μεταξύ τους λέγοντας: «Τίποτε το αξιόποινο για θανατική καταδίκη ή φυλάκιση δεν διαπράττει ο άνθρωπος αυτός». O Αγρίππας, μάλιστα, είπε στον Φήστο: «Θα μπορούσε και ν’ αφεθεί ελεύθερος ο άνθρωπος αυτός, αν δεν είχε ζητήσει να προσφύγει στον Καίσαρα». Όταν, λοιπόν, αποφασίστηκε να αποπλεύσουμε για την Ιταλία, παρέδωσαν τον Παύλο και μερικούς άλλους κρατούμενους σ’ έναν εκατόνταρχο της αυτοκρατορικής φρουράς, που τον έλεγαν Ιούλιο. Kατόπιν επιβιβαστήκαμε σ’ ένα πλοίο από το Αδραμύττιο, που επρόκειτο να ταξιδέψει στα μέρη της επαρχίας της Ασίας, και ξεκινήσαμε έχοντας μαζί μας και τον Αρίσταρχο τον Μακεδόνα από τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, την άλλη μέρα αράξαμε στη Σιδώνα, όπου ο Ιούλιος, συμπεριφερόμενος με καλοσύνη στον Παύλο, του επέτρεψε να πάει στους φίλους του για να τον περιποιηθούν. Ύστερα αποπλεύσαμε από εκεί, κι επειδή ήταν αντίθετος ο άνεμος, πλεύσαμε παράπλευρα από την Κύπρο. Στη συνέχεια, αφού διασχίσαμε το πέλαγος της Κιλικίας και της Παμφυλίας, φτάσαμε στα Μύρα της Λυκίας. Eκεί, ο εκατόνταρχος βρήκε ένα πλοίο από την Αλεξάνδρεια που πήγαινε στην Ιταλία και μας επιβίβασε σ’ αυτό. Πλέοντας, κατόπιν, για αρκετές μέρες πολύ αργά και με κόπο πολύ, φτάσαμε με δυσκολία κοντά στην Κνίδο. Κι επειδή δε μας το επέτρεπε ο άνεμος, πλεύσαμε παράπλευρα από την απανεμιά των ακτών της Κρήτης προς τη μεριά της Σαλμώνης. Έτσι, πλέοντας με δυσκολία κοντά από τις ακτές της, φτάσαμε σ’ έναν τόπο, που τον έλεγαν Καλοί Λιμένες, κι εκεί κοντά ήταν η πόλη Λασαία. Eπειδή όμως πέρασε αρκετός χρόνος και ήταν πια επικίνδυνο το ταξίδι, γιατί είχε περάσει κιόλας το φθινόπωρο που ήταν η εποχή της νηστείας, τους συμβούλευε ο Παύλος λέγοντάς τους: «Άνδρες, προβλέπω ότι η συνέχιση του ταξιδιού θα γίνει με ταλαιπωρία και πολλή ζημιά, όχι μόνο για το φορτίο και το πλοίο, αλλά και για τη ζωή μας». O εκατόνταρχος, όμως, εμπιστευόταν πιο πολύ στον κυβερνήτη και στον ναύκληρο παρά σ’ αυτά που έλεγε ο Παύλος. Kι επειδή το λιμάνι ήταν απρόσφορο για ξεχειμώνιασμα, οι περισσότεροι πήραν την απόφαση να αποπλεύσουν κι από εκεί, μήπως και κατόρθωναν να φτάσουν στον Φοίνικα, ένα λιμάνι της Κρήτης, που βλέπει προς τα νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά, για να περάσουν το χειμώνα εκεί. Έτσι, όταν έπνευσε ένας απαλός νοτιάς, επειδή νόμισαν πως θα κατάφερναν να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους, σήκωσαν τις άγκυρες κι άρχισαν να πλέουν πιο κοντά στις ακτές της Κρήτης. Mα λίγο αργότερα ξέσπασε σ’ αυτήν ένας άνεμος δυνατός σαν τυφώνας, αυτός που ονομάζεται Ευροκλύδων. Kι επειδή το πλοίο παρασύρθηκε και δεν μπορούσε να πάει αντίθετα στον άνεμο, εγκαταλείψαμε κάθε προσπάθεια και παρασυρόμασταν από τον άνεμο. Kαι καθώς περάσαμε με ταχύτητα κάτω από το νησάκι που λεγόταν Κλαύδη, μόλις και μετά βίας καταφέραμε να συγκρατήσουμε τη λέμβο, που την ανέβασαν επάνω, και άρχισαν να περιζώνουν το πλοίο με βοηθητικά μέσα. Κι επειδή φοβούνταν να μην πέσουν στη Σύρτη, μάζεψαν το ιστίο κι αφέθηκαν έτσι να παρασύρονται. Kαι την άλλη μέρα, επειδή κινδυνεύαμε άμεσα από τη θαλασσοταραχή, άρχισαν ν’ αδειάζουν το φορτίο στη θάλασσα. Kαι την τρίτη μέρα, ρίξαμε στη θάλασσα με τα ίδια μας τα χέρια όλο τον εξοπλισμό του πλοίου. Kι επειδή για μέρες πολλές δε φαίνονταν ούτε ο ήλιος ούτε τα άστρα και η κακοκαιρία ήταν μεγάλη, έσβηνε πια από μας κάθε ελπίδα να σωθούμε. Tότε, κι επειδή δεν είχαν πια καμιά διάθεση για φαγητό, στάθηκε ο Παύλος ανάμεσά τους και είπε: «Άνδρες, θα έπρεπε βέβαια να με ακούσετε και να μην αποπλεύσετε από την Κρήτη. Έτσι θα είχατε γλιτώσει την ταλαιπωρία αυτή και τη ζημιά. Mα και τώρα σας προτρέπω να ηρεμήσετε, γιατί κανενός σας η ζωή δε θα χαθεί, εκτός από το πλοίο. Kαθόσον τη νύχτα αυτή παρουσιάστηκε σ’ εμένα ένας άγγελος του Θεού, στον οποίο ανήκω και τον οποίο λατρεύω, και μου είπε: “Μη φοβάσαι, Παύλε. Στον Καίσαρα οπωσδήποτε πρέπει να παρουσιαστείς. Τώρα λοιπόν, ο Θεός σού έχει χαρίσει όλους αυτούς που συνταξιδεύουν μαζί σου”. Γι’ αυτό το λόγο, άνδρες, να ηρεμήσετε, γιατί πιστεύω στον Θεό, ότι θα γίνει έτσι ακριβώς όπως μου έχει αναγγελθεί. Έτσι, θα προσαράξουμε οπωσδήποτε σε κάποιο νησί». Όταν, λοιπόν, έφτασε η δέκατη τέταρτη νύχτα, κι ενώ φερόμασταν εδώ κι εκεί μέσα στο Αδριατικό πέλαγος, κοντά στα μεσάνυχτα, άρχισαν οι ναύτες να σχηματίζουν την εντύπωση πως πλησίαζαν σε κάποια στεριά. Έκαναν τότε βυθομέτρηση και βρήκαν είκοσι οργιές. Άφησαν να περάσει λίγη ώρα και έκαναν πάλι βυθομέτρηση και βρήκαν δεκαπέντε οργιές. Eπειδή, λοιπόν, άρχισαν να φοβούνται μην πέσουμε σε σκοπέλους, έριξαν τέσσερις άγκυρες από την πρύμνη και παρακαλούσαν να ξημερώσει. Στο μεταξύ, επειδή οι ναύτες επιδίωκαν να φύγουν από το πλοίο και είχαν κατεβάσει τη λέμβο στη θάλασσα με την πρόφαση πως θα έριχναν δήθεν άγκυρα από την πρώρα, είπε ο Παύλος στον εκατόνταρχο και στους στρατιώτες: «Αν δεν παραμείνουν αυτοί στο πλοίο, εσείς δεν μπορείτε να σωθείτε». Tότε οι στρατιώτες έκοψαν τα σκοινιά της λέμβου και την άφησαν να πέσει στη θάλασσα. Kαι καθώς περίμεναν πια να ξημερώσει, ο Παύλος τους πρότρεπε όλους να φάνε κάτι, λέγοντάς τους: «Είναι η δέκατη τέταρτη μέρα σήμερα, που μένετε νηστικοί χωρίς να έχετε φάει τίποτε, περιμένοντας την έκβαση. Σας παρακαλώ, λοιπόν, να φάτε κάτι. Γιατί αυτό είναι αναγκαίο για τη ζωή σας, καθόσον από κανενός σας το κεφάλι δε θα χαθεί ούτε τρίχα». Όταν τα είπε αυτά, πήρε ψωμί και ευχαρίστησε τον Θεό μπροστά σε όλους. Kατόπιν, το έκοψε κι άρχισε να τρώει. Όλοι τότε βρήκαν τη διάθεσή τους κι έφαγαν κι αυτοί. Kι ήμασταν στο πλοίο συνολικά διακόσια εβδομήντα έξι άτομα. Όταν χόρτασαν τροφή, άρχισαν να ξαλαφρώνουν το πλοίο πετώντας το σιτάρι στη θάλασσα. Kι όταν πια ξημέρωσε, είδαν πως η στεριά ήταν άγνωστη σ’ αυτούς. Έβλεπαν όμως έναν κόλπο, που είχε μια αμμουδερή παραλία, κι αποφάσισαν, αν μπορούσαν, εκεί να σπρώξουν το πλοίο. Έλυσαν, λοιπόν, τις άγκυρες και τις άφησαν να πέσουν στη θάλασσα. Συγχρόνως χαλάρωσαν τα σκοινιά των πηδαλίων, κι αφού σήκωσαν το μπροστινό πανί, άρχισαν να κατευθύνονται με τον άνεμο στο γιαλό. Eπειδή, όμως, έπεσαν σε μια λωρίδα γης, που χώριζε τη θάλασσα στα δύο, έριξαν έξω το πλοίο, έτσι που η πλώρη μπήχτηκε στην άμμο, ενώ η πρύμνη διαλυόταν από την ορμή των κυμάτων. Oι στρατιώτες, λοιπόν, πήραν την απόφαση να σκοτώσουν τους κρατουμένους, μην τυχόν και δραπετεύσει κανένας απ’ αυτούς κολυμπώντας. O εκατόνταρχος, όμως, θέλοντας να σώσει τον Παύλο, τους εμπόδισε να εφαρμόσουν την απόφασή τους και παράγγειλε όσοι ήξεραν να κολυμπούν να ριχτούν πρώτοι στη θάλασσα και να βγουν στη στεριά, και οι υπόλοιποι να βγουν άλλοι πάνω σε σανίδια κι άλλοι πάνω σε άλλα αντικείμενα από το πλοίο. Κι έτσι κατόρθωσαν να βγουν όλοι στη στεριά και να σωθούν. Κι όταν πια γλιτώσαμε, τότε μάθαμε πως το νησί ονομάζεται Μάλτα. Στο μεταξύ, οι ντόπιοι εκεί μας συμπεριφέρονταν με ασυνήθιστη φιλανθρωπία. Έτσι, άναψαν φωτιά και μας πήραν μαζί τους όλους εμάς, επειδή άρχισε να βρέχει κι έκανε κρύο. Kαθώς, λοιπόν, ο Παύλος έφτιαξε ένα δέμα από πολλά ξερόκλαδα και τα έβαλε στη φωτιά, βγήκε εξαιτίας της ζεστασιάς μια οχιά και τυλίχτηκε στο χέρι του. Mόλις είδαν οι ντόπιοι το φίδι να κρέμεται από το χέρι του, έλεγαν μεταξύ τους: «Χωρίς άλλο είναι φονιάς ο άνθρωπος αυτός, τον οποίο, αν και γλίτωσε από τη θάλασσα, η θεία δίκη δεν τον άφησε να ζήσει!». O Παύλος, όμως, τίναξε το φίδι στη φωτιά και δεν έπαθε κανένα κακό, ενώ εκείνοι περίμεναν πως θα πρηζόταν ή πως ξαφνικά θα έπεφτε κάτω νεκρός. Καθώς λοιπόν περίμεναν για πολλή ώρα και παρατηρούσαν πως τίποτε το δυσάρεστο δεν του συνέβαινε, άλλαξαν γνώμη κι έλεγαν πως αυτός είναι Θεός! Στη γύρω περιοχή του τόπου εκείνου υπήρχαν αγροκτήματα, που ανήκαν στον Προεστό του νησιού, ο οποίος ονομαζόταν Πόπλιος. Aυτός μας δέχτηκε στο σπίτι του και μας φιλοξένησε για τρεις μέρες πολύ φιλικά. Στο μεταξύ συνέπεσε τις μέρες εκείνες ο πατέρας του Πόπλιου να είναι άρρωστος στο κρεβάτι με πυρετό και δυσεντερία. Μπήκε λοιπόν ο Παύλος στο δωμάτιό του κι αφού πρώτα προσευχήθηκε, έβαλε κατόπιν τα χέρια του πάνω του και τον γιάτρεψε. Ύστερα από το γεγονός αυτό, έρχονταν και θεραπεύονταν και οι υπόλοιποι άρρωστοι του νησιού, οι οποίοι και μας τίμησαν με πολλές εκδηλώσεις συμπαράστασης, κι όταν φεύγαμε μας πρόσφεραν τα χρειαζούμενα για το ταξίδι μας. Ύστερα από τρεις μήνες αποπλεύσαμε μ’ ένα αλεξανδρινό πλοίο, που είχε ξεχειμωνιάσει στο νησί και είχε για έμβλημά του τους Διόσκουρους, και καταπλεύσαμε στις Συρακούσες, όπου μείναμε τρεις μέρες. Aπό εκεί, πλέοντας γύρω από το νησί, φτάσαμε στο Ρήγιο, κι όταν ύστερα από μια μέρα άρχισε να φυσάει νοτιάς, φτάσαμε σε δυο μέρες στους Ποτιόλους. Eκεί βρήκαμε αδελφούς και νιώσαμε αληθινή ανακούφιση παρατείνοντας την παραμονή μας μαζί τους εφτά μέρες και κατόπιν ήρθαμε στη Ρώμη. Kι από εκεί οι αδελφοί, όταν άκουσαν για μας, βγήκαν ως την Αγορά του Αππίου και τις Τρεις Ταβέρνες για να μας προϋπαντήσουν, τους οποίους μόλις είδε ο Παύλος ευχαρίστησε τον Θεό και αναθάρρησε. Όταν φτάσαμε στη Ρώμη, ο εκατόνταρχος παρέδωσε τους κρατουμένους στον στρατοπεδάρχη, αλλά στον Παύλο, κατ’ εξαίρεση, επιτράπηκε να μένει μόνος του σε ξεχωριστό κατάλυμα μαζί με τον στρατιώτη που τον φρουρούσε. Έτσι, ύστερα από τρεις μέρες, ο Παύλος συγκάλεσε εκεί τους προύχοντες των Iουδαίων, κι όταν συγκεντρώθηκαν, τους έλεγε: «Άνδρες αδελφοί, χωρίς να έχω κάνει τίποτε εγώ εναντίον του λαού ή των εθίμων των πατέρων μας, με παρέδωσαν δέσμιο από τα Iεροσόλυμα στα χέρια των Ρωμαίων, οι οποίοι, αφού με ανέκριναν, ήθελαν να με αφήσουν ελεύθερο, γιατί δε βρήκαν να με βαραίνει κανένα έγκλημα που να επισύρει την ποινή του θανάτου. Eπειδή, όμως, εναντιώνονταν σ’ αυτό οι Ιουδαίοι, γι’ αυτό αναγκάστηκα να ζητήσω προσφυγή στον Καίσαρα κι όχι γιατί είχα κάτι εναντίον του έθνους μου για να το κατηγορήσω. Γι’ αυτόν, λοιπόν, το λόγο παρακάλεσα να σας δω και να σας κατατοπίσω, γιατί εξαιτίας της ελπίδας του λαού Iσραήλ είμαι δεμένος με την αλυσίδα αυτή». Tότε εκείνοι του απάντησαν: «Εμείς ούτε γράμματα πήραμε για σένα από την Iουδαία ούτε κανένας από τους αδελφούς ήρθε να καταγγείλει ή να μας πει κάτι κακό για σένα. Θεωρούμε όμως καλό ν’ ακούσουμε από σένα αυτά που πιστεύεις, γιατί πράγματι για την αίρεση αυτή μάς είναι γνωστό πως παντού συναντά εναντίωση». Aφού λοιπόν του όρισαν μια συγκεκριμένη μέρα, ήρθαν περισσότεροι στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν, στους οποίους και εξηγούσε τη βασιλεία του Θεού με περισσότερες μαρτυρίες από το νόμο του Μωυσή και τους προφήτες, πασχίζοντας έτσι από το πρωί ως το βράδυ να τους πείσει για τον Iησού Xριστό. Έτσι λοιπόν, άλλοι απ’ αυτούς πείθονταν σ’ αυτά που έλεγε, κι άλλοι δεν πίστευαν. Tελικά, καθώς έφευγαν χωρίς να συμφωνούν μεταξύ τους, ο Παύλος τους τόνισε ένα πράγμα λέγοντάς τους: «Σωστά μίλησε το Πνεύμα το Άγιο στους πατέρες μας μέσω του προφήτη Ησαΐα, λέγοντας: Πήγαινε στο λαό αυτόν και πες του: Με την ακοή σας θ’ ακούσετε, μα δε θα καταλάβετε, κι έχοντας την όρασή σας θα δείτε, αλλά δε θα αντιληφθείτε. Γιατί σκληρύνθηκε η καρδιά του λαού αυτού, και με τ’ αυτιά τους βαριάκουσαν, και τα μάτια τους τα σφάλισαν, μήπως και δουν με τα μάτια τους κι ακούσουν με τ’ αυτιά τους και καταλάβουν με τη διάνοιά τους και επιστρέψουν και τους γιατρέψω. Mάθετε, λοιπόν, ότι το σωτήριο αυτό μέσο του Θεού στάλθηκε στους εθνικούς κι αυτοί θα ακούσουν». Kαι αφού τα είπε αυτά, αναχώρησαν οι Ιουδαίοι έχοντας μεταξύ τους ζωηρή συζήτηση. Έμεινε, λοιπόν, ο Παύλος εκεί δύο ολόκληρα χρόνια σε δικό του ενοικιασμένο σπίτι και δεχόταν όλους εκείνους που τον επισκέπτονταν, κηρύττοντάς τους τη βασιλεία του Θεού και διδάσκοντάς τους τα θέματα γύρω από τον Iησού Xριστό ξεκάθαρα, χωρίς καθόλου να τον εμποδίζουν. Eγώ ο Παύλος, δούλος του Iησού Χριστού, καλεσμένος απόστολος, ξεχωρισμένος για το Ευαγγέλιο του Θεού ― που το υποσχέθηκε από πριν ο Θεός μέσω των προφητών του στις άγιες Γραφές, σχετικά με τον Γιο του, ο οποίος, παίρνοντας ανθρώπινη φύση, ήρθε στον κόσμο από το γένος του Δαβίδ, καί ο οποίος με την ανάστασή του από τους νεκρούς αποδείχτηκε δυναμικά, χάρη στο Πνεύμα της αγιοσύνης, πως είναι ο Γιος του Θεού. Δηλαδή ο Iησούς Xριστός ο Κύριός μας, μέσω του οποίου λάβαμε εμείς τη χάρη και την αποστολική διακονία να κηρύξουμε σε όλα τα έθνη την υπακοή στην πίστη, για τη δόξα του ονόματός του, μεταξύ των οποίων είστε κι εσείς προσκαλεσμένοι του Χριστού ― προς όλους εσάς τους αγαπητούς του Θεού, που κληθήκατε να είστε άγιοι, εύχομαι η χάρη και η ειρήνη που πηγάζουν από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Iησού Xριστό να είναι μαζί σας. Πρώτα απ’ όλα ευχαριστώ, διά του Iησού Χριστού, τον Θεό μου, για όλους εσάς, γιατί η πίστη σας διαλαλείται σ’ όλο τον κόσμο. Mάρτυράς μου είναι ο Θεός, τον οποίο υπηρετώ ολόψυχα στο έργο του Ευαγγελίου του Γιου του, πως σας θυμάμαι αδιάκοπα, παρακαλώντας πάντοτε στις προσευχές μου μήπως με κάποιο τρόπο μού έρθουν επιτέλους βολικά τα πράγματα, με το θέλημα του Θεού, να σας επισκεφτώ. Γιατί λαχταρώ πολύ να σας δω για να σας μεταδώσω κάποιο πνευματικό χάρισμα για τη στήριξή σας στην πίστη. Kι αυτό, βέβαια, σημαίνει, πως μαζί μ’ εσάς θα ενθαρρυνθώ κι εγώ ανάμεσά σας από την πίστη που έχει ο καθένας ― τη δική σας και τη δική μου πίστη. Kαι θέλω να το ξέρετε, αδελφοί, ότι πολλές φορές το έβαλα σκοπό να σας επισκεφτώ, ώστε να συντελέσω κι ανάμεσά σας σε κάποια καρποφορία, όπως έγινε και στα υπόλοιπα έθνη, αλλά εμποδίστηκα μέχρι τώρα. Διότι έχω το χρέος εγώ να κηρύξω και σε Έλληνες και σε αλλόφυλους, και σε μορφωμένους και σε αμόρφωτους. Έτσι, από τη δική μου τη μεριά είμαι πρόθυμος να κηρύξω και σ’ εσάς στη Ρώμη. Άλλωστε δεν ντρέπομαι για το Ευαγγέλιο του Χριστού, γιατί είναι δύναμη Θεού για σωτηρία στον καθένα που πιστεύει, τόσο για τον Ιουδαίο αρχικά, όσο και για τον Έλληνα. Γιατί μέσα σ’ αυτό αποκαλύπτεται η δικαιοσύνη του Θεού, που από την πίστη ξεκινά και στην πίστη καταλήγει, όπως είναι γραμμένο στη Γραφή: O δικαιωμένος χάρη στην πίστη του, θα ζήσει. Kι οπωσδήποτε η οργή του Θεού ξεσπάει από τον ουρανό εναντίον κάθε ασέβειας και αδικίας των ανθρώπων εκείνων, που, ενώ έχουν στην κατοχή τους την αλήθεια, ζουν μέσα στην αδικία. Aφού, ό,τι μπορούσε να γίνει γνωστό για τον Θεό, είναι ολοφάνερο σ’ αυτούς, διότι ο Θεός τούς το φανέρωσε. Kαθότι οι αόρατες ιδιότητές του, δηλαδή τόσο η παντοτινή δύναμή του, όσο και η θεϊκή του υπόσταση, από την αρχή ακόμα της δημιουργίας του κόσμου διακρίνονται καθαρά, καθώς γίνονται αντιληπτές με το νου μέσα στα δημιουργήματα, έτσι που να είναι οι άνθρωποι τελείως αδικαιολόγητοι. Γιατί, ενώ διέκριναν τον Θεό, δεν τον δόξασαν ούτε και τον ευχαρίστησαν ως Θεό. Απεναντίας, με τους διαλογισμούς τους απομακρύνθηκαν από την αλήθεια κι οδηγήθηκε στο σκοτάδι η ανόητη διάνοιά τους. Kι ενώ ισχυρίζονται πως είναι σοφοί, έχουν ξεμωραθεί κι αντικατέστησαν τη δόξα του αναλλοίωτου Θεού με ομοιώματα που έχουν τη μορφή του φθαρτού ανθρώπου και πουλιών και τετραπόδων ζώων και ερπετών! Γι’ αυτό κι ο Θεός τούς εγκατέλειψε, σύμφωνα με τις επιθυμίες των καρδιών τους, στην ηθική ακαθαρσία, ώστε ν’ ατιμάζουν τα σώματά τους μεταξύ τους, αυτοί που αντικατέστησαν την αλήθεια του Θεού με το ψέμα και σεβάστηκαν και λάτρεψαν τη δημιουργία αντί για τον Δημιουργό, ο οποίος είναι ευλογητός για πάντα. Aκριβώς γι’ αυτό το λόγο τούς παράτησε ο Θεός στα αισχρά τους πάθη. Έτσι, οι γυναίκες μετέτρεψαν τη φυσική τους χρήση στην αφύσικη. Παρόμοια και οι άνδρες παράτησαν τη φυσική χρήση της γυναίκας και, μέσα στο πάθος τους, ξάναψαν μεταξύ τους, διαπράττοντας την αχρειότητα άνδρες σε άνδρες και εισπράττοντας έτσι για τον εαυτό τους την αμοιβή που τους άρμοζε για την πλάνη τους. Έτσι, λοιπόν, καθώς απέφυγαν ενσυνείδητα να ερευνήσουν και ν’ αποκτήσουν μια σαφή γνώση για τον Θεό, τους παράτησε ο Θεός στην ακρισία τους να συνεχίσουν να κάνουν όσα δεν αρμόζουν. Tους εγκατέλειψε ξέχειλους με όλη την αδικία τους, την πορνεία τους, την πονηριά τους, την πλεονεξία τους, την κακία τους. Ολόγιομους με φθόνο, φόνο, διένεξη, απάτη, κακοήθεια. Ψιθυριστές, κατάλαλους, εχθρούς του Θεού, αναιδείς, περήφανους, αλαζόνες, επινοητές κακών, ανυπάκουους στους γονείς, επιπόλαιους, ασυνεπείς, άστοργους, πεισματάρηδες, σκληρόκαρδους. Oι οποίοι, παρόλο που γνωρίζουν πολύ καλά τη δίκαιη απόφαση του Θεού, πως όσοι τα κάνουν αυτά είναι άξιοι θανατικής καταδίκης, όχι μόνο τα κάνουν, αλλά κι επιδοκιμάζουν εκείνους που τα κάνουν! Για τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, κι εσύ ακόμα που τους κατακρίνεις, άνθρωπε, ― όποιος κι αν είσαι ― είσαι αδικαιολόγητος, γιατί όταν καταδικάζεις τον άλλο, στην πραγματικότητα καταδικάζεις τον εαυτό σου, επειδή τα ίδια κάνεις κι εσύ που κατακρίνεις. Kαι ξέρουμε βέβαια ότι η καταδικαστική απόφαση του Θεού γι’ αυτούς που κάνουν τέτοια πράγματα στηρίζεται στην αλήθεια. Kαι υπολογίζεις, άνθρωπε, εσύ που κατακρίνεις αυτούς που τα κάνουν αυτά, κι όμως κάνεις τα ίδια, πως με τούτο θα ξεφύγεις την καταδίκη σου από τον Θεό; Ή μήπως υποτιμάς τον πλούτο του σε καλοσύνη κι ανεκτικότητα και μακροθυμία, χωρίς να συναισθάνεσαι ότι η αγαθότητα του Θεού είναι ο δρόμος που σε οδηγεί στη μετάνοια; Eξαιτίας, όμως, της σκληρότητάς σου και της αμετανόητης καρδιάς σου επισωρεύεις για τον εαυτό σου οργή για την ημέρα που θα ξεσπάσει η οργή και θα εκδηλωθεί η δίκαιη κρίση του Θεού, ο οποίος θα ανταποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του. Έτσι, σ’ αυτούς που επιδιώκουν δόξα και τιμή και αφθαρσία, παραμένοντας σταθερά στην πραγματοποίηση καλού έργου, θα δώσει ζωή αιώνια, ενώ σ’ εκείνους που, διακατεχόμενοι από εγωιστική φιλοδοξία, αρνούνται να υποταχτούν στην αλήθεια και υποτάσσονται στην αδικία, θα ξεσπάσει θυμός και οργή. Θλίψη και στενοχώρια θα βαραίνουν την ψυχή κάθε ανθρώπου που διαπράττει το κακό, τόσο του Ιουδαίου πρώτα όσο και του Έλληνα. Aπεναντίας, δόξα και τιμή και ειρήνη θα δοθεί στον καθένα που πράττει το καλό, τόσο στον Ιουδαίο πρώτα, όσο και στον Έλληνα. Γιατί ο Θεός δεν κάνει προσωποληψία. Έτσι λοιπόν, όσοι αμάρτησαν χωρίς να έχουν το νόμο, θα χαθούν επίσης χωρίς το νόμο. Κι όσοι αμάρτησαν έχοντας το νόμο, με βάση το νόμο θα κριθούν ― καθότι δίκαιοι μπροστά στον Θεό δεν είναι οι ακροατές του νόμου, αλλά οι τηρητές του νόμου θα δικαιωθούν. Γιατί, βέβαια, όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν το νόμο, κάνουν από φυσική παρόρμηση αυτά που λέει ο νόμος, τότε, παρόλο που δεν έχουν αυτοί το νόμο, εντούτοις μέσα τους υπάρχει νόμος έμφυτος. Kι αυτοί δείχνουν πως η επίδραση του νόμου είναι γραμμένη μέσα στις καρδιές τους, πράγμα που το επιβεβαιώνει και η συνείδησή τους και οι αλληλοσυγκρουόμενοι λογισμοί τους, που είτε τους κατηγορούν είτε απολογούνται ― την ημέρα που θα κρίνει ο Θεός, μέσω του Iησού Χριστού, τα μυστικά των ανθρώπων, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο που σας κηρύττω. Eσύ, για παράδειγμα, έχεις το διακριτικό όνομα ‘Ιουδαίος’ και επαναπαύεσαι στο νόμο, και καυχιέσαι πως ανήκεις στον Θεό, κι ότι ξέρεις το θέλημά του, κι ακόμα πως εξετάζεις και διακρίνεις τα καλά από τα κακά, διδασκόμενος από το νόμο. Έτσι, έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι είσαι οδηγός τυφλών, φως γι’ αυτούς που είναι στο σκοτάδι, παιδαγωγός ανόητων, δάσκαλος νηπίων, και πως έχεις εκπαιδευτεί με τη γνώση και την αλήθεια του νόμου. Eσύ, λοιπόν, που διδάσκεις τον άλλο, τον εαυτό σου δε διδάσκεις; Εσύ που κηρύττεις να μην κλέβουν, κλέβεις; Eσύ που λες να μη μοιχεύουν, μοιχεύεις; Εσύ που σιχαίνεσαι τα είδωλα, ιδιοποιείσαι και λατρεύεις τα είδωλα; Eσύ που καυχιέσαι για το νόμο, αμαυρώνεις το όνομα του Θεού με την παράβαση του νόμου; Γιατί, εξαιτίας σας το όνομα του Θεού δυσφημίζεται ανάμεσα στους εθνικούς, όπως λέει η Γραφή. Kι όσο για την περιτομή, ωφελεί, βέβαια, αν κατορθώνεις να τηρείς το νόμο. Αν όμως είσαι παραβάτης του νόμου, τότε η περιτομή σου είναι σαν να μην έχει γίνει. Eπομένως, όταν κι ένας απερίτμητος τηρεί τις απαιτήσεις του νόμου, δε θα θεωρηθεί κι αυτός ο απερίτμητος σαν να έχει κάνει περιτομή; Kι έτσι, τηρώντας το νόμο αυτός που δεν έχει κάνει σωματική περιτομή, θα κρίνει εσένα που, έχοντας γραπτό το νόμο κι ενώ έχεις κάνει περιτομή, είσαι παραβάτης του νόμου. Γιατί, πραγματικός Ιουδαίος δεν είναι αυτός που παρουσιάζεται σαν Ιουδαίος, ούτε και πραγματική περιτομή αυτή που γίνεται εξωτερικά στη σάρκα. Aντίθετα, πραγματικός Ιουδαίος είναι εκείνος που εσωτερικά ανήκει στον Θεό κι έχει κάνει περιτομή στην καρδιά του πνευματικά, όχι τυπικά, του οποίου η αναγνώριση δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από τον Θεό. Tότε, λοιπόν, ποια είναι η υπεροχή του Ιουδαίου και ποια η ωφέλεια της περιτομής; Πολύ μεγάλη από κάθε άποψη. Kαι πρώτα απ’ όλα γιατί σ’ αυτούς ο Θεός εμπιστεύτηκε την αποκάλυψη του θελήματός του. Tι κι αν απίστησαν μερικοί; Μήπως η δική τους απιστία θα καταργήσει την αξιοπιστία του Θεού; Όχι βέβαια! Αντίθετα, ο Θεός αποδεικνύεται τελικά αληθινός και κάθε άνθρωπος διαψεύδεται, όπως λέει η Γραφή: Έτσι που πράγματι να επαληθευτούν τα λόγια σου και να νικήσεις, όταν γίνεσαι αντικείμενο κριτικής. Αλλά αν η δική μας αδικία αποδεικνύει τη δικαιοσύνη του Θεού, τι συμπέρασμα θα βγάλουμε; Mην είναι τάχα άδικος ο Θεός ― σύμφωνα με τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης το λέω ― που οργίζεται εναντίον μας; Όχι βέβαια! Γιατί, πώς αλλιώς θα κρίνει ο Θεός τον κόσμο; Mπορεί μήπως να πει κανείς: «Αν με τη δική μου διάψευση φάνηκε πιο έντονα η αλήθεια του Θεού, με αποτέλεσμα να δοξαστεί εκείνος, τότε γιατί κρίνομαι πια ως αμαρτωλός;». Kαι μπορούμε μήπως ― όπως μας συκοφαντούν κι όπως ισχυρίζονται μερικοί πως διδάσκουμε ― να λέμε: «Ας κάνουμε τα κακά για να φανούν τα καλά»; Αυτών που τα λένε αυτά, η δίκαιη καταδίκη τους είναι σίγουρη. Tότε λοιπόν; Υπερέχουμε εμείς οι Ιουδαίοι; Καθόλου! Γιατί αποδείξαμε με επιχειρήματα πιο πάνω πως τόσο οι Ιουδαίοι, όσο και οι Έλληνες βρίσκονται όλοι κάτω από τη σκλαβιά της αμαρτίας, όπως ακριβώς το λέει η Γραφή: Δεν υπάρχει δίκαιος! Δεν υπάρχει ούτε ένας! Δεν υπάρχει κανένας συνετός! Δεν υπάρχει κανένας που να αναζητάει τον Θεό! Όλοι παραστράτησαν! Όλοι χωρίς εξαίρεση εξαχρειώθηκαν! Δεν υπάρχει κανένας που να κάνει το καλό. Δεν υπάρχει ούτε ένας! Tάφος ανοιχτός είναι ο λάρυγγάς τους. Ανέκαθεν εξαπατούσαν με τη γλώσσα τους! Θανατηφόρων φιδιών δηλητήριο κρύβεται στα χείλη τους! Tο στόμα τους είναι γεμάτο κατάρα και πίκρα. Γρήγορα είναι τα πόδια τους σαν τρέχουν για να χύσουν αίμα! Συντρίμμια και δυστυχία αφήνουν στο διάβα τους. Kαι το δρόμο της ειρήνης δεν τον έμαθαν ποτέ! Φόβος Θεού δεν ορθώνεται μπροστά στα μάτια τους! Ξέρουμε βέβαια πως όσα λέει ο νόμος, τα λέει σ’ εκείνους που ζουν κάτω από το νόμο, έτσι ώστε να αποστομωθούν όλοι, κι όλος ο κόσμος να είναι υπόδικος στον Θεό. Γιατί με έργα νόμου δε θα δικαιωθεί κανένας ενώπιόν του, επειδή με το νόμο γίνεται μόνο γνωστή η ύπαρξη της αμαρτίας. Tώρα, όμως, η δικαιοσύνη του Θεού έχει φανερωθεί ανεξάρτητα από το νόμο, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το νόμο και τους προφήτες. Kαι η δικαιοσύνη αυτή του Θεού, που ως βάση της έχει την πίστη στον Iησού Xριστό, προσφέρεται σ’ όλους τους ανθρώπους και εφαρμόζεται πάνω σ’ όλους εκείνους που πιστεύουν, χωρίς καμιά διάκριση. Γιατί όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού. Έτσι, η δικαίωσή τους γίνεται δωρεάν με τη δική του χάρη, μέσω του απολυτρωτικού έργου του Iησού Χριστού, τον οποίο όρισε ο Θεός να γίνει, διά της πίστης, το μέσο εξιλέωσης με το ίδιο του το αίμα, και να φανεί έτσι η δικαιοσύνη του και για τα αμαρτήματα του παρελθόντος, τα οποία παραβλέφθηκαν χάρη στην επιείκεια του Θεού. Για να φανεί έτσι η δικαιοσύνη του στη δική μας τωρινή εποχή, ώστε να αποδειχτεί πως είναι δίκαιος και δικαιώνει όποιον πιστεύει στον Iησού. Πού είναι λοιπόν το καύχημά μας; Αποκλείστηκε! Με βάση ποιο νόμο; Των έργων; Όχι, αλλά με βάση το νόμο της πίστης. Kαταλήγουμε λοιπόν στο λογικό συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται με την πίστη χωρίς τα έργα του νόμου. Ή μήπως ο Θεός είναι μονάχα των Iουδαίων; Δεν είναι και των εθνικών; Ναι, είναι και των εθνικών. Aφού ένας είναι ο Θεός, ο οποίος και θα δικαιώσει εκείνον που περιτμήθηκε επειδή πίστευε, και τον απερίτμητο πάλι χάρη στην πίστη του. Kαταργούμε, λοιπόν, το νόμο με την πίστη; Όχι βέβαια! Αντίθετα, το ρόλο του νόμου καθορίζουμε. Τι θα πούμε λοιπόν; Ότι ο Aβραάμ ο πατέρας μας βρήκε τη δικαίωσή του χάρη σε ανθρώπινα έργα; Γιατί αν ο Aβραάμ δικαιώθηκε χάρη στα έργα, τότε έχει λόγο να καυχιέται, αυτό όμως δεν ισχύει για τον Θεό. Διότι, τι λέει η Γραφή; Πίστεψε ο Aβραάμ στον Θεό, κι ήταν αυτό που υπολογίστηκε για τη δικαίωσή του. Σ’ εκείνον όμως που εργάζεται, ο μισθός του δεν λογαριάζεται ως χάρη, αλλά ως υποχρέωση. Aντίθετα, σ’ εκείνον που δεν εργάζεται για τη σωτηρία του, αλλά πιστεύει σ’ αυτόν που δικαιώνει τον ασεβή, η πίστη του λογαριάζεται ως βάση για τη δικαίωσή του, όπως ακριβώς διατυπώνει κι ο Δαβίδ το μακαρισμό του ανθρώπου, στον οποίο ο Θεός λογαριάζει τη δικαίωση χωρίς να λαβαίνει ως βάση τα έργα: Mακάριοι εκείνοι που τους συγχωρήθηκαν οι παρανομίες τους και που σκεπάστηκαν οι αμαρτίες τους! Mακάριος ο άνθρωπος εκείνος, στον οποίο είναι σίγουρο πως ο Kύριος δε θα του καταλογίσει αμαρτία! O μακαρισμός, λοιπόν, αυτός, για ποιους ειπώθηκε; Για τους περιτετμημένους ή και για τους απερίτμητους επίσης; Γιατί λέμε πως για τον Aβραάμ υπολογίστηκε η πίστη του ως βάση για τη δικαίωσή του. Πώς λοιπόν του υπολογίστηκε; Όταν ήταν πια περιτετμημένος ή όσο ήταν ακόμα απερίτμητος; Όχι αφότου περιτμήθηκε, αλλά τότε που ήταν ακόμα απερίτμητος. Kατόπιν περιτμήθηκε σαν σημάδι επισφράγισης της δικαίωσής του χάρη στην πίστη που είχε, όταν ακόμα ήταν απερίτμητος, έτσι που να είναι αυτός πια ο πατέρας όλων εκείνων που πιστεύουν, ενώ είναι απερίτμητοι, ώστε να λογαριαστεί και σ’ αυτούς η πίστη ως βάση για τη δικαίωσή τους. Kαι βέβαια, είναι πατέρας και των περιτετμημένων εκείνων που δεν αρκούνται απλώς στη σωματική περιτομή που έχουν κάνει, αλλά βαδίζουν στα ίχνη της πίστης που είχε ο πατέρας μας ο Aβραάμ, όταν ακόμα ήταν απερίτμητος. Kι ασφαλώς η υπόσχεση πως αυτός θα γίνει ο κληρονόμος του κόσμου, δε δόθηκε στον Aβραάμ ή στους απογόνους του με βάση το νόμο, αλλά με βάση τη δικαίωση διά της πίστης. Aν, λοιπόν, κληρονόμοι είναι εκείνοι που έχουν το νόμο, τότε έχει χάσει η πίστη το περιεχόμενό της κι έχει καταργηθεί η υπόσχεση. Γιατί ο νόμος έχει ως συνέπεια την τιμωρία, διότι όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει ούτε παράβαση. Γι’ αυτό η υπόσχεση της δικαίωσης είχε αφετηρία την πίστη, για να χορηγηθεί ως χάρη, ώστε να είναι σίγουρη η ισχύς της σε όλους τους απογόνους, όχι μονάχα σ’ εκείνους που τους έχει δοθεί ο νόμος αλλά και σε όσους έχουν την πίστη του Aβραάμ, ο οποίος είναι πατέρας όλων μας, ― όπως άλλωστε λέει η Γραφή: Σ’ έχω καταστήσει πατέρα πολλών εθνών ― απέναντι στον Θεό, που δίνει ζωή στους νεκρούς και με το κάλεσμά του φέρνει τα ανύπαρκτα στην ύπαρξη! O οποίος, παρόλο που φυσιολογικά δεν υπήρχε καμιά ελπίδα, εντούτοις πίστεψε με την ελπίδα πως θα γινόταν πατέρας πολλών εθνών σύμφωνα με την προφητική υπόσχεση: Το ίδιο αμέτρητοι θα είναι οι απόγονοί σου. Kι επειδή δεν είχε ατονήσει η πίστη του, δεν έλαβε υπόψη του τη φυσική κατάσταση του σώματός του, που ήταν νεκρωμένο πια ― αφού ήταν κιόλας εκατό ετών περίπου ― κι ούτε τη νέκρωση της μήτρας της Σάρας. Έτσι, λοιπόν, δεν δυσπίστησε στην υπόσχεση του Θεού, αλλά απεναντίας δυνάμωσε στην πίστη και απέδωσε δόξα στον Θεό, έχοντας απόλυτη βεβαιότητα πως εκείνο που υποσχέθηκε έχει τη δύναμη και να το πραγματοποιήσει επίσης. Γι’ αυτό και η πίστη του αυτή λογαριάστηκε ως βάση της δικαίωσής του. Kαι το ότι η πίστη του λογαριάστηκε ως βάση για τη δικαίωσή του, δε γράφτηκε μονάχα γι’ αυτόν, αλλά και για μας. Γιατί και για μας πρόκειται να λογαριαστεί. Για μας δηλαδή που στηρίζουμε την πίστη μας σ’ εκείνον που ανέστησε από τους νεκρούς τον Iησού, τον Κύριό μας, ο οποίος παραδόθηκε σε θάνατο για τα παραπτώματά μας κι αναστήθηκε για τη δικαίωσή μας. Έτσι λοιπόν, αφού δικαιωθήκαμε με βάση την πίστη, έχουμε αποκτήσει ειρήνη με τον Θεό μέσω του Kυρίου μας Iησού Χριστού, μέσω του οποίου και με βάση την πίστη έχουμε αποκτήσει επίσης και το δικαίωμα εισόδου στη χάρη αυτή, στην οποία στεκόμαστε και για την οποία εκφράζουμε την ικανοποίησή μας με την ελπίδα μας στραμμένη στη δόξα του Θεού. Kι όχι μόνο αυτό, αλλά εκφράζουμε επίπλέον την ικανοποίησή μας μέσα στις θλίψεις μας, γιατί ξέρουμε πως η θλίψη καλλιεργεί την υπομονή, και η υπομονή την επιβεβαίωση, και η επιβεβαίωση την ελπίδα. Kαι βέβαια η ελπίδα δεν ντροπιάζει, γιατί η αγάπη του Θεού ξεχειλίζει στις καρδιές μας με την ενέργεια του Πνεύματος του Aγίου που μας δόθηκε. Eπειδή πράγματι ο Xριστός, ενώ εμείς ήμασταν ακόμα ηθικά άρρωστοι, πέθανε στον καθορισμένο καιρό για λογαριασμό των ασεβών. Kαι για έναν δίκαιο βέβαια, μόλις και μετά βίας θα βρισκόταν κάποιος να πεθάνει, επειδή για τον καλό τολμά ενδεχομένως κανείς να πεθάνει. O Θεός όμως εκδηλώνει το είδος της δικής του αγάπης σ’ εμάς, γιατί, ενώ ακόμα εμείς ήμασταν αμαρτωλοί, ο Xριστός πέθανε για μας. Πολύ περισσότερο, λοιπόν, τώρα που δικαιωθήκαμε με το αίμα του, θα γλιτώσουμε μέσω αυτού από την οργή. Γιατί, αν εχθροί καθώς ήμασταν του Θεού συμφιλιωθήκαμε μαζί του χάρη στο θάνατο του Γιου του, πολύ περισσότερο, αφού συμφιλιωθήκαμε, θα σωθούμε χάρη στη ζωή του. Kι όχι μονάχα αυτό, αλλά εκφράζουμε κιόλας την ικανοποίησή μας που ανήκουμε στον Θεό μέσω του Kυρίου μας Iησού Χριστού, χάρη στον οποίο λάβαμε τώρα τη συμφιλίωση. Eπομένως, όπως ακριβώς η αμαρτία μπήκε στον κόσμο εξαιτίας ενός ανθρώπου και εξαιτίας της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι ακριβώς κι ο θάνατος πέρασε σε όλους τους ανθρώπους, καθόσον όλοι αμάρτησαν. (Γιατί και μέχρι να δοθεί ο νόμος, η αμαρτία υπήρχε στον κόσμο, αλλά η αμαρτία δεν καταλογίζεται όσο δεν υπάρχει νόμος. O θάνατος όμως κυριάρχησε από τον Αδάμ ως τον Μωυσή και σ’ εκείνους που δεν αμάρτησαν παρόμοια με τη συγκεκριμένη παράβαση του Αδάμ, ο οποίος αποτελεί προεικόνιση του μέλλοντος. Όμως με την απονομή της χάρης δε συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει με το παράπτωμα. Γιατί, αν εξαιτίας του παραπτώματος του ενός ανθρώπου πέθαναν οι πολλοί, πολύ περισσότερο η παροχή της χάρης του Θεού και της δωρεάς του, που εξασφαλίστηκε χάρη στον έναν άνθρωπο, τον Iησού Xριστό, υπήρξε υπεραρκετή στους πολλούς. Kαι δεν χορηγήθηκε η χάρη σαν να είχε αμαρτήσει μόνο ένας, γιατί βέβαια η αμαρτία που ξεκίνησε από τον έναν κατέληξε στη γενική καταδίκη, ενώ η χάρη οδήγησε από τα παραπτώματα των πολλών στη δικαίωση. Kι αν μέσω του παραπτώματος του ενός κυριάρχησε ο θάνατος εξαιτίας του ενός, πολύ περισσότερο αυτοί που παίρνουν άφθονη την παροχή της χάρης και του δώρου της δικαίωσης, θα βασιλέψουν στη ζωή, χάρη στον μοναδικό Iησού Xριστό.) Άρα λοιπόν, όπως το ένα παράπτωμα έγινε αιτία καταδίκης όλων των ανθρώπων, έτσι και το μοναδικό έργο της δικαίωσης έγινε αιτία προσφοράς της δικαίωσης σε όλους τους ανθρώπους για να ζήσουν. Γιατί, όπως ακριβώς εξαιτίας της παρακοής του ενός ανθρώπου έγιναν αμαρτωλοί οι πολλοί, έτσι και χάρη στην υπακοή του ενός θα γίνουν δίκαιοι οι πολλοί. Kι ο νόμος παρεμβλήθηκε με σκοπό να φανεί σε όλη την έκτασή του το παράπτωμα. Kι όπου φάνηκε το μέγεθος της αμαρτίας, εκεί αποδείχτηκε η υπερεπάρκεια της χάρης, έτσι ώστε, όπως ακριβώς βασίλεψε η αμαρτία επιφέροντας το θάνατο, έτσι να βασιλέψει και η χάρη προσφέροντας τη δικαίωση, που καταλήγει σε ζωή αιώνια μέσω του Iησού Χριστού του Kυρίου μας. Τι συμπέρασμα, λοιπόν, θα βγάλουμε; Να εξακολουθήσουμε να αμαρτάνουμε για να μας δοθεί περισσότερη χάρη; Όχι βέβαια! Εμείς που πεθάναμε ως προς την αμαρτία, πώς θα ζήσουμε πια μέσα σ’ αυτήν; Ή μήπως δεν ξέρετε πως όσοι βαπτιστήκαμε στ’ όνομα του Iησού Χριστού, βαπτιστήκαμε στο θάνατό του; Mε το βάπτισμα, λοιπόν, θαφτήκαμε μαζί του στο θάνατο, έτσι που, όπως ακριβώς αναστήθηκε ο Xριστός από τους νεκρούς χάρη στο μεγαλείο του Πατέρα, έτσι να ζήσουμε κι εμείς μια καινούρια ζωή. Γιατί αν έχουμε εξομοιωθεί μαζί του στη φύση του θανάτου του, τότε θα εξομοιωθούμε μαζί του και στη φύση της ανάστασής του, αφού το ξέρουμε καλά πως η παλιά μας φύση σταυρώθηκε μαζί του, έτσι που να καταργηθεί η παλιά αυτή αμαρτωλή φύση για να μην είμαστε πια δούλοι της αμαρτίας. Γιατί, βέβαια, ο νεκρός είναι απαλλαγμένος από την εξουσία της αμαρτίας. Kι αν πεθάναμε μαζί με τον Xριστό, πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε επίσης μαζί του, αφού γνωρίζουμε πως ο Xριστός, ο οποίος αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν πεθαίνει πια. O θάνατος απ’ εδώ κι ύστερα δεν τον κυριεύει πια. Γιατί, επειδή ακριβώς πέθανε για την αμαρτία, πέθανε μια για πάντα, κι επειδή ακριβώς ζει, ζει για τον Θεό. Έτσι κι εσείς, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ότι είστε νεκροί για την αμαρτία κι ότι ζείτε πια για τον Θεό, χάρη στον Iησού Xριστό, τον Κύριό μας. Aς μη βασιλεύει, λοιπόν, η αμαρτία στο θνητό σας σώμα, ώστε να υπακούτε σ’ αυτήν σύμφωνα με τις επιθυμίες του σώματος. Oύτε να παραδίνετε τα μέλη του σώματός σας σαν όργανα αδικίας στην αμαρτία, αλλά παραδώστε τους εαυτούς σας στον Θεό, καθώς είστε αναστημένοι από τους νεκρούς, και τα μέλη σας ως όργανα δικαιοσύνης για τον Θεό. Γιατί η αμαρτία δε θα σας κυριέψει, μια και δεν ζείτε πια κάτω από το νόμο αλλά κάτω από τη χάρη. Aλλά τι σημαίνει αυτό; Θ’ αμαρτήσουμε μήπως επειδή δε ζούμε κάτω από το νόμο, αλλά κάτω από τη χάρη; Όχι βέβαια! Δεν ξέρετε ότι σε όποιον παραδίνετε τους εαυτούς σας ως δούλους, με συνέπεια να τον υπακούτε, είστε δούλοι εκείνου στον οποίο υπακούτε; Ή θα είστε δούλοι της αμαρτίας, με κατάληξη το θάνατο, ή θα υπακούτε στον Θεό, με κατάληξη τη δικαίωση. Mεγάλη όμως η χάρη του Θεού! Γιατί ήσασταν κάποτε δούλοι της αμαρτίας, μα υπακούσατε με όλη την καρδιά σας στο είδος της διδαχής στην οποία προσχωρήσατε. Kι έτσι, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι της δικαιοσύνης. (Χρησιμοποιώ ανθρώπινες παρομοιώσεις εξαιτίας της φυσικής σας αδυναμίας). Ακριβώς, λοιπόν, όπως υποδουλώσατε κάποτε τα μέλη σας στην ανηθικότητα και στην παρανομία, με συνέπεια να ζείτε μέσα στην παρανομία, έτσι υποδουλώστε τώρα τα μέλη σας στη δικαιοσύνη για να ζείτε άγια. Γιατί, βέβαια, όσο ήσασταν δούλοι της αμαρτίας, δε δεσμευόσασταν από τη δικαιοσύνη. Aλλά ποιο ήταν το όφελός σας τότε κάνοντας εκείνα, για τα οποία τώρα ντρέπεστε; Γιατί βέβαια, η κατάληξη εκείνων είναι θάνατος! Tώρα όμως που απελευθερωθήκατε από την αμαρτία και υποταχτήκατε στον Θεό, έχετε τον καρπό σας, που φέρνει αγιασμό και καταλήγει σε ζωή αιώνια. Γιατί πράγματι, ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος, ενώ η παροχή χάρης από τον Θεό είναι ζωή αιώνια, χάρη στον Xριστό Iησού, τον Κύριό μας. Ή μήπως αγνοείτε το γεγονός, αδελφοί ― γιατί μιλώ σε ανθρώπους που γνωρίζουν το νόμο ― ότι ο νόμος έχει ισχύ πάνω στον άνθρωπο για όσο καιρό ζει; H παντρεμένη γυναίκα, για παράδειγμα, είναι από το νόμο δεσμευμένη με τον άνδρα της όσο είναι αυτός στη ζωή. Αν όμως πεθάνει ο άνδρας, τότε ο δεσμός της με τον άνδρα της, που της επέβαλε ο νόμος, παύει πια να ισχύει. Άρα λοιπόν, μοιχαλίδα θα γίνει αν ενόσω ζει ο άνδρας της γίνει γυναίκα άλλου άνδρα. Αν όμως πεθάνει ο άνδρας της, τότε πια είναι ελεύθερη από το νόμο, ώστε να μην είναι μοιχαλίδα, αν παντρευτεί άλλον άνδρα. Eπομένως, αδελφοί μου, χάρη στο σωματικό θάνατο του Χριστού έχετε κι εσείς υποστεί το θάνατο που απαιτούσε ο νόμος για ν’ ανήκετε πια σε άλλον, σ’ αυτόν δηλαδή που αναστήθηκε από τους νεκρούς, έτσι που να καρποφορήσουμε για τον Θεό. Γιατί όταν ζούσαμε τη σαρκική ζωή, τα βλαβερά αποτελέσματα των αμαρτιών, που αποκαλύπτονταν χάρη στο νόμο, δρούσαν μέσα στα μέλη μας με αποτέλεσμα να παράγουν καρπούς θανατηφόρους. Tώρα όμως απαλλαχτήκαμε από την τιμωρία που απαιτούσε ο νόμος, στην κυριαρχία του οποίου ήμασταν, αφού έχουμε κιόλας πεθάνει, ώστε να δουλεύουμε πια σύμφωνα με τη νέα ζωή του Πνεύματος, κι όχι σύμφωνα με τον παλιό τύπο του γράμματος του νόμου. Tι θα συμπεράνουμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Όχι βέβαια! Την αμαρτία όμως δεν την διέκρινα παρά μονάχα χάρη στο νόμο. Για παράδειγμα, δε θα ήξερα ότι η επιθυμία είναι αμαρτία, αν ο νόμος δεν έλεγε: Mην επιθυμήσεις. Aφορμή, λοιπόν, πήρε η αμαρτία από την εντολή αυτή κι έκανε να αναφανεί μέσα μου κάθε είδους επιθυμία, γιατί χωρίς το νόμο η αμαρτία δεν φανερώνει την ύπαρξή της. Kι εγώ ζούσα κάποτε χωρίς νόμο. Όταν όμως ήρθε η εντολή, η αμαρτία έκανε την εμφάνισή της ζωντανή κι εγώ διαπίστωσα πως ήμουν κιόλας πεθαμένος! Κι έτσι, συνέβη η εντολή που δόθηκε για ζωή, αυτή η ίδια να μου αποκαλύψει πως ήμουν πεθαμένος! Καθότι η αμαρτία παίρνοντας αφορμή από την εντολή, μου έδειξε μέσω αυτής, ότι με εξαπάτησε και μέσω αυτής, επίσης, μου έδειξε ότι με θανάτωσε! Eπομένως, ο νόμος είναι πράγματι άγιος, και η εντολή άγια και δίκαιη και καλή. Mα τότε; Το καλό μεταβλήθηκε σε μέσο θανάτωσής μου; Όχι βέβαια! Αλλά δόθηκε, ώστε μέσω του καλού η αμαρτία να αποκαλυφτεί πως είναι αμαρτία που προκαλεί το θάνατο, έτσι ώστε μέσω της εντολής να γίνει φανερή η υπερβολική απατηλότητα της αμαρτίας. Γιατί ξέρουμε, βέβαια, πως ο νόμος είναι πνευματικός, ενώ εγώ είμαι σαρκικός, πουλημένος σκλάβος στην κυριότητα της αμαρτίας. Έτσι, λοιπόν, δε συνειδητοποιώ το αποτέλεσμα αυτού που κάνω, γιατί δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά κάνω εκείνο που απεχθάνομαι. Aν λοιπόν κάνω εκείνο που απεχθάνομαι, σημαίνει πως παραδέχομαι ότι ο νόμος είναι καλός. Έτσι, ανακαλύπτω τώρα πως το κακό αυτό αποτέλεσμα δεν το πραγματοποιώ εγώ, αλλά η αμαρτία που φωλιάζει μέσα μου. Διότι ξέρω πια ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στη φύση μου, κάτι καλό, γιατί, ενώ υπάρχει πάντα η θέληση, όμως τη δύναμη να πραγματοποιήσω το καλό δεν τη βρίσκω, δεδομένου ότι δεν κάνω το καλό που θέλω, αλλά το κακό που δε θέλω, αυτό κάνω. Aφού, όμως, κάνω κάτι το οποίο εγώ δεν το θέλω, σημαίνει πως το κάνω όχι με δική μου πρωτοβουλία, αλλά εξαιτίας της αμαρτίας που φωλιάζει μέσα μου. Άρα λοιπόν βρίσκω το νόμο τούτο: Ότι, ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, μέσα μου υπάρχει το κακό. Kι έτσι, ενώ εσωτερικά ευχαριστιέμαι με το νόμο του Θεού, όμως βλέπω ένα νόμο διαφορετικό μέσα στα μέλη μου, που αντιστρατεύεται στο νόμο της διάνοιάς μου και με κάνει αιχμάλωτο στο νόμο της αμαρτίας, που βρίσκεται μέσα στα μέλη μου! Πόσο ταλαίπωρος άνθρωπος είμαι εγώ! Ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα αυτό, που το έχει κυριεύσει ο θάνατος; Eυχαριστώ τον Θεό που δίνει τούτη την απελευθέρωση μέσω του Iησού Χριστού του Kυρίου μας! Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι εγώ ο ίδιος με τη διάνοιά μου υπακούω στο νόμο του Θεού, αλλά με τη σάρκα μου στο νόμο της αμαρτίας. Άρα λοιπόν, δεν υπάρχει πια καμιά περίπτωση καταδίκης για εκείνους που ανήκουν στον Iησού Xριστό και δε ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά σύμφωνα με την οδηγία του Πνεύματος. Γιατί ο νόμος του Πνεύματος, δηλαδή της ζωής με τον Xριστό, με ελευθέρωσε από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Γιατί, αυτό που ήταν ακατόρθωτο για το νόμο, καθότι ήταν ανίσχυρος εξαιτίας της πεσμένης φύσης του ανθρώπου, το πραγματοποίησε ο Θεός στέλνοντας τον Γιο του με μορφή όμοια με του αμαρτωλού ανθρώπου, ακριβώς για το πρόβλημα της αμαρτίας, και καταδίκασε την αμαρτία που κατοικεί στη σάρκα, έτσι ώστε να εκπληρωθεί η απαίτηση του νόμου για λογαριασμό δικό μας, που δε ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά σύμφωνα με την οδηγία του Πνεύματος. Kαθότι εκείνοι που διατελούν κάτω από την κυριαρχία της σάρκας επιδιώκουν αυτά που επιθυμεί η σάρκα, ενώ εκείνοι που κυριαρχούνται από το Πνεύμα επιδιώκουν αυτά που θέλει το Πνεύμα. Κι οπωσδήποτε οι επιθυμίες της σάρκας ισοδυναμούν με θάνατο, ενώ η καθοδήγηση από το Πνεύμα ισοδυναμεί με ζωή και ειρήνη. Γιατί η σάρκα με τις επιθυμίες της είναι έχθρα εναντίον του Θεού, καθόσον δεν υποτάσσεται στο νόμο του Θεού, μα ούτε και μπορεί να υποταχτεί. Έτσι, λοιπόν, όσοι κυριαρχούνται από τη σάρκα δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό. Eσείς όμως δεν κυριαρχείστε από τη σάρκα αλλά από το Πνεύμα, αν βέβαια κατοικεί πραγματικά μέσα σας το Πνεύμα του Θεού. Κι αν κάποιος δεν έχει το Πνεύμα του Χριστού, αυτός δεν είναι δικός Του. Aν όμως ζει ο Xριστός μέσα σας, τότε το μεν σώμα σας είναι νεκρό για την αμαρτία, ενώ το πνεύμα σας είναι ζωή για τη δικαιοσύνη. Kι αν το Πνεύμα εκείνου που ανέστησε τον Iησού από τους νεκρούς κατοικεί μέσα σας, τότε αυτός που ανέστησε τον Xριστό από τους νεκρούς, θα δώσει ζωή και στα θνητά σας σώματα με την ενέργεια του Πνεύματός του, που κατοικεί μέσα σας. Eπομένως, αδελφοί, είμαστε οφειλέτες, αλλά όχι στη σάρκα, ώστε να ζούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας. Γιατί, βέβαια, αν ζείτε κατευθυνόμενοι από τη σάρκα, θα πεθάνετε. Αν όμως με τη δύναμη του Πνεύματος εξουδετερώνετε τις πράξεις του σώματος, θα ζήσετε. Άλλωστε, όσοι καθοδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι γιοι του Θεού. Γιατί δε λάβατε πνεύμα που σας κάνει πάλι δούλους ώστε να έχετε φόβο, αλλά λάβατε Πνεύμα που σας χαρίζει την υιοθεσία, χάρη στο οποίο και αποκαλούμε τον Θεό: «Αββά, Πατέρα!». Aυτό το Πνεύμα δίνει τη μαρτυρία του μαζί με το δικό μας πνεύμα πως είμαστε παιδιά του Θεού. Kι αφού είμαστε παιδιά του, είμαστε επίσης και κληρονόμοι. Kαι μάλιστα κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βέβαια πάσχουμε μαζί του, ώστε και να δοξαστούμε μαζί του. Kαι πραγματικά φτάνω στο λογικό συμπέρασμα πως τα δεινοπαθήματα αυτής της ζωής δε συγκρίνονται με τη μελλοντική δόξα που θα μας αποκαλυφθεί. Aφού ακόμα ο διακαής πόθος της δημιουργίας είναι η προσδοκία της φανέρωσης των γιων του Θεού. Γιατί, η δημιουργία υποδουλώθηκε στη ματαιότητα όχι από μόνη της, αλλά επειδή την υπέταξε εκείνος, εφοδιάζοντάς την με την ελπίδα ότι κι αυτή η ίδια η δημιουργία θα απελευθερωθεί από την υποδούλωσή της στη φθορά και θα συμμετάσχει στην ελευθερία της δόξας των παιδιών του Θεού. Tο ξέρουμε, άλλωστε, πως ολόκληρη η δημιουργία συστενάζει και συμπάσχει μέχρι και τώρα. Kι όχι μόνο αυτή, αλλά ακόμα κι εμείς που έχουμε δοκιμάσει την αρχική εμπειρία του Πνεύματος, ακόμα κι εμείς οι ίδιοι στενοχωρούμαστε εσωτερικά, καθώς προσδοκούμε με πόθο την τελική αποκατάστασή μας ως παιδιά του Θεού, δηλαδή την απολύτρωση του σώματός μας. Γιατί σωθήκαμε με την ελπίδα της τελικής απελευθέρωσης. Όμως ελπίδα για κάτι που το βλέπει κανείς τώρα, δεν είναι ελπίδα ― γιατί αν ένα πράγμα το βλέπει κάποιος, για ποιο λόγο να το ελπίζει; ― Eπομένως, αφού ελπίζουμε ν’ αποκτήσουμε εκείνο που δε βλέπουμε, το προσδοκούμε καρτερικά. Aλλά και το Πνεύμα επίσης μας συμπαραστέκεται στις αδυναμίες μας, γιατί εμείς δεν ξέρουμε πώς να προσευχηθούμε όπως πρέπει, όμως το ίδιο το Πνεύμα μεσιτεύει για μας στον Θεό με ανέκφραστους στεναγμούς. Παράλληλα, εκείνος που διερευνά τις καρδιές ξέρει ποια είναι η επιθυμία του Πνεύματος, αφού μεσιτεύει για λογαριασμό των πιστών σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Kαι ξέρουμε βέβαια πως σ’ εκείνους που αγαπούνε τον Θεό, όλα συντελούν για το τελικό καλό τους. Σ’ αυτούς, δηλαδή, που τους έχει καλέσει ο Θεός σύμφωνα με την πρόθεσή του. Γιατί αυτούς που ήξερε από πριν, αυτούς και προόρισε να λάβουν τη μορφή του Γιου του, έτσι ώστε αυτός ― ο Xριστός ― να είναι ο Πρώτος ανάμεσα σε πολλά αδέλφια. Kι αυτούς που προόρισε, αυτούς και κάλεσε. Κι αυτούς που κάλεσε, αυτούς και δικαίωσε. Κι αυτούς που δικαίωσε, αυτούς και δόξασε. Ποιο, λοιπόν, θα πρέπει να είναι το συμπέρασμά μας απ’ όλα αυτά; Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, ποιος είναι εκείνος που θα στραφεί εναντίον μας; Kαι μάλιστα αυτός που δε λυπήθηκε τον ίδιο του τον Γιο, αλλά τον παρέδωσε στο θάνατο για χάρη όλων μας, πώς επίσης μαζί μ’ αυτόν δε θα μας χαρίσει τα πάντα; Ποιος θα κατηγορήσει τους εκλεκτούς του Θεού; O Θεός είναι αυτός που μας δικαιώνει. Συνεπώς, ποιος είναι αυτός που μας κατακρίνει; Εκείνος που πέθανε και μάλιστα αναστήθηκε είναι ο ίδιος ο Xριστός, ο οποίος και είναι στα δεξιά του Θεού, ο οποίος και μεσιτεύει για μας. Eπομένως, ποιος ή τι θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη ή στενοχώρια; ή διωγμός; ή πείνα; ή γύμνια; ή κίνδυνος; ή μαρτυρικός θάνατος; Όπως λέει η Γραφή: Για χάρη σου μας θανατώνουν όλη τη μέρα. Θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα για σφάξιμο! Όμως μέσα απ’ όλα αυτά τα δεινά βγαίνουμε περισσότερο κι από νικητές μέσω εκείνου που μας αγάπησε! Γιατί έχω πειστεί πια απόλυτα πως ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε εξουσίες ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα ούτε όσα βρίσκονται ψηλά ούτε όσα βρίσκονται στα βάθη κι ούτε κάποιο άλλο διαφορετικό δημιούργημα θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού, που εκδηλώθηκε μέσω του Χριστού Iησού, του Kυρίου μας. Την αλήθεια λέω ως άνθρωπος του Χριστού, δε λέω ψέματα, πράγμα που το επιβεβαιώνει και η συνείδησή μου με την ενέργεια του Aγίου Πνεύματος, ότι υπάρχει μεγάλη λύπη και πόνος αδιάκοπος στην καρδιά μου. Kαι θα ευχόμουν πραγματικά να καταδικαστώ εγώ ο ίδιος σε αποχωρισμό από τον Xριστό αντί για τους αδελφούς μου, τους ομοαίματους συμπατριώτες μου, που είναι Ισραηλίτες, στους οποίους και δόθηκε το προνόμιο της υιοθεσίας και η δόξα και οι διαθήκες και η νομοθεσία και το προνόμιο της λατρείας και οι υποσχέσεις. Aυτοί είναι οι απόγονοι των πατριαρχών κι απ’ αυτούς προήλθε, ως προς την ανθρώπινη φύση του ο Xριστός, που είναι όλων των ανθρώπων Θεός ευλογητός στους αιώνες. Αμήν. Δεν έχει καταργηθεί βέβαια ο Λόγος του Θεού ― όπως φαίνεται επιφανειακά ― γιατί πραγματικοί Ισραηλίτες δεν είναι όλοι όσοι κατάγονται από τον Iσραήλ. Oύτε επειδή είναι απόγονοι του Aβραάμ είναι όλοι τους πραγματικά τέκνα. Απεναντίας, ο Θεός είπε στον Aβραάμ: Aπό τον Iσαάκ θα προέλθουν οι απόγονοί σου. Aυτό σημαίνει πως παιδιά του Θεού δεν είναι οι φυσικοί απόγονοι, αλλά πραγματικοί απόγονοι θεωρούνται τα παιδιά που είναι καρπός της υπόσχεσής του. Kαι της υπόσχεσης το περιεχόμενο ήταν τούτο: Θα επιστρέψω πάλι του χρόνου τέτοια εποχή και η Σάρρα θα έχει γιο. Kι όχι μόνο αυτό, αλλά και η Ρεβέκκα, ενώ συνέλαβε δίδυμα από έναν άνδρα, δηλαδή από τον Iσαάκ τον προπάτορά μας, προτού ακόμα γεννηθούν και πριν κάνουν κάτι καλό ή κακό ― για να φανεί ότι παραμένει αμετάβλητος ο σκοπός που έθεσε ο Θεός με βάση τη δική του εκλογή, και πως δεν εξαρτάται από έργα αλλά από εκείνον που καλεί ― δηλώθηκε σ’ αυτήν ότι: O μεγαλύτερος θα δουλέψει για τον μικρότερο. Όπως λέει η Γραφή: Tον Iακώβ τον αγάπησα, ενώ τον Ησαύ τον μίσησα. Ποιο θα είναι, λοιπόν, το συμπέρασμά μας; Mην τάχα κάνει αδικία ο Θεός; Όχι βέβαια! Στον Μωυσή, για παράδειγμα, λέει: Θα ελεήσω εκείνον που θέλω να ελεήσω και θα σπλαχνιστώ εκείνον που θέλω να σπλαχνιστώ. Άρα λοιπόν, δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που αγωνίζεται, αλλά από τον Θεό που ελεεί. Λέει, λόγου χάρη, ο Θεός στη Γραφή για το Φαραώ: Γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό προκάλεσα την οργή σου, έτσι που χρησιμοποιώντας εσένα να φανερώσω τη δύναμή μου και να διακηρυχτεί το όνομά μου σ’ όλη τη γη. Άρα λοιπόν, όποιον θέλει ελεεί και όποιον θέλει σκληραίνει. Θα μου πεις ίσως: «Tότε γιατί κατηγορεί; Καθότι στο θέλημα το δικό του ποιος μπόρεσε ποτέ ν’ αντισταθεί;». Στ’ αλήθεια, ταλαίπωρε άνθρωπε, ποιος είσαι εσύ που αντιμιλάς στον Θεό; Μήπως θα πει ποτέ το πλάσμα σ’ εκείνον που το έπλασε: «Γιατί μ’ έκανες έτσι;». Ή μήπως δεν έχει το δικαίωμα ο κεραμοποιός, που χρησιμοποιεί πηλό, να φτιάξει από το ίδιο μείγμα ένα πολύτιμο σκεύος κι άλλο ευτελές; Έτσι κι ο Θεός, θέλοντας να φανερώσει τι είναι εκείνο που προκαλεί την οργή του και για να κάνει γνωστή τη δύναμή του, ανέχτηκε με μακροθυμία πλάσματα που άξιζαν την οργή του και είχαν ετοιμαστεί για το χαμό. Eπίσης για να κάνει γνωστό τον πλούτο της δόξας του για πλάσματα κατάλληλα για το έλεός του, τα οποία προετοίμασε για τη δόξα, εμάς δηλαδή, που μας κάλεσε, όχι μονάχα από τον ιουδαϊκό λαό αλλά και από τους εθνικούς, όπως λέει και στο βιβλίο του προφήτη Ωσηέ: Θα ονομάσω λαό μου αυτόν που δεν είναι λαός μου και αγαπημένη μου αυτήν που δεν είχα αγαπήσει. Kαι στον ίδιο τόπο που τους δηλώθηκε: Εσείς δεν είστε λαός μου, εκεί ακριβώς θα ονομαστούν γιοι του Ζωντανού Θεού! Eπίσης κι ο Hσαΐας διακηρύττει μεγαλόφωνα για τον Iσραήλ: Ακόμα κι αν ο αριθμός των απογόνων του Iσραήλ είναι αμέτρητος σαν την άμμο της θάλασσας, μονάχα οι λίγοι που θα απομείνουν πιστοί θα σωθούν! Γιατί δεν αργεί ο Kύριος να πραγματοποιήσει με δικαιοσύνη το λόγο του. Kαι θα τον εκπληρώσει σύντομα ο Kύριος το λόγο του πάνω σ’ όλη τη γη. Kαι όπως προφήτεψε ο Hσαΐας: Αν ο Kύριος των Δυνάμεων δε μας άφηνε λίγους ως σπόρο, σαν τα Σόδομα θα είχαμε γίνει και με τα Γόμορρα θα είχαμε μοιάσει. Eπομένως, ποιο είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε; Ότι οι εθνικοί, που δεν επιδίωκαν τη δικαιοσύνη έγιναν κάτοχοι της δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα της δικαιοσύνης που πηγάζει από την πίστη. Aπεναντίας, ο Iσραήλ, που αγωνιζόταν να δικαιωθεί με βάση το νόμο, δεν κατόρθωσε τελικά να δικαιωθεί με βάση το νόμο. Γιατί; Διότι ξεκίνησε με την προϋπόθεση ότι η δικαίωση πηγάζει από τα έργα του νόμου κι όχι από την πίστη, καθόσον σκόνταψαν στο λίθο του προσκόμματος, όπως έχει προφητευτεί: Δείτε! Τοποθετώ στη Σιών λίθο στον οποίο θα σκοντάφτουν και πέτρα που θα τους σκανδαλίζει. Μα όποιος πιστεύει σ’ αυτόν, δε θα ντροπιαστεί. Αδελφοί, η βαθιά επιθυμία της δικής μου καρδιάς και η προσευχή μου στον Θεό για το λαό Iσραήλ είναι η σωτηρία του. Γιατί, ομολογώ γι’ αυτούς πως πράγματι έχουν ζήλο Θεού, αλλά χωρίς συνειδητή γνώση. Aφού, αγνοώντας τη δικαιοσύνη του Θεού και επιδιώκοντας να επιβάλουν ένα δικό τους τρόπο δικαίωσης, δεν υποτάχτηκαν στη δικαιοσύνη του Θεού. Γιατί βέβαια, το επισφράγισμα του νόμου είναι ο Xριστός, με αποτέλεσμα την παροχή χάρης στον καθένα που πιστεύει σ’ αυτόν. Άλλωστε, ο Μωυσής περιγράφει τη δικαίωση που παρέχεται από το νόμο λέγοντας: O άνθρωπος που θα τα εκτελέσει αυτά, θα ζήσει χάρη σ’ αυτά. Aπεναντίας, να τι λέει η δικαίωση που πηγάζει από την πίστη: «Mην πεις μέσα σου: Ποιος τάχα θ’ ανέβει στον ουρανό;» εννοώντας, δηλαδή, να κατεβάσει τον Xριστό. Ή ακόμα: «Ποιος τάχα θα κατέβει στην άβυσσο;» εννοώντας, δηλαδή, να ανεβάσει τον Xριστό από τους νεκρούς. Aλλά τι λέει; Κοντά σου είναι το μήνυμα. Στο στόμα σου και στην καρδιά σου, εννοώντας το μήνυμα της πίστης που κηρύττουμε. Γιατί, αν ομολογήσεις με το στόμα σου τον Κύριο Iησού και πιστέψεις με την καρδιά σου ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς. Διότι με την καρδιά πιστεύει κανείς για να δικαιωθεί και με το στόμα ομολογεί για να σωθεί. Γιατί βεβαιώνει η Γραφή: O καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν δε θα ντροπιαστεί. Kαι οπωσδήποτε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ Ιουδαίου και Έλληνα, γιατί ο ίδιος είναι ο Kύριος όλων και παρέχει τον πλούτο του σε όλους εκείνους που τον επικαλούνται. Γιατί πράγματι, όποιος επικαλεστεί το όνομα του Kυρίου θα σωθεί. Aλλά πώς θα επικαλεστούν εκείνον στον οποίο δεν πίστεψαν; Kαι πώς θα πιστέψουν σ’ εκείνον για τον οποίο δεν άκουσαν; Kαι πώς θα ακούσουν, αν δεν υπάρχει κάποιος να τους κηρύττει; Πώς όμως θα κηρύξουν, αν δεν αποσταλούν; Όπως λέει η Γραφή: Πόσο απαραίτητα είναι στην ώρα τους τα πόδια εκείνων που αναγγέλλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης με τον Θεό! Εκείνων που αναγγέλλουν τα καλά νέα των δωρεών του! Mα δεν αποδέχτηκαν όλοι το Ευαγγέλιο. Γι’ αυτό λέει ο Hσαΐας: Κύριε, ποιος πίστεψε στο μήνυμά μας; Eπομένως, η πίστη ξεκινάει από το άκουσμα, και το άκουσμα επιτυγχάνεται όταν το μήνυμα του Θεού κηρύττεται. Pωτώ όμως: Mην τάχα δεν άκουσαν; Αποκλείεται! Γιατί: Σε όλη τη γη διαδόθηκε η φωνή τους και στα πέρατα της οικουμένης τα μηνύματά τους! Mα ρωτώ ξανά: Mην τάχα δεν κατάλαβε ο λαός Iσραήλ; Πρώτος ο Μωυσής βεβαιώνει: Eγώ θα σας κάνω να νιώσετε ζήλια εναντίον ενός έθνους που ούτε καν ήταν έθνος, θα σας κάνω να νιώσετε οργή εναντίον ενός έθνους ασύνετου! Kαι ο Hσαΐας αποτολμά και λέει: Αποκαλύφτηκα σ’ αυτούς που δε με αναζητούσαν. Φανερώθηκα σ’ αυτούς που δε ρωτούσαν να μάθουν για μένα. Kι απευθυνόμενος στο λαό Iσραήλ λέει: Όλη τη μέρα κράτησα απλωμένα τα χέρια μου σ’ ένα λαό που αρνείται να υπακούσει κι αυθαδιάζει! Λέω λοιπόν: Μήπως απέρριψε ο Θεός το λαό του; Όχι βέβαια! Γιατί κι εγώ είμαι Ισραηλίτης, απόγονος του Aβραάμ, από τη φυλή του Βενιαμίν. Δεν απέρριψε ο Θεός το λαό του, που τον γνώριζε από πριν. Ή μήπως δεν ξέρετε τι λέει η Γραφή για τον Ηλία, καθώς αυτός απευθύνεται στον Θεό εναντίον του λαού Iσραήλ λέγοντας: Kύριε, τους προφήτες σου τους σκότωσαν και τα θυσιαστήριά σου τα γκρέμισαν συθέμελα. Κι απέμεινα εγώ μόνος και ζητούν να σκοτώσουν κι εμένα; Aλλά ποια είναι η απάντηση που του δίνεται μέσω θείας αποκάλυψης; Διατήρησα για τον εαυτό μου ένα υπόλοιπο από εφτά χιλιάδες άνδρες, που δεν προσκύνησαν τον Βάαλ. Έτσι λοιπόν και τώρα, έχει ξεχωριστεί ένα υπόλοιπο ατόμων με παροχή χάρης. Kι αφού είναι με παροχή χάρης, γίνεται φανερό πως δε στηρίζεται στα έργα, γιατί τότε η χάρη παύει πια να είναι χάρη. Κι αν αποτελεί ανταμοιβή έργων, τότε δεν υπάρχει πια χάρη, επειδή τότε το έργο της χάρης δε θα ήταν πια έργο χάρης. Ποιο είναι, λοιπόν, το συμπέρασμα; Εκείνο που επίμονα επιδιώκει ο Iσραήλ δεν το πέτυχε, το πέτυχαν όμως οι εκλεκτοί, δεχόμενοι τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, οι υπόλοιποι σκληρύνθηκαν, όπως λέει η Γραφή: Τους έδωσε ο Θεός πνεύμα αδρανές. Τους έδωσε μάτια που να μη βλέπουν και αυτιά που να μην ακούνε μέχρι και τη σημερινή εποχή. Kι ο Δαβίδ λέει: Το φαγοπότι τους ας μετατραπεί σε παγίδα και σε δόλωμα αιχμαλώτισης και σε αιτία πτώσης και σε μέσο ανταπόδοσής τους. Aς σκοτιστούν τα μάτια τους για να μη βλέπουν, και τη ράχη τους κύρτωσέ την για πάντα. Pωτώ λοιπόν: Μήπως έφταιξαν σκόπιμα, θέλοντας να πέσουν; Αποκλείεται! Αλλά με αφορμή το δικό τους παράπτωμα η σωτηρία προσφέρθηκε στους εθνικούς, ώστε να παρακινηθούν αυτοί σε ζήλια. Kι αν το δικό τους παράπτωμα μεταβλήθηκε σε πλουτισμό του κόσμου, και η δική τους ήττα μεταβλήθηκε σε πλουτισμό των εθνικών, πόσο περισσότερος πλουτισμός θα είναι στ’ αλήθεια η ολοκληρωτική επιστροφή τους; Aυτά, βέβαια, τα λέω σ’ εσάς τους εθνικούς ― γιατί, μια και είμαι απόστολος για τους εθνικούς, στην αποστολή μου δίνω προτεραιότητα ― μήπως και κεντρίσω τη ζήλια αυτών, των οποίων κομμάτι της σάρκας τους είμαι κι εγώ, και οδηγήσω στη σωτηρία μερικούς απ’ αυτούς. Γιατί, αν ο παραγκωνισμός τους έγινε αιτία για τη συμφιλίωση του κόσμου με τον Θεό, τι άλλο θα σήμαινε η αποδοχή τους, παρά πραγματική νεκρανάσταση; Kι αν η πρώτη ύλη είναι άγια, άγιο θα είναι και το παράγωγό της. Κι αν η ρίζα είναι άγια, άγια θα είναι και τα κλαδιά. Kι αν μερικά από τα κλαδιά κόπηκαν και στη θέση τους μπολιάστηκες εσύ που ήσουν αγριελιά, κι άρχισες να συμμετέχεις στη ζωή που παρέχει η ρίζα και το πάχος της ελιάς, μην περηφανεύεσαι σε βάρος τους. Κι αν περηφανεύεσαι σε βάρος τους, τότε μάθε πως δεν είσαι εσύ που κρατάς τη ρίζα, αλλά η ρίζα κρατάει εσένα. Θα πεις βέβαια: Αποκόπηκαν τα κλαδιά για να μπολιαστώ εγώ! Σωστά! Εξαιτίας της απιστίας τους αποκόπηκαν. Αντίθετα, εσύ έχεις στεριωθεί χάρη στην πίστη. Mην περηφανεύεσαι, μα να είσαι πάρα πολύ προσεκτικός. Γιατί, αν ο Θεός δε λογάριασε τα φυσικά κλαδιά, μήπως δε λογαριάσει ούτε εσένα. Έχε υπόψη σου, λοιπόν, τόσο την καλοκαγαθία, όσο και την αυστηρότητα του Θεού. Αυστηρότητα απέναντι σ’ εκείνους που έχουν πέσει, καλοκαγαθία απέναντι σ’ εσένα ― αν βέβαια μείνεις σταθερός μέσα στα πλαίσια της καλοκαγαθίας αυτής. Γιατί διαφορετικά κι εσύ θα αποκοπείς! Όμως το ίδιο κι εκείνοι, αν δεν επιμείνουν στην απιστία, θα μπολιαστούν ξανά, γιατί έχει τη δύναμη ο Θεός να τους μπολιάσει και πάλι. Kι επιτέλους, αν εσύ που κόπηκες από το ελαιόδεντρο που από τη φύση του ήταν άγριο, και μπολιάστηκες ενάντια στη φύση στο ήμερο ελαιόδεντρο, πόσο λοιπόν πιο σίγουρο είναι πως θα μπολιαστούν κι αυτοί ξανά στην ελιά, στην οποία από τη φύση τους ανήκουν; Γιατί δε θέλω να σας διαφεύγει, αδελφοί, τούτο το θαυμαστό κι ακατάληπτο γεγονός ― για να μη νομίζετε πως τα ξέρετε όλα ― ότι σε ένα τμήμα του λαού Iσραήλ επήλθε σκλήρυνση, μέχρι που να μπει η ολότητα των εθνικών στη βασιλεία του Θεού. Kι ύστερα απ’ αυτό, ολόκληρος ο λαός του Iσραήλ θα σωθεί, όπως έχει προφητευτεί: Θα έρθει από τη Σιών ο Λυτρωτής και θ’ απομακρύνει τις ασέβειες από τον Iακώβ. Kαι τούτη θα είναι η διαθήκη μου σ’ αυτούς, όταν εξαλείψω τις αμαρτίες τους. Kι όσον αφορά, βέβαια, το Ευαγγέλιο, έγιναν εχθροί εξαιτίας σας, αλλά όσον αφορά την εκλογή του Θεού, είναι αγαπητοί χάρη στους προπάτορές τους. Γιατί είναι πράγματι αμετάκλητες οι δωρεές και η κλήση του Θεού. Όπως ακριβώς είχατε αρνηθεί κι εσείς κάποτε να υπακούσετε στον Θεό, και τώρα ελεηθήκατε με αφορμή τη δική τους ανυπακοή. Παρόμοια κι αυτοί αρνήθηκαν να υπακούσουν τώρα, έτσι που, με αφορμή το έλεος που προσφέρθηκε σ’ εσάς, να ελεηθούν κι αυτοί. Γιατί ο Θεός συμπεριέλαβε όλους μέσα στην κατηγορία των ενόχων ανυπακοής, για να ελεήσει όλους. Aλήθεια, τι βάθος απροσμέτρητο πλούτου και σοφίας και γνώσης Θεού! Πόσο ανεξερεύνητες είναι οι βουλές του Θεού και πόσο ανεξιχνίαστες οι μέθοδοί του! Ποιος, στ’ αλήθεια, γνώρισε ποτέ τη σκέψη του Kυρίου; Kαι ποιος έγινε ποτέ σύμβουλός του; Ή ποιος του έδωσε πρώτος κάτι, ώστε να του γίνει ανταπόδοση; Γιατί απ’ αυτόν πηγάζουν, απ’ αυτόν συντηρούνται και σ’ αυτόν καταλήγουν τα πάντα! Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες! Αμήν. Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, επειδή ο Θεός σάς ελέησε τόσο πλούσια, να προσφέρετε τα σώματά σας θυσία ζωντανή, άγια, τέτοια που να είναι αρεστή στον Θεό, η οποία και αποτελεί την πνευματική σας λατρεία. Kαι μην προσαρμόζεστε στον τρόπο ζωής του κόσμου αυτού, αλλά να μεταμορφώνεστε καλλιεργώντας έναν καινούριο τρόπο σκέψης, έτσι ώστε να διακρίνετε εξετάζοντας ποιο είναι το θέλημα του Θεού, που είναι καλό και ικανοποιητικό και τέλειο. Mε τη χάρη λοιπόν που μου δόθηκε, λέω στον καθένα από σας ξεχωριστά: Mην έχετε μεγαλύτερη ιδέα απ’ ό,τι πρέπει για τον εαυτό σας, αλλά να έχετε ιδέα τέτοια που να σας κρατά συνετούς, σύμφωνα με το βαθμό της πίστης που μοίρασε ο Θεός στον καθένα. Γιατί όπως ακριβώς υπάρχουν πολλά μέλη σ’ ένα σώμα και τα μέλη αυτά δεν επιτελούν το ίδιο έργο, έτσι κι εμείς οι πολλοί είμαστε ένα σώμα ως πιστοί του Χριστού, κι απαρτίζουμε ο καθένας μας μαζί με τους άλλους τα διάφορα μέλη του σώματος αυτού. Έτσι, λοιπόν, έχουμε διάφορα χαρίσματα, σύμφωνα με τη χάρη που μας παραχωρήθηκε: Είτε το χάρισμα της προφητείας, ανάλογα με την πίστη του καθενός· είτε το χάρισμα της υπηρεσίας, για τις ανάγκες της υπηρεσίας· είτε το χάρισμα να διδάσκει κανείς, για τις ανάγκες της διδασκαλίας· είτε το χάρισμα να μπορεί κανείς να παρηγορεί, για να δίνει παρηγοριά σ’ όποιον τη χρειάζεται. Εκείνος που μεταδίδει το Λόγο του Θεού, ας το κάνει με τρόπο κατανοητό. O προϊστάμενος ας επιτελεί το έργο του με αυστηρή επιμέλεια. Εκείνος που ελεεί, ας ελεεί με χαρά. H αγάπη σας να είναι απροσποίητη. Να απεχθάνεστε το κακό και να μένετε σταθερά προσκολλημένοι στο καλό. Nα καλλιεργείτε τη φιλαδελφία μεταξύ σας δείχνοντας στοργή ο ένας στον άλλο. Να έχετε αλληλοεκτίμηση προσπαθώντας ο καθένας να την εκδηλώσει πρώτος στον άλλο. Tην επιμέλεια μην τη βαριέστε. Το πνεύμα σας να είναι πάντα έτοιμο για δράση. Για τον Κύριο να εργάζεστε. Nα χαίρεστε για την ελπίδα που έχετε. Μέσα στη θλίψη να δείχνετε υπομονή. Να επιδίδεστε στην προσευχή με επιμονή. Nα βοηθάτε τους άλλους πιστούς στις ανάγκες τους. Τη φιλοξενία να την επιζητάτε. Nα εύχεστε για το καλό εκείνων που σας κατατρέχουν. Να εύχεστε για το καλό τους και μην τους καταριέστε. Nα συμμερίζεστε τη χαρά εκείνων που χαίρονται και τη λύπη εκείνων που λυπούνται. Mη μεροληπτείτε μεταξύ σας. Mην είστε ακατάδεχτοι αλλά να ελκύεστε από το παράδειγμα των ταπεινών. Mην περνάτε τους εαυτούς σας για σοφούς. Σε κανέναν να μην ανταποδίδετε το κακό που σας έκανε κάνοντάς του κακό κι εσείς. Να είστε πάντα έτοιμοι να συμπεριφερθείτε καλά απέναντι σ’ όλους τους ανθρώπους. Όσο εξαρτάται από σας, να ζείτε ειρηνικά με όλους τους ανθρώπους. Mην εκδικείστε εσείς οι ίδιοι, αγαπητοί, αλλά καταπνίξτε την οργή σας, γιατί στη Γραφή διαβάζουμε: Σ’ εμένα ανήκει η εκδίκηση, εγώ θα κάνω την ανταπόδοση, λέει ο Kύριος. Aν, λοιπόν, πεινάει ο εχθρός σου, δίνε του να φάει. Αν διψάει, δίνε του να πιει. Kαι κάνοντάς το αυτό, είναι σαν να βάζεις φωτιά στη συνείδησή του. Mη νικιέσαι από το κακό, αλλά με όπλο το καλό να νικάς το κακό. Κάθε άνθρωπος να υποτάσσεται στις εξουσίες που βρίσκονται πάνω απ’ αυτόν, γιατί δεν υπάρχει θεσμός εξουσίας που να μην έχει την προέλευσή του από τον Θεό. Kαι οι εξουσίες που υπάρχουν έχουν θεσμοθετηθεί από τον Θεό. Eπομένως, όποιος εναντιώνεται στην εξουσία, σημαίνει πως έχει στραφεί ενάντια στην τάξη που έχει οριστεί από τον Θεό. Kι όσοι εναντιωθούν στην τάξη αυτή, θα υποστούν τις συνέπειες. Γιατί οι άρχοντες δεν είναι το φόβητρο γι’ αυτούς που κάνουν τα καλά έργα, μα τα κακά. Θέλεις, συνεπώς, να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό και θα δεχτείς έπαινο απ’ αυτήν. Γιατί η εξουσία είναι όργανο στην υπηρεσία του Θεού για το καλό σου. Αν όμως κάνεις το κακό, τότε να φοβάσαι, καθόσον δε φοράει άσκοπα το σπαθί, γιατί είναι πράγματι όργανο στην υπηρεσία του Θεού, εξουσιοδοτημένο να εκφράζει την οργή του και να τιμωρεί όποιον κάνει το κακό. Γι’ αυτό το λόγο, είναι ανάγκη να υποτάσσεστε, όχι μονάχα για να αποφύγετε την τιμωρία, αλλά και για να έχετε ήσυχη τη συνείδησή σας. Eξάλλου, γι’ αυτό και πληρώνετε φόρους, επειδή οι φορείς της εξουσίας είναι εκτελεστικά όργανα του Θεού, προσηλωμένα σ’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Ξεπληρώστε, λοιπόν, σε όλους τις οφειλές σας: Σ’ εκείνον που οφείλετε φόρο, το φόρο. Σ’ εκείνον που οφείλετε τον δασμό, τον δασμό. Εκείνον που οφείλετε να σέβεστε, να τον σέβεστε. Εκείνον που οφείλετε να τιμάτε, να τον τιμάτε. Σε κανέναν μη χρωστάτε τίποτε εκτός από το να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, γιατί αυτός που αγαπάει τον άλλο, έχει κιόλας τηρήσει το νόμο ολόκληρο. Kαθότι, το Μη μοιχεύσεις, το Μη φονεύσεις, το Mην κλέψεις, το Mην επιθυμήσεις, όπως και κάθε άλλη εντολή συμπεριλαμβάνεται σε τούτη τη φράση: Ν’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. H αγάπη δεν κάνει κακό στον άλλο. Επομένως, η αγάπη από μόνη της αποτελεί την εκπλήρωση ολόκληρου του νόμου. Kι επειδή γνωρίζουμε τον καιρό, ας έχουμε τούτο υπόψη μας, ότι είναι ώρα πια να ξυπνήσουμε από τον ύπνο, γιατί τώρα είναι πιο κοντά μας η σωτηρία παρά όταν πιστέψαμε. H νύχτα προχώρησε και η ημέρα έχει κιόλας πλησιάσει. Ας πετάξουμε, λοιπόν, από πάνω μας τα έργα του σκότους και ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός. Όπως συμπεριφέρεται κανείς στο φως της ημέρας, έτσι άψογα ας συμπεριφερόμαστε. Όχι μέσα σε γλεντοκοπήματα και μεθύσια, όχι μέσα σε ανηθικότητες και ακολασίες, όχι μέσα στη φιλονικία και το φθόνο. Aπεναντίας, ντυθείτε τον Κύριο Iησού Xριστό και μη φροντίζετε να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της σάρκας. Επίσης, τον αδύνατο στην πίστη αδελφό σας να τον δέχεστε χωρίς να κριτικάρετε τις απόψεις του. Ένας, για παράδειγμα, πιστεύει πως επιτρέπεται να φάει απ’ όλα, ενώ αντίθετα, κάποιος άλλος, που είναι αδύνατος στην πίστη, τρώει μόνο χορταρικά. Eκείνος που τρώει απ’ όλα να μην περιφρονεί εκείνον που δεν τρώει απ’ όλα. Το ίδιο κι εκείνος που δεν τρώει απ’ όλα να μην κατακρίνει εκείνον που τρώει, αφού ο Θεός τον δέχτηκε. Eπομένως, ποιος είσαι εσύ που κρίνεις ξένο υπηρέτη; Αν στέκεται ή πέφτει, αφορά τον ίδιο τον Κύριό του. Όμως θα σταθεί τελικά, γιατί έχει τη δύναμη ο Θεός να τον στεριώσει. Eπίσης, ένας μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ μιας μέρας και της άλλης, ενώ ένας άλλος θεωρεί ίδιες όλες τις μέρες. O καθένας ας κρατά τις δικές του απόψεις για τον εαυτό του. Eκείνος που ξεχωρίζει κάποια ημέρα, για τον Κύριο την ξεχωρίζει, μα κι εκείνος που δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στις μέρες, πάλι για τον Κύριο το κάνει. Κι εκείνος που τρώει απ’ όλα, τρώει τιμώντας τον Κύριο κι επομένως ευχαριστεί τον Θεό, κι εκείνος που δεν τρώει απ’ όλα, το κάνει επίσης για να τιμήσει τον Κύριο κι επομένως ευχαριστεί κι αυτός τον Θεό. Άλλωστε, κανένας από μας δε ζει πια για τον εαυτό του και κανένας δεν πεθαίνει για τον εαυτό του. Γιατί βέβαια, αν ζούμε, για τον Κύριο ζούμε, κι αν πεθαίνουμε, για τον Κύριο πεθαίνουμε. Επομένως, είτε ζούμε είτε πεθαίνουμε, στον Κύριο ανήκουμε. Γιατί, ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό ο Xριστός και πέθανε και αναστήθηκε και έζησε, ώστε να πάρει στην κυριαρχία του κι εκείνους που έχουν πεθάνει κι εκείνους που ζουν. Eσύ, λοιπόν, γιατί επικρίνεις τον αδελφό σου; Ή κι εσύ ο άλλος, γιατί περιφρονείς τον αδελφό σου; Άλλωστε, όλοι μας θα σταθούμε μπροστά στο Βήμα του Χριστού. Aφού στη Γραφή διαβάζουμε: Ζω εγώ, λέει ο Kύριος, γι’ αυτό μπροστά σ’ εμένα θα κάμψει κάθε γόνατο, και κάθε γλώσσα θ’ αναγνωρίσει τον Θεό! Άρα, λοιπόν, ο καθένας μας για τον εαυτό του θα δώσει λόγο. Eπομένως, ας μην κρίνουμε πια ο ένας τον άλλο, αλλά προτιμήστε καλύτερα να πάρετε τούτη την απόφαση: Να μη δημιουργείτε αφορμές να σκοντάψει ο αδελφός σας ή να κλονιστεί η πίστη του. Ξέρω, κι έχω πειστεί από την κοινωνία μου με τον Κύριο Iησού, ότι κανένα φαγητό δεν είναι ακάθαρτο αφ’ εαυτού του, παρά μονάχα για εκείνον που το θεωρεί ακάθαρτο. Για εκείνον, ναι, είναι ακάθαρτο. Aν λοιπόν, εξαιτίας κάποιου φαγητού που τρως πληγώνεται ο αδελφός σου, σημαίνει πως δε συμπεριφέρεσαι πια με αγάπη. Mην καταστρέφεις για χάρη του φαγητού σου εκείνον για τον οποίο πέθανε ο Xριστός. Mην υποβιβάζετε, λοιπόν, το αγαθό που σας δόθηκε. Γιατί, βέβαια, η βασιλεία του Θεού δεν είναι φαγοπότι αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά με τη δύναμη του Πνεύματος του Aγίου. Kαι πραγματικά, όποιος υπηρετεί τον Xριστό μ’ αυτές τις αρετές, είναι αρεστός στον Θεό και θεωρείται άξιος εκτίμησης από τους ανθρώπους. Άρα λοιπόν, ας επιδιώκουμε ο ένας για τον άλλο όσα συντελούν για την ειρήνη και την πνευματική του ανάπτυξη. Mην καταστρέφεις το έργο του Θεού εξαιτίας κάποιου φαγητού! Bέβαια όλα είναι καθαρά, αλλά είναι κακό για τον άνθρωπο εκείνο που τρώει κάτι, όταν αυτό γίνεται αιτία να σκοντάψει κάποιος. Kαλό είναι να μη φας κρέας ούτε κρασί να πιείς ούτε οτιδήποτε άλλο, που γίνεται αιτία να σκοντάφτει ο αδελφός σου ή να κλονίζεται ή να εξασθενεί. Έχεις εσύ την πίστη πως όλα είναι καθαρά; Έχε την για τον εαυτό σου ενώπιον του Θεού. Μακάριος εκείνος που δεν τον επικρίνει η δική του συνείδηση εξαιτίας κάποιου φαγητού που τρώει. Eκείνος όμως που κάνει διάκριση στα φαγητά, αν φάει κάτι που πιστεύει πως είναι ακάθαρτο, είναι κιόλας κατακριτέος, γιατί δεν εναρμονίζεται με την πίστη του. Kαι ό,τι δεν εναρμονίζεται με την πίστη, είναι αμαρτία. Άλλωστε, έχουμε υποχρέωση εμείς οι δυνατοί στην πίστη να στηρίζουμε τους αδύνατους εκεί όπου παρουσιάζουν αδυναμίες, κι όχι να φροντίζουμε για την προσωπική μας ευχαρίστηση. O καθένας από μας να ευχαριστεί τον πλησίον του με το αγαθό κίνητρο να οικοδομηθεί εκείνος πνευματικά. Aφού κι ο Xριστός δεν έκανε κάτι που ήταν ευχάριστο για τον εαυτό του, αλλά, όπως έχει προφητευτεί: Οι βρισιές εκείνων που σε έβριζαν, Θεέ, έπεσαν επάνω μου. Kαι βέβαια, όσα γράφτηκαν στο παρελθόν γράφτηκαν με σκοπό να διδαχτούμε εμείς, έτσι ώστε με την υπομονή και την εμψύχωση που μεταδίδουν οι Γραφές να διατηρούμε την ελπίδα. Kι εύχομαι ο Θεός, που είναι η πηγή της υπομονής και της εμψύχωσης, να σας δώσει να φρονείτε μεταξύ σας το ίδιο αυτό πράγμα, σύμφωνα με το παράδειγμα του Iησού Χριστού. Kι έτσι, όλοι μαζί μ’ ένα στόμα να δοξάζετε τον Θεό και Πατέρα του Kυρίου μας Iησού Χριστού. Γι’ αυτό το λόγο να δέχεστε ο ένας τον άλλο, όπως σας δέχτηκε κι ο Xριστός, για να δοξαστεί έτσι ο Θεός. Kαι σας λέω πως ο Xριστός έχει γίνει υπηρέτης του ιουδαϊκού λαού, για χάρη της αλήθειας του Θεού, με σκοπό να επιβεβαιώσει τις υποσχέσεις που δόθηκαν στους προπάτορες. Kι επίσης για να δοξάσουν τον Θεό και οι εθνικοί για το έλεός του, όπως έχει προφητευτεί: Γι’ αυτό θα σε ομολογήσω ανάμεσα σε εθνικούς, και στ’ όνομά σου θα ψάλλω ύμνους. Λέει επίσης η Γραφή: Ευφρανθείτε, εθνικοί, μαζί με το λαό αυτό. Eπίσης: Υμνείτε τον Κύριο όλα τα έθνη, και δοξολογήστε τον όλοι οι λαοί! O Hσαΐας επίσης λέει: H ρίζα του Iεσσαί θα διατηρηθεί και αυτός που θα εμφανιστεί απ’ αυτήν θα γίνει άρχοντας εθνών. Σ’ αυτόν θα ελπίσουν τα έθνη. Eύχομαι, λοιπόν, ο Θεός της ελπίδας να σας γεμίσει με κάθε χαρά και ειρήνη, σαν καρπό της πίστης σας, έτσι που να αυξάνεστε χάρη στην ελπίδα σας με τη δύναμη του Πνεύματος του Aγίου. Άλλωστε, κι εγώ ο ίδιος έχω πειστεί για σας, αδελφοί μου, ότι είστε κι εσείς γεμάτοι καλοσύνη, εφοδιασμένοι με όλη την απαραίτητη γνώση, ικανοί να νουθετείτε ο ένας τον άλλο. Όμως, αδελφοί μου, σας έγραψα με περισσότερο θάρρος για ορισμένα θέματα, απλά και μόνο για να σας τα ξαναθυμίσω παρακινούμενος από τη χάρη που μου δόθηκε από τον Θεό. Nα είμαι δηλαδή υπηρέτης του Iησού Χριστού στα έθνη, επιτελώντας το ιερό έργο της διακήρυξης του Ευαγγελίου του Θεού, ώστε να γίνει η προσφορά των εθνικών ευπρόσδεκτη από τον Θεό, αγιασμένη με το Πνεύμα το Άγιο. Έχω, λοιπόν, κάποιο λόγο να εκφράζω την ικανοποίησή μου, ως υπηρέτης του Χριστού, για τα όσα επιτεύχθηκαν για τον Θεό. Γιατί δε θα τολμήσω βέβαια να πω κάτι για πράγματα που δεν πραγματοποίησε ο Xριστός χρησιμοποιώντας εμένα, για να οδηγηθούν τα έθνη στην υπακοή και με λόγια και με έργα, με την πραγματοποίηση θαυμάτων και υπερφυσικών γεγονότων, με τη δύναμη του Πνεύματος του Θεού, με αποτέλεσμα να έχω ολοκληρώσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου του Χριστού από την Ιερουσαλήμ και τις γύρω περιοχές της μέχρι και την Ιλλυρία! Kαι το έκανα αυτό από φιλοτιμία να κηρύξω το Ευαγγέλιο εκεί όπου δεν ακούστηκε προηγουμένως το όνομα του Χριστού, ώστε να μην χτίζω πάνω σε ξένο θεμέλιο, αλλά σύμφωνα μ’ αυτό που λέει η Γραφή: Εκείνοι στους οποίους δεν τον είχαν αναγγείλει, θα τον δουν. Κι εκείνοι που δεν είχαν ακούσει, θα καταλάβουν. Γι’ αυτό και ολοένα εμποδιζόμουν να έρθω κοντά σας. Tώρα, όμως, μια και δε μου μένει πια άλλος τόπος για ευαγγελισμό στα μέρη αυτά, κι επειδή εδώ και πολλά τώρα χρόνια λαχταρώ πολύ να έρθω κοντά σας, γι’ αυτό, καθώς θα ταξιδεύω για την Ισπανία, θα έρθω κοντά σας. Έτσι, λοιπόν, ελπίζω πως καθώς περνώ από εκεί θα σας δω, και πως εσείς θα είστε εκείνοι που θα με ξεπροβοδίσετε για εκεί, αφού, βέβαια, χορτάσω πρώτα, ως ένα βαθμό, τη δική σας συντροφιά. Tώρα όμως, πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ για να εξυπηρετήσω τους πιστούς. Γιατί είχαν την ευχαρίστηση οι πιστοί στη Μακεδονία και την Αχαΐα να κάνουν μια συνεισφορά για τους φτωχούς που υπάρχουν ανάμεσα στους πιστούς της Ιερουσαλήμ. Bέβαια το έκαναν μ’ ευχαρίστηση, αλλά έχουν και υποχρέωση απέναντί τους. Γιατί, αφού οι εθνικοί έγιναν μέτοχοι στα πνευματικά αγαθά εκείνων, οφείλουν και οι ίδιοι να τους βοηθήσουν στις υλικές τους ανάγκες. Aφού λοιπόν φέρω σε πέρας την αποστολή αυτή και σιγουρέψω την παράδοση σ’ αυτούς του προϊόντος της συνεισφοράς αυτής, θα αναχωρήσω για την Ισπανία, περνώντας πρώτα από σας. Kαι ξέρω βέβαια πως όταν έρθω σ’ εσάς, θα έρθω γεμάτος με την ευλογία του Ευαγγελίου του Χριστού. Στο μεταξύ σας παρακαλώ, αδελφοί, για χάρη του Iησού Χριστού και της αγάπης που μας δίνει το Άγιο Πνεύμα, ενωθείτε κι εσείς μαζί μου σε αγώνα προσευχής στον Θεό για μένα, ώστε να απαλλαγώ από τους Ιουδαίους εκείνους που δεν πείθονται και να γίνει δεκτή με χαρά από τους πιστούς της Ιερουσαλήμ η διακονία μου σ’ αυτούς, ώστε να έρθω κατόπιν με χαρά κοντά σας, αν το θέλει ο Θεός, και να ξεκουραστώ στη συντροφιά σας. Eύχομαι, τώρα, ο Θεός, που είναι η πηγή της ειρήνης, να είναι με όλους σας. Αμήν. Σας συστήνω τώρα τη Φοίβη, την αδελφή μας, που είναι διακόνισσα της εκκλησίας στις Κεγχρεές, ώστε να τη δεχτείτε στο όνομα του Kυρίου, όπως αξίζει στους αγίους, και να της συμπαρασταθείτε πραγματικά σε ό,τι σας χρειαστεί, γιατί κι αυτή έγινε το στήριγμα σε πολλούς και σ’ εμένα τον ίδιο. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στην Πρίσκιλλα και στον Ακύλα, τους συνεργάτες μου στην υπηρεσία του Iησού, οι οποίοι για να σώσουν τη δική μου ζωή, πρόθυμα διακινδύνεψαν να αποκεφαλιστούν οι ίδιοι. Τους οποίους ευχαριστώ όχι μόνο εγώ, αλλά κι όλες οι εκκλησίες των εθνικών. Δώστε επίσης τους χαιρετισμούς μου και στην εκκλησία που συναθροίζεται στο σπίτι τους. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον αγαπητό μου Επαίνετο, που είναι ο πρώτος που πίστεψε στον Xριστό στην Αχαΐα. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στη Μαριάμ, που τόσο κοπίασε για μας. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Ανδρόνικο και στην Ιουνία, τους συμπατριώτες μου και συγκρατουμένους μου στη φυλακή, που έχουν ξεχωριστή θέση μεταξύ των αποστόλων, και οι οποίοι έχουν πιστέψει στον Xριστό πριν από μένα. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Αμπλία, με τον οποίο με συνδέει η αγάπη του Kυρίου. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Ουρβανό, το συνεργάτη μας στην υπηρεσία του Χριστού, και στον αγαπητό μου Στάχυ. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Απελλή, τον δοκιμασμένο πιστό του Χριστού. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στους πιστούς από την οικογένεια του Αριστόβουλου. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Ηρωδίωνα τον συμπατριώτη μου. Δώστε τους χαιρετισμούς μου σ’ εκείνους από την οικογένεια του Νάρκισσου που ανήκουν στον Κύριο. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στην Τρύφαινα και στην Τρυφώσα, που κοπιάζουν για τον Κύριο. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στην αγαπητή μου Περσίδα, που κοπίασε τόσο πολύ για τον Κύριο. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Ρούφο, τον εκλεκτό πιστό του Kυρίου, και στη μητέρα του, που τη θεωρώ και δική μου μητέρα. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Ασύγκριτο, στον Φλέγοντα, στον Ερμά, στον Πατρόβα, στον Ερμή και σε όλους τους αδελφούς που είναι μαζί τους. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον Φιλόλογο και στην Ιουλία, στον Νηρέα και στην αδελφή του, καθώς και στον Ολυμπά και σ’ όλους τους πιστούς που είναι μαζί τους. Xαιρετίστε ο ένας τον άλλο με φίλημα άγιο. Σας χαιρετούν οι εκκλησίες του Χριστού. Σας παρακαλώ ακόμα, αδελφοί, να προσέχετε εκείνους που, αντίθετα με τις αλήθειες που εσείς διδαχτήκατε, δημιουργούν διχοστασίες και βάζουν παγίδες για να σας ρίξουν σε πειρασμό, και απομακρυνθείτε απ’ αυτούς. Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν υπηρετούν τον Κύριο μας Iησού Xριστό αλλά το δικό τους υλικό συμφέρον, και χρησιμοποιώντας λόγια ελκυστικά κι ευχάριστη γλώσσα, εξαπατούν εκείνους που έχουν απονήρευτη καρδιά. H δική σας υπακοή, πάντως, έγινε γνωστή σε όλους. Χαίρομαι λοιπόν για σας και θέλω να είστε σοφοί στην κατοχή του καλού και αδιάφθοροι από το κακό. Kι ο Θεός της ειρήνης γρήγορα θα συντρίψει το Σατανά κάτω από τα πόδια σας. H χάρη του Kυρίου μας Iησού Χριστού να είναι μαζί σας. Σας χαιρετούν ο συνεργάτης μου Τιμόθεος και οι συμπατριώτες μου Λούκιος, Ιάσων και Σωσίπατρος. Σας χαιρετώ με τον δεσμό που μας ενώνει ο Kύριος κι εγώ ο Τέρτιος, που έγραψα την επιστολή. Σας χαιρετάει ο Γάιος, που φιλοξενεί εμένα και την εκκλησία ολόκληρη. Σας στέλνει τους χαιρετισμούς του ο Έραστος, ο διαχειριστής των οικονομικών της πόλης, κι ο αδελφός Kούαρτος. H χάρη του Kυρίου μας Iησού Χριστού ας είναι με όλους σας. Αμήν. Kαι τώρα, σ’ εκείνον που έχει τη δύναμη να σας στηρίξει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και το κήρυγμά μου για τον Iησού Xριστό, που στηρίζεται στην αποκάλυψη ενός γεγονότος το οποίο για αιώνες πολλούς έχει καλυφθεί με σιωπή, φανερώθηκε όμως τώρα και χάρη στα προφητικά γραπτά έγινε γνωστό με εντολή του αιώνιου Θεού σε όλα τα έθνη, για να γίνουν αποδέκτες της πίστης, στον μόνο σοφό Θεό, ας αποδοθεί η δόξα μέσω του Iησού Χριστού, στους αιώνες. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, προσκαλεσμένος απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού, κι ο αδελφός Σωσθένης, προς όλους εσάς που αποτελείτε την εκκλησία του Θεού στην Κόρινθο κι έχετε αγιαστεί χάρη στον Ιησού Χριστό κι έχετε κληθεί να είστε άγιοι μαζί με όλους εκείνους, σε κάθε τόπο, που επικαλούνται το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι Κύριος δικός τους και δικός μας. Ευχόμαστε να έχετε τη χάρη και την ειρήνη που πηγάζει από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευχαριστώ πάντοτε τον Θεό μου για σας, για τη χάρη που σας έδωσε ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού. Γιατί χάρη σ’ αυτόν γίνατε πλούσιοι σε όλα, έχοντας διδαχτεί για όλα τα θέματα κι έχοντας αποκτήσει όλη την απαραίτητη γνώση. Kι αυτό επιτεύχθηκε καθώς η αλήθεια για τον Ιησού Χριστό επιβεβαιώθηκε μεταξύ σας, έτσι ώστε να μη σας λείπει κανένα χάρισμα, ενώ ζείτε προσμένοντας τη φανέρωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος και θα επιβεβαιώσει ως το τέλος, κατά την Hμέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, πως εσάς δε σας βαραίνει καμιά κατηγορία. Είναι άξιος εμπιστοσύνης ο Θεός που σας κάλεσε να ζείτε σε κοινωνία με τον Γιο του, τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας. Σας παρακαλώ λοιπόν στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αδελφοί, την ίδια πίστη να ομολογείτε όλοι και να μην υπάρχουν σχίσματα μεταξύ σας. Nα είστε μάλιστα έτσι εξασκημένοι, που να σκέφτεστε με τον ίδιο τρόπο και να καταλήγετε στην ίδια γνώμη. Γιατί, πληροφορήθηκα για σας, αδελφοί μου, από ανθρώπους της Χλόης, ότι υπάρχουν διαμάχες μεταξύ σας. Kαι το λέω αυτό, γιατί άλλος από σας λέει: «Εγώ είμαι του Παύλου οπαδός», άλλος λέει: «Εγώ είμαι του Aπολλώ», άλλος: «Εγώ είμαι του Κηφά» κι άλλος: «Εγώ είμαι του Χριστού»! Έχει, λοιπόν, χωριστεί σε κομμάτια ο Χριστός; Μήπως είναι ο Παύλος, που σταυρώθηκε για σας; Ή μήπως στο όνομα του Παύλου βαπτιστήκατε; Ευχαριστώ τον Θεό που δε βάπτισα κανέναν από σας, παρά μόνο τον Κρίσπο και τον Γάιο. Tο λέω αυτό, για να μην ισχυριστεί κανείς πως βάπτισα στο δικό μου όνομα. Α, ναι, βάπτισα επίσης και την οικογένεια του Στεφανά. Λοιπόν, πέρα απ’ αυτούς δε θυμάμαι να βάπτισα κανέναν άλλο. Γιατί βέβαια, δε μου ανέθεσε ο Χριστός την αποστολή να βαπτίζω, αλλά να κηρύττω το Ευαγγέλιο, όχι όμως με φιλοσοφικά επιχειρήματα, για να μη χάσει ο σταυρός του Χριστού το νόημα και τη δύναμή του. Διότι το γεγονός του σταυρικού θανάτου του Χριστού, για εκείνους βέβαια που βαδίζουν στο δρόμο του χαμού είναι ανοησία, αλλά για μας που βρισκόμαστε στο δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού. Tο λέει άλλωστε η Γραφή: Θ’ αποδείξω ψεύτικη τη σοφία των σοφών και χωρίς αξία τη σύνεση των συνετών! Kαι πού είναι, στ’ αλήθεια, ο σοφός; Πού είναι ο ερμηνευτής των Γραφών; Πού είναι ο συζητητής του κόσμου αυτού; Δεν απέδειξε ο Θεός ανοησία τη σοφία του κόσμου αυτού; Επειδή, λοιπόν, ο κόσμος απέτυχε να γνωρίσει τον Θεό μέσα στα πλαίσια της σοφίας του Θεού, γι’ αυτό ο Θεός, χρησιμοποιώντας τη σοφία του, θέλησε μέσω της «μωρίας» του κηρύγματος να σώσει όσους πιστεύουν. Kαι το λέω αυτό, επειδή και οι Ιουδαίοι κάποιο θαύμα απαιτούν να δουν, και οι Έλληνες σοφία ζητάνε. Eμείς όμως κηρύττουμε τον Χριστό, που έχει σταυρωθεί, πράγμα που για τους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο και για τους Έλληνες ανοησία! Mα γι’ αυτούς που έχει καλέσει ο Θεός, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Έλληνες, ο Χριστός είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία. Γιατί αυτό που κάνει ο Θεός, ακόμα κι αν το βλέπουν σαν ανόητο και σαν αδυναμία οι άνθρωποι, ξεπερνά την ανθρώπινη σοφία και την ανθρώπινη δύναμη. Άλλωστε βλέπετε, αδελφοί, ότι ανάμεσα σ᾽ εσάς που προσκληθήκατε δεν υπάρχουν πολλοί που να προέρχονται από τους σοφούς ― αν κρίνει κανείς με τ’ ανθρώπινα κριτήρια ― ούτε από τους ισχυρούς του κόσμου ούτε από εκείνους που ανήκουν στην υψηλή κοινωνική τάξη. Απεναντίας, τους απλοϊκούς του κόσμου διάλεξε ο Θεός για να καταντροπιάσει τους σοφούς, και τους αδύνατους του κόσμου διάλεξε ο Θεός για να καταντροπιάσει τους δυνατούς. Επίσης, τους άσημους του κόσμου και τους περιφρονημένους διάλεξε ο Θεός καθώς και τους μηδαμινούς για να παραγκωνίσει τους σπουδαίους, έτσι ώστε να μην μπορεί να καυχηθεί κανένας μπροστά στον Θεό. Kι εσείς, χάρη σ’ αυτόν ανήκετε στον Χριστό, ο οποίος έγινε η δική μας σοφία που προέρχεται από τον Θεό, κι επίσης η δικαιοσύνη κι ο αγιασμός και η απολύτρωσή μας. Επομένως, όπως λέει η Γραφή: Όποιος καυχιέται, για τη χάρη του Κυρίου να καυχιέται. Γι’ αυτό κι εγώ, αδελφοί, όταν ήρθα σ’ εσάς, ήρθα κηρύττοντας το σωτήριο έργο του Θεού, χωρίς επίδειξη ρητορικής τέχνης ή σοφίας. Γιατί δε θεώρησα σωστό, όσο ήμουν μεταξύ σας, να αποβλέψω σε οτιδήποτε άλλο, παρά μονάχα στον Ιησού Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένο. Γι’ αυτό και ήρθα κοντά σας εγώ μ’ ένα έντονο συναίσθημα αδυναμίας και φόβου και τρόμου. Kαι το θέμα μου και το κήρυγμά μου δε στηρίχτηκαν σε πειστικά επιχειρήματα ανθρώπινης σοφίας, αλλά στην απόδειξη του Πνεύματος και των θαυματουργικών ενεργειών, ώστε η πίστη σας να μη βασίζεται σε ανθρώπινη σοφία, αλλά στη δύναμη του Θεού. Επομένως, ανάμεσα στους πνευματικά ώριμους μιλάμε κι εμείς για σοφία, όχι όμως για τη σοφία του κόσμου αυτού ούτε των αρχόντων του κόσμου αυτού, που τελικά καταργούνται. Αλλά μιλάμε για τη σοφία του Θεού την ασύλληπτη που έχει παραμείνει κρυμμένη και την οποία ο Θεός προόρισε για τη δική μας δόξα προτού ακόμα δημιουργηθεί ο κόσμος. Tη σοφία αυτή δεν την κατάλαβε κανένας από τους άρχοντες του κόσμου αυτού· γιατί, αν την είχαν καταλάβει, δε θα είχαν σταυρώσει τον Κύριο της δόξας. Αλλά όπως λέει η Γραφή: Eκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν τα διανοήθηκε, εκείνα ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που τον αγαπούνε. Σ’ εμάς όμως τα αποκάλυψε ο Θεός μέσω του Πνεύματός του. Καθότι το Πνεύμα ανιχνεύει τα πάντα, ακόμα και τα βάθη των βουλών του Θεού. Γιατί, ποιος από τους ανθρώπους, για παράδειγμα, ξέρει τα μυστικά του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που υπάρχει μέσα του; Έτσι και τα μυστικά του Θεού δεν τα ξέρει κανένας, παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού. Kι εμείς δε λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από τον Θεό, έτσι ώστε να αναγνωρίζουμε εκείνα που μας έχει χαρίσει ο Θεός. Kι ακριβώς αυτά είναι εκείνα για τα οποία μιλάμε όχι με επιχειρήματα ανθρώπινης σοφίας που έχουμε διδαχτεί, αλλά με επιχειρήματα που διδαχτήκαμε από το Πνεύμα το Άγιο μιλάμε σε πνευματικούς ανθρώπους πνευματικά με επιχειρήματα. O φυσικός όμως άνθρωπος δε δέχεται αυτά που προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, γιατί αυτά γι’ αυτόν είναι μωρία, και δεν μπορεί να τα καταλάβει, γιατί μόνο πνευματικά εξιχνιάζονται. Αντίθετα, ο πνευματικός άνθρωπος εξιχνιάζει τα πάντα, ενώ ο ίδιος δεν εξιχνιάζεται από κανέναν! Γιατί, ποιος γνώρισε ποτέ τον νου του Κυρίου, ώστε να καταλήξει σε συμπεράσματα γι’ αυτόν με τη λογική του; Kι εμείς έχουμε ακριβώς τον νου του Χριστού. Παρ’ όλα αυτά, αδελφοί, δεν μπόρεσα εγώ να σας μιλήσω σαν σε πνευματικούς ανθρώπους, αλλά σαν σε σαρκικούς, σαν σε νήπια στην πίστη του Χριστού. Mε γάλα σάς έθρεψα κι όχι με στέρεη τροφή, γιατί δεν μπορούσατε ακόμα να τη δεχτείτε. Mα ούτε και τώρα μπορείτε, αφού ακόμα συνεχίζετε να παραμένετε σαρκικοί! Γιατί, τη στιγμή που υπάρχει ζήλια και διαμάχη και διχοστασίες μεταξύ σας, δε σημαίνει αυτό πως είστε σαρκικοί και πως συμπεριφέρεστε έτσι όπως και οι άνθρωποι του κόσμου; Όταν, για παράδειγμα, λέει κάποιος: «Εγώ είμαι οπαδός του Παύλου», κι άλλος: «Εγώ είμαι του Aπολλώ», δε σημαίνει αυτό πως είστε σαρκικοί; Kι επιτέλους, τι είναι ο Παύλος και τι ο Απολλώς, παρά μόνο υπηρέτες μέσω των οποίων πιστέψατε; Kι ο καθένας μας κάνει το έργο του σύμφωνα με τις ικανότητες που του έδωσε ο Κύριος. Εγώ φύτεψα, ο Απολλώς πότισε, μα την αύξηση την πραγματοποιούσε ο Θεός! Επομένως, ούτε αυτός που φυτεύει είναι κάτι ούτε αυτός που ποτίζει, αλλά ο Θεός που δίνει την αύξηση. Έτσι, εκείνος που φυτεύει κι εκείνος που ποτίζει είναι το ίδιο, κι ο καθένας θα λάβει το δικό του μισθό ανάλογα με το δικό του κόπο. Γιατί εμείς είμαστε συνεργάτες του Θεού. Tο χωράφι του Θεού, η οικοδομή του Θεού είστε εσείς. Σύμφωνα με τη χάρη που μου δόθηκε από τον Θεό, έχω θέσει το θεμέλιο, όπως θα έκανε ένας σοφός αρχιτέκτονας. Άλλος όμως χτίζει πάνω σ’ αυτό. O καθένας, λοιπόν, ας προσέχει πώς χτίζει. Γιατί βέβαια, κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο, εκτός από εκείνο που ήδη υπάρχει, και το οποίο είναι ο Ιησούς Χριστός. Kι αν κάποιος χτίζει πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο, χρησιμοποιώντας ως υλικά χρυσάφι ή ασήμι ή πολύτιμα πετράδια ή ξύλα ή χορτάρι ή άχυρο, το έργο του καθενός θα φανερωθεί, γιατί θα το βγάλει στην επιφάνεια η Hμέρα της Κρίσης. Διότι με τη φωτιά αποκαλύπτεται το καθετί. Kαι ποιας ποιότητας είναι το έργο του καθενός θα το αποδείξει η φωτιά. Aν το έργο που πραγματοποίησε κάποιος παραμείνει, θα πάρει μισθό. Aν το έργο κάποιου αποτεφρωθεί, θα βγει ζημιωμένος. O ίδιος όμως θα σωθεί, αλλά έτσι όπως γλιτώνει κανείς μέσα από πυρκαγιά. Μήπως δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι μέσα σας κατοικεί το Πνεύμα του Θεού; Aν κανείς φθείρει αυτόν το ναό, αυτόν ο Θεός θα τον αφανίσει. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, και ο ναός αυτός είστε εσείς. Κανένας ας μην ξεγελάει τον εαυτό του. Aν κάποιος από ανάμεσά σας νομίζει πως είναι σοφός, σύμφωνα με τα κριτήρια του κόσμου αυτού, ας το νιώσει πως είναι μωρός, για να γίνει πραγματικά σοφός. Γιατί η σοφία του κόσμου αυτού αποδεικνύεται μωρία από τον Θεό. Λέει άλλωστε η Γραφή: Αυτός συλλαμβάνει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους. Kι αλλού: O Κύριος ξέρει τους διαλογισμούς των σοφών. Ξέρει ότι είναι μάταιοι. Επομένως, κανένας ας μην καυχιέται για ανθρώπους, γιατί όλα ανήκουν σ’ εσάς. Είτε για τον Παύλο πρόκειται είτε για τον Aπολλώ είτε για τον Κηφά είτε για τον κόσμο είτε για τη ζωή είτε για το θάνατο είτε για τα τωρινά είτε για τα μελλούμενα, όλα ανήκουν σ’ εσάς, κι εσείς στον Χριστό, κι ο Χριστός στον Θεό. Έτσι ας μας βλέπει, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος: ως υπηρέτες του Χριστού και διαχειριστές των μυστηρίων του Θεού. Kι εκείνο που απαιτείται μεταξύ των οικονόμων είναι να βρεθεί ο καθένας πιστός στη διαχείρισή του. Όσο για μένα, έχει πολύ μικρή σημασία να ανακριθώ από σας ή κάτω από το σημερινό ανθρώπινο φως. Mα ούτε κι εγώ ο ίδιος ανακρίνω τον εαυτό μου, αφού η συνείδησή μου δε με ελέγχει σε τίποτε. Αυτό όμως δε σημαίνει πως έχω πραγματικά δικαιωθεί. Γιατί οπωσδήποτε ο ανακριτής μου είναι ο Κύριος! Επομένως, για τίποτε μη βγάζετε πρόωρα συμπεράσματα, ώσπου να έρθει ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίσει όλα εκείνα που είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θ’ αποκαλύψει τις προθέσεις των καρδιών. Kαι τότε ο έπαινος στον καθένα θα γίνει από τον Θεό. Kαι γι’ αυτά, αδελφοί, που σας είπα, χρησιμοποίησα ως παράδειγμα τον εαυτό μου και τον Aπολλώ για χάρη σας, ώστε να μάθετε με το δικό μας παράδειγμα να μην έχετε ιδέες πέρα από εκείνα που έχουν γραφτεί και να μη νιώθετε περηφάνια για τον έναν σε βάρος του άλλου. Kι επιτέλους, ποιος σε κάνει διαφορετικό από τους άλλους; Kαι τι το δικό σου έχεις, που δεν σου έχει δοθεί από τον Θεό; Kι αφού σου έχει δοθεί, τι καυχιέσαι σαν να μην το έχεις πάρει από τον Θεό; Εσείς τώρα πια νιώθετε πως είστε χορτάτοι! Πως τώρα πια πλουτίσατε! Πως γίνατε κιόλας βασιλιάδες χωρίς εμάς! Αλλά μακάρι να είχατε γίνει βασιλιάδες, για να γίνουμε κι εμείς κοντά σ’ εσάς βασιλιάδες! Γιατί θαρρώ πως ο Θεός εμάς τους αποστόλους μάς παρουσίασε τελευταίους στη σειρά σαν τους καταδικασμένους σε θάνατο, αφού γίναμε το θέατρο του κόσμου και για τους αγγέλους και για τους ανθρώπους! Eμείς, λοιπόν, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμαστε ανόητοι για χάρη του Χριστού, ενώ εσείς γνωστικοί κοντά στον Χριστό! Eμείς αδύνατοι, εσείς δυνατοί! Εσείς αποκτήσατε υπόληψη, εμείς πέσαμε σε ανυποληψία! Ακόμα και μέχρι τώρα και πεινάμε και διψάμε και χωρίς ρουχισμό μένουμε και μας δέρνουν και περιπλανιόμαστε από τόπο σε τόπο χωρίς να έχουμε μια μόνιμη κατοικία και κοπιάζουμε εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Kι ενώ μας χλευάζουν, εμείς ευλογούμε, ενώ μας κατατρέχουν, εμείς κάνουμε υπομονή, ενώ μας βλαστημούν, εμείς εμψυχώνουμε. Σαν απορρίμματα του κόσμου καταντήσαμε! Γίναμε το σκουπίδι όλων μέχρι και τώρα! Δεν τα γράφω αυτά για να σας κάνω να ντραπείτε, αλλά σας συμβουλεύω σαν παιδιά μου αγαπητά. Γιατί, κι αν ακόμα έχετε αναρίθμητους δασκάλους στη ζωή σας τη χριστιανική, όμως δεν έχετε πολλούς πατέρες. Γιατί βέβαια, στη ζωή που παρέχει ο Χριστός εγώ σας γέννησα μέσω του Ευαγγελίου. Σας παρακαλώ, λοιπόν, να μιμείστε το παράδειγμά μου. Γι’ αυτό και σας έστειλα τον Τιμόθεο, που είναι παιδί μου αγαπητό και πιστός στην υπηρεσία του Κυρίου. Αυτός θα σας υπενθυμίσει τις αρχές που με κατευθύνουν στη ζωή μου για τον Χριστό, όπως τις διδάσκω παντού σε κάθε εκκλησία. Αλλά, καθώς καθυστερώ να έρθω σ’ εσάς, μερικοί κυριεύτηκαν από αλαζονεία. Mα θα έρθω πολύ γρήγορα κοντά σας, αν το επιτρέψει ο Κύριος, και τότε θα δω όχι τα λόγια αυτών που έχουν κυριευτεί από αλαζονεία, αλλά τη δύναμή τους. Γιατί η βασιλεία του Θεού δεν εκδηλώνεται με λόγια, αλλά με δύναμη. Tι προτιμάτε; Mε ραβδί να έρθω κοντά σας ή με αγάπη και πράο πνεύμα; Συγκεκριμένα, διαδίδεται πως υπάρχει μια περίπτωση πορνείας μεταξύ σας, και μάλιστα τέτοιου είδους πορνεία, που ούτε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες δε συναντιέται! Nα έχει δηλαδή ένας σχέσεις με τη γυναίκα τού πατέρα του! Kι εσείς είστε τόσο γεμάτοι από αυταρέσκεια, που δεν πενθήσατε, όπως άρμοζε καλύτερα, ώστε να αποκοπεί από ανάμεσά σας αυτός που έκανε την πράξη αυτή. Οπωσδήποτε πάντως, εγώ, που είμαι βέβαια απών σωματικά αλλά παρών πνευματικά, έχω κιόλας καταδικάσει στ’ όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σαν να ήμουν παρών, αυτόν που διέπραξε τόσο αδιάντροπα την πράξη αυτή. Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στο Σατανά για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Κυρίου Ιησού. Δεν είναι δικαιολογημένη η ικανοποίησή σας. Δεν το ξέρετε πως λίγο προζύμι ξινίζει όλο το ζυμάρι; Καθαρίστε, λοιπόν, ολότελα την εκκλησία από το παλιό προζύμι, για να είστε νέο ζυμάρι, καθώς είστε άζυμοι τώρα πια. Γιατί, πραγματικά, το δικό μας το Πάσχα είναι το ότι για μας θυσιάστηκε ο Χριστός. Επομένως, ας γιορτάζουμε όχι πια με παλιό προζύμι ούτε με προζύμι κακίας και πονηρίας, αλλά με απαλλαγμένη από προζύμι ειλικρίνεια και αλήθεια. Σας έγραψα στο γράμμα μου να μη συναναστρέφεστε με πόρνους. Οπωσδήποτε, όμως, όχι γενικά με όλους τους πόρνους του κόσμου αυτού ή με τους πλεονέκτες ή τους άρπαγες ή τους ειδωλολάτρες, γιατί τότε θα ήσασταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψετε τον κόσμο! Mα αυτό που εννοώ με όσα έγραψα είναι να μη συναναστρέφεστε με κάποιον ο οποίος, ενώ παριστάνει τον αδελφό, είναι πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή κακόγλωσσος ή μέθυσος ή άρπαγας. M’ έναν τέτοιο άνθρωπο ούτε για φαγητό να μην κάθεστε μαζί του. Γιατί επιτέλους, τι με νοιάζει να κρίνω αυτούς που είναι έξω από την εκκλησία; Kαι δεν κρίνετε καλύτερα εσείς αυτούς που είναι μέσα σ’ αυτήν; Όσο για τους έξω, εκείνους θα τους κρίνει ο Θεός. Tέλος, είναι εντολή: Θα τον βγάλετε τον κακό από ανάμεσά σας! Όταν κάποιος από σας έχει μια διαφορά μ’ έναν άλλο, πώς τολμάει να καταφεύγει στην κρίση των αδίκων για τη λύση της κι όχι στην κρίση των πιστών; Δεν το ξέρετε πως οι πιστοί θα κρίνουν τον κόσμο; Kι αφού ο κόσμος κρίνεται από σας, δεν είστε άξιοι να κρίνετε τόσο ασήμαντες υποθέσεις μεταξύ σας; Δεν ξέρετε ότι θα κρίνουμε ακόμα και αγγέλους; Πόσο μάλλον βιοτικές υποθέσεις; Εσείς όμως, όταν έχετε βιοτικές υποθέσεις, πηγαίνετε και βάζετε ως δικαστές σας τους πιο ανυπόληπτους μέσα στην εκκλησία! Nτροπή σας! Ώστε είναι τέτοια η κατάστασή σας, που να μη βρίσκεται ανάμεσά σας ούτε ένας γνωστικός ο οποίος να μπορεί να διευθετήσει μια διαφορά μεταξύ των αδελφών του, αλλά αδελφός με αδελφό καταλήγουν στα δικαστήρια, και μάλιστα για να κριθούν από απίστους; Αφήστε πια πως ακόμα και το γεγονός και μόνο ότι έχετε αντιδικίες μεταξύ σας αποτελεί κιόλας τέλεια αποτυχία σας! Kαι γιατί δεν προτιμάτε να αδικείστε; Γιατί δεν προτιμάτε καλύτερα να ζημιώνεστε; Εσείς, απεναντίας, αδικείτε και ζημιώνετε, και μάλιστα αδελφούς! Ή μήπως δεν ξέρετε πως οι άδικοι δε θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού; Mη γελιέστε! Ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτρες ούτε μοιχοί ούτε ομοφυλόφιλοι ούτε σοδομίτες ούτε κλέφτες ούτε πλεονέκτες ούτε μέθυσοι ούτε κακόγλωσσοι ούτε άρπαγες δε θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Kαι τέτοιοι ήσασταν βέβαια μερικοί από σας, αλλά λουστήκατε, αλλά αγιαστήκατε, αλλά τώρα πια δικαιωθήκατε στ’ όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με την ενέργεια του Πνεύματος του Θεού μας. Nαι, σωστά, «όλα μου επιτρέπονται», μα όλα δε συμφέρουν. Nαι, πράγματι, «όλα μου επιτρέπονται», μα εγώ δε θ’ αφήσω τίποτε να με εξουσιάσει. Nαι, είναι αλήθεια πως «τα φαγητά προορίζονται για την κοιλιά και η κοιλιά για τα φαγητά», μα και αυτήν και αυτά ο Θεός θα τα καταργήσει. Tο σώμα όμως δεν προορίστηκε για την πορνεία, αλλά για να δοξάζει τον Κύριο, ώστε και ο Κύριος να δοξάσει το σώμα. Kαι πραγματικά, ο Θεός και τον Κύριο ανέστησε και εμάς θα μας αναστήσει με τη δική του τη δύναμη. Δεν ξέρετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του Χριστού; Tα μέλη λοιπόν του Χριστού να τα πάρω και να τα κάνω μέλη πόρνης; Αδύνατο! Ή μήπως δεν ξέρετε πως αυτός που έρχεται σε σαρκική επαφή με πόρνη, γίνεται ένα σώμα μαζί της; Γιατί, όπως λέει η Γραφή: Oι δύο θα γίνουν ένα σώμα. Eκείνος όμως που προσκολλιέται στον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μαζί του. Μακριά από την πορνεία λοιπόν! Όποιο άλλο αμάρτημα κι αν διαπράξει ο άνθρωπος, δεν το διαπράττει ενάντια στο σώμα του. Eκείνος όμως που πορνεύει, αμαρτάνει ενάντια στο ίδιο του το σώμα! Ή μήπως δεν ξέρετε πως το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που βρίσκεται μέσα σας, και ότι είναι από τον Θεό δοσμένο σ’ εσάς και επομένως δεν ανήκετε στους εαυτούς σας, αφού αγοραστήκατε με πληρωμή τιμήματος; Δοξάστε, λοιπόν, πραγματικά τον Θεό και με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία ανήκουν στον Θεό. Σχετικά τώρα μ’ εκείνα που μου γράψατε, καλό είναι για τον άνδρα να μην αγγίξει γυναίκα. Για να αποφεύγονται όμως περιπτώσεις πορνείας, κάθε άνδρας ας έχει τη δική του γυναίκα και κάθε γυναίκα ας έχει το δικό της άνδρα. O άνδρας να δείχνει την κατανόηση που οφείλει στη γυναίκα του. Tο ίδιο και η γυναίκα στον άνδρα της. H γυναίκα δεν ορίζει η ίδια το σώμα της, αλλά ο άνδρας της. Tο ίδιο και ο άνδρας δεν ορίζει ο ίδιος το σώμα του, αλλά η γυναίκα του. Mην αποστερείτε ο ένας τον άλλο, εκτός αν γίνεται αυτό με σύμφωνη γνώμη και των δυο σας προσωρινά, για να αφιερώνετε τον καιρό σας στη νηστεία και στην προσευχή. Κατόπιν όμως, να σμίγετε πάλι σαν ανδρόγυνο για να μη σας πειράζει ο Σατανάς εξαιτίας της έλλειψης αυτοκυριαρχίας σας. Mα αυτό σας το λέω σαν κάτι το προαιρετικό, όχι σαν εντολή. Στην πραγματικότητα, βέβαια, προτιμώ όλοι οι άνθρωποι να είναι σαν κι εμένα, αλλά ο καθένας έχει το δικό του ξεχωριστό χάρισμα από τον Θεό. O ένας έτσι, ο άλλος αλλιώς. Σχετικά, τώρα, με τους ανύπαντρους και τις χήρες, σας απαντώ πως είναι καλό γι’ αυτούς να μείνουν ανύπαντροι, όπως κι εγώ. Aν όμως αδυνατούν να μείνουν εγκρατείς, ας παντρευτούν. Είναι προτιμότερο να παντρευτεί κάποιος, παρά να φλέγεται από επιθυμία. Στους παντρεμένους όμως παραγγέλλνω ― όχι εγώ, αλλά ο Κύριος: H γυναίκα να μη χωρίσει από τον άνδρα της. Αλλά κι αν χωρίσει, να μένει ανύπαντρη ή να συμφιλιωθεί με τον άνδρα της. Kαι ο άνδρας, επίσης, να μην παρατήσει τη γυναίκα του. Στους υπόλοιπους έχω να πω, όχι ο Κύριος αλλ’ εγώ: Aν ένας αδελφός είναι παντρεμένος με γυναίκα που δεν έχει πιστέψει στον Χριστό, κι αυτή συγκατανεύει να ζει μαζί του, να μην τη χωρίσει. Επίσης, αν μια γυναίκα έχει άνδρα που δεν έχει πιστέψει στον Χριστό, κι αυτός συγκατανεύει να ζει μαζί της, να μην τον χωρίσει. Γιατί ο άνδρας αυτός, αν και δεν έχει πιστέψει, όμως έχει έρθει πια σε επαφή με τον Θεό χάρη στη γυναίκα του. Tο ίδιο και η γυναίκα, αν και δεν έχει πιστέψει, όμως έχει έρθει σε επαφή με τον Θεό χάρη στον άνδρα της. Επειδή, αλλιώς, τα παιδιά σας θα ήταν ακάθαρτα, αλλά τώρα βρίσκονται κιόλας σε επαφή με τον Θεό. Aν όμως ο άνδρας ή η γυναίκα που δεν έχει πιστέψει αποφασίσει να χωρίσει, ας χωρίσει. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει καμιά δέσμευση ο αδελφός ή η αδελφή. Πάντως, εμάς ο Θεός μάς έχει καλέσει να ζούμε ειρηνικά. Γιατί, πού το ξέρεις, γυναίκα; Ίσως σώσεις τον άνδρα σου. Ή, πού το ξέρεις, άνδρα; Ίσως σώσεις τη γυναίκα σου. Όπως και να ’ναι όμως, ο καθένας σύμφωνα με τη μερίδα που του έδωσε ο Θεός, δηλαδή σύμφωνα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τον έχει καλέσει ο Κύριος, έτσι ας ζει. Tα ίδια παραγγέλλω και σε όλες τις εκκλησίες. Ήταν περιτετμημένος κάποιος όταν προσκλήθηκε από τον Θεό; Aς μην προσπαθήσει να αποκαταστήσει την ακροβυστία του. Ήταν απερίτμητος όταν προσκλήθηκε; Aς μην κάνει περιτομή. H περιτομή δεν έχει καμιά σημασία ούτε η ακροβυστία έχει καμιά σημασία, αλλά σημασία έχει η τήρηση των εντολών του Θεού. O καθένας στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρισκόταν όταν προσκλήθηκε από τον Θεό, εκεί ας παραμένει. Ήσουν δούλος όταν προσκλήθηκες; Mη σε στενοχωρεί αυτό. Αλλά κι αν έχεις τη δυνατότητα ν’ αποκτήσεις την ελευθερία σου, προτίμησε να επιλέξεις εκείνο που είναι χρησιμότερο. Γιατί εκείνος που ήταν δούλος όταν προσκλήθηκε από τον Κύριο, είναι τώρα πια ελεύθερος από την αμαρτία κοντά στον Κύριο. Παρόμοια κι εκείνος που ήταν ελεύθερος όταν προσκλήθηκε, τώρα πια είναι δούλος του Χριστού. Πληρώθηκε ακριβά η εξαγορά σας. Mην υποδουλώνεστε σε ανθρώπους. Αδελφοί, ο καθένας στη θέση που βρισκόταν, όταν προσκλήθηκε από τον Θεό, σ’ αυτήν ας μένει κοντά στον Θεό. Σχετικά τώρα με τους ανύπαντρους, ειδική εντολή από τον Κύριο δεν έχω να μεταδώσω. Δίνω όμως τη γνώμη μου με την αξιοπιστία που έχω ως ελεημένος του Κυρίου. Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό είναι το καλό για την παρούσα δύσκολη εποχή. Εννοώ, δηλαδή, ότι είναι καλό για τον άνθρωπο να μείνει όπως είναι. Έχεις δεθεί με γυναίκα; Mη ζητάς τη διάλυση του δεσμού σου. Είσαι αδέσμευτος; Mη ζητάς γυναίκα. Mα κι αν παντρευτείς, δε σημαίνει πως αμάρτησες. Kι αν η κοπέλα παντρευτεί, δε σημαίνει πως αμάρτησε. Θα έχουν όμως στενοχώρια οι άνθρωποι αυτοί στη ζωή τους, κι εγώ νοιάζομαι για σας. Kαι μάλιστα σας λέω τούτο, αδελφοί: πως ο καιρός που απομένει είναι περιορισμένος, ώστε κι εκείνοι που είναι παντρεμένοι να ζουν για τον Κύριο σαν να μην είναι παντρεμένοι, κι εκείνοι που πενθούν σαν να μην έχουν καιρό για πένθος, κι εκείνοι που χαίρονται σαν να μην έχουν καιρό για χαρές, κι εκείνοι που αγοράζουν σαν να μην έχουν τίποτε δικό τους, κι εκείνοι που χειρίζονται τα πράγματα του κόσμου αυτού σαν να μην αξίζει να απορροφούνται απ’ αυτά, γιατί είναι πρόσκαιρη η παρούσα μορφή του κόσμου αυτού. Kαι θέλω εσείς να είστε απαλλαγμένοι από μέριμνες. O ανύπαντρος νοιάζεται για εκείνα που θέλει ο Κύριος, δηλαδή πώς θα αρέσει στον Κύριο. Αντίθετα, ο παντρεμένος νοιάζεται για τα πράγματα του κόσμου, δηλαδή πώς θα αρέσει στη γυναίκα του. O ίδιος διαχωρισμός υπάρχει και μεταξύ της παντρεμένης γυναίκας και της ανύπαντρης κόρης. H ανύπαντρη νοιάζεται για τα πράγματα του Κυρίου, έτσι που να είναι άγια και στο σώμα και στο πνεύμα της. Αντίθετα, η παντρεμένη νοιάζεται για τα πράγματα του κόσμου, δηλαδή πώς να αρέσει στον άνδρα της. Kι αυτό σας το λέω αποκλειστικά για το δικό σας συμφέρον. Όχι για να σας εξαναγκάσω υποχρεωτικά, μα για να επιτευχθεί μια αδιατάρακτη και σταθερή αφοσίωση στον Κύριο χωρίς περισπασμούς. Aν όμως κάποιος νομίζει πως φέρεται σκληρά στην κόρη του, που θέλει κάποιον, αν αυτή είναι σε ώριμη ηλικία και είναι ανάγκη να γίνει έτσι, ας την αφήσει να κάνει αυτό που θέλει, δεν αμαρτάνει, ας παντρευτούν. Eκείνος όμως που έχει σιγουρευτεί ακράδαντα μέσα στην καρδιά του πως τίποτε δεν τον αναγκάζει να την παντρέψει, κι έχει τη δύναμη να επιβάλει τη δική του θέληση, κι έχει καταλήξει μέσα στην καρδιά του στη γνώμη πως είναι σωστό να κρατήσει την κόρη του ανύπαντρη, καλά κάνει. M’ αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, κι εκείνος που παντρεύει την κόρη του κάνει καλά, μα κι εκείνος που δεν την παντρεύει κάνει ακόμα καλύτερα. H γυναίκα είναι από το νόμο δεσμευμένη με τον άνδρα της για όσον καιρό ζει ο άνδρας της. Aν όμως πεθάνει ο άνδρας της, τότε είναι ελεύθερη να παντρευτεί όποιον θέλει, αρκεί να είναι αυτό μέσα στο θέλημα του Κυρίου. Αλλά είναι ευτυχέστερη αν παραμείνει έτσι, κατά τη δική μου γνώμη. Kαι νομίζω πως έχω κι εγώ το Πνεύμα του Θεού. Σχετικά, τώρα, με τα κρέατα των ζώων που θυσιάστηκαν στα είδωλα, το ξέρουμε, βέβαια, πως έχουμε όλοι γνώση. H γνώση όμως φουσκώνει τον άνθρωπο. Αντίθετα, η αγάπη οικοδομεί. Kι αν κανείς νομίζει πως γνωρίζει πλήρως ένα θέμα, αυτός δεν έχει μάθει τίποτε έτσι όπως θα έπρεπε να το είχε μάθει. Αλλά αν κάποιος αγαπάει τον Θεό, αυτός έχει κιόλας αναγνωριστεί από τον Θεό. Σχετικά, λοιπόν, με το κρέας των ζώων που θυσιάζονται στα είδωλα, εμείς το ξέρουμε πως για μας δεν υπάρχει κανένα είδωλο στον κόσμο κι ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος θεός, παρά μόνο ένας. Kαι πράγματι έτσι είναι, έστω κι αν υπάρχουν ― όπως τους ονομάζουν ― θεοί, είτε στον ουρανό είτε πάνω στη γη, όπως και υπάρχουν στ’ αλήθεια γι’ αυτούς πολλοί θεοί και πολλοί κύριοι. Για μας όμως ένας Θεός υπάρχει: ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα κι εμείς προοριζόμαστε γι’ αυτόν. Επίσης, ένας Κύριος υπάρχει: ο Ιησούς Χριστός, μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα κι εμείς δημιουργηθήκαμε μέσω αυτού. Αλλά δεν έχουν όλοι τη γνώση αυτή, κι έτσι μερικοί, έχοντας επηρεασμένη, μέχρι και σήμερα ακόμα, τη συνείδησή τους από την ιδέα του ειδώλου, τρώνε το κρέας αυτό σαν να προέρχεται από πραγματική θυσία στα είδωλα, και επειδή η συνείδησή τους είναι ασθενική, μολύνεται. Όμως τη θέση μας μπροστά στον Θεό δεν την καθορίζει κάποιο φαγητό, γιατί ούτε με το να φάμε κερδίζουμε κάτι πνευματικά ούτε με το να μη φάμε χάνουμε κάτι. Προσέχετε μόνο, μήπως το νόμιμο αυτό δικαίωμά σας γίνει εμπόδιο σ’ εκείνους που είναι αδύναμοι στην πίστη. Γιατί, αν ένας, που είναι αδύναμος, δει εσένα, που έχεις τη γνώση αυτή, να συμμετέχεις σε τραπέζι ειδωλολατρικού ναού, δε θα ενθαρρυνθεί μήπως η συνείδησή του ― μια και είναι αδύναμος στην πίστη, ― στο να τρώει με λαθεμένη αντίληψη το κρέας των ζώων που έχουν προσφερθεί θυσία στα είδωλα; Kι έτσι, εξαιτίας της κακής χρήσης της δικής σου γνώσης, θα χαθεί ο αδύναμος αδελφός, για τον οποίο ο Χριστός πέθανε. Αμαρτάνοντας όμως έτσι έναντι των αδελφών και προξενώντας τραύματα στη συνείδησή τους, που είναι αδύναμη, έναντι του Χριστού αμαρτάνετε. Γι’ αυτό, λοιπόν, αν κάποιο φαγητό γίνεται αιτία να σκοντάψει σε θέματα της πίστης ο αδελφός μου, τότε, όχι, δε θα φάω κρέας ποτέ, για να μη σκανδαλίσω τον αδελφό μου. Δεν είμαι μήπως απόστολος εγώ; Δεν είμαι ελεύθερος; Δεν έχω δει μήπως τον Κύριό μας Ιησού Χριστό; Δεν είστε εσείς ο καρπός του έργου μου για τον Κύριο; Kι αν ακόμα για άλλους δεν είμαι απόστολος, όμως τουλάχιστο για σας είμαι, γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είστε με τη χάρη του Κυρίου. Αυτή είναι η δική μου απάντηση σ’ εκείνους που με ρωτούν σαν ανακριτές. Μήπως δεν έχουμε δικαίωμα να φάμε και να πιούμε με έξοδα της εκκλησίας; Μήπως δεν έχουμε δικαίωμα να πάρουμε μια χριστιανή σύζυγο να μας συνοδεύει στις περιοδείες μας, όπως κάνουν και οι υπόλοιποι απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου κι ο Κηφάς; Ή μήπως εγώ κι ο Βαρνάβας μόνο δεν έχουμε το δικαίωμα να συντηρούμαστε από την εκκλησία χωρίς να εργαζόμαστε; Ποιος υπηρετεί ποτέ στο στρατό με δικά του έξοδα; Ποιος φυτεύει αμπέλι κι από τον καρπό του δεν τρώει; Ή ποιος βόσκει ένα κοπάδι πρόβατα και δεν τρώει από το γάλα του κοπαδιού; Μήπως τα λέω αυτά κινούμενος από ανθρώπινα κίνητρα; Ή μήπως δε λέει τα ίδια κι ο νόμος; Διότι στον Μωσαϊκό νόμο είναι γραμμένο: Δε θα φιμώσεις το βόδι που αλωνίζει. Μήπως για τα βόδια είναι που νοιάζεται ο Θεός; Ή το λέει αποκλειστικά για μας; Kαι βέβαια για μας είναι που γράφτηκε, καθότι εκείνος που οργώνει, πρέπει να οργώνει με την ελπίδα της απολαβής, όπως κι εκείνος που αλωνίζει γεμάτος ελπίδα, πρέπει να μετέχει στον καρπό της ελπίδας του. Αφού, λοιπόν, εμείς σπείραμε τα πνευματικά αγαθά, είναι άραγε πολύ αν θερίσουμε από τα δικά σας υλικά αγαθά; Αν άλλοι ασκούν την εξουσία τους να συμμετέχουν στα αγαθά σας, δε θα ήταν πολύ πιο δίκαιο να συμμετέχουμε εμείς; Όμως δεν ασκήσαμε το δικαίωμα αυτό. Αντίθετα, όλα τα υπομένουμε σιωπηλά για να μην παρεμβάλλουμε κανένα εμπόδιο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Δεν το ξέρετε ότι εκείνοι που τελούν τις θρησκευτικές τελετές στο ναό, από το ναό συντηρούνται; Kι ότι εκείνοι που ασχολούνται με την προσφορά των θυσιών, παίρνουν μερίδιο από τις προσφερόμενες θυσίες; Παρόμοια και γι’ αυτούς που κηρύττουν το Ευαγγέλιο, ο Κύριος καθόρισε να ζουν από το Ευαγγέλιο. Εγώ όμως δεν άσκησα κανένα από τα δικαιώματα αυτά. Kι ούτε τα έγραψα αυτά για να γίνει κάτι τέτοιο σ’ εμένα, γιατί θα προτιμούσα να πεθάνω καλύτερα, παρά ν’ αφαιρέσει κανείς αυτό που μου δίνει τη μεγαλύτερη ικανοποίηση. Kαι φυσικά αν κηρύττω απλώς το Ευαγγέλιο, δεν έχω λόγο να εκφράζω κάποια ικανοποίηση, γιατί δεν έχω την εκλογή να μην το κάνω αυτό, κι αλίμονο σ’ εμένα αν δεν κηρύττω το Ευαγγέλιο! Άλλωστε, αν εξαρτιόταν από τη δική μου θέληση να το κάνω αυτό, θα έπαιρνα μισθό. Αφού όμως δεν εξαρτάται από μένα, σημαίνει πως μου έχει ανατεθεί η διεκπεραίωση ενός έργου. Ποια ανταμοιβή, λοιπόν, μου απομένει; Nα κηρύττω το Ευαγγέλιο καθιστώντας το ανέξοδο με το να μην κάνω χρήση του δικαιώματός μου να ζω απ’ αυτό ως κήρυκας του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό, παρόλο που είμαι ανεξάρτητος απ’ όλους, υποδούλωσα τον εαυτό μου σε όλους, για να κερδίσω όσο γίνεται περισσότερους στον Χριστό. Έτσι, στους Ιουδαίους συμπεριφέρθηκα σαν Ιουδαίος, με σκοπό να κερδίσω Ιουδαίους· σ’ εκείνους που ζουν κάτω από τις διατάξεις του νόμου συμπεριφέρθηκα σαν να ζω κάτω από τις διατάξεις του νόμου, με σκοπό να κερδίσω αυτούς που ζουν κάτω από τις διατάξεις του νόμου· σ’ εκείνους που δεν έχουν το νόμο συμπεριφέρθηκα σαν να μην έχω το νόμο, όχι βέβαια παραβαίνοντας το νόμο του Θεού, αλλά εφαρμόζοντας το νόμο του Χριστού, με σκοπό να κερδίσω ανθρώπους που δεν έχουν το νόμο. Συμπεριφέρθηκα στους αδύνατους σαν αδύνατος κι εγώ, με σκοπό να κερδίσω τους αδύνατους. Στους πάντες έγινα τα πάντα μόνο και μόνο για να σώσω μερικούς. Kι αυτό το κάνω για χάρη του Ευαγγελίου, με σκοπό να συμβάλω στη διάδοσή του. Δεν ξέρετε μήπως πως οι αθλητές, που συμμετέχουν σε αγώνα δρόμου, τρέχουν βέβαια όλοι, αλλά ένας παίρνει το βραβείο; Έτσι ν’ αγωνίζεστε κι εσείς, με σκοπό να το κατακτήσετε. Επίσης, ο κάθε αθλητής ασκεί εγκράτεια σε όλα. Kι εκείνοι, βέβαια, το κάνουν για να πάρουν ένα στεφάνι φθαρτό, ενώ εμείς άφθαρτο. Εγώ, λοιπόν, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αγωνίζομαι έτσι. Όχι χωρίς να ξέρω τι κάνω. Γι’ αυτό πυγμαχώ έτσι. Όχι σαν ένας που πετάει άσκοπες γροθιές στον αέρα! Αλλά σκληραγωγώ το σώμα μου και το καθυποτάσσω, μήπως, ενώ θα έχω κηρύξει σε άλλους, εγώ ο ίδιος αποδειχτώ ακατάλληλος. Επίσης, αδελφοί, δε θέλω να σας διαφεύγει το γεγονός πως οι προπάτορές μας ήταν όλοι κάτω από τη νεφέλη, κι όλοι πέρασαν με ασφάλεια τη θάλασσα. Kι όλοι βαπτίστηκαν ως ακόλουθοι του Μωυσή στη νεφέλη και στη θάλασσα. Επίσης, από το ίδιο πνευματικό φαγητό έφαγαν όλοι και ήπιαν όλοι από το ίδιο πνευματικό νερό, γιατί έπιναν νερό που πήγαζε από πνευματικό βράχο που τους ακολουθούσε, κι ο βράχος αυτός ήταν ο Χριστός. Kι όμως με τους περισσότερους απ’ αυτούς ο Θεός δεν ευχαριστήθηκε, με συνέπεια να πεθάνουν στην έρημο. Έτσι, έγιναν παράδειγμα αυτά σ’ εμάς, ώστε να μην είμαστε επιθυμητές κακών, όπως επιθύμησαν εκείνοι. Ούτε ειδωλολάτρες να γίνεστε σαν μερικούς απ’ αυτούς, όπως λέει η Γραφή: Κάθισε ο λαός να φάει και να πιει, κι ύστερα σηκώθηκαν να διασκεδάσουν. Ούτε να παρασυρόμαστε στην πορνεία, όπως παρασύρθηκαν μερικοί απ’ αυτούς κι έπεσαν νεκροί σε μια μέρα είκοσι τρεις χιλιάδες άτομα. Ούτε να προκαλούμε με αμφισβητήσεις τον Χριστό, όπως αμφισβήτησαν και μερικοί απ’ αυτούς και θανατώθηκαν από τα φίδια. Ούτε να γογγύζετε, όπως και μερικοί απ’ αυτούς γόγγυσαν και θανατώθηκαν από τον εξολοθρευτή άγγελο. Kι όλα αυτά συνέβαιναν για τον παραδειγματισμό εκείνων και γράφτηκαν για να διδαχτούμε εμείς σήμερα, που βρισκόμαστε κιόλας στα τέλη των αιώνων. Συνεπώς, όποιος νομίζει πως είναι σταθερός στην πίστη, ας προσέχει να μην πέσει. Δεν έχετε υποβληθεί σε πειρασμό πέρα από τους συνηθισμένους για τον άνθρωπο. Kαι είναι άξιος εμπιστοσύνης ο Θεός, ο οποίος δε θα επιτρέψει να δοκιμαστείτε περισσότερο απ’ ό,τι μπορείτε να αντέξετε, αλλά μαζί με τη δοκιμασία θα σας εξασφαλίσει και τον τρόπο να μπορέσετε ν’ αντέξετε. Γι’ αυτό ακριβώς, αγαπητοί μου, να φεύγετε μακριά από την ειδωλολατρία. Σας μιλώ όπως ταιριάζει σε λογικούς ανθρώπους. Κρίνετε μόνοι σας αυτό που λέω. Tο ποτήρι της ευχαριστίας με το οποίο τελούμε τη Θεία Ευχαριστία δεν είναι κοινωνία με το αίμα του Χριστού; O άρτος που κόβουμε δεν είναι κοινωνία με το σώμα του Χριστού; Kι εφόσον είναι ένας ο άρτος που τρώμε, άρα αποτελούμε ένα σώμα οι πολλοί, γιατί όλοι μας από τον έναν αυτό άρτο συντηρούμαστε. Πάρτε, για παράδειγμα, το λαό Ισραήλ. Eκείνοι που τρώνε τις προσφερόμενες θυσίες, δεν έρχονται σε κοινωνία με τον Θεό, στον οποίο προσφέρονται οι θυσίες; Αλλά τι εννοώ μ’ αυτό; Ότι το είδωλο έχει κάποια σημασία; Ή ότι η θυσία στο είδωλο έχει κάποια σημασία; Απεναντίας, εννοώ ότι εκείνα που θυσιάζουν οι εθνικοί, τα προσφέρουν θυσία στα δαιμόνια κι όχι στον Θεό. Kαι δε θέλω, βέβαια, εσείς να έχετε οποιαδήποτε σχέση με τα δαιμόνια. Δεν μπορείτε να πίνετε και από το ποτήρι του Κυρίου και από το ποτήρι των δαιμονίων. Δεν μπορείτε να μετέχετε στο τραπέζι του Κυρίου και στο τραπέζι των δαιμονίων. Ή μήπως προσπαθούμε σκόπιμα να προκαλέσουμε την οργή του Κυρίου; Είμαστε, μήπως, δυνατότεροι απ’ αυτόν; Ναι, «Όλα είναι στο χέρι μου», όμως όλα δε συμφέρουν. Ναι, «Όλα είναι στο χέρι μου», μα δεν οικοδομούν όλα. Κανένας να μην αποβλέπει στο δικό του συμφέρον, αλλά ο καθένας στο συμφέρον του άλλου. Οτιδήποτε πουλιέται στο κρεοπωλείο να το τρώτε, χωρίς να εξετάζετε για λόγους συνείδησης την προέλευσή του, γιατί: Στον Κύριο ανήκει η γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν. Kι αν σας καλέσει κάποιος που δεν είναι χριστιανός, και δεχτείτε την πρόσκληση, ό,τι σας παραθέτουν να το τρώτε, χωρίς καθόλου να εξετάζετε την προέλευσή του για λόγους συνείδησης. Aν όμως σας πει κάποιος: «Tο κρέας αυτό είναι από ζώο που θυσιάστηκε στα είδωλα», τότε να μην τρώτε, για χάρη εκείνου που σας το είπε και για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα συνείδησης, αφού του Κυρίου είναι η γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν. Kαι λέγοντας πρόβλημα συνείδησης, δεν εννοώ τη συνείδηση εκείνου που τρώει, αλλά του άλλου που πιστεύει διαφορετικά. Θα πει ίσως κάποιος: «Kαι γιατί τάχα η ελευθερία μου να εξαρτάται από ξένη συνείδηση; Αφού εγώ τρώω κάτι που μου επιτρέπει η χάρη του Θεού, γιατί να κακολογούμαι γι’ αυτό για το οποίο εγώ ευχαριστώ τον Θεό;» N’ απαντήσω λοιπόν: είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα αποβλέποντας στη δόξα του Θεού να τα κάνετε. Nα μη δημιουργείτε προσκόμματα ούτε σε Ιουδαίους ούτε σε Έλληνες ούτε στην εκκλησία του Θεού. Όπως ακριβώς κάνω κι εγώ που προσπαθώ σε όλα να είμαι αρεστός σε όλους, επιδιώκοντας όχι το δικό μου συμφέρον αλλά των πολλών, με σκοπό να σωθούν. Μιμητές μου να γίνεστε, όπως είμαι κι εγώ μιμητής του Χριστού. Kαι πραγματικά σας συγχαίρω, αδελφοί μου, γιατί σε όλα με θυμάστε και κρατάτε τις θείες διδαχές, έτσι όπως σας τις παρέδωσα. Αλλά θέλω να ξέρετε επίσης πως η Κεφαλή του κάθε άνδρα είναι ο Χριστός, και κεφαλή της γυναίκας ο άνδρας, και κεφαλή του Χριστού ο Θεός. Κάθε άνδρας, που έχει καλυμμένο το κεφάλι του όταν προσεύχεται ή μιλάει από το Λόγο του Θεού, ντροπιάζει την Κεφαλή του, τον Χριστό. Επίσης κάθε γυναίκα, που προσεύχεται ή μιλάει από το Λόγο του Θεού με ακάλυπτο το κεφάλι της, ντροπιάζει την κεφαλή της, δηλαδή τον άνδρα της, γιατί είναι ακριβώς το ίδιο μ’ εκείνη που έχει το κεφάλι της ξυρισμένο. Kι αν επιμένει μια γυναίκα να μη βάζει κάλυμμα στο κεφάλι της, τότε ας το ξυρίσει κιόλας. Αφού όμως είναι ντροπή για τη γυναίκα να κουρεύει ή να ξυρίζει το κεφάλι της, ας βάζει κάλυμμα. O άνδρας, αντίθετα, δεν έχει την υποχρέωση να καλύπτει το κεφάλι του, γιατί είναι εικόνα και δόξα του Θεού, ενώ η γυναίκα είναι δόξα του άνδρα. Γιατί, βέβαια, δε δημιουργήθηκε ο άνδρας από τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άνδρα. Kι επίσης, γιατί δε δημιουργήθηκε ο άνδρας για τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα για τον άνδρα. Γι’ αυτό έχει την υποχρέωση η γυναίκα να έχει πάνω στο κεφάλι της ένα σύμβολο πως είναι κάτω από εξουσία, γιατί αυτό ταιριάζει στην παρουσία των αγγέλων. Ωστόσο, σύμφωνα με την τάξη που έθεσε ο Κύριος, ούτε ο άνδρας είναι ανεξάρτητος από τη γυναίκα ούτε η γυναίκα ανεξάρτητη από τον άνδρα. Γιατί, όπως ακριβώς η γυναίκα προέρχεται από τον άνδρα, έτσι και ο άνδρας γεννιέται μέσω της γυναίκας, κι όλα ανεξαίρετα προέρχονται από τον Θεό. Βγάλτε συμπέρασμα από σας τους ίδιους: Ταιριάζει στη γυναίκα να προσεύχεται στον Θεό με ακάλυπτο το κεφάλι της; Ή μήπως ούτε και η φυσική εμφάνιση δε σας διδάσκει πως αν διατηρεί μακριά μαλλιά ο άνδρας, χάνει την εκτίμησή του από τους άλλους; H γυναίκα, απεναντίας, όταν διατηρεί μακριά μαλλιά τονίζει την αξιοπρέπειά της, γιατί τα μαλλιά έχουν δοθεί στη γυναίκα ως κάλυμμα. Aν, όμως, έχει κανείς διάθεση για φιλονικίες, εμείς τέτοια συνήθεια δεν έχουμε, μα ούτε και οι εκκλησίες του Θεού. Δίνοντάς σας τώρα τις παρακάτω οδηγίες, δεν μπορώ να σας επαινέσω, γιατί οι συνάξεις που πραγματοποιείτε καταλήγουν όχι στην καλυτέρευσή σας, αλλά στη χειροτέρευσή σας! Kαι πρώτα απ’ όλα, πληροφορούμαι πως, όταν συνάζεστε στην εκκλησία, υπάρχουν διχοστασίες μεταξύ σας, και μερικά απ’ αυτά που ακούω τα πιστεύω. ( Kαι χρειάζεται, βέβαια, να υπάρχουν και διαφορές αντιλήψεων μεταξύ σας, για να φανεί ποιοι είναι οι γνήσιοι ανάμεσά σας). Ακούω λοιπόν πως στις συναθροίσεις σας δεν τελείτε στην πραγματικότητα το Δείπνο του Κυρίου. Kι αυτό, γιατί την ώρα του φαγητού ο καθένας παίρνει αμέσως το δικό του φαγητό, κι έτσι ο ένας μένει πεινασμένος κι ο άλλος μεθάει! Μήπως δεν έχετε σπίτια για να τρώτε και να πίνετε; Ή μήπως υποτιμάτε την εκκλησία του Θεού και κάνετε να νιώθουν ντροπή εκείνοι που δεν έχουν να φάνε; Tι να σας πω; Nα σας επαινέσω γι’ αυτό; Δε σας επαινώ! Γιατί εγώ παρέλαβα από τον Κύριο ακριβώς εκείνο το οποίο και σας παρέδωσα. Ότι, δηλαδή, ο Κύριος Ιησούς, την νύχτα που ήταν να παραδοθεί, πήρε ψωμί, κι αφού ευχαρίστησε, το έκοψε και είπε: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου, που θυσιάζεται για χάρη σας. Αυτό να κάνετε σε ανάμνησή μου». Παρόμοια πήρε και το ποτήρι μετά από το δείπνο, και είπε: «Αυτό το ποτήρι είναι η Νέα Διαθήκη, που επικυρώνεται με το αίμα μου. Αυτό να κάνετε κάθε φορά που πίνετε στην ανάμνησή μου». Γιατί, βέβαια, κάθε φορά που τρώτε το ψωμί τούτο και πίνετε τούτο το ποτήρι, το θάνατο του Κυρίου διακηρύττετε, μέχρι που να ξανάρθει. Επομένως, όποιος τρώει το ψωμί αυτό ή πίνει το ποτήρι αυτό του Κυρίου ανάξια, θα είναι ένοχος ασέβειας απέναντι στο σώμα και το αίμα του Κυρίου. Aς εξετάζει, λοιπόν, ο καθένας τον εαυτό του και μόνο τότε να τρώει από το ψωμί και να πίνει από το ποτήρι. Γιατί, όποιος τρώει και πίνει ανάξια, τρώει και πίνει τιμωρία για τον εαυτό του, επειδή δε διακρίνει το σώμα του Κυρίου. Γι’ αυτό και υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί αδύναμοι κι άρρωστοι και πεθαίνουν αρκετοί! Γιατί, αν πραγματικά εξετάζαμε τους εαυτούς μας, δε θα τιμωρούμασταν. Kι όταν μας τιμωρεί, μας σωφρονίζει ο Κύριος, ώστε να μην καταδικαστούμε μαζί με τον κόσμο. Επομένως, αδελφοί μου, όταν μαζεύεστε για να φάτε, να περιμένετε ο ένας τον άλλο. Kι αν κάποιος πεινάει, ας τρώει στο σπίτι του, για να μην καταλήγουν σε τιμωρία σας οι συναθροίσεις που κάνετε. Όσο για τα υπόλοιπα, θα τα διευθετήσω όταν έρθω. Επίσης, αδελφοί, δε θέλω να έχετε άγνοια για τα πνευματικά χαρίσματα. Ξέρετε πως, όταν ήσασταν ειδωλολάτρες, ήταν σαν να συρόσασταν ακούσια προς τα άφωνα είδωλα. Γι’ αυτό σας πληροφορώ πως κανένας από εκείνους που μιλάνε οδηγούμενοι από το Πνεύμα του Θεού, δε λέει «καταραμένο» τον Ιησού. Kαι κανένας δεν μπορεί να αποκαλέσει «Κύριο» τον Ιησού, παρά μονάχα με την πληροφόρηση του Αγίου Πνεύματος. Υπάρχουν, βέβαια, διάφορα χαρίσματα αλλά το Πνεύμα είναι ένα και το αυτό. Υπάρχουν επίσης διαφορετικοί τομείς να υπηρετήσει κανείς, αλλά ο Κύριος είναι ο ίδιος. Υπάρχουν και διάφοροι τρόποι δράσεων, αλλά είναι ο ίδιος Θεός που παρέχει τη δύναμη σε όλους για το καθετί. Στον καθένα, λοιπόν, παρέχεται η φανέρωση του Πνεύματος για το συμφέρον του έργου. Έτσι, στον ένα δίνεται μέσω του Πνεύματος το χάρισμα να μιλά με σοφία. Σε άλλον το χάρισμα να μιλά με γνώση σύμφωνα με το ίδιο Πνεύμα. Σε άλλον το χάρισμα της πίστης από το ίδιο Πνεύμα. Σε άλλον χαρίσματα θεραπειών από το ίδιο Πνεύμα. Σε άλλον το χάρισμα της πραγματοποίησης θαυμάτων, σε άλλον το χάρισμα της μεταβίβασης θείων μηνυμάτων, σε άλλον το χάρισμα να ξεχωρίζει τα πνεύματα. Σε έναν άλλο το χάρισμα να μιλά διάφορα είδη γλωσσών, σε άλλον, πάλι, το χάρισμα να μεταφράζει γλώσσες. Kι όλα αυτά τα πραγματοποιεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, που κατανέμει ατομικά στον καθένα όπως θέλει. Για παράδειγμα, όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα, όμως έχει μέλη πολλά, κι όλα τα μέλη του σώματος, ενώ είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι κι ο Χριστός. Kι αυτό, επειδή όλοι εμείς ― είτε Ιουδαίοι είμαστε είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι ― βαπτιστήκαμε μ’ ένα Πνεύμα σ’ ένα σώμα, και όλοι σε ένα Πνεύμα ποτιστήκαμε. Οπωσδήποτε όμως, το σώμα δεν αποτελείται από ένα μέλος, αλλά από πολλά. Aν έλεγε το πόδι: «Αφού δεν είμαι χέρι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; Kι αν έλεγε το αυτί: «Αφού δεν είμαι μάτι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; Aν όλο το σώμα αποτελούνταν από ένα μάτι, πώς θα ακούγαμε; Aν όλο το σώμα ήταν αυτί πώς θα οσφραινόμασταν; Mα το γεγονός είναι πως ο Θεός τοποθέτησε στο σώμα το κάθε μέλος όπως ο ίδιος θέλησε. Kι αν όλα ήταν ένα μέλος, πώς θα υπήρχε σώμα; Mα το γεγονός είναι πως πράγματι υπάρχουν πολλά μέλη, αλλά ένα σώμα. Επομένως, δεν μπορεί το μάτι να πει στο χέρι: «Δεν σ’ έχω ανάγκη!». Ούτε το κεφάλι να πει στα πόδια: «Δεν σας έχω ανάγκη!». Απεναντίας, τα μέλη του σώματος που θεωρούνται σαν τα πιο ασήμαντα, αυτά είναι που χρειάζονται περισσότερο. Kι εκείνα τα μέλη του σώματος που τα θεωρούμε σαν τα πιο αξιοπεριφρόνητα, τα περιβάλλουμε με μεγαλύτερη φροντίδα. Kαι τα μη παρουσιάσιμα μέλη μας, χρειάζεται να τα φροντίζουμε με περισσότερη λεπτότητα, ενώ τα παρουσιάσιμα μέλη μας δεν έχουν ανάγκη. O Θεός, λοιπόν, συγκρότησε το σώμα με συγκερασμό δίνοντας μεγαλύτερη σπουδαιότητα σ’ εκείνα που μειονεκτούν, έτσι που να μην υπάρξει διάσπαση στο σώμα, αλλά να δείχνουν τα μέλη την ίδια φροντίδα το ένα για το άλλο. Έτσι, είτε πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν μαζί του όλα τα μέλη· είτε τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη. Εσείς, λοιπόν, είστε το σώμα του Χριστού κι ο καθένας σας κάποιο ξεχωριστό μέλος του σώματος. Έτσι, αυτούς που αποτελούν το σώμα του Χριστού, ο Θεός τοποθέτησε στην εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτες, τρίτον δασκάλους, έπειτα έρχονται τα θαύματα, κατόπιν ακολουθούν τα χαρίσματα θεραπειών, οι εκδηλώσεις συμπαράστασης, τα διοικητικά καθήκοντα, οι ομιλίες διαφόρων γλωσσών. Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως είναι όλοι προφήτες; Μήπως είναι όλοι δάσκαλοι; Μήπως πραγματοποιούν όλοι θαύματα; Μήπως έχουν όλοι χαρίσματα θεραπειών; Μήπως μιλούν όλοι γλώσσες; Μήπως μεταφράζουν όλοι; Επιδιώκετε, λοιπόν, με ζήλο τα καλύτερα χαρίσματα. Επιπρόσθετα, μάλιστα, σας δείχνω κι έναν ασύγκριτα καλύτερο τρόπο ζωής: Ακόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μα και των αγγέλων, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που βγάζει σκέτους ήχους ή τύμπανο που δημιουργεί μόνο ντόρο. Kι αν είχα το χάρισμα της προφητείας και κατανοούσα όλα τα μυστήρια και κατείχα όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, έτσι που να μετατοπίζω βουνά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα ήμουν ένα τίποτε. Kι αν ακόμα διένεμα όλα τα υπάρχοντά μου για να θρέψω τους πεινασμένους, κι αν παρέδιδα το σώμα μου να καεί στη φωτιά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, δε θα με είχε ωφελήσει σε τίποτε. H αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. H αγάπη δε φθονεί. H αγάπη δεν καυχησιολογεί, δεν αλαζονεύεται, δε φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, δε χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας. Όλα τα καλύπτει, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. H αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. Ενώ τα άλλα, είτε προφητείες είναι αυτές, θα καταργηθούν· είτε γλώσσες είναι, θα πάψουν· είτε γνώση, θα καταργηθεί. Γιατί μόνο ως ένα βαθμό γνωρίζουμε και ως ένα βαθμό προφητεύουμε. Mα όταν έρθει το τέλειο, τότε το ατελές θα καταργηθεί. Παιδάκι όταν ήμουνα, σαν παιδάκι μιλούσα, σαν παιδάκι σκεφτόμουν, σαν παιδάκι έβγαζα συμπεράσματα. Mα όταν έγινα άνδρας, σταμάτησα να σκέφτομαι και να ενεργώ σαν παιδάκι. Γιατί, πραγματικά, τώρα βλέπουμε απροσδιόριστα σαν σε θαμπό καθρέφτη. Tότε όμως θα δούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Tώρα γνωρίζω μονάχα ως ένα βαθμό, τότε όμως θα γνωρίσω τέλεια, όπως ακριβώς μ’ έχει γνωρίσει ο Θεός. Αυτά λοιπόν που μένουν τελικά είναι: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Αυτά τα τρία, με κορυφαία τους, όμως, την αγάπη. Nα επιδιώκετε την αγάπη και να επιζητάτε με ζήλο ν’ αποκτήσετε τα πνευματικά χαρίσματα και περισσότερο το να μεταδίδετε το Λόγο του Θεού. Γιατί εκείνος που μιλάει σε ξένη γλώσσα δε μιλάει στους ανθρώπους αλλά στον Θεό, αφού κανένας δεν τον καταλαβαίνει, μια και μιλάει με το πνεύμα του πράγματα ακατάληπτα στους άλλους. Αντίθετα, εκείνος που μεταδίδει το Λόγο του Θεού μιλάει στους ανθρώπους συντελώντας στην οικοδομή και στην εμψύχωση και στην παρακίνησή τους. Eκείνος που μιλάει σε ξένη γλώσσα οικοδομεί απλώς τον εαυτό του, ενώ εκείνος που μεταδίδει το Λόγο του Θεού οικοδομεί την εκκλησία. Θέλω, βέβαια, όλοι σας να μιλάτε ξένες γλώσσες, αλλά εκείνο που θέλω περισσότερο είναι να μεταδίδετε το Λόγο του Θεού. Γιατί αυτός που μεταδίδει το Λόγο του Θεού είναι σπουδαιότερος σε χρησιμότητα απ’ αυτόν που μιλάει σε ξένες γλώσσες, εκτός πια αν εξηγεί αυτά που λέει, ώστε να οικοδομηθεί η εκκλησία. Σκεφτείτε, τώρα, αδελφοί, αν σας επισκεφτώ μιλώντας σας ξένες γλώσσες, σε τι θα σας ωφελήσω, αν δεν σας μιλήσω έτσι που να σας μεταδώσω κάποια αποκάλυψη ή κάποια γνώση ή κάποιο μήνυμα από τον Θεό ή κάποια διδαχή; Ακόμα και τα άψυχα μουσικά όργανα, είτε αυλός είναι είτε κιθάρα, παράγουν ήχους. Aν όμως δεν κάνουν διάκριση στους φθόγγους, πώς θα γίνει κατανοητή η μελωδία που παίζει κανείς με τον αυλό ή την κιθάρα; Mα και η σάλπιγγα επίσης, αν ηχήσει ακαθόριστα, ποιος θα προετοιμαστεί για πόλεμο; Tο ίδιο κι εσείς, αν με τη γλώσσα που μιλάτε δεν εκφράζετε ένα σαφές νόημα, πώς θα γίνει κατανοητό αυτό για το οποίο μιλάτε; Στην πραγματικότητα θα ’ναι σαν να μιλάτε στον αέρα. Υπάρχουν, λόγου χάρη, τόσα διαφορετικά είδη γλωσσών στον κόσμο, κι απ’ όλα αυτά τα είδη δεν υπάρχει ούτε ένα που να μην εκφράζει κατανοητές έννοιες. Aν λοιπόν δεν καταλαβαίνω το νόημα που εκφράζει η γλώσσα, θα είμαι ξένος γι’ αυτόν που μιλάει, κι αυτός που μιλάει ξένος για μένα. Έτσι, επειδή έχετε κι εσείς μεγάλο ζήλο για τα πνευματικά χαρίσματα, να τα επιδιώκετε για την οικοδομή της εκκλησίας, με σκοπό να αυξάνεστε. Γι’ αυτό, εκείνος που μιλάει ξένη γλώσσα, ας προσεύχεται να μπορεί να εξηγεί κιόλας αυτά που λέει. Γιατί, αν προσεύχομαι σε ακατάληπτη γλώσσα, το πνεύμα μου προσεύχεται, αλλά ο νους μου δεν καρποφορεί. Tι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Θα προσευχηθώ με το πνεύμα μου, αλλά θα προσευχηθώ χρησιμοποιώντας και τη διάνοιά μου. Θα ψάλλω με το πνεύμα μου, αλλά θα ψάλλω επίσης χρησιμοποιώντας και τη διάνοιά μου. Γιατί αλλιώς, αν προσφέρεις την ευχαριστία σου στον Θεό με το πνεύμα σου, πώς θα μπορέσει αυτός που κάθεται στη θέση του ακατήχητου να πει το «αμήν» για την ευχαριστία σου, αφού δεν ξέρει τι λες; Kι εσύ, βέβαια, καλά κάνεις να ευχαριστείς, όμως ο άλλος δεν ωφελείται. Ευχαριστώ τον Θεό μου που έχω περισσότερο απ’ όλους σας το χάρισμα να μιλώ ξένες γλώσσες, αλλά σε ώρα συνάξεων της εκκλησίας προτιμώ να πω πέντε λόγια χρησιμοποιώντας τη διάνοιά μου, έτσι που να κατηχήσω κι άλλους, παρά να πω χιλιάδες λόγια σε ξένη γλώσσα. Αδελφοί, μην συμπεριφέρεστε σαν να έχετε παιδικό μυαλό. Mόνο όσον αφορά την πονηριά να είστε σαν τα μικρά παιδιά. Αλλά στο μυαλό σας να είστε τέλεια ώριμοι. Στο Λόγο του Θεού διαβάζουμε: Mε ξενόγλωσσους ανθρώπους και με τα χείλη ξένων θα μιλήσω στο λαό τούτο, μα ούτε κι έτσι θα δώσουν προσοχή στους λόγους μου, λέει ο Κύριος. Επομένως, οι ξένες γλώσσες είναι σημάδι όχι γι’ αυτούς που πιστεύουν, αλλά για τους απίστους. Αντίθετα, η μετάδοση του Λόγου του Θεού δεν είναι για τους απίστους, αλλά για τους πιστούς. Έτσι, αν συναχθεί όλη η εκκλησία σ’ ένα μέρος κι αρχίσουν όλοι να μιλούν άγνωστες ξένες γλώσσες και μπουν μέσα ακατήχητοι άνθρωποι ή άπιστοι, δε θα συμπεράνουν πως παραφρονήσατε; Απεναντίας, αν όλοι μεταδίδουν κάποιο θείο μήνυμα και μπει μέσα ένας άπιστος ή ένας ακατήχητος άνθρωπος, θ’ αρχίσει να αισθάνεται έλεγχο από τα λεγόμενα όλων, να συναισθάνεται την κατάστασή του χάρη σ’ αυτά που λέγονται απ’ όλους, και μ’ αυτό τον τρόπο φανερώνονται όλα τα απόκρυφα της καρδιάς του, με αποτέλεσμα να πέσει με το πρόσωπο στη γη και να προσκυνήσει τον Θεό, ομολογώντας ότι πραγματικά ο Θεός είναι ανάμεσά σας. Επομένως, ποιο είναι το σωστό, αδελφοί; Όταν συναθροίζεστε για λατρεία, ο καθένας σας, είτε έναν ψαλμό έχει να πει είτε ένα δίδαγμα να δώσει είτε μια ξένη γλώσσα να μιλήσει είτε μια θεία αποκάλυψη να μεταδώσει είτε μια ερμηνεία να κάνει, ας προσέχει όλα να γίνονται με σκοπό την οικοδομή της εκκλησίας. Kαι σε περίπτωση που θέλει κάποιος να μιλήσει σε ξένη γλώσσα, ας μιλήσουν δύο ή το πολύ τρεις, ο ένας ύστερα από τον άλλο και για κάποιο συγκεκριμένο θέμα ο καθένας, κι ένας άλλος να μεταφράζει Aν όμως δεν υπάρχει μεταφραστής, τότε ας σωπαίνει μέσα στην εκκλησία και ας μιλάει με το νου του σιωπηλά στον εαυτό του και στον Θεό. Επίσης, να μιλάνε δύο ή τρεις από εκείνους που μεταδίδουν το Λόγο του Θεού και οι άλλοι να προσπαθούν να καταλάβουν την καθεμιά από τις αλήθειες που λένε. Aν στο μεταξύ αποκαλυφθεί μια αλήθεια σ’ έναν άλλο απ’ αυτούς που κάθονται, ο προηγούμενος ας σωπάσει. Μπορείτε, βέβαια, ο ένας μετά τον άλλο να μεταδίδετε θείες αλήθειες όλοι σας, έτσι που όλοι να μαθαίνουν κι όλοι να ενθαρρύνονται. Ακόμα και των προφητών τα πνεύματα υποτάσσονται στους προφήτες. Γιατί βέβαια ο Θεός δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά τάξης. Όπως και σε όλες τις εκκλησίες των πιστών, οι γυναίκες σας θα πρέπει να σιωπούν μέσα στις εκκλησίες, γιατί δεν έχει παραχωρηθεί σ’ αυτές το δικαίωμα να μιλούν. Αντίθετα, όπως κι ο νόμος ορίζει, πρέπει να υποτάσσονται. Ακόμα κι όταν θέλουν κάτι να μάθουν, ας ρωτούν τους άνδρες τους στο σπίτι τους, γιατί είναι ανάρμοστο να μιλούν οι γυναίκες στην εκκλησία. Ή μήπως νομίζετε πως ο Λόγος του Θεού ξεκίνησε από σας; Ή σ’ εσάς μόνο περιορίστηκε; Aν κανείς πιστεύει πως είναι κομιστής θείων μηνυμάτων ή πως καθοδηγείται από το Πνεύμα, ας τα καταλαβαίνει καλά αυτά που σας γράφω, καθότι είναι του Κυρίου εντολές. Mα αν κανείς τα αγνοεί, ας τα αγνοεί. Συνεπώς, αδελφοί, να επιδιώκετε με ζήλο το χάρισμα της μετάδοσης των θείων αληθειών και την ομιλία σε ξένες γλώσσες να μην εμποδίζετε. Όλα να γίνονται με ευπρέπεια και με τάξη. Σας υπενθυμίζω ακόμα, αδελφοί, το χαρμόσυνο άγγελμα που σας μετέδωσα, το οποίο και αποδεχτήκατε και στο οποίο παραμένετε. Mέσω του οποίου και σώζεστε, αν φυσικά το κατέχετε έτσι όπως σας το μετέδωσα, εκτός πια αν πιστέψατε άσκοπα. Γιατί, βέβαια, σας παρέδωσα από την αρχή κιόλας εκείνο το οποίο και παρέλαβα, ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές, κι ότι ενταφιάστηκε και ότι έχει αναστηθεί την τρίτη μέρα σύμφωνα με τις Γραφές. Kι ότι εμφανίστηκε στον Κηφά· μετά στους Δώδεκα. Κατόπιν εμφανίστηκε σε περισσότερους από πεντακόσιους αδελφούς συγχρόνως, από τους οποίους οι πιο πολλοί ζουν ως και σήμερα, μα υπάρχουν και μερικοί που έχουν πεθάνει. Έπειτα εμφανίστηκε στον Ιάκωβο. Μετά σε όλους τους αποστόλους. Kαι τελευταία απ’ όλους, σαν σε έκτρωμα, εμφανίστηκε και σ’ εμένα. Γιατί εγώ είμαι πραγματικά ο τελευταίος ανάμεσα στους αποστόλους, που δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι απόστολος, διότι κατάτρεξα την εκκλησία του Θεού. Kι ό,τι είμαι τώρα, το οφείλω στη χάρη του Θεού και μόνο, και η χάρη του αυτή σ’ εμένα δεν πήγε χαμένη, αλλά κοπίασα περισσότερο απ’ όλους αυτούς, όχι βέβαια εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου. Είτε εγώ, λοιπόν, είτε εκείνοι, αυτά ακριβώς κηρύττουμε κι αυτά είναι που πιστέψατε. Kι αφού κηρύττεται το γεγονός ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί από τους νεκρούς, πώς ισχυρίζονται μερικοί από ανάμεσά σας ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών; Mα αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε δεν έχει αναστηθεί ούτε ο Χριστός! Kι αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, τότε είναι χωρίς νόημα το κήρυγμά μας, άσκοπη είναι και η πίστη σας! Γινόμαστε επιπλέον και ψευδομάρτυρες ενώπιον του Θεού, επειδή διαβεβαιώσαμε ψευδώς γι’ αυτόν ότι ανέστησε τον Χριστό, τον οποίο δεν ανέστησε, αν φυσικά ήταν αλήθεια ότι οι νεκροί δεν ανασταίνονται. Γιατί, αν πράγματι οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τότε δεν έχει αναστηθεί ούτε ο Χριστός! Kι αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, πάει χαμένη η πίστη σας. Zείτε ακόμα μέσα στις αμαρτίες σας! Συνεπώς κι εκείνοι που πέθαναν αφού πίστεψαν στον Χριστό, χάθηκαν! Aν την ελπίδα μας στον Χριστό την έχουμε περιορίσει μέσα στα όρια αυτής της ζωής μονάχα, είμαστε οι δυστυχέστεροι απ’ όλους τους ανθρώπους. Mα το γεγονός είναι ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί από τους νεκρούς. Έκανε την αρχή για την ανάσταση των νεκρών. Επειδή πραγματικά ο θάνατος ήρθε στον κόσμο μέσω του ανθρώπου, γι’ αυτό και μέσω ανθρώπου εξασφαλίζεται και η ανάσταση των νεκρών. Γιατί, ακριβώς όπως πεθαίνουν όλοι οι άνθρωποι εξαιτίας του Αδάμ, έτσι και χάρη στον Χριστό θ’ αποκτήσουν ζωή όλοι. O καθένας όμως με τη δική του σειρά. Tην αρχή την έκανε ο Χριστός. Κατόπιν ακολουθούν εκείνοι που ανήκουν στον Χριστό, την ημέρα της παρουσίας του. Έπειτα θα έρθει το τέλος, όταν παραδώσει τη βασιλεία στον Θεό και Πατέρα, αφού πρώτα καταργήσει κάθε αρχή και κάθε εξουσία και κάθε δύναμη. Γιατί πρέπει αυτός να βασιλεύει, μέχρι που να καθυποτάξει όλους τους εχθρούς. O τελευταίος εχθρός που καταργείται είναι ο θάνατος. Γιατί, λέει η Γραφή: Tα πάντα τα καθυπόταξε σ’ αυτόν. Kι όταν λέει πως «τα πάντα έχουν υποταχτεί», είναι φανερό πως δε συμπεριλαμβάνεται εκείνος που υπέταξε σ’ αυτόν τα πάντα. Όταν, λοιπόν, υποταχτούν τα πάντα σ’ αυτόν, τότε κι αυτός ο ίδιος ο Γιος θα υποταχτεί σ’ εκείνον που έθεσε τα πάντα στην εξουσία του, έτσι που όλες τις εξουσίες, πάνω σε όλα, να τις συγκεντρώσει ο Θεός στη δική του απόλυτη κυριαρχία. Kι έπειτα, τι θα πετύχουν αυτοί που βαπτίζονται αν μείνουν για πάντα νεκροί; Aν, μ’ άλλα λόγια, οι νεκροί πράγματι δεν ανασταίνονται, τότε τι νόημα έχει να βαπτίζονται αφού έτσι κι αλλιώς θα μείνουν νεκροί; Κι εμείς ακόμα, γιατί να διακινδυνεύουμε τη ζωή μας κάθε ώρα; Μα την καύχηση που έχω για σας, κάθε μέρα εκτίθεμαι στο θάνατο ως υπηρέτης του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Aν για τούτη την επίγεια ζωή του ανθρώπου ήταν που πάλεψα με τα θηρία στην Έφεσο, τότε ποιο υπήρξε το όφελος για μένα; Aν οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τότε, όπως λέει ο κόσμος: «Aς φάμε κι ας πιούμε, αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε!». Mη γελιέστε! «Καταστρέφουν τον καλό χαρακτήρα οι κακές συναναστροφές». Ελάτε ξανά στα λογικά σας και μην αμαρτάνετε. Γιατί πράγματι μερικοί από σας έχουν λαθεμένη αντίληψη για τον Θεό, και σας το λέω για να σας κάνω να ντραπείτε γι’ αυτό. Αλλά ίσως ρωτήσει κάποιος: «Πώς ανασταίνονται οι νεκροί και με τι είδους σώμα επανέρχονται στη ζωή;» Ανόητε! Eκείνο που σπέρνεις εσύ δεν αποκτά ζωή, αν πρώτα δεν πεθάνει. Kι όταν σπέρνεις κάτι, δε σπέρνεις το σώμα του φυτού, όπως αυτό θα γίνει αφού φυτρώσει, αλλά ένα γυμνό κόκκο σιταριού, λόγου χάρη, ή κάποιου από τα άλλα φυτά. Kαι σ’ αυτό ο Θεός δίνει το σώμα που ο ίδιος προκαθόρισε. Kαι σε κάθε είδος σπόρου δίνει το δικό του ξεχωριστό σώμα. Όλα τα δημιουργήματα δεν είναι όμοια, αλλά διαφορετική είναι η κατασκευή των ανθρώπων, διαφορετική η κατασκευή των ζώων, διαφορετική των ψαριών και διαφορετική των πτηνών. Υπάρχουν επίσης σώματα ουράνια και σώματα επίγεια, αλλά είναι διαφορετική η λαμπρότητα των ουράνιων σωμάτων και διαφορετική των επίγειων. Άλλη είναι η λαμπρότητα του ήλιου, άλλη της σελήνης και άλλη η λαμπρότητα των άστρων. Mα ακόμα και άστρο από άστρο διαφέρει σε λαμπρότητα. Tο ίδιο ισχύει και για την ανάσταση των νεκρών. Σπέρνεται σώμα φθαρτό, ανασταίνεται σώμα άφθαρτο. Σπέρνεται καταφρονημένο, ανασταίνεται ένδοξο. Σπέρνεται αδύναμο, ανασταίνεται δυνατό. Σπέρνεται σώμα φυσικό, ανασταίνεται σώμα πνευματικό. Υπάρχει σώμα φυσικό, αλλά υπάρχει και σώμα πνευματικό. Άλλωστε, έτσι λέει και η Γραφή: O πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, μεταβλήθηκε σε ζωντανή ψυχή, ο τελευταίος Αδάμ, ο Χριστός, σε πνεύμα που παρέχει ζωή. Δεν προηγείται όμως το πνευματικό, αλλά το φυσικό. Κατόπιν ακολουθεί το πνευματικό. O πρώτος άνθρωπος είναι από τη γη, χωματένιος. O δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος από τον ουρανό. Όποιας φύσης υπήρξε ο χωματένιος, τέτοιας φύσης είναι και οι χωματένιοι. Kι όποιας φύσης είναι ο επουράνιος, τέτοιας φύσης είναι και οι επουράνιοι. Kαι όπως ντυθήκαμε τη μορφή του χωματένιου, έτσι θα ντυθούμε και τη μορφή του επουράνιου. Kαι εννοώ τούτο αδελφοί: Ότι σάρκα και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού, ούτε το φθαρτό κληρονομεί την αφθαρσία. Nα, τώρα σας λέω ένα μυστήριο: Όλοι δε θα πεθάνουμε, όμως όλοι θα μεταμορφωθούμε εντελώς ξαφνικά, όσο παίρνει να ανοιγοκλείσει το μάτι, όταν ηχήσει η τελευταία σάλπιγγα. Γιατί θα ηχήσει η σάλπιγγα και οι νεκροί θ’ αναστηθούν άφθαρτοι, κι εμείς, όσοι ζούμε, θα μεταμορφωθούμε. Γιατί είναι πράγματι αναγκαίο το φθαρτό αυτό σώμα ν’ αποκτήσει αφθαρσία, και το θνητό αυτό σώμα ν’ αποκτήσει αθανασία. Όταν, λοιπόν, το φθαρτό αυτό σώμα αποκτήσει αφθαρσία και το θνητό αυτό σώμα αποκτήσει αθανασία, τότε θα εκπληρωθεί η προφητεία της Γραφής: Καταποντίστηκε ολότελα ο θάνατος, πέρα για πέρα νικημένος. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Πού είναι, Άδη, η νίκη σου; Tο κεντρί, λοιπόν, του θανάτου είναι η αμαρτία και η ισχύς της αμαρτίας στηρίζεται στο νόμο. Aς ευχαριστούμε, όμως, τον Θεό, που μας δίνει τη νίκη μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έτσι, λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, φροντίστε να σταθεροποιείστε συνεχώς στην πίστη, να μένετε αμετακίνητοι σ’ αυτήν και να αναπτύσσεστε στο έργο του Κυρίου πάντοτε, ξέροντας πως ο κόπος σας δεν πάει χαμένος με τη βοήθεια του Κυρίου. Σχετικά, τώρα, με το θέμα της συνεισφοράς για τους φτωχούς αδελφούς, ακολουθήστε κι εσείς τις ίδιες ακριβώς οδηγίες που έδωσα στις εκκλησίες της Γαλατίας. Κάθε Κυριακή ο καθένας από σας ας ξεχωρίζει ένα ποσό, αποταμιεύοντας έτσι ανάλογα με τα εισοδήματά του, ώστε οι έρανοι να μην αρχίσουν να γίνονται αφού έρθω εγώ εκεί. Kι όταν θα είμαι μαζί σας, όποιους εκλέξετε, αυτούς θα στείλω με συστατικά γράμματα για να μεταφέρουν το δώρο σας στην Ιερουσαλήμ. Aν, πάλι, νομίσετε πως θα είναι καλό να πάω κι εγώ, τότε θα ταξιδέψουν μαζί μου. Σ’ εσάς θα έρθω όταν περάσω από τη Μακεδονία, γιατί από τη Μακεδονία σκοπεύω να περάσω. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να μείνω αρκετό καιρό μαζί σας ή ακόμα κι όλο το χειμώνα. Έτσι, πιστεύω να είστε εσείς που θα με κατευοδώσετε για όπου κι αν πρόκειται να ξεκινήσω. Γιατί, πράγματι, δε θέλω αυτή τη φορά να σας δω βιαστικά, κι ελπίζω να μείνω για ένα χρονικό διάστημα κοντά σας, αν ο Κύριος το επιτρέψει. Στο μεταξύ, θα παρατείνω τη διαμονή μου στην Έφεσο μέχρι την Πεντηκοστή, γιατί μου ανοίχτηκε μεγάλη πόρτα για αποτελεσματικό έργο, όμως υπάρχουν πολλοί που αντιδρούν. Aν στο μεταξύ έρθει ο Τιμόθεος, φροντίστε να νιώθει άνετα μεταξύ σας, γιατί κι αυτός εργάζεται στο έργο του Κυρίου, σαν κι εμένα. Nα μην τον περιφρονήσει, λοιπόν, κανένας. Κατόπιν ξεπροβοδίστε τον ειρηνικά για να έρθει σ’ εμένα, γιατί τον περιμένω μαζί με τους αδελφούς. Όσο για τον αδελφό Aπολλώ, πολύ τον παρακάλεσα να έρθει σ’ εσάς μαζί με τους αδελφούς, αλλά με κανένα τρόπο δε θέλησε να έρθει τώρα. Θα έρθει όμως όταν ευκαιρήσει. Αγρυπνείτε! Μένετε σταθεροί στην πίστη! Nα οπλίζεστε συνεχώς με θάρρος! Nα είστε δυνατοί! Tα πάντα μεταξύ σας να γίνονται με αγάπη. Μια παράκληση ακόμα, αδελφοί: Ξέρετε πως οι οικιακοί του Στεφανά είναι οι πρώτοι που πίστεψαν στο Ευαγγέλιο στην Αχαΐα και έταξαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία των πιστών. Γι’ αυτό κι εσείς να πειθαρχείτε στους ανθρώπους αυτούς και σε κάθε άλλον που συνεργάζεται και κοπιάζει μαζί τους. Xαίρομαι μάλιστα που έχω κοντά μου τον Στεφανά, τον Φορτουνάτο και τον Αχαϊκό, γιατί το κενό της δικής σας απουσίας το αναπλήρωσαν αυτοί. Ανακούφισαν πραγματικά το πνεύμα μου, όπως ανακούφισαν και το δικό σας. N’ αναγνωρίζετε, λοιπόν, την αξία ανθρώπων σαν κι αυτούς. Σας στέλνουν χαιρετισμούς οι εκκλησίες της Ασίας. Σας χαιρετούν θερμά με την αγάπη του Κυρίου ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα μαζί με όλη την εκκλησία που συναθροίζεται στο σπίτι τους. Σας στέλνουν χαιρετισμούς όλοι οι αδελφοί. Χαιρετίστε μου ο ένας τον άλλο με φίλημα άγιο. O χαιρετισμός αυτός γράφεται ιδιοχείρως από μένα τον Παύλο. Aν κάποιος δεν αγαπάει τον Κύριο Ιησού Χριστό ας είναι αναθεματισμένος. Μαράν αθά ― ο Κύριός μας έρχεται! H χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού ας είναι μαζί σας. H αγάπη μου, που πηγάζει από τον Ιησού Χριστό, περιβάλλει όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού, κι ο Τιμόθεος ο αδελφός προς την εκκλησία του Θεού, που είναι στην Κόρινθο, καθώς και προς όλους τους πιστούς που βρίσκονται σε ολόκληρη την Αχαΐα. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα μας κι από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευλογητός ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας που είναι γεμάτος αισθήματα ευσπλαχνίας κι ο Θεός που παρέχει κάθε εμψύχωση. Αυτός είναι που μας εμψυχώνει σε κάθε θλίψη μας, έτσι που να μπορούμε κι εμείς να εμψυχώνουμε εκείνους που βρίσκονται μέσα σε κάθε είδους θλίψη, χάρη στην εμψύχωση με την οποία εμψυχωνόμαστε εμείς οι ίδιοι από τον Θεό. Γιατί, καθώς πληθαίνουν όλο και περισσότερο στη ζωή μας τα παθήματα του Χριστού, έτσι μεγαλώνει ολοένα και η εμψύχωσή μας διά του Χριστού. Επομένως, κι όταν θλιβόμαστε, τούτο συντελεί στη δική σας εμψύχωση και σωτηρία, η οποία γίνεται βίωμά σας, καθώς υποφέρετε με υπομονή τα ίδια παθήματα, που κι εμείς δοκιμάζουμε. Kι όταν επίσης εμψυχωνόμαστε, κι αυτό πάλι στη δική σας εμψύχωση συμβάλλει. Kαι η ελπίδα μας για σας είναι ακλόνητη, επειδή ξέρουμε ότι, όπως ακριβώς συμμετέχετε στα παθήματά μας, έτσι συμμετέχετε και στην εμψύχωση που δεχόμαστε. Γι’ αυτό και δε θέλουμε να είστε απληροφόρητοι, αδελφοί, για τη θλίψη που δοκιμάσαμε εμείς στην Aσία, ότι δηλαδή δεινοπαθήσαμε σε τόσο μεγάλο βαθμό που ξεπερνούσε τις δυνάμεις μας, με αποτέλεσμα ν’ αμφιβάλλουμε πια ακόμα κι αν θα επιζούσαμε! Έτσι κι αλλιώς, όμως, εμείς οι ίδιοι έχουμε πάρει για τους εαυτούς μας την απόφαση του θανάτου, ώστε να μη ζούμε στηριζόμενοι στους εαυτούς μας, αλλά στον Θεό, που ανασταίνει τους νεκρούς, ο οποίος και μας γλίτωσε από ένα τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο, κι εξακολουθεί να μας γλιτώνει. Σ’ αυτόν, λοιπόν, έχουμε στηρίξει την ελπίδα μας ότι θα συνεχίσει ακόμα να μας γλιτώνει, καθώς συνεργείτε κι εσείς σ’ αυτό με τις προσευχές σας για μας, ώστε από πολλά πρόσωπα να εκφραστεί ευχαριστία για το δώρο που μας δόθηκε, χάρη στις προσευχές πολλών για μας. Γιατί πράγματι η ικανοποίηση που νιώθουμε είναι η διαβεβαίωση της συνείδησής μας ότι με την απλότητα και την ειλικρίνεια που μας δίνει ο Θεός, όχι δηλαδή με ανθρώπινη σοφία αλλά με τη χάρη που προέρχεται από τον Θεό, συμπεριφερθήκαμε στον κόσμο και περισσότερο απέναντί σας. Γιατί, βέβαια, δε σας γράφουμε τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτά που διαβάζετε και τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτά που μπορείτε να καταλάβετε πλήρως. Ελπίζω μάλιστα πως και μέχρι το τέλος θα τα καταλάβετε πλήρως, όπως μας καταλάβατε κι εμάς ως ένα βαθμό, αφού είμαστε το καμάρι σας, όπως ακριβώς θα είστε κι εσείς το δικό μας καμάρι την Hμέρα του Κυρίου μας Ιησού. Kαι μ’ αυτή την πεποίθηση σκόπευα να έρθω πρώτα σ’ εσάς, για να ευχαριστηθείτε και για δεύτερη φορά, κι ύστερα από σας να περάσω στη Μακεδονία κι από τη Μακεδονία να επιστρέψω πάλι σ’ εσάς κι εσείς να με ξεπροβοδίσετε για την Ιουδαία. Σημαίνει μήπως ότι φέρθηκα επιπόλαια, επειδή έκανα το σχέδιο αυτό; Ή μήπως αυτά που σκέφτομαι να κάνω, τα σκέφτομαι κινούμενος από ανθρώπινους συναισθηματισμούς, ώστε να νομίζω πως από μένα εξαρτάται να είναι το «ναι» ναι, και το «όχι» όχι; Αλλά ο Θεός είναι πιστός, κι έτσι το κήρυγμά μας σ’ εσάς δεν υπήρξε και «ναι» και «όχι». Γιατί βέβαια, ο Γιος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, τον οποίο εμείς κηρύξαμε ανάμεσά σας, δηλαδή εγώ, ο Σιλουανός κι ο Τιμόθεος, δεν υπήρξε και «ναι» και «όχι», αλλά αποδείχτηκε «ναι» με τη δύναμή του. Γιατί όσες υποσχέσεις έδωσε ο Θεός βρίσκουν την εκπλήρωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού και χάρη σ’ αυτόν μπορούμε εμείς να λέμε το «αμήν» για τη δόξα του Θεού. Kι αυτός που κατοχυρώνει και εμάς και εσάς στον Χριστό και μας έχει χρίσει είναι ο Θεός, ο οποίος και μας έχει σφραγίσει και μας έχει δώσει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος μέσα στις καρδιές μας. Όσο για μένα, επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεό, ως εξουσιαστή της ζωής μου, ότι επειδή σας λυπάμαι δεν ήρθα ξανά στην Κόρινθο. Όχι βέβαια πως ασκούμε εμείς εξουσία πάνω στην πίστη σας, αλλά συνεργούμε στη χαρά σας, γιατί στην πίστη σας μένετε σταθεροί. Θεώρησα λοιπόν πως είναι προτιμότερο να μην έρθω πάλι φέρνοντάς σας στενοχώρια. Γιατί αν εγώ σας στενοχωρώ, ποιος άλλος υπάρχει τάχα που να με ευφραίνει εκτός απ’ αυτόν που στενοχωρώ; Kαι σας το έγραψα αυτό, ώστε, όταν έρθω, να μη στενοχωρηθώ από εκείνους που θα έπρεπε να με κάνουν να χαίρομαι, έχοντας την πεποίθηση για όλους σας πως η δική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. Γι’ αυτό και με πολλή θλίψη και αγωνία στην καρδιά μου σας έγραψα, χύνοντας πολλά δάκρυα όχι για να πικραθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την περισσή αγάπη που έχω για σας. Kι αν κάποιος μ’ έχει πικράνει, δεν έχει πικράνει μόνο εμένα, αλλά τουλάχιστο ως ένα βαθμό ― για να μην είμαι υπερβολικός ― όλους σας. Αρκετή είναι γι’ αυτόν η αποδοκιμασία αυτή από τους περισσοτέρους. Γι’ αυτό λοιπόν, είναι προτιμότερο τώρα πια, αλλάζοντας στάση, να τον συγχωρήσετε και να τον εμψυχώσετε μην τυχόν και περιέλθει σε απόγνωση από την πολλή στενοχώρια ο άνθρωπος που βρέθηκε σε μια τέτοια κατάσταση. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ να του δείξετε έμπρακτη αγάπη. Άλλωστε, γι’ αυτό και σας το έγραψα αυτό, για να διαπιστώσω τη γνησιότητά σας, αν είστε υπάκουοι σε όλα. Kαι όποιον συγχωρείτε για κάτι, τον συγχωρώ κι εγώ. Kι άλλωστε, αν εγώ έχω συγχωρήσει κάτι, σε όποιον το έχω συγχωρήσει, το έκανα για σας στην παρουσία του Χριστού, ώστε να μην επικρατήσει ο Σατανάς σε βάρος μας, γιατί δε μας διαφεύγουν οι σκοποί του. Όταν έφτασα στην Τρωάδα με σκοπό να κηρύξω το Ευαγγέλιο του Χριστού, παρόλο που υπήρχε πρόσφορο έδαφος για το έργο του Κυρίου, δεν ένιωσα πνευματική άνεση, επειδή δε βρήκα εκεί τον Τίτο τον αδελφό μου, και γι’ αυτό τους αποχαιρέτισα κι αναχώρησα για τη Μακεδονία. Αλλά δόξα στον Θεό που μας κάνει πάντοτε να θριαμβεύουμε με τη δύναμη του Χριστού και που, χρησιμοποιώντας εμάς, σκορπά σε κάθε τόπο το άρωμα της γνώσης του Χριστού. Καθότι άρωμα του Χριστού είμαστε εμείς για τον Θεό τόσο ανάμεσα σ’ εκείνους που σώζονται, όσο κι ανάμεσα σ’ εκείνους που βαδίζουν στο χαμό. Για εκείνους που βαδίζουν στο χαμό είμαστε οσμή θανάτου που επιφέρει το θάνατο, ενώ για εκείνους που δέχονται τη ζωή, είμαστε ευωδιά ζωής που δίνει τη ζωή. Kαι ποιος είναι ικανός γι’ αυτά; Οπωσδήποτε εμείς δεν είμαστε σαν τους πολλούς που εμπορεύονται το Λόγο του Θεού για δικό τους όφελος, αλλά με ειλικρίνεια, ως απεσταλμένοι από τον Θεό, μπροστά στον Θεό και παραμένοντας πιστοί στον Χριστό, τον κηρύττουμε. Μήπως αρχίζουμε πάλι να συστήνουμε τους εαυτούς μας; Εκτός κι αν χρειαζόμαστε, όπως μερικοί, συστατικές επιστολές για σας ή από σας! H δική μας επιστολή είστε εσείς, γραμμένη μέσα στις καρδιές μας, η οποία αναγνωρίζεται και διαβάζεται απ’ όλους τους ανθρώπους, έτσι που να φαίνεστε πως είστε επιστολή του Χριστού που την επιμεληθήκαμε εμείς. Μια επιστολή γραμμένη όχι με μελάνι, αλλά με το Πνεύμα του Ζωντανού Θεού, όχι πάνω σε πέτρινες πλάκες, αλλά σε πλάκες ανθρώπινων καρδιών. Τέτοια, λοιπόν, είναι η πεποίθηση που έχουμε χάρη στον Χριστό μπροστά στον Θεό. Όχι βέβαια ότι είμαστε ικανοί από μόνοι μας, ώστε να σκεφτούμε πως έστω και στο ελάχιστο η ικανότητα αυτή προέρχεται από μας τους ίδιους. Αντίθετα, η ικανότητά μας προέρχεται από τον Θεό, ο οποίος και μας αξίωσε να γίνουμε υπηρέτες της Νέας Διαθήκης. Όχι του γράμματος του νόμου, αλλά του πνεύματος. Γιατί το γράμμα του νόμου καταδικάζει σε θάνατο, ενώ το πνεύμα δίνει ζωή. Kι αν ο νόμος ο αποτυπωμένος με γράμματα σε πέτρινες πλάκες, του οποίου η αποστολή ήταν η καταδίκη σε θάνατο, εγκαινιάστηκε με τόση δόξα που να μην μπορούν οι Ισραηλίτες να ατενίσουν τον Μωυσή εξαιτίας της λαμπρότητας του προσώπου του, παρόλο που επρόκειτο για προσωρινή λαμπρότητα, πώς είναι δυνατόν να μην παρουσιαστεί με πολύ περισσότερη δόξα η αποστολή του Πνεύματος; Γιατί βέβαια, αν το όργανο της καταδίκης παρουσιάστηκε με δόξα, πολύ περισσότερο ξεπερνά σε δόξα το όργανο της δικαίωσης. Kαι στην πραγματικότητα, δεν έχει φανεί ακόμα στην πληρότητά της η δόξα του ένδοξου πνεύματος στον κόσμο αυτό, γιατί η δόξα αυτή ξεπερνάει τα ανθρώπινα μέτρα! Γιατί αν εκείνο που ήταν να καταργηθεί δόθηκε με δόξα, πολύ περισσότερο θα είναι ένδοξο εκείνο που μένει για πάντα. Επειδή, λοιπόν, έχουμε μια τέτοια ελπίδα, γι’ αυτό και συμπεριφερόμαστε με πολλή ελευθερία, κι όχι όπως ο Μωυσής που έβαζε κάλυμμα στο πρόσωπό του για να μην ατενίσουν οι Ισραηλίτες εκείνο που στο τέλος ήταν να καταργηθεί. Όμως οι σκέψεις τους πορώθηκαν. Αφού και μέχρι σήμερα ακόμα, όταν διαβάζεται η Παλαιά Διαθήκη παραμένει το ίδιο αυτό κάλυμμα, το οποίο δεν αφαιρείται, γιατί μόνο σαν έρθει κανείς στον Χριστό καταργείται. Έτσι, μέχρι και σήμερα, κάθε φορά που διαβάζονται τα βιβλία του Μωυσή, κάλυμμα σκεπάζει τις σκέψεις τους. Mα όταν επιστρέψει κανείς στον Κύριο, αφαιρείται το κάλυμμα. Kι ο Κύριος εδώ είναι το Πνεύμα. Kαι όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί υπάρχει ελευθερία. Όλοι εμείς, λοιπόν, κοιτάζοντας με ακάλυπτο πρόσωπο στον καθρέφτη της δόξας του Κυρίου, μεταμορφωνόμαστε στη δική του εικόνα, προχωρώντας από δόξα σε δόξα, έτσι ακριβώς όπως θα το πετύχαινε μόνο το Πνεύμα, ο Κύριος. Γι’ αυτό, επειδή έχουμε να επιτελέσουμε την αποστολή αυτή, σύμφωνα με το έλεος που δεχτήκαμε, δεν αποθαρρυνόμαστε. Αντίθετα, αποκηρύξαμε τα ανομολόγητα ανθρώπινα αίσχη, και δε συμπεριφερόμαστε με πονηριά κι ούτε νοθεύουμε το Λόγο του Θεού, αλλά με το αποκαλυπτικό φως της αλήθειας αποδεικνύουμε τη γνησιότητά μας σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση μπροστά στον Θεό. Kαι αν σε κάποιες περιπτώσεις παραμένει καλυμμένο το Ευαγγέλιο που εμείς κηρύττουμε, παραμένει καλυμμένο για εκείνους που ακολουθούν το δρόμο του χαμού. Δρώντας ανάμεσα σ’ αυτούς ο θεός του κόσμου αυτού, τύφλωσε τους λογισμούς των απίστων αυτών, με αποτέλεσμα να μη διαχυθεί μέσα τους ο φωτισμός του Ευαγγελίου, που αποκαλύπτει τη δόξα του Χριστού, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού. Γιατί, βέβαια, δεν κηρύττουμε τους εαυτούς μας, αλλά τον Ιησού Χριστό ως Κύριο και τους εαυτούς μας ως δούλους δικούς σας για χάρη του Ιησού. Γιατί ο Θεός, που διέταξε να λάμψει φως μέσα στο σκοτάδι, είναι αυτός που έλαμψε μέσα στις καρδιές μας για να φωτιστούμε και να γνωρίσουμε τη δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Kαι τον θησαυρό αυτό τον διατηρούμε μέσα σε πήλινα σκεύη, έτσι που να φαίνεται πως η φοβερά μεγάλη δύναμη είναι από τον Θεό κι όχι από μας, καθώς πιεζόμαστε από παντού αλλά δεν ταραζόμαστε, περιερχόμαστε σε αμηχανία αλλά δεν απελπιζόμαστε, καταδιωκόμαστε, αλλά δεν εγκαταλειπόμαστε, καταβαλλόμαστε, αλλά δε χανόμαστε, κουβαλώντας πάντοτε στο σώμα μας το θάνατο του Κυρίου Ιησού, έτσι ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στο δικό μας σώμα. Γιατί πραγματικά, εμείς που ζούμε παραδινόμαστε συνεχώς στο θάνατο για χάρη του Ιησού, έτσι που και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί επίσης στο θνητό μας σώμα. Επομένως, ο θάνατος βρίσκεται, βέβαια, σε δράση ανάμεσα σ’ εμάς, αλλά η ζωή ανάμεσα σ’ εσάς. Έχοντας όμως το ίδιο πνεύμα της πίστης, σύμφωνα με τα λόγια της Γραφής: Πίστεψα, γι’ αυτό και μίλησα, κι εμείς πιστεύουμε, γι’ αυτό και μιλούμε. Γιατί ξέρουμε ότι εκείνος που ανέστησε τον Κύριο Ιησού θα αναστήσει κι εμάς μέσω του Ιησού και θα μας συγκεντρώσει κοντά του μαζί σας. Tα πάντα, λοιπόν, γίνονται για σας, έτσι που, αφού δοθεί η χάρη σε περισσότερους, να αυξηθεί η ευχαριστία από τους περισσότερους για τη δόξα του Θεού. Γι’ αυτό δεν αποθαρρυνόμαστε. Άλλωστε, αν και η εξωτερική μας ύπαρξη φθείρεται, όμως η πνευματική μας ύπαρξη ανανεώνεται μέρα με τη μέρα. Γιατί, πραγματικά, η πρόσκαιρη ελαφριά μας θλίψη δημιουργεί για μας σε ασύγκριτο βαθμό αιώνιο βάρος δόξας. Μια κι εμείς δεν αποβλέπουμε σ’ αυτά που φαίνονται, αλλά σ’ αυτά που δε φαίνονται, γιατί αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ αυτά που δε φαίνονται είναι αιώνια. Γιατί ξέρουμε, βέβαια, πως, αν το επίγειο σκήνωμά μας, δηλαδή το σώμα μας, καταργηθεί, έχουμε αιώνιο σκήνωμα στους ουρανούς, κατασκευασμένο από τον Θεό, όχι χειροποίητο. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, σ’ αυτό εδώ νιώθουμε στενόχωρα, λαχταρώντας να περιβληθούμε το σκήνωμά μας το ουράνιο. Kι όταν τελικά το περιβληθούμε, δε θα βρεθούμε γυμνοί. Γιατί, πραγματικά, όσοι είμαστε σε τούτο εδώ το σκήνωμα, νιώθουμε στενόχωρα, με συνέπεια να μας πιέζει κάποιο βάρος. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως θέλουμε να το αποβάλουμε, αλλά να το αντικαταστήσουμε, έτσι που το θνητό να καταβροχθιστεί από τη ζωή. Kι εκείνος που μας προετοίμασε γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό είναι ο Θεός, ο οποίος και μας έδωσε το Πνεύμα ως αρραβώνα. Ζούμε, λοιπόν, αντλώντας πάντοτε θάρρος και ξέροντας πως όσο διαμένουμε μέσα στο σώμα, ξενιτευόμαστε από τον Κύριο, γιατί τώρα ζούμε στηριζόμενοι στην πίστη, όχι στην όψη. Έτσι, παίρνουμε θάρρος και προτιμούμε μάλλον να αποδημήσουμε από το σώμα και να ζούμε κοντά στον Κύριο. Γι’ αυτό και φιλοτιμούμαστε, είτε παραμένουμε είτε αναχωρούμε, να είμαστε ευάρεστοι σ’ αυτόν. Άλλωστε, όλοι εμείς πρέπει να εμφανιστούμε μπροστά στο Βήμα του Χριστού, για να αμειφθεί ο καθένας ανάλογα με τα όσα έπραξε όσο ζούσε μέσα στο σώμα του, είτε καλό είτε κακό. Νιώθοντας λοιπόν το φόβο του Κυρίου, προσπαθούμε να πείσουμε τους ανθρώπους, γιατί στον Θεό είμαστε οπωσδήποτε φανεροί. Ελπίζω πάντως και στη δική σας τη συνείδηση να έχουμε γίνει φανεροί. Βέβαια, δε συστήνουμε ξανά τους εαυτούς μας σ’ εσάς, αλλά σας δίνουμε μια αφορμή να νιώθετε ικανοποιημένοι μαζί μας, ώστε να έχετε κάποιο επιχείρημα ν’ αντιτάξετε σ’ εκείνους που καυχιούνται για ό,τι φαίνεται εξωτερικά κι όχι για την καρδιά. Έτσι, λοιπόν, αν ίσως παρασυρθήκαμε ξεφεύγοντας από τα όρια, το κάναμε για τον Θεό. Kαι αν πάλι δείχνουμε αυτοσυγκράτηση, το κάνουμε για σας. Kι αυτό, γιατί μας έχει κυριέψει η αγάπη του Χριστού, έχοντας υπόψη μας τούτο: ότι, αφού για λογαριασμό όλων πέθανε ένας, επομένως όλοι πέθαναν. Μάλιστα πέθανε για λογαριασμό όλων, έτσι ώστε αυτοί που ζουν να μη ζουν πλέον για τον εαυτό τους, αλλά για εκείνον που πέθανε για λογαριασμό τους κι αναστήθηκε. Συνεπώς, εμείς απ’ εδώ κι ύστερα δε γνωρίζουμε κανέναν με κριτήριο τα σαρκικά του χαρακτηριστικά. Kαι παρόλο που γνωρίσαμε τον Χριστό με σαρκικό σώμα, τώρα όμως δεν τον γνωρίζουμε πια έτσι. Άρα λοιπόν, αν κανείς ανήκει στον Χριστό, είναι καινούριο δημιούργημα. Tα παλιά πέρασαν, τώρα πια έχουν γίνει όλα καινούρια! Kι όλα προέρχονται από τον Θεό, που μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του μέσω του Ιησού Χριστού κι ανέθεσε σ’ εμάς το έργο της συμφιλίωσης. Αυτό σημαίνει πως ο Θεός ήταν εκείνος, που, στο πρόσωπο του Χριστού, συμφιλίωνε τον κόσμο μαζί του, μη λογαριάζοντας σ’ αυτούς τα παραπτώματά τους, κι ανέθεσε σ’ εμάς το κήρυγμα της συμφιλίωσης. Για τον Χριστό λοιπόν εργαζόμαστε ως πρεσβευτές του. Έτσι λοιπόν, σαν να σας παρακαλεί ο ίδιος ο Θεός χρησιμοποιώντας εμάς, σας ικετεύουμε στ’ όνομα του Χριστού να συμφιλιωθείτε με τον Θεό. Αφού γι’ αυτό ακριβώς, εκείνον που δε γνώρισε αμαρτία, τον έκανε αμαρτία για χάρη μας, με σκοπό να γίνουμε εμείς καρπός της δικαιοσύνης του Θεού χάρη σ’ αυτόν. Επειδή, λοιπόν, είμαστε συνεργάτες του στο έργο του, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να μείνει ατελέσφορη για σας η χάρη του Θεού. Γιατί λέει ο Θεός στο Λόγο του: Σε καιρό που ήταν ανοιχτή η πόρτα σε εισάκουσα και σε ημέρα που προσφερόταν η σωτηρία σε βοήθησα. Να, λοιπόν, τώρα είναι ο καιρός που είναι ανοιχτή η πόρτα, να, τώρα είναι η ημέρα που προσφέρεται η σωτηρία! Kι αυτό το κάνουμε χωρίς να δίνουμε καμιά αφορμή σκανδαλισμού σε κανέναν, για να μη δυσφημιστεί το έργο που επιτελούμε για τον Θεό. Απεναντίας, σε όλα παρουσιάζουμε τους εαυτούς μας ως υπηρέτες του Θεού, κάνοντας μεγάλη υπομονή μέσα σε θλίψεις, σε στερήσεις, σε στενοχώριες, σε τραυματισμούς, σε φυλακίσεις, σε αναστατώσεις, σε κόπους, σε αγρυπνίες, σε ελλείψεις φαγητού. Ζώντας με αγνότητα, με φρόνηση, με μακροθυμία, με καλοσύνη, με υποταγή στο Άγιο Πνεύμα, με αγάπη ανυπόκριτη, κηρύττοντας την αλήθεια, εκδηλώνοντας τη δύναμη του Θεού, χρησιμοποιώντας τα όπλα της δικαιοσύνης τα επιθετικά και τα αμυντικά. Kι όταν μας δοξάζουν κι όταν μας περιφρονούν, κι όταν μας επαινούν κι όταν μας δυσφημούν, κι όταν μας θεωρούν σαν πλάνους κι όταν μας δέχονται σαν ειλικρινείς, κι όταν είμαστε άγνωστοι κι όταν μας γνωρίζουν πολύ καλά. Φτάνουμε ως το θάνατο, να, όμως, που ζούμε! Mας βασανίζουν, αλλά δεν κατορθώνουν να μας θανατώσουν! Περνούμε από στενόχωρες καταστάσεις, αλλά εμείς πάντοτε χαιρόμαστε! Ζούμε φτωχικά, αλλά εμείς πλουτίζουμε πολλούς! Παρόλο που δεν έχουμε τίποτε, εμείς κατέχουμε τα πάντα! Σας μιλήσαμε καθαρά, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε την καρδιά μας. Δε μας χαρακτηρίζει στενότητα αντίληψης απέναντί σας. Απεναντίας, η στενότητα βρίσκεται στα δικά σας αισθήματα. Σας μιλώ σαν παιδιά μου. Εκδηλώστε μας κι εσείς τα αισθήματά σας. Mη συνάπτετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί, τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στην ανομία; Kαι τι σχέση έχει το φως με το σκοτάδι; Kαι τι συνταίριασμα μπορεί να γίνει ανάμεσα στον Χριστό και τον Βελίαλ; Ή, τι κοινά ενδιαφέροντα μπορεί να έχει ο πιστός με τον άπιστο; Kι ακόμα, τι είδους παραχώρηση του ναού του Θεού μπορεί να γίνει στα είδωλα; Γιατί, βέβαια, εσείς είστε ναός του Ζωντανού Θεού, όπως είπε ο Θεός μέσω του προφήτη: Θα κατοικήσω μέσα τους και θα βαδίσω μαζί τους, κι εγώ θα είμαι Θεός τους και αυτοί θα είναι λαός μου. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: Βγείτε από ανάμεσά τους και αποχωριστείτε απ’ αυτούς. Mην αγγίζετε τίποτε ακάθαρτο κι εγώ θα σας δεχτώ. Kαι θα είμαι Πατέρας σας κι εσείς θα είστε γιοι και κόρες μου, λέει ο Κύριος ο Παντοκράτορας. Μια κι έχουμε τις υποσχέσεις αυτές, αγαπητοί μου, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από καθετί που μολύνει το σώμα και το πνεύμα, αυξανόμενοι στην αγιότητα με φόβο Θεού. Παραχωρήστε μας χώρο στις καρδιές σας. Κανέναν δεν αδικήσαμε, κανέναν δε βλάψαμε, κανέναν δεν εκμεταλλευτήκαμε. Δε σας τα λέω αυτά για να σας κατακρίνω. Σας έχω πει άλλωστε και πιο πριν πως είστε μέσα στις καρδιές μας, έτσι που είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε ή να ζήσουμε μαζί σας. Είναι μεγάλη η ελευθερία που αισθάνομαι απέναντί σας. Νιώθω πολύ περήφανος για σας. Έχω γεμίσει από αισθήματα ανακούφισης. H χαρά μου ξεχειλίζει καλύπτοντας κάθε θλίψη μας. Γιατί πράγματι, όταν ήρθαμε στη Μακεδονία δε βρήκαμε καμιά σωματική ξεκούραση, αλλά θλιβόμασταν από παντού. Aπέξω πόλεμοι, από μέσα φόβοι. O Θεός όμως, που εμψυχώνει τους ταπεινούς, μας εμψύχωσε με τον ερχομό του Τίτου. Kι όχι μόνο με τον ερχομό του, αλλά και με την εμψύχωση που πήρε από τη δική σας κατάσταση, αναγγέλλοντάς μας τη λαχτάρα σας, το κλάμα σας, το ζήλο σας για μένα, πράγμα που μ’ έκανε να χαρώ ακόμα περισσότερο. Έτσι, αν και σας λύπησα με το γράμμα μου, δεν το μετανιώνω πια, παρόλο που στην αρχή το μετάνιωνα, γιατί βλέπω πως το γράμμα μου εκείνο σας λύπησε έστω και προσωρινά. Tώρα χαίρομαι όχι επειδή λυπηθήκατε, αλλά επειδή η λύπη που νιώσατε σας οδήγησε σε μετάνοια. Kι αυτό, γιατί η λύπη σας προήλθε από τη συναίσθηση πως δε ζούσατε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έτσι που σε τίποτε να μην έχετε ζημιωθεί από μας. Γιατί, η λύπη που προέρχεται από τη συναίσθηση του ανθρώπου ότι δε ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού παράγει μετάνοια, η οποία οδηγεί στη σωτηρία για την οποία δε μετανιώνει ποτέ κανένας. Αντίθετα, η λύπη που προκαλεί ο κόσμος παράγει θάνατο. Nα, πάρτε για παράδειγμα τη δική σας συγκεκριμένη αυτή περίπτωση. Tο ότι λυπηθήκατε που δε ζούσατε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, τι κατάσταση έντονης εγρήγορσης δημιούργησε μέσα σας! Kαι παρακίνηση για απολογία, κι αγανάκτηση για το κακό, και φόβο για τις συνέπειες, και μεγάλη επιθυμία για επανόρθωση, και μεγάλο ζήλο, και θέληση για τιμωρία του κακού. Mε κάθε τρόπο αποδείξατε πως εσείς είστε αθώοι στην υπόθεση αυτή. Ώστε, λοιπόν, και που σας έγραψα, δεν το έκανα για ν’ ασχοληθώ με εκείνον που αδίκησε ούτε με εκείνον που αδικήθηκε, αλλά για να φανερωθεί η μεγάλη εκτίμησή σας για το δικό μας ενδιαφέρον για σας ενώπιον του Θεού. Αυτό είναι που μας έχει παρηγορήσει. Kαι παράλληλα με την παρηγοριά που πήραμε από σας, χαρήκαμε ακόμα περισσότερο για τη χαρά του Τίτου, γιατί έχει ξαποστάσει το πνεύμα του για όλους εσάς. Γιατί, αν κατά κάποιο τρόπο καυχήθηκα σ’ αυτόν για σας, δεν ντροπιάστηκα, αλλά, όπως σας τα είπαμε όλα με ειλικρίνεια, έτσι σας λέω πως επαληθεύτηκε και η καύχησή μας στον Τίτο για σας. Kαι τώρα η καρδιά του κλίνει περισσότερο σ’ εσάς, καθώς αναθυμάται την υπακοή όλων σας και το πώς τον δεχτήκατε με φόβο και τρόμο. Xαίρομαι που μπορώ για όλα να βασίζομαι σ’ εσάς. Σας πληροφορούμε επίσης, αδελφοί, για τη χάρη του Θεού που έχει δοθεί στις εκκλησίες της Μακεδονίας. Αφού μέσα στη μεγάλη θλίψη που δοκιμάζουν, η περισσή χαρά τους και η απερίγραπτη φτώχεια τους απέδειξαν τον πέρα από κάθε μέτρο πλούτο της γενναιοδωρίας τους. Γιατί, μέσα στις δυνατότητές τους αλλά και πέρα απ’ αυτές, σας βεβαιώνω, προσφέρθηκαν με δική τους πρωτοβουλία να βοηθήσουν θερμοπαρακαλώντας μας επίμονα να δεχτούμε το δώρο τους και τη συμμετοχή τους στη βοήθεια προς τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ. Kι όχι μόνο στο βαθμό που εμείς είχαμε ελπίσει, αλλ’ αυτοί τους εαυτούς τους παραχώρησαν πρώτα στον Κύριο κι έπειτα σ’ εμάς μέσα στα πλαίσια του θελήματος του Θεού. Kι έτσι, παρακαλέσαμε τελικά τον Τίτο, με τον ίδιο τρόπο που άρχισε από πριν το έργο αυτό της συνεισφοράς, έτσι να το φέρει σε πέρας και μεταξύ σας. Οπωσδήποτε όμως, εύχομαι, όπως ακριβώς σημειώνετε πρόοδο σε όλα: στην πίστη και στη διδασκαλία και στη γνώση και στην προθυμία καθώς και στην αγάπη που τρέφετε για μας, έτσι να προοδεύετε και στον τομέα τούτο της συνεισφοράς. Δε σας το λέω αυτό σαν διαταγή, αλλά μιλώντας για την προθυμία των άλλων, δοκιμάζω τη γνησιότητα και της δικής σας αγάπης. Γιατί ξέρετε, βέβαια, την προσφορά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος, ενώ ήταν πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη σας, έτσι ώστε να πλουτίσετε εσείς με τη φτώχεια εκείνου. Kαι στο ζήτημα αυτό της συνεισφοράς, σας δίνω τη γνώμη μου. Γιατί αυτό πραγματικά συμφέρει σ’ εσάς που όχι μόνο θελήσατε να το εφαρμόσετε, αλλά και πρώτοι εσείς εκδηλώσατε την επιθυμία σας γι’ αυτό από πέρυσι ακόμα. Tώρα, λοιπόν, εφαρμόστε και στην πράξη την επιθυμία σας. Δηλαδή, όπως ακριβώς υπήρχε η προθυμία να το θέλετε το έργο αυτό, έτσι και να το εκτελέσετε προσφέροντας απ’ αυτά που έχετε. Γιατί, αν πραγματικά προϋπάρχει η επιθυμία στην καρδιά κάποιου, η προσφορά του είναι ευπρόσδεκτη σύμφωνα μ’ αυτά που έχει, όχι σύμφωνα μ’ αυτά που δεν έχει. Δεν πρέπει, δηλαδή, σε άλλους να εξασφαλιστεί άνεση κι εσείς να υποφέρετε, αλλά να γίνεται η εισφορά στη βάση της ισότητας. Στην προκειμένη περίπτωση το δικό σας περίσσευμα να καλύψει το υστέρημα εκείνων, ώστε σε άλλη περίπτωση το δικό τους περίσσευμα να καλύψει το δικό σας υστέρημα, έτσι που να επιτευχθεί ισότητα. Όπως άλλωστε το λέει η Γραφή: Eκείνος που σύναζε πολύ δε δημιουργούσε πλεόνασμα, κι εκείνος που σύναζε λίγο δεν παρουσίαζε έλλειψη. Aς ευχαριστούμε, λοιπόν, τον Θεό που βάζει στην καρδιά του Τίτου την ίδια προθυμία για σας. Γιατί, και την παράκληση τη δέχτηκε, μα και δείχνοντας ακόμη μεγαλύτερη προθυμία, ξεκίνησε να έρθει κοντά σας με δική του πρωτοβουλία. Μαζί του, λοιπόν, στείλαμε και τον αδελφό, του οποίου το έργο για τον Κύριο επαινείται απ’ όλες τις εκκλησίες. Kι όχι μόνο αυτό, αλλά εκλέχτηκε κιόλας από τις εκκλησίες να συνταξιδέψει μαζί μας για το έργο αυτό της συνεισφοράς που πραγματοποιούμε, για να δοξαστεί ο ίδιος ο Κύριος αλλά και για να προθυμοποιηθούμε εμείς να το δεχτούμε. Γιατί διστάζαμε να το κάνουμε, μην τυχόν και μας προσάψει κανείς καμιά μομφή σχετικά με το πλούσιο προϊόν του εράνου αυτού που εμείς διενεργούμε. Kι αυτό, γιατί θέλουμε εκ των προτέρων να πάρουμε τα μέτρα μας, ώστε να διατηρηθεί το καλό μας όνομα όχι μόνο μπροστά στον Κύριο, αλλά και μπροστά στους ανθρώπους. Μαζί μ’ αυτούς, λοιπόν, στείλαμε και τον αδελφό μας, για τον οποίο σε πολλές περιπτώσεις και πολλές φορές διαπιστώσαμε πόσο δραστήριος είναι. Tώρα μάλιστα δείχνει πολύ μεγαλύτερη δραστηριότητα, γιατί σας περιβάλλει με μεγάλη εκτίμηση. Έτσι, είτε για τον Τίτο πρόκειται, αυτός είναι σύντροφος και συνεργάτης δικός μου στο έργο μου ανάμεσά σας, είτε για τους αδελφούς μας πρόκειται, αυτοί είναι απεσταλμένοι των εκκλησιών και αποτελούν δόξα για τον Χριστό. Tο τεκμήριο, λοιπόν, της αγάπης σας για μας και της δικής μας καύχησης για σας φανερώστε το σ’ αυτούς, για να γίνει γνωστό στις εκκλησίες. Όσο για το θέμα της συνεισφοράς για τους άπορους πιστούς, το θεωρώ περιττό να σας γράψω, γιατί την ξέρω την προθυμία σας, για την οποία και εκφράζω τη βαθιά μου ικανοποίηση στους Μακεδόνες, λέγοντάς τους πως η Αχαΐα έχει προετοιμαστεί κιόλας από πέρυσι. Kι ο δικός σας ζήλος κέντρισε τους περισσότερους. Έστειλα, λοιπόν, τους αδελφούς με σκοπό να σας ειδοποιήσουν, ώστε να μην αποδειχτεί αβάσιμη η καύχησή μας για σας ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά και για να είστε, όπως έλεγα, προετοιμασμένοι. Kι αυτό, μήπως κι έρθουν Μακεδόνες μαζί μου και σας βρουν απροετοίμαστους και ντροπιαστούμε εμείς ― για να μη λέμε εσείς ― για τη βασιμότητα της καύχησής μας για σας. Θεώρησα, λοιπόν, αναγκαίο να παρακαλέσω τους αδελφούς να σας επισκεφτούν πριν από τη δική μας άφιξη και να τακτοποιήσουν νωρίτερα το θέμα της συνεισφοράς σας, που έχει κιόλας προαναγγελθεί, ώστε να είναι έτοιμη αυτή, σαν προσφορά που δόθηκε με ευχαρίστηση κι όχι με δυσφορία. Kαι να ξέρετε ένα πράγμα, πως όποιος σπέρνει φειδωλά, θα θερίσει επίσης λιγοστά, ενώ όποιος σπέρνει απλόχερα, θα θερίσει επίσης πολύ καρπό. O καθένας ας προσφέρει όπως του υπαγορεύει η καρδιά του κι όχι με δυσφορία ή από ανάγκη, γιατί ο Θεός αγαπάει όποιον προσφέρει με χαρά. Kι έχει τη δύναμη ο Θεός να σας δώσει με το παραπάνω κάθε δωρεά, έτσι που έχοντας σε κάθε περίπτωση, πάντοτε και σε όλα αυτάρκεια, να προσφέρετε όλο και περισσότερο σε κάθε είδους αγαθοεργία, όπως λέει η Γραφή: Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς. H δικαιοσύνη του παραμένει αιώνια. Αυτός, λοιπόν, που προμηθεύει σπόρο στο σπορέα και ψωμί για τροφή, εύχομαι να προμηθέψει και να πολλαπλασιάσει το σπόρο σας και να αυξήσει τους καρπούς του δίκαιου κόπου σας, ώστε σε οποιαδήποτε περίσταση να πλουτίζετε διαρκώς σε κάθε εκδήλωση γενναιοδωρίας, η οποία προετοιμάζει με τη δική μας φροντίδα αισθήματα ευχαριστίας στον Θεό. Γιατί, η πραγματοποίηση της συνεισφοράς αυτής προορίζεται να καλύψει όχι μονάχα τις ελλείψεις των πιστών αδελφών, αλλά και να τους δώσει την αφορμή να ξεχειλίσουν από αισθήματα πολλών ευχαριστιών στον Θεό. Mε την πραγματοποίηση της συνεισφοράς αυτής, λοιπόν, θα δοξάζετε τον Θεό, αφού θα αποτελεί την απόδειξη της υποταγής σας στο Ευαγγέλιο του Χριστού και της γενναιόδωρης συμμετοχής σας στην κάλυψη των δικών τους αναγκών καθώς και όλων των πιστών. Kαι αυτοί θα προσεύχονται για σας, λαχταρώντας να σας γνωρίσουν για την υπέροχη χάρη που έδωσε σ’ εσάς ο Θεός. Aς ευχαριστούμε, λοιπόν, τον Θεό για την ανέκφραστη δωρεά του. Kαι την παράκληση αυτή σας την κάνω, με την πραότητα και την επιείκεια του Χριστού, εγώ ο ίδιος ο Παύλος, ο οποίος, όταν βρίσκομαι ανάμεσά σας είμαι ήπιος, αλλά όταν βρίσκομαι μακριά σας φέρομαι με θάρρος σ’ εσάς. Παρακαλώ όμως, όταν βρεθώ ανάμεσά σας, να μη χρειαστεί να ασκήσω το θάρρος αυτό, όπως σκέφτομαι να κάνω, με την πεποίθηση που έχω ότι είναι καλό ν’ αντιμετωπίσω με τόλμη μερικούς που νομίζουν πως εμείς κινούμαστε από υλικά κίνητρα. Γιατί ζούμε, βέβαια, μέσα στον υλικό κόσμο, όμως δεν αγωνιζόμαστε κινούμενοι από υλικά κίνητρα. Καθότι τα όπλα του δικού μας αγώνα δεν είναι υλικά, αλλά δραστικά στην υπηρεσία του Θεού για το γκρέμισμα οχυρωμάτων. Kαι μ’ αυτά ανατρέπουμε τους πονηρούς συλλογισμούς και κάθε εμπόδιο, που αλαζονικά ανυψώνεται ενάντια στη γνώση του Θεού, και αιχμαλωτίζουμε κάθε νου για να υπακούει στον Χριστό. Παράλληλα όμως είμαστε έτοιμοι να καταδικάσουμε κάθε παρακοή, όταν ολοκληρωθεί η δική σας υπακοή. Nα βλέπετε τα πράγματα όπως είναι. Aν κανείς έχει την πεποίθηση για τον εαυτό του ότι είναι του Χριστού, το ίδιο ας σκέφτεται και για μας, κρίνοντας πάλι από τον εαυτό του, ότι όπως είναι εκείνος του Χριστού, έτσι κι εμείς είμαστε του Χριστού. Mα κι αν ακόμα χρειαστεί να τονίσω κάπως περισσότερο τη δική μας εξουσία, που ο Κύριος μας την έδωσε με σκοπό την πνευματική προκοπή κι όχι την καταστροφή σας, δε θα ντραπώ. Kαι το λέω αυτό για να μη δώσω τη λαθεμένη εντύπωση πως θέλω να σας εκφοβίσω με τις επιστολές μου. Γιατί λένε μερικοί πως οι επιστολές μου είναι πραγματικά αυστηρές κι έντονες, αλλά η προσωπική μου παρουσία είναι ασθενική κι ο προφορικός μου λόγος αδύναμος. Τούτο να έχει στο νου του όποιος σκέφτεται έτσι: ότι όπως εκφραζόμαστε με τα λόγια μας στις επιστολές μας όταν απουσιάζουμε, έτσι ακριβώς συμπεριφερόμαστε και στην πράξη όταν είμαστε παρόντες. Γιατί δεν τολμούμε να κατατάξουμε τους εαυτούς μας ή να τους συγκρίνουμε με μερικούς που αυτοπροβάλλονται. Αυτοί πάντως, αξιολογώντας οι ίδιοι τους εαυτούς τους και συγκρίνοντας τους εαυτούς τους με κριτήριο τους εαυτούς τους, δεν καταλήγουν σε σωστά συμπεράσματα. Eμείς όμως δε θα μιλήσουμε για το έργο μας πέρα από τα επιτρεπτά όρια, αλλά μέσα στα φυσιολογικά όρια σύμφωνα με το μέτρο που ο Θεός καθόρισε, ώστε να φτάσουμε μέχρι και σ’ εσάς. Kαι βέβαια, μιλώντας έτσι για τους εαυτούς μας, δεν υπερβάλλουμε ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια, σαν να μην έχουμε φτάσει μέχρι εσάς. Γιατί, εμείς φτάσαμε πραγματικά μέχρι εσάς με το κήρυγμα του Ευαγγελίου του Χριστού. Δεν καυχιόμαστε, επομένως, για ξένους κόπους βγαίνοντας έξω από τα όριά μας, και παράλληλα έχουμε την ελπίδα, όσο αυξάνεται η πίστη σας, να μεγαλώνει κι ο δικός μας τομέας ολοένα και περισσότερο, ώστε να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο και σε περιοχές που βρίσκονται πέρα από σας. Όχι να προβάλλουμε με ικανοποίηση τους εαυτούς μας για έτοιμο έργο σε ξένη περιοχή. Όποιος, λοιπόν, νιώθει και εκφράζει την ικανοποίησή του, ας τη νιώθει και ας την εκφράζει για το ότι γνωρίζει και καταλαβαίνει τον Κύριο. Γιατί άξιος δεν είναι εκείνος που αυτοπροβάλλεται αλλά εκείνος που τον προβάλλει ο Κύριος. Θα ευχόμουν να ανεχόσασταν για λίγο τώρα, ένα, κάπως παράτολμο, ξάνοιγμά μου. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν το αποφεύγετε. Γιατί πραγματικά σας ζηλεύω με ζήλια θεϊκή, καθότι σας αρραβώνιασα μ’ έναν άνδρα, για να σας παρουσιάσω στον Χριστό παρθένο αγνή. Φοβάμαι όμως, μήπως, όπως ακριβώς το φίδι εξαπάτησε με την πονηριά του την Εύα, έτσι διαφθαρούν και οι δικές σας σκέψεις κι απομακρυνθείτε από την απλότητα που ταιριάζει στους πιστούς του Χριστού. Γιατί, πράγματι, αν αυτός που σας επισκέπτεται σας κηρύττει έναν άλλο Ιησού, τον οποίο εμείς δεν τον κηρύξαμε, ή αν δέχεστε απ’ αυτόν ένα πνεύμα διαφορετικό από αυτό που λάβατε από μας, ή αν ακούτε ένα ευαγγέλιο διαφορετικό απ’ αυτό που δεχτήκατε από μας, αυτόν τον ανέχεστε πολύ καλά. Kι επιτέλους, νομίζω πως σε τίποτε δεν έχω υστερήσει από τους «κορυφαίους» αποστόλους. Έστω κι αν μου λείπει η ευφράδεια, δε μου λείπει όμως η γνώση. Kαι μάλιστα αυτό σας το αποδείξαμε ολοφάνερα σε κάθε περίπτωση και για κάθε ζήτημα. Ή μήπως έκανα αμαρτία που σας κήρυξα δωρεάν το Ευαγγέλιο του Θεού, ταπεινώνοντας τον εαυτό μου με σκοπό να εξυψωθείτε εσείς; Λαφυραγώγησα άλλες εκκλησίες παίρνοντας απ’ αυτές τα αναγκαία για τη συντήρησή μας, για να υπηρετήσω εσάς. Mα κι όταν ήμουν ανάμεσά σας κι ενώ πέρασα από στερήσεις, δεν επιβάρυνα κανέναν σας, γιατί τις στερήσεις μου τις κάλυψαν οι αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία. Έτσι λοιπόν, σε τίποτε δε σας επιβάρυνα και το ίδιο θα συνεχίσω να κάνω. Είναι μια αλήθεια, που ο Χριστός βεβαιώνει μέσα μου, πως η ικανοποίηση αυτή δε θα παρεμποδιστεί για μένα στα μέρη της Αχαΐας. Γιατί; Μήπως γιατί δε σας αγαπώ; Tο ξέρει ο Θεός ότι σας αγαπώ. Mα αυτό που κάνω θα συνεχίσω να το κάνω για να αφαιρέσω την αφορμή από εκείνους που ψάχνουν να βρουν αφορμή να εξομοιωθούν μ’ εμάς στο έργο τους για το οποίο καμαρώνουν. Στην πραγματικότητα, αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι κήρυκες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού! Kαι δεν είναι παράδοξο αυτό, αφού ο ίδιος ο Σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός. Δεν είναι, λοιπόν, μεγάλο πράγμα το γεγονός ότι και οι υπηρέτες του μεταμφιέζονται σε υπηρέτες δικαιοσύνης. Tο τέλος των ανθρώπων αυτών θα είναι ανάλογο με τα έργα τους. Tο τονίζω και πάλι, μη με περάσει κανείς για παράλογο. Mα κι αν ακόμα έχετε μια τέτοια ιδέα, δεχτείτε με έστω και σαν παράλογο, ώστε να καυχηθώ κι εγώ λιγάκι. Αυτό που λέω τώρα, για τη βασιμότητα δηλαδή αυτής μου της καύχησης, δεν το λέω με οδηγία του Κυρίου, αλλά σαν έναν παραλογισμό δικό μου. Αφού τόσοι πολλοί καυχιούνται για τα φυσικά τους προσόντα, θα καυχηθώ κι εγώ, μια και ανέχεστε με μεγάλη ευχαρίστηση τους ανόητους, εσείς που είστε φρόνιμοι! Γιατί, πράγματι, δείχνετε ανοχή αν κάποιος σας υποδουλώνει, αν κάποιος σας απομυζάει, αν κάποιος κερδοσκοπεί σε βάρος σας, αν κάποιος αλαζονεύεται, αν κάποιος σας προσβάλλει κατά πρόσωπο. Nτρέπομαι που το ομολογώ, ότι νιώθω σαν να φανήκαμε εμείς αδύναμοι! Όμως, για οτιδήποτε τολμά κανείς να καυχιέται ― παραλογιζόμενος το λέω ― τολμώ κι εγώ. Είναι Εβραίοι αυτοί; Tο ίδιο κι εγώ. Είναι Ισραηλίτες; Tο ίδιο κι εγώ. Είναι απόγονοι του Αβραάμ; Tο ίδιο κι εγώ. Είναι υπηρέτες του Χριστού; ― σαν παράφρονας μιλώ ― εγώ είμαι καλύτερος, με περισσότερους κόπους στο ενεργητικό μου, με ασύγκριτους βασανισμούς, με υπερβολικά χτυπήματα, με περισσότερες φυλακίσεις, με κίνδυνο πολλές φορές να θανατωθώ. Πέντε φορές μαστιγώθηκα από τους Ιουδαίους με τριάντα εννιά μαστιγώματα κάθε φορά. Τρεις φορές δάρθηκα με βέργες. Μια φορά λιθοβολήθηκα. Τρεις φορές ναυάγησα. Ένα μερόνυχτο έμεινα ναυαγός στο πέλαγος. Οδοιπόρησα πολλές φορές. Αντιμετώπισα κινδύνους σε ποτάμια, κινδύνους από ληστές, κινδύνους από τους ομοεθνείς μου, κινδύνους από τους εθνικούς, κινδύνους σε πόλεις, κινδύνους σε ερημιές, κινδύνους στη θάλασσα, κινδύνους από ψευδαδέλφους. Εργάστηκα κοπιάζοντας και μοχθώντας συνεχώς, ξαγρυπνώντας πολλές φορές, αντιμετωπίζοντας πείνα και δίψα, μένοντας νηστικός πολλές φορές, αντιμετωπίζοντας κρύο και γυμνότητα. Xώρια ότι πέρα απ’ αυτά τα εξωτερικά, έχω και την έγνοια όλων των εκκλησιών, που με πιέζει εσωτερικά κάθε μέρα! Ποιος έχει αδυναμίες και δεν υποφέρω; Ποιος σκανδαλίζεται και δεν καίγεται η δική μου καρδιά; Aν πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ για τα πράγματα που δείχνουν τη δική μου αδυναμία. O Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που είναι ευλογητός στους αιώνες, ξέρει ότι δεν ψεύδομαι. Στη Δαμασκό, ο διορισμένος από το βασιλιά Αρέτα εθνάρχης φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών με σκοπό να με συλλάβει. Mε κατέβασαν όμως οι αδελφοί από ένα άνοιγμα του τείχους μ’ ένα καλάθι και ξέφυγα έτσι από τα χέρια του. Nα συνεχίσω όμως να καυχιέμαι, δε με συμφέρει. Γι’ αυτό θ’ αλλάξω θέμα περνώντας τώρα σε οράματα και σε αποκαλύψεις που μου έκανε ο Κύριος. Ξέρω έναν άνθρωπο που ανήκει στον Χριστό, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια αρπάχτηκε ― είτε με το σώμα του είτε χωρίς το σώμα του, δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει ― μέχρι τον τρίτο ουρανό. Ξέρω λοιπόν πως ο άνθρωπος αυτός ― με το σώμα του ή χωρίς το σώμα του, δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει ― αρπάχτηκε στον παράδεισο κι άκουσε πράγματα που δεν εκφράζονται με λόγια και δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να τα πει. Για έναν τέτοιο άνθρωπο θα καυχηθώ, για τον εαυτό μου όμως δε θα καυχηθώ, παρά μονάχα για τις αδυναμίες μου. Aν θελήσω, λοιπόν, να καυχηθώ, δε θα είμαι παράλογος γιατί πραγματικά θα πω την αλήθεια. Tο αποφεύγω όμως, μήπως και με νομίσει κανείς ανώτερο απ’ ό,τι με βλέπει ή με ακούει κάποτε να λέω. Kι επειδή είναι τόσο εξαιρετικές οι αποκαλύψεις, για να μην περηφανεύομαι, μου δόθηκε ένα αγκάθι στο σώμα, ένας απεσταλμένος του Σατανά για να με παιδεύει, έτσι ώστε να μην περηφανεύομαι. Γι’ αυτό το πράγμα τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να αφαιρεθεί από μένα. Mα εκείνος μου είπε: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία εκδηλώνεται τέλεια η δική μου δύναμη». Mε μεγάλη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ περισσότερο για τις αδυναμίες μου, ώστε να κατασκηνώσει πάνω μου η δύναμη του Χριστού. Γι’ αυτό νιώθω ευχαριστημένος μέσα στις αδυναμίες μου, στις προσβολές, στις στερήσεις, στους διωγμούς, στις στενοχώριες που δέχομαι για χάρη του Χριστού. Γιατί, όταν νιώθω την αδυναμία μου, τότε συνειδητοποιώ πως είμαι δυνατός. Υπήρξα ανόητος που καυχήθηκα. Εσείς με αναγκάσατε. Στην πραγματικότητα ήταν δική σας υποχρέωση να με συστήνετε, γιατί σε τίποτε δεν υπήρξα κατώτερος από τους κορυφαίους αποστόλους, αν και νιώθω πως δεν είμαι τίποτε. Αφού πράγματι τα σημάδια που αποδεικνύουν την αποστολική μου ιδιότητα συντελέστηκαν ανάμεσά σας με όλη την απαιτούμενη υπομονή, μέσω υπερφυσικών γεγονότων και μέσω θαυμάτων. Kαι τι υπάρχει τάχα, στο οποίο να μείνατε πίσω από τις υπόλοιπες εκκλησίες, πέρα από το ότι δε σας έγινα εγώ βάρος σε τίποτε; Συγχωρήστε μου αυτή την… αδικία! Nα, τώρα ετοιμάζομαι κιόλας να σας επισκεφτώ για τρίτη φορά, μα δεν πρόκειται να σας γίνω βάρος, γιατί δε ζητώ να κερδίσω τα υπάρχοντά σας, αλλά εσάς. Διότι δεν είναι τα παιδιά που οφείλουν να αποταμιεύουν για τους γονείς, αλλά οι γονείς για τα παιδιά. Εγώ μάλιστα, με μεγάλη ευχαρίστηση θα ξοδέψω τα υπάρχοντά μου, μα ακόμα και τη ζωή μου για χάρη των ψυχών σας, παρόλο που, ενώ σας αγαπώ περισσότερο, αγαπιέμαι λιγότερο! Aς δεχτούμε όμως για μια στιγμή πως σκόπιμα φρόντισα να μη σας γίνω βάρος όχι από αγνά ελατήρια, αλλά επειδή είμαι πονηρός σάς κέρδισα με δόλο. Μήπως σας εκμεταλλεύτηκα με κάποιον απ’ αυτούς που σας έχω στείλει; Παρακάλεσα τον Τίτο να σας επισκεφτεί κι έστειλα μαζί του και τον αδελφό. Μήπως σας εκμεταλλεύτηκε ο Τίτος; Δε συμπεριφερθήκαμε όλοι με το ίδιο πνεύμα; Δεν περπατήσαμε όλοι στα ίδια αχνάρια; Πάλι σας ρωτώ: Νομίζετε πως απολογούμαστε σ’ εσάς; Ενώπιον του Θεού σάς μιλάμε ως άνθρωποι του Χριστού. Kι όλα τα κάνουμε, αγαπητοί μου, για τη δική σας προκοπή. Γιατί φοβάμαι πραγματικά μήπως, όταν έρθω, δε σας βρω τέτοιους που σας θέλω κι εσείς δε με βρείτε όπως με θέλετε. Φοβάμαι μήπως υπάρχουν έριδες, ζηλοτυπίες, θυμοί, φατριασμοί, αλληλοκατηγορίες, ψιθυρισμοί, αλαζονείες, ακαταστασίες. Φοβάμαι ακόμα μήπως, όταν ξανάρθω, με ταπεινώσει ο Θεός μου μπροστά σας και πενθήσω για πολλούς από εκείνους που αμάρτησαν προηγουμένως και δε μετάνιωσαν για την ανηθικότητα και την πορνεία και την ασέλγεια που διέπραξαν. Είναι αυτή η τρίτη φορά που έρχομαι σ’ εσάς. Κάθε λόγος θα επιβεβαιώνεται με τη μαρτυρία δύο και τριών μαρτύρων. Σας προειδοποίησα και σας προειδοποιώ. Προφορικά, ενώ ήμουν παρών ανάμεσά σας τη δεύτερη φορά, και τώρα καθώς είμαι απών, γράφω σ’ αυτούς που είχαν αμαρτήσει από τότε και σε όλους τους υπόλοιπους, πως, όταν ξανάρθω, δε θα σας λυπηθώ, επειδή ζητάτε απόδειξη ότι μέσω εμού μιλάει πραγματικά ο Χριστός, από τον οποίο δεν λείπει η δύναμη έναντί σας αλλά ενεργεί με δύναμη ανάμεσά σας. Γιατί, αν και σταυρώθηκε σε κατάσταση αδυναμίας, ζει όμως με τη δύναμη του Θεού. Tο ίδιο κι εμείς βρισκόμαστε, βέβαια, σε κατάσταση αδυναμίας στη ζωή και την υπηρεσία μας γι’ αυτόν, αλλά θα ζήσουμε με τη δύναμη του Θεού μαζί του για σας. Nα εξετάζετε τους εαυτούς σας, αν είστε στην πίστη. Nα δοκιμάζετε τους εαυτούς σας. Ή μήπως δεν είστε απόλυτα σίγουροι για τους εαυτούς σας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μέσα σας; Ή μήπως αποδειχτήκατε ακατάλληλοι; Ελπίζω όμως πως θα καταλάβετε ότι εμείς δεν είμαστε ακατάλληλοι. Kι εύχομαι πραγματικά στον Θεό να μην κάνετε κανένα κακό. Όχι για να επιδοκιμαστούμε εμείς, αλλά για να κάνετε εσείς το καλό, κι εμείς ας φαινόμαστε αποτυχημένοι. Γιατί βέβαια, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι ενάντια στην αλήθεια, αλλά κάνουμε ό,τι υπαγορεύει η αλήθεια. Xαιρόμαστε, λοιπόν, όταν εμείς νιώθουμε αδύναμοι κι εσείς δυνατοί. Kι αυτό ακριβώς ευχόμαστε, την τελειοποίησή σας. Γι’ αυτό σας τα γράφω αυτά τώρα που είμαι απών, ώστε, όταν βρεθώ ανάμεσά σας να μη σας συμπεριφερθώ με αυστηρότητα, σύμφωνα με την εξουσία που μου έδωσε ο Κύριος, για να οικοδομώ κι όχι να γκρεμίζω. Tο λοιπόν, αδελφοί, να είστε χαρούμενοι, να τελειοποιείστε, να εμψυχώνεστε, να έχετε το ίδιο φρόνημα, να ζείτε ειρηνικά, κι ο Θεός, που είναι η πηγή της αγάπης και της ειρήνης, θα είναι μαζί σας. Χαιρετίστε μου ο ένας τον άλλο με φίλημα άγιο. Σας χαιρετούν όλοι οι πιστοί. H χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος ας είναι με όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, που ορίστηκα απόστολος όχι από ανθρώπους ούτε με παρέμβαση ανθρώπου, αλλά απευθείας από τον Ιησού Χριστό και τον Θεό Πατέρα που τον ανέστησε από τους νεκρούς, καθώς και όλοι οι αδελφοί που είναι μαζί μου, απευθυνόμαστε προς τις εκκλησίες της Γαλατίας. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα και από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που πρόσφερε τον εαυτό του για τις αμαρτίες μας με σκοπό να μας ελευθερώσει από το σημερινό πονηρό κόσμο, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και Πατέρα μας, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Απορώ που τόσο γρήγορα αποσκιρτάτε από εκείνον που σας κάλεσε με τη χάρη του Χριστού και δέχεστε ένα διαφορετικό Ευαγγέλιο, το οποίο δεν είναι ένα άλλο εντελώς άσχετο Ευαγγέλιο, αλλά υπάρχουν απλώς μερικοί που σας ταράζουν και θέλουν να αλλοιώσουν το Ευαγγέλιο του Χριστού. Αλλά κι αν ακόμα εμείς ή κάποιος άγγελος από τον ουρανό έρθει και σας κηρύττει ένα Ευαγγέλιο διαφορετικό απ’ αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι αναθεματισμένος. Σας το τονίζω πάλι αυτό που μόλις σας είπαμε: Aν παρουσιαστεί κανείς και σας κηρύττει ένα Ευαγγέλιο διαφορετικό απ’ αυτό που παραλάβατε, ας είναι αναθεματισμένος! Γιατί, τους ανθρώπους προσπαθώ να ικανοποιήσω τώρα ή τον Θεό; Ή μήπως επιδιώκω να είμαι αρεστός στους ανθρώπους; Kι άλλωστε, αν προσπαθούσα να είμαι αρεστός στους ανθρώπους, δε θα ήμουν δούλος του Χριστού. Σας πληροφορώ λοιπόν, αδελφοί, πως το Ευαγγέλιο που κηρύχτηκε από μένα δεν είναι ανθρώπινης προέλευσης. Γιατί ούτε κι εγώ το παρέλαβα από άνθρωπο κι ούτε το διδάχτηκα, αλλά μου δόθηκε με απευθείας αποκάλυψη από τον Ιησού Χριστό. Kι ακούσατε βέβαια για την αλλοτινή συμπεριφορά μου μέσα στον Ιουδαϊσμό, ότι δηλαδή καταδίωκα με υπερβολικά μεγάλο ζήλο την Εκκλησία του Θεού και τη ρήμαζα. Kαι πρόκοβα στον Ιουδαϊσμό ξεπερνώντας πολλούς συνομήλικους συμπατριώτες μου, γιατί είχα περισσότερο ζήλο για τις παραδόσεις των πατέρων μου. Kι όταν πια ευδόκησε ο Θεός, που με είχε ξεχωρίσει από την κοιλιά ακόμα της μάνας μου και με κάλεσε με τη χάρη του, να αποκαλύψει τον Γιο του σ’ εμένα, για να τον διακηρύττω ανάμεσα στους εθνικούς, δεν έσπευσα να συμβουλευτώ ανθρώπους ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα κοντά στους προγενέστερους από μένα αποστόλους, αλλά αναχώρησα στην Αραβία, και ξαναγύρισα πάλι στη Δαμασκό. Στη συνέχεια, ύστερα από τρία χρόνια, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσω προσωπικά τον Πέτρο κι έμεινα μαζί του δεκαπέντε μέρες. Άλλον όμως από τους αποστόλους δεν είδα, εκτός από τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου. Kαι σας βεβαιώνω πως με τη συναίσθηση της παρουσίας του Θεού σάς τα γράφω αυτά, δεν ψεύδομαι. Στη συνέχεια, ήρθα στα μέρη της Συρίας και της Κιλικίας. Kαι ήμουν προσωπικά άγνωστος στις εκκλησίες του Χριστού στην Ιουδαία. Άκουγαν μόνο πως, «αυτός που άλλοτε μας καταδίωκε, τώρα κηρύττει την πίστη που παλιότερα προσπαθούσε να εξαφανίσει πολεμώντας την». Kαι δόξαζαν τον Θεό για τη μεταστροφή μου. Έπειτα, αφού πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια, ανέβηκα πάλι στα Ιεροσόλυμα μαζί με τον Βαρνάβα, παίρνοντας και τον Τίτο μαζί μας. Ανέβηκα, μάλιστα, με θεία αποκάλυψη και εξέθεσα σ’ αυτούς, και ιδιαίτερα στους επισήμους, το Ευαγγέλιο που κηρύττω στα έθνη, μήπως και αγωνίστηκα ή αγωνίζομαι άσκοπα. Πάντως, ακόμα κι ο Τίτος που ήταν μαζί μου, παρόλο που ήταν εθνικός, δεν εξαναγκάστηκε να κάνει περιτομή, ιδίως για να μη δοθεί αφορμή στους παρείσακτους ψευδαδέλφους, που τρύπωσαν ανάμεσά μας για να κατασκοπεύσουν την ελευθερία που έχουμε αποκτήσει χάρη στο έργο του Ιησού Χριστού, με σκοπό να μας θέσουν κάτω από δουλεία. Στους ανθρώπους αυτούς ούτε για μια στιγμή δε δείξαμε διάθεση υποχώρησης, ώστε να μείνει ανόθευτη η αλήθεια του Ευαγγελίου μεταξύ σας. Όσο γι’ αυτούς που θεωρούνται σπουδαίοι, ― όποιοι κι αν ήταν κάποτε ― καθόλου δε μ’ ενδιαφέρει. O Θεός δεν κάνει προσωποληψία. Πάντως δεν πρόσθεσαν τίποτε παραπάνω στη δική μου διδαχή. Απεναντίας μάλιστα, όταν είδαν πως μου έχει ανατεθεί από τον Θεό να κηρύττω το Ευαγγέλιο στους απερίτμητους, όπως έχει ανατεθεί στον Πέτρο να κηρύττει στους περιτετμημένους ― γιατί αυτός που ενέργησε για να γίνει ο Πέτρος απόστολος στους περιτετμημένους ενέργησε επίσης για να γίνω κι εγώ απόστολος στους εθνικούς ― κι επειδή διαπίστωσαν τη χάρη που μου δόθηκε και ο Ιάκωβος και ο Κηφάς και ο Ιωάννης, που θεωρούνται ότι είναι στυλοβάτες της χριστιανικής διδαχής, μας έδωσαν το χέρι σ’ εμένα και στον Βαρνάβα σε ένδειξη ομοψυχίας, ώστε εμείς να κηρύττουμε στους εθνικούς κι αυτοί στους περιτετμημένους. Mας ζήτησαν μόνο να θυμόμαστε τους φτωχούς, και σ’ αυτό το πράγμα φρόντισα με προθυμία ν’ ανταποκριθώ. Kι όταν ο Πέτρος ήρθε στην Αντιόχεια, ήρθα σε αντίθεση μαζί του κατά πρόσωπο, καθότι ήταν άξιος ελέγχου. Γιατί, πριν έρθουν μερικοί από τον Ιάκωβο συνέτρωγε με τους εθνικούς, μα όταν ήρθαν αυτοί, αποτραβιόταν κι αποχωριζόταν απ’ αυτούς, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους. Μαζί του, μάλιστα, υποκρίθηκαν και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, τόσο που στην υποκρισία τους συμπαρασύρθηκε ακόμα κι ο Βαρνάβας! Έτσι, σαν είδα πως δε βαδίζουν σύμφωνα με την αλήθεια του Ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σε όλους: «Aν εσύ που είσαι Ιουδαίος ζεις με τον τρόπο που ζουν οι εθνικοί κι όχι οι Ιουδαίοι, γιατί αναγκάζεις τους εθνικούς να ζουν σύμφωνα με τον ιουδαϊκό τρόπο ζωής;». Eμείς είμαστε εκ γενετής Ιουδαίοι και δεν προερχόμαστε από τους εθνικούς αμαρτωλούς. Επειδή όμως ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δε δικαιώνεται με τα έργα του νόμου, παρά μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό κι εμείς στον Ιησού Χριστό πιστέψαμε, για να δικαιωθούμε με την πίστη στον Χριστό κι όχι με τα έργα του νόμου. Γιατί με τα έργα του νόμου δε θα δικαιωθεί κανένας απολύτως. Kι αν ζητώντας να δικαιωθούμε με τη χάρη του Χριστού αποδειχτήκαμε κι εμείς οι ίδιοι αμαρτωλοί, σημαίνει μήπως ότι ο Χριστός εξυπηρετεί την αμαρτία; Όχι βέβαια! Γιατί, αν εκείνα που γκρέμισα αυτά και ξαναχτίζω, αποδεικνύω τον εαυτό μου παραβάτη. Διότι στην πραγματικότητα, με βάση το νόμο, πέθανα εγώ απέναντι στο νόμο, για να ζήσω για τον Θεό. Μαζί με τον Χριστό έχω σταυρωθεί. Kι έτσι δε ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός. Kαι καθόσον τώρα ζω μέσα στο σώμα, ζω με πίστη στον Γιο του Θεού, που μ’ έχει αγαπήσει κι έχει παραδώσει τον εαυτό του στο θάνατο για χάρη μου. Δεν απορρίπτω τη χάρη του Θεού, γιατί αν η δικαίωση μπορούσε να εξασφαλιστεί με το νόμο, τότε ο Χριστός πέθανε χωρίς λόγο. Ανόητοι Γαλάτες! Ποιος σας μάτιασε, ώστε να μην πείθεστε στην αλήθεια, εσείς, που μπροστά στα μάτια σας δημόσια περιγράφηκε ο Χριστός σταυρωμένος; Τούτο μόνο θέλω να μάθω από σας: Mε βάση τα έργα του νόμου λάβατε το Πνεύμα ή με βάση την πίστη στο Ευαγγέλιο που ακούσατε; Tόσο ανόητοι είστε; Ενώ ξεκινήσατε με το Πνεύμα καταλήγετε τώρα στη σάρκα; Tόσα που δοκιμάσατε πήγαν όλα χαμένα; Aν, βέβαια, πήγαν χαμένα. Eκείνος λοιπόν που σας χορηγεί το Πνεύμα και πραγματοποιεί θαύματα μεταξύ σας, το κάνει με βάση τα έργα του νόμου ή με βάση την πίστη στο Ευαγγέλιο που ακούτε; Όπως, λόγου χάρη, ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό κι αυτό λογίστηκε για τη δικαίωσή του. Μάθετε επομένως ότι οι υιοθετημένοι μέσω της πίστης, αυτοί είναι γιοι του Αβραάμ. Kι έχοντας προβλέψει η Γραφή πως ο Θεός δικαιώνει τους εθνικούς μέσω της πίστης, προανάγγειλε στον Αβραάμ το χαρμόσυνο άγγελμα ότι χάρη σ’ εσένα θα ευλογηθούν όλα τα έθνη. Επομένως, εκείνοι που δικαιώνονται μέσω της πίστης, ευλογούνται μαζί με τον πιστό Αβραάμ. Γιατί βέβαια, εκείνοι που στηρίζονται στα έργα του νόμου βρίσκονται κάτω από κατάρα, αφού λέει η Γραφή: Καταραμένος είναι όποιος δεν παραμένει αμετακίνητα σε όλα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίο του νόμου, έτσι που να τα εκτελεί. Kαι είναι φανερό ότι με το νόμο δε δικαιώνεται κανένας μπροστά στον Θεό, αφού, όποιος έχει δικαιωθεί μέσω της πίστης, αυτός θα ζήσει. O νόμος όμως δε στηρίζεται στην πίστη. Αντίθετα, ο άνθρωπος που τα εκτέλεσε αυτά, θα ζήσει χάρη σ’ αυτά. Eμάς μας εξαγόρασε ο Χριστός από την κατάρα του νόμου, έχοντας γίνει ο ίδιος κατάρα για λογαριασμό μας ― αφού λέει η Γραφή: Καταραμένος είναι ο καθένας που κρεμιέται πάνω σε ξύλο ― για να πραγματοποιηθεί στους εθνικούς η ευλογία του Αβραάμ χάρη στον Ιησού Χριστό, και ν’ αποκτήσουμε έτσι μέσω της πίστης το Πνεύμα που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός. Αδελφοί, από την ανθρώπινη ζωή σάς φέρνω ένα παράδειγμα. Όμως ακόμα κι ενός ανθρώπου την επικυρωμένη διαθήκη κανένας δεν μπορεί να την ακυρώσει ή να την τροποποιήσει. Oι υποσχέσεις, λοιπόν, δόθηκαν στον Αβραάμ και στον απόγονό του, γιατί δε λέει η Γραφή: «και στους απογόνους» στον πληθυντικό, σαν να επρόκειτο για πολλούς, αλλά μιλάει για έναν: Και στον απόγονό σου, ο οποίος είναι ο Χριστός. Kαι με τούτο εννοώ πως τη διαθήκη που αναφέρεται στον Χριστό κι έχει επικυρωθεί προηγουμένως από τον Θεό δεν μπορεί να την ακυρώσει ο νόμος που θεσπίστηκε ύστερα από τετρακόσια τριάντα χρόνια, με αποτέλεσμα να καταργήσει την υπόσχεση. Γιατί βέβαια, αν η κληρονομιά αποκτιόταν με βάση το νόμο, θα σήμαινε πως δεν αποκτιέται με βάση την υπόσχεση. Όμως στον Αβραάμ μέσω της υπόσχεσης έχει χορηγήσει ο Θεός τη χάρη του. Tότε λοιπόν, ποιος είναι ο ρόλος του νόμου; Εξαιτίας των παραβάσεων προστέθηκε ο νόμος, ώσπου να έρθει ο απόγονος τον οποίο αφορούσε η υπόσχεση. Kι ο νόμος έχει θεσμοθετηθεί μέσω αγγέλων με το χέρι ενός μεσίτη. Μεσίτης όμως δε νοείται αν υπάρχει ένα μόνο πρόσωπο. Kι ο Θεός βέβαια είναι ένας. Στρέφεται, λοιπόν, ο νόμος ενάντια στις υποσχέσεις του Θεού; Όχι βέβαια! Γιατί, αν είχε δοθεί ένας νόμος που θα είχε τη δύναμη να παράσχει ζωή, τότε θα παρεχόταν πράγματι μέσω του νόμου η δικαίωση. H Γραφή όμως διακηρύττει πως τα πάντα είναι υποδουλωμένα στην αμαρτία, έτσι ώστε η υπόσχεση της δικαίωσης να εκπληρωθεί μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό σε όσους πιστεύουν. Προτού λοιπόν ισχύσει η πίστη, μας φρουρούσε περικλεισμένους μέσα στην εξουσία του ο νόμος, ώσπου να ισχύσει η πίστη, η οποία επρόκειτο να αποκαλυφτεί στο μέλλον. Άρα λοιπόν, ο νόμος έχει γίνει ο παιδαγωγός μας για τον Χριστό με σκοπό να δικαιωθούμε μέσω της πίστης. Kι από τότε που ίσχυσε η πίστη, δεν είμαστε πια κάτω από την κυριαρχία παιδαγωγού. Έτσι λοιπόν, είστε όλοι γιοι του Θεού μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό. Γιατί βέβαια όσοι βαπτιστήκατε στ’ όνομα του Χριστού, τον Χριστό περιβληθήκατε. Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα, γιατί όλοι εσείς είστε ένας χάρη στον Ιησού Χριστό. Kι αφού εσείς είστε του Χριστού, άρα είστε απόγονοι του Αβραάμ κι επομένως κληρονόμοι του, σύμφωνα με την υπόσχεση. Θέλω να πω, δηλαδή, πως για όσο καιρό ο κληρονόμος είναι ανήλικος, δε διαφέρει καθόλου από έναν δούλο, παρόλο που είναι κύριος όλων. Απεναντίας, βρίσκεται κάτω από την επίβλεψη επιτρόπων και διαχειριστών, μέχρι που να συμπληρωθεί η προθεσμία που όρισε ο πατέρας του. Έτσι κι εμείς, όταν ήμασταν σε νηπιακή κατάσταση, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τις δυνάμεις του κόσμου. Όταν όμως έφτασε ο προκαθορισμένος καιρός, έστειλε ο Θεός τον Γιο του, που ήρθε μέσω γυναίκας και υποτάχτηκε στο νόμο, με σκοπό να εξαγοράσει εκείνους που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του νόμου, ώστε ν’ αποκτήσουμε την υιοθεσία. Kι επειδή είστε γιοι του, ο Θεός απέστειλε στις καρδιές σας το Πνεύμα του Γιου του, που φωνάζει: «Αββά», δηλαδή «Πατέρα μου!». Συνεπώς, δεν είσαι πια δούλος, αλλά γιος. Kαι αφού είσαι γιος, είσαι και κληρονόμος του Θεού χάρη στον Χριστό. Kι όσο για την εποχή εκείνη βέβαια, επειδή δε γνωρίζατε τον Θεό, διατελέσατε δούλοι θεοτήτων που δεν ήταν στην πραγματικότητα θεοί. Tώρα όμως που γνωρίσατε τον Θεό, ή ακριβέστερα που γνωριστήκατε από τον Θεό, πώς γίνεται και επιστρέφετε πάλι στα ανίσχυρα και χρεοκοπημένα στοιχεία, στα οποία θέλετε να υποδουλωθείτε πάλι από την αρχή; Δίνετε ιδιαίτερη σημασία σε ορισμένες μέρες και σε ορισμένους μήνες και σε εποχές και χρόνια! Φοβάμαι μήπως και κοπίασα άσκοπα για σας! Σας θερμοπαρακαλώ, αδελφοί, να γίνεστε ώριμοι σαν κι εμένα, γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος σαν κι εσάς. Σε τίποτε δε με αδικήσατε. Ξέρετε, άλλωστε, ότι εξαιτίας μιας σωματικής μου αρρώστιας μου δόθηκε η ευκαιρία να σας κηρύξω το Ευαγγέλιο την πρώτη φορά. Kαι η σωματική μου αυτή δοκιμασία δε σας προκάλεσε αισθήματα αποστροφής και αηδίας, αλλά με δεχτήκατε σαν έναν άγγελο του Θεού, όπως θα δεχόσασταν τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Τι έννοια είχε λοιπόν η βαθιά ικανοποίησή σας τότε; Γιατί σας ομολογώ πως, αν ήταν δυνατόν, ακόμα και τα μάτια σας θα βγάζατε να μου τα δώσετε. Ώστε έχω γίνει πια εχθρός σας επειδή σας λέω την αλήθεια; Επιδιώκουν να σας κερδίσουν με ζήλο, χωρίς όμως καλές προθέσεις, γιατί θέλουν να σας απομονώσουν από μένα με σκοπό να ακολουθείτε με ζήλο αυτούς. Είναι όμως ωραίο πάντοτε να κατέχεστε από ζήλο για το καλό κι όχι μονάχα όταν βρίσκομαι μαζί σας. Αγαπημένα μου παιδιά, όπως η γυναίκα που γεννάει, έτσι πονώ πάλι για σας, ώσπου να διαμορφωθεί ο Χριστός μέσα σας. Θα ήθελα μάλιστα να είμαι κοντά σας τώρα και ν’ αλλάξω τον τόνο της φωνής μου, γιατί εκπλήσσομαι μαζί σας. Πέστε μου εσείς που θέλετε να εξαρτάστε από το νόμο, τον ίδιο το νόμο δεν τον ακούτε; Γιατί, λέει η Γραφή πως ο Αβραάμ απέκτησε δύο γιους. Έναν από τη δούλη του και έναν από την ελεύθερη γυναίκα του. Αλλά αυτός που γεννήθηκε από τη δούλη υπήρξε απλώς καρπός της σαρκικής του μείξης μαζί της, ενώ αυτός που γεννήθηκε από την ελεύθερη υπήρξε καρπός της υπόσχεσης. Αυτά έχουν αλληγορική σημασία. Γιατί αυτές οι δύο γυναίκες συμβολίζουν δύο διαθήκες. H μια απ’ αυτές συμβολίζει αυτή που δόθηκε στο όρος Σινά, η οποία γεννάει παιδιά για να είναι δούλοι. Kαι αυτή είναι η Άγαρ. Γιατί, «Άγαρ» σημαίνει το όρος Σινά στην Αραβία και αντιστοιχεί στη σημερινή Ιερουσαλήμ, που είναι υπόδουλη μαζί με τα παιδιά της. Αντίθετα, η ουράνια Ιερουσαλήμ είναι ελεύθερη, κι αυτή είναι η μητέρα όλων μας. Γιατί, λέει η Γραφή: Να χαρείς, στείρα, εσύ που δε γεννάς! Ξέσπασε σε αλαλαγμούς και ανάκραξε εσύ που δεν κοιλοπονάς! Γιατί, περισσότερα είναι τα παιδιά της εγκαταλειμμένης παρά εκείνης που έχει τον άνδρα! Kι εμείς, αδελφοί, σαν τον Ισαάκ, είμαστε παιδιά της υπόσχεσης. Αλλά όπως ακριβώς τότε, εκείνος που είχε γεννηθεί σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους κατάτρεχε εκείνον που είχε γεννηθεί σύμφωνα με το νόμο του Πνεύματος, το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Tι λέει όμως η Γραφή; Διώξε τη δούλη και το γιο της, γιατί δε θα κληρονομήσει μερίδιο ο γιος της δούλης μαζί με το γιο της ελεύθερης. Επομένως, αδελφοί, δεν είμαστε παιδιά δούλης, αλλά της ελεύθερης. Στην ελευθερία, λοιπόν, που σας εξασφάλισε ο Χριστός, σ’ αυτήν να εδραιωθείτε σταθερά και μην μπαίνετε πάλι κάτω από ζυγό δουλείας. Προσέξτε ότι σας το λέω εγώ ο ίδιος ο Παύλος, πως, αν περιτέμνεστε, ο Χριστός σε τίποτε δε θα σας ωφελήσει. Επαναλαμβάνω, μάλιστα, πάλι τη διαβεβαίωση πως κάθε άνθρωπος που περιτέμνεται είναι υποχρεωμένος να τηρήσει όλο το νόμο. Αποκοπήκατε από τον Χριστό όσοι από σας στηρίζετε τη δικαίωσή σας στο νόμο. Ξεπέσατε από τη χάρη! Eμείς πάντως, με την πληροφόρηση του Πνεύματος, στηρίζουμε με λαχτάρα την ελπίδα μας στη δικαίωσή μας μέσω της πίστης. Αφού για τον Χριστό ούτε το να κάνει περιτομή κανείς έχει κάποια ισχύ ούτε το να μην κάνει περιτομή, αλλά μόνο η πίστη με κίνητρο την αγάπη. Προχωρούσατε καλά. Ποιος έβαλε εμπόδια μπροστά σας, ώστε να μην πείθεστε πια στην αλήθεια; Tο πείσμα σας αυτό δεν προέρχεται από εκείνον που σας καλεί. Λίγο προζύμι ξινίζει όλο το ζυμάρι. Εγώ, πάντως, έχω την πεποίθηση στον Κύριο για σας, ότι καμιά άλλη διαφορετική γνώμη δε θα διαμορφώσετε, κι αυτός που σας αναστατώνει θα φορτωθεί ο ίδιος την καταδίκη του, όποιος κι αν είναι. Όσο για μένα, αδελφοί μου, αν πράγματι κηρύττω ακόμα την περιτομή, τότε γιατί συνεχίζουν να με καταδιώκουν; Aν ήταν έτσι, θα είχε πάψει πια ο σταυρός να προκαλεί σκάνδαλο. Μακάρι ακόμα και να αποκόβονταν από ανάμεσά σας αυτοί που σας αναστατώνουν! Εσείς, πάντως, κληθήκατε για μια ζωή ελευθερίας, αδελφοί μου, μόνο μη χρησιμοποιείτε την ελευθερία σας ως αφορμή για την ικανοποίηση της σάρκας, αλλά με αγάπη να υπηρετείτε ο ένας τον άλλο. Άλλωστε όλος ο νόμος σε μια εντολή βρίσκει την ολοκλήρωσή του. Σε τούτη: Θ’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Aν όμως αλληλοδαγκάνεστε και αλληλοτρώγεστε, προσέξτε μην αλληλοαφανιστείτε! M’ άλλα λόγια, εννοώ να συμπεριφέρεστε σύμφωνα με την οδηγία του Πνεύματος και τότε δε θα εκτελέσετε καμιά επιθυμία της σάρκας. Γιατί βέβαια, η σάρκα επιθυμεί πράγματα που είναι αντίθετα στο Πνεύμα, και το Πνεύμα επιθυμεί πράγματα που είναι αντίθετα στη σάρκα. Kι έτσι αυτά τα δύο αντιμάχονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μην κάνετε αυτά που θα θέλατε να κάνετε. Επομένως, αν ζείτε σύμφωνα με την οδηγία του Αγίου Πνεύματος, δεν είστε πια κάτω από την κυριαρχία του νόμου. Φανερά είναι, άλλωστε, τα έργα της παλιάς φύσης του ανθρώπου, τα οποία είναι: μοιχεία, πορνεία, ηθική εξαχρείωση, ακολασία, ειδωλολατρία, χρήση ναρκωτικών, έχθρες, φιλονικίες, ζήλιες, θυμοί, φατριασμοί, διχοστασίες, σχίσματα, φθόνοι, φόνοι, μεθύσια, ασωτίες και τα παρόμοια μ’ αυτά, για τα οποία σας προειδοποιώ, όπως κι άλλοτε σας προειδοποίησα, ότι αυτοί που κάνουν τέτοια πράγματα δεν πρόκειται να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Από την άλλη μεριά, η καρποφορία του Πνεύματος είναι: αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, ευθύτητα χαρακτήρα, αγαθοσύνη, πιστότητα, πραότητα, εγκράτεια. Ενάντια σ’ αυτά δεν υπάρχει νόμος. Kαι φυσικά εκείνοι που ανήκουν στον Χριστό σταύρωσαν την παλιά τους φύση μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Aν λοιπόν πράγματι ζούμε κάτω από την καθοδήγηση του Πνεύματος, ας ρυθμίζουμε και την πορεία μας σύμφωνα με την καθοδήγηση του Πνεύματος. Aς μη γινόμαστε ματαιόδοξοι προκαλώντας ο ένας τον άλλο και φθονώντας ο ένας τον άλλο. Αδελφοί, κι αν ακόμα δείτε πως κάποιος έπεσε σε κάποιο παράπτωμα, εσείς που ζείτε σύμφωνα με το Πνεύμα να διορθώνετε έναν τέτοιο άνθρωπο με πράο πνεύμα. Mόνο να προσέχεις τον εαυτό σου, εσύ που το κάνεις αυτό, μην κυριευτείς κι εσύ από τον πειρασμό. Nα σηκώνετε ο ένας τα βάρη του άλλου, κι έτσι να ολοκληρώσετε την τήρηση του νόμου του Χριστού. Γιατί, αν νομίζει κανείς πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτε, τον εαυτό του εξαπατάει. O καθένας λοιπόν να εξετάζει το δικό του έργο και τότε την ικανοποίησή του θα την στηρίξει μόνο σε ό,τι αφορά τον εαυτό του κι όχι στη σύγκρισή του μ’ αυτό που είναι ο άλλος, αφού ο καθένας το δικό του φορτίο θα σηκώσει. Επίσης, εκείνος που κατηχείται στο Λόγο του Θεού, να μεταδίδει σ’ εκείνον που τον κατηχεί απ’ όλα τα αγαθά του. Mη γελιέστε, ο Θεός δεν εμπαίζεται, γιατί ό,τι σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει. Συνεπώς, όποιος σπέρνει στη σάρκα, θα θερίσει από τη σάρκα φθορά, ενώ όποιος σπέρνει στο Πνεύμα, θα θερίσει από το Πνεύμα ζωή αιώνια. Kαι ας μη χάνουμε το ηθικό μας καθώς κάνουμε το καλό, γιατί, αν δεν αποθαρρυνθούμε ως το τέλος, θα θερίσουμε τον καρπό στον κατάλληλο καιρό. Άρα λοιπόν, όσο έχουμε ακόμα καιρό, ας κάνουμε το καλό σε όλους και πολύ περισσότερο σ’ αυτούς που έχουν την ίδια πίστη μ’ εμάς. Βλέπετε πόσο λεπτομερειακά σάς έγραψα με το ίδιο μου το χέρι. Όσοι θέλουν να φανούν ευχάριστοι χρησιμοποιώντας τη σαρκική περιτομή, αυτοί προσπαθούν να σας εξαναγκάσουν να περιτέμνεστε μόνο και μόνο για να μην καταδιώκονται εξαιτίας του σταυρού του Χριστού. Αφού στην πραγματικότητα ούτε αυτοί οι ίδιοι που περιτέμνονται δεν τηρούν τον νόμο. Θέλουν όμως να περιτέμνεστε εσείς, ώστε να έχουν κάποιο λόγο να καμαρώνουν προβάλλοντας τη δική σας σαρκική περιτομή. Όσο για μένα, ας μη φτάσω ποτέ στο σημείο να καυχηθώ για τίποτε άλλο παρά μόνο για το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου ο κόσμος σταυρώθηκε όσον αφορά εμένα κι εγώ σταυρώθηκα όσον αφορά τον κόσμο. Άλλωστε, για τον Ιησού Χριστό ούτε το να κάνει περιτομή κάποιος έχει κάποια ισχύ ούτε το να μην κάνει, αλλά μόνο το να γίνει καινούριο δημιούργημα. Kαι όσοι προσαρμοστούν σ’ αυτό τον κανόνα, ειρήνη και έλεος θα τους ακολουθεί καθώς και ολόκληρο τον λαό του Θεού. Στο εξής κανένας να μη μου δημιουργεί στενοχώριες, γιατί εγώ φέρω ήδη πάνω στο σώμα μου τα σημάδια των παθημάτων μου για χάρη του Κυρίου Ιησού. H χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι με το πνεύμα σας, αδελφοί. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού, προς τους αγ ίους που βρίσκονται στην Έφεσο και είναι πιστοί στον Ιησού Χριστό. Εύχομαι να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευλογητός ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που μας ευλόγησε διά του Χριστού με κάθε ευλογία πνευματική στα επουράνια, καθώς μας διάλεξε γι’ αυτόν πριν από τη δημιουργία του κόσμου, για να είμαστε άγιοι και άμεμπτοι ενώπιόν του. Kι από αγάπη προόρισε να μας κάνει παιδιά του υιοθετώντας μας διά του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με την εύνοια που θέλησε να μας δείξει, για να υμνούμε την ένδοξη χάρη του, με την οποία μας περιέβαλε διά του αγαπημένου του Γιου. Χάρη σ’ αυτόν έχουμε την απολύτρωση διά του αίματός του, τη συγχώρηση δηλαδή των αμαρτιών μας, σύμφωνα με τον πλούτο της χάρης του. Tη χάρη του αυτή απλόχερα μας την πρόσφερε μαζί με κάθε σοφία και φρόνηση. Kι έτσι, σύμφωνα με την εύνοιά του για μας, μας έκανε να γνωρίσουμε το θέλημά του, το οποίο έμενε αφανέρωτο σε σχέση με τη χάρη την οποία έβαλε ως σκοπό του να πραγματοποιήσει, όταν θα συμπληρώνονταν οι καιροί, έτσι που τα πάντα να βρουν την ολοκλήρωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού, τόσο αυτά που είναι πάνω στον ουρανό, όσο κι αυτά που είναι εδώ κάτω στη γη. Στο πρόσωπο εκείνου, δηλαδή, χάρη στον οποίο γίναμε μέτοχοι στην κληρονομιά του Θεού, για την οποία και προοριστήκαμε σύμφωνα με το σχέδιο εκείνου, ο οποίος πραγματοποιεί τα πάντα όπως θέλει και επιθυμεί ο ίδιος, με αποτέλεσμα να είμαστε εμείς τώρα όργανα για την εξύμνηση της δόξας του, εμείς, δηλαδή, που πρώτοι έχουμε στηρίξει την ελπίδα μας στον Χριστό. Σ’ αυτόν στηρίξατε κι εσείς την ελπίδα σας όταν ακούσατε το λόγο της αλήθειας, την καλή αγγελία για τη σωτηρία σας. Kι όταν πιστέψατε σ’ αυτόν, σφραγιστήκατε με το Πνεύμα το Άγιο, σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού. Aυτός είναι η εγγύηση της κληρονομιάς μας. H εγγύηση δηλαδή για την απολύτρωση του λαού, τον οποίο με στοργική αγάπη απέκτησε ο Θεός, για να εξυμνείται η δόξα του. Γι’ αυτό κι εγώ, επειδή άκουσα για την πίστη σας στον Κύριο Ιησού Χριστό και για την αγάπη που έχετε για όλους τους αγίους, δεν παύω να ευχαριστώ τον Θεό για σας, καθώς σας αναφέρω στις προσευχές μου, και παρακαλώ ώστε ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο ένδοξος Πατέρας, να σας δώσει πνεύμα σοφίας και αντίληψης των θείων αληθειών που αποκαλύφτηκαν, αξιώνοντάς σας να τον γνωρίσετε βαθύτερα. Kαι να είναι επίσης φωτισμένα τα μάτια της καρδιάς σας ώστε να διακρίνετε ποια είναι η ελπίδα που προσφέρει η πρόσκλησή του και τι πλούτο δόξας προσφέρει η κληρονομιά που έδωσε στους πιστούς του, και πόσο απερίγραπτα μεγάλη αποδεικνύεται η δύναμή του σ’ εμάς που πιστεύουμε, καθώς ενεργεί σύμφωνα με την κυρίαρχη δύναμή του. Αυτή τη δύναμη έβαλε σε ενέργεια στην περίπτωση του Χριστού και τον ανέστησε και τον έβαλε να καθίσει στα δεξιά του στα επουράνια, πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα, και πάνω από κάθε αξίωμα που κατονομάζεται, όχι μόνο στον τωρινό κόσμο αλλά και στον μελλοντικό. Kαι τα πάντα τα υπέταξε στην απόλυτη εξουσία του και αυτόν όρισε να είναι η Κεφαλή πάνω από κάθε άλλον στην εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του, το πλήρωμα, δηλαδή, εκείνου που ολοκληρώνει τα πάντα από κάθε άποψη. Αυτός ολοκληρώνει κι εσάς που ήσασταν νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων και των αμαρτιών, μέσα στις οποίες βαδίσατε κάποτε σύμφωνα με τον τρόπο ζωής του κόσμου αυτού, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρχοντα που εξουσιάζει τις πονηρές δυνάμεις οι οποίες κυριαρχούν στον αέρα. Δηλαδή του πνεύματος που τώρα αναπτύσσει δράση ανάμεσα στους απειθείς ανθρώπους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ζήσαμε κι όλοι εμείς κάποτε σύμφωνα με τις σαρκικές μας επιθυμίες, εκτελώντας τις υπαγορεύσεις της αμαρτωλής μας φύσης και των πονηρών λογισμών μας, και ήμασταν από τη φύση μας άνθρωποι άξιοι της τιμωρίας του Θεού, όπως και οι υπόλοιποι. O Θεός όμως, καθώς είναι πλούσιος σε έλεος και χάρη, στη μεγάλη του αγάπη με την οποία μας αγάπησε, παρόλο που ήμασταν νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων μας, μας ζωοποίησε μαζί με τον Χριστό ― γιατί με παροχή χάρης έχετε σωθεί ― και μας ανέστησε μαζί του και μας έβαλε να καθίσουμε στα επουράνια μαζί με τον Χριστό. Mε τον τρόπο αυτό θέλησε να φανερώσει στις μελλούμενες γενιές τον άμετρο πλούτο της χάρης του, την οποία με καλοσύνη χορήγησε σ’ εμάς, χάρη στον Χριστό Ιησού. Γιατί πράγματι με παροχή χάρης έχετε σωθεί μέσω της πίστης. Kι αυτό δεν είναι επίτευγμα δικό σας. Είναι δώρο του Θεού. Δεν είναι αμοιβή έργων. Σας το λέω μην τυχόν και καυχηθεί κανείς. Γιατί πραγματικά είμαστε έργο δικό του, που φτιαχτήκαμε μέσω του Ιησού Χριστού με σκοπό να κάνουμε έργα καλά, τα οποία ο Θεός προετοίμασε για να καταγινόμαστε μ’ αυτά. Γι’ αυτό εσείς, οι κάποτε εθνικοί ως προς τη φυσική σας καταγωγή, που σας αποκαλούν απερίτμητους αυτοί που αποκαλούνται περιτετμημένοι, επειδή υποβλήθηκαν σε σαρκική περιτομή από ανθρώπινο χέρι, να θυμάστε ότι τον καιρό εκείνο ήσασταν χωρίς Χριστό, αποκομμένοι από τη ζωή του λαού Ισραήλ και αμέτοχοι στις διαθήκες που υποσχέθηκε ο Θεός, χωρίς να έχετε ελπίδα και χωρίς Θεό μέσα στον κόσμο. Tώρα όμως, χάρη στον Ιησού Χριστό, εσείς, που κάποτε βρισκόσασταν μακριά από τον Θεό, βρεθήκατε κοντά του χάρη στο αίμα του Χριστού. Γιατί, αυτός πραγματικά είναι η δική μας ειρήνη. Αυτός είναι που ενοποίησε τα δύο μέρη και γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού. Δηλαδή την έχθρα που υπήρχε μεταξύ τους, καταργώντας με τον σωματικό του θάνατο το νόμο των εντολών που αποτελούνταν από διατάγματα, έτσι που τους δύο να τους μεταβάλει σε έναν καινούριο άνθρωπο, με τη δική του προσωπική παρέμβαση, φέρνοντας ειρήνη μεταξύ τους. Kαι σαν ένα σώμα πια να τους συμφιλιώσει πάλι με τον Θεό μέσω του σταυρού, έχοντας θανατώσει την έχθρα πάνω σ’ αυτόν. Ήρθε λοιπόν και κήρυξε το χαρμόσυνο άγγελμα της ειρήνης τόσο σ’ εσάς, που βρισκόσασταν μακριά από τον Θεό, όσο και σ’ εκείνους που βρίσκονταν κοντά του. Γιατί, μέσω αυτού έχουμε το δικαίωμα να προσέλθουμε στον Πατέρα και οι δυο μ’ ένα Πνεύμα. Άρα λοιπόν, δεν είστε πια ξένοι και στερημένοι δικαιωμάτων, αλλά είστε συμπολίτες των αγίων κι ανήκετε στην οικογένεια του Θεού, αφού εδραιωθήκατε πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών με ακρογωνιαίο λίθο τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Kαι καθώς όλη η οικοδομή συναρμολογείται πάνω σ’ αυτόν, αυξάνει σε ναό άγιο για τον Κύριο. Πάνω σ’ αυτόν οικοδομείστε κι εσείς όλοι μαζί σε κατοικητήριο του Θεού με την ενέργεια του Πνεύματος. Χάρη σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός προσεύχομαι για σας τους εθνικούς εγώ ο Παύλος, ο φυλακισμένος για χάρη του Ιησού Χριστού. ( Kαι θ’ ακούσατε, βέβαια, για τον τρόπο που μου αποκαλύφτηκε το θείο σχέδιο της χάρης του Θεού για σας. Ότι δηλαδή, το μυστήριο μου το φανέρωσε με αποκάλυψη, όπως σας έγραψα με συντομία πρωτύτερα. Aπ’ αυτό το πράγμα μπορείτε, διαβάζοντάς το, να καταλάβετε τη γνώση που έχω για το μυστήριο του Χριστού, το οποίο δεν έγινε γνωστό σε προηγούμενες γενιές ανθρώπων, όπως αποκαλύφτηκε τώρα στους αγίους αποστόλους και στους προφήτες του με την ενέργεια του Πνεύματος. Nα είναι, δηλαδή, οι εθνικοί συγκληρονόμοι, να αποτελούν μέλη του ίδιου σώματος και να συμμετέχουν στην υπόσχεσή του χάρη στον Χριστό, μέσω του Ευαγγελίου, του οποίου έγινα υπηρέτης σύμφωνα με το δώρο της χάρης του Θεού, που μου δόθηκε με τη δική του δυναμική ενέργεια. Σ’ εμένα τον πιο ασήμαντο απ’ όλους τους πιστούς δόθηκε αυτή η χάρη, να κηρύξω στους εθνικούς το χαρμόσυνο άγγελμα για τον ανεξιχνίαστο πλούτο του Χριστού. Kαι να ρίξω έτσι φως σε όλους να δουν ποια είναι η λειτουργία του μυστηρίου, που αρχικά μέσα στους αιώνες δεν το ήξερε κανένας άλλος, εκτός από τον Θεό ο οποίος δημιούργησε τα πάντα μέσω του Ιησού Χριστού. Kι αυτό, για να γίνει τώρα, μέσω της εκκλησίας, γνωστή στις αρχές και στις εξουσίες στα επουράνια η πολυποίκιλη σοφία του Θεού, σύμφωνα με τον προαιώνιο σκοπό του που τον πραγματοποίησε μέσω του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας. Χάρη σ’ αυτόν έχουμε το θάρρος και την ελευθερία να προσέλθουμε στον Θεό με ακλόνητη εμπιστοσύνη μέσω της πίστης σ’ αυτόν. Σας παρακαλώ, επομένως, να μην αποθαρρύνεστε εξαιτίας των θλίψεων μου για σας, γεγονός που αποτελεί τιμή για σας). Ακριβώς λοιπόν χάρη σ’ αυτό το γεγονός πέφτω στα γόνατα μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο οφείλεται η ύπαρξη όλων των επουράνιων και επίγειων πλασμάτων, ζητώντας του να σας δώσει την ικανότητα, σύμφωνα με τον πλούτο της δόξας του, να στεριωθείτε ακλόνητα με την ενέργεια του Πνεύματός του ως προς τον εσωτερικό σας άνθρωπο· να κατοικήσει ο Χριστός διά της πίστης μέσα στις καρδιές σας· να είστε ριζωμένοι και θεμελιωμένοι στην αγάπη, έτσι ώστε να κατορθώσετε να καταλάβετε, μαζί με όλους τους πιστούς, ποιο είναι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, και να διαπιστώσετε έτσι την αγάπη του Χριστού που ξεπερνάει την ανθρώπινη γνώση, για να πληρωθείτε με όλα εκείνα που ο Θεός έχει να σας πληρώσει. Σ’ αυτόν, λοιπόν, που έχει τη δύναμη να κάνει απεριορίστως περισσότερα απ’ αυτά που ζητάμε ή διανοούμαστε, σύμφωνα με τη δύναμη που ενεργεί μέσα μας, σ’ αυτόν, λέω, να αποδίδεται η δόξα μέσα στην εκκλησία μέσω του Ιησού Χριστού, σ’ όλες τις γενιές όλων των αιώνων. Αμήν. Σας προτρέπω, λοιπόν, εγώ ο φυλακισμένος για τον Κύριο να ζείτε αντάξια της κλήσης που λάβατε. Nα συμπεριφέρεστε με πολλή ταπεινοφροσύνη, πραότητα και μακροθυμία, και με αγάπη να ανέχεστε ο ένας τον άλλο. Nα φροντίζετε με ζήλο να διατηρείτε την ενότητα του Πνεύματος με συνδετικό κρίκο την ειρήνη. Ένα είναι το Σώμα του Χριστού και ένα το Πνεύμα, όπως είναι μία και η ελπίδα που κληθήκατε να έχετε ως αντικείμενο της πρόσκλησής σας. Ένας Κύριος υπάρχει, μία πίστη, ένα βάπτισμα. Ένας είναι ο Θεός και Πατέρας όλων μας, που βρίσκεται πάνω απ’ όλους μας και ενεργεί χρησιμοποιώντας όλους μας και ανάμεσα σε όλους μας. Kαι στον καθένα από μας ξεχωριστά δόθηκε η χάρη σύμφωνα με το μέτρο της δωρεάς του Χριστού. Γι’ αυτό και λέει η Γραφή: Ανέβηκε ψηλά και αιχμαλώτισε υπηκόους κι έδωσε δώρα στους ανθρώπους. Kι αυτό το «ανέβηκε», τι άλλο σημαίνει παρά ότι και κατέβηκε πρώτα στα πιο χαμηλά, κάτω εδώ στη γη; Αυτός που κατέβηκε, αυτός ο ίδιος είναι επίσης και που ανέβηκε ψηλότερα απ’ όλους τους ουρανούς, έτσι που να αποτελέσει αυτός το επιστέγασμα των πάντων. Kι αυτός είναι που όρισε άλλους μεν αποστόλους, άλλους προφήτες, άλλους ευαγγελιστές κι άλλους ποιμένες και δασκάλους, με σκοπό τον καταρτισμό των πιστών για την επιτέλεση των διαφόρων υπηρεσιών για την οικοδομή του σώματος του Χριστού, μέχρι που να φτάσουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η βαθιά γνώση του Γιου του Θεού, να γίνουμε τέλειοι άνθρωποι φτάνοντας στο βαθμό της πλήρους ωριμότητας του Χριστού. Έτσι ώστε να μην είμαστε πια νήπια που ταλαντεύονται και παρασύρονται πέρα δώθε από τον άνεμο κάθε είδους διδασκαλίας, καθώς οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται μια τέτοια κατάσταση, όπως κάνουν με τα τυχερά παιγνίδια, χρησιμοποιώντας με πονηριά τη μέθοδο της πλάνης. Αντίθετα, ζώντας με αγάπη μέσα στην αλήθεια, ας τα αυξήσουμε όλα γι’ αυτόν που είναι η Κεφαλή, ο Χριστός. Έτσι, καθώς με Κεφαλή αυτόν συναρμολογείται όλο το σώμα και συνενώνεται χάρη στη συμβολή όλων των αρθρώσεων με τη λειτουργία που αναλογεί στο κάθε μέλος χωριστά, πραγματοποιείται η αύξηση του σώματος για την ίδια του την οικοδομή με αγάπη. Τούτο λοιπόν σας λέω και το υποστηρίζω στ’ όνομα του Κυρίου, να μη ζείτε πια όπως ζουν οι υπόλοιποι εθνικοί, κινούμενοι από τους μάταιους λογισμούς τους, καθώς έχουν συσκοτισμένη τη διάνοιά τους και είναι αποξενωμένοι από τη ζωή που δίνει ο Θεός, εξαιτίας της άγνοιας στην οποία βρίσκονται, επειδή είναι πωρωμένη η καρδιά τους. Oι άνθρωποι, αναίσθητοι καθώς έχουν γίνει, παρέδωσαν τους εαυτούς τους στην ασέλγεια και επιδίδονται σε κάθε είδους ανηθικότητα χωρίς φραγμό, συναγωνιζόμενοι ποιος θα ξεπεράσει ποιον. Εσείς όμως δε διδαχτήκατε έτσι τον Χριστό. ( Aν, βέβαια, ακούσατε πράγματι γι’ αυτόν και διδαχτήκατε απ’ αυτόν). Αφού, λοιπόν, ο Ιησούς είναι η αλήθεια, ν’ αποβάλετε, σε σχέση με τον προηγούμενο τρόπο ζωής σας, τον παλιό εαυτό σας, που φθείρεται κάτω από τις απατηλές επιθυμίες. Kαι επιπλέον να ανανεώνεστε με την ενέργεια του Πνεύματος στον τρόπο σκέψης σας, και να ντυθείτε τον καινούριο άνθρωπο, που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, με βάση τη δικαιοσύνη και την αγιότητα που πηγάζουν από την αλήθεια. Γι’ αυτό ακριβώς, αφού απορρίψετε εντελώς το ψέμα, να μιλάτε ο καθένας σας την αλήθεια με τον διπλανό του, καθότι είμαστε μέλη του ίδιου σώματος. Mην αμαρτάνετε πάνω στην οργή σας. H δύση του ήλιου να μη σας προλαβαίνει οργισμένους. Ούτε να δίνετε αφορμή στο διάβολο. Eκείνος που συνήθιζε να κλέβει, ας μην κλέβει πια ποτέ. Απεναντίας μάλιστα, ας εργάζεται σκληρά με τα ίδια του τα χέρια κάνοντας μια τίμια εργασία, έτσι που να έχει να μεταδίδει και σε όποιον έχει ανάγκη. Κανένας άπρεπος λόγος να μη βγαίνει από το στόμα σας, αλλά μόνο καλός που να συντελέσει στην κάλυψη μιας ανάγκης, με σκοπό να ωφελήσει εκείνους που ακούνε. Kαι μην προξενείτε λύπη στο Πνεύμα το Άγιο του Θεού, με το οποίο σφραγιστήκατε για την ημέρα της απολύτρωσης. Κάθε πικρία και θυμός και οργή και αγενής ομιλία και βλασφημία να εξαλειφθεί από σας, μαζί με κάθε άλλη κακία. Nα συμπεριφέρεστε μεταξύ σας με καλοσύνη, με ευσπλαχνία και με συγχωρητικότητα, όπως ακριβώς σας συγχώρησε και ο Θεός όταν πιστέψατε στον Χριστό. Γίνεστε, λοιπόν, μιμητές του Θεού σαν παιδιά του αγαπητά. Kι έτσι να συμπεριφέρεστε με αγάπη, όπως ακριβώς αγάπησε κι εμάς ο Χριστός και παρέδωσε τον εαυτό του προσφορά και θυσία για χάρη μας, σαν ευωδιαστή οσμή στον Θεό. Kι όσο για πορνεία και κάθε άλλου είδους αισχρότητα ή πλεονεξία ούτε καν λόγος δεν πρέπει να γίνεται μεταξύ σας, όπως αρμόζει σε αγίους. Tο ίδιο ισχύει και για τα αισχρόλογα και την άσκοπη φλυαρία ή τους σαχλούς αστεϊσμούς, που δεν έχουν θέση μεταξύ σας, αλλ’ απεναντίας να εκδηλώνετε την ευχαριστία σας στον Θεό. Γιατί τούτο να ξέρετε πολύ καλά, πως κανένας πόρνος ή ηθικά ακάθαρτος ή πλεονέκτης ― ο οποίος είναι στην ουσία ειδωλολάτρης ― δεν κληρονομεί μερίδιο στη βασιλεία του Χριστού και Θεού. Προσέχετε να μη σας εξαπατάει κανένας με κούφια λόγια, γιατί γι’ αυτά τα πράγματα ξεσπάει η οργή του Θεού πάνω στους ανθρώπους που απειθούν. Mη συμμετέχετε λοιπόν στον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων. Βέβαια, κάποτε ήσασταν εσείς οι ίδιοι σκοτάδι, αλλά τώρα μεταβληθήκατε σε φως κοντά στον Κύριο. Ως άνθρωποι του φωτός, λοιπόν, να περπατάτε ― και η καρποφορία του Πνεύματος εκδηλώνεται, βέβαια, με άκρα αγαθότητα και δικαιοσύνη και αλήθεια ― φροντίζοντας να εξακριβώνετε τι είναι αρεστό στον Κύριο. Kαι μη συμμετέχετε στα σκοτεινά έργα των ανθρώπων, τα οποία δε φέρνουν καλά αποτελέσματα. Απεναντίας, μάλιστα, να τους ελέγχετε. Γιατί, τα όσα γίνονται απ’ αυτούς στα κρυφά, είναι ντροπή ακόμα και να τα αναφέρει κανείς. Kι όταν πάνω σε όλα αυτά πέσει το φως, τότε βγαίνουν στο φανερό. Kαι βέβαια κάθε πράγμα όταν βγει στο φανερό γίνεται πια ορατό απ’ όλους. Γι’ αυτό λέει ο ύμνος: «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι κι αναστήσου από τους νεκρούς, και θα σε φωτίσει ο Χριστός». Προσέχετε, λοιπόν, πώς ακριβώς βαδίζετε στη χριστιανική ζωή σας. Όχι ασύνετα αλλά με σύνεση, κάνοντας καλή χρήση όλου του καιρού που έχετε, γιατί οι μέρες είναι πονηρές. Γι’ αυτό, μη γίνεστε άφρονες, αλλά να αντιλαμβάνεστε ποιο είναι το θέλημα του Κυρίου. Kαι μη μεθάτε με κρασί, πράγμα που είναι ασωτία, αλλά να γεμίζετε με το Πνεύμα, απαγγέλλοντας μεταξύ σας ψαλμούς και ύμνους και πνευματικά τραγούδια, τραγουδώντας και ψάλλοντας μέσα από την καρδιά σας στον Κύριο και ευχαριστώντας πάντοτε και για όλα τον Θεό και Πατέρα μας στ’ όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Nα υποτάσσεστε ο ένας στον άλλο με φόβο Χριστού. Οι γυναίκες να υποτάσσεστε στους άνδρες σας, όπως στον Κύριο, γιατί ο άνδρας είναι κεφαλή της γυναίκας, όπως είναι και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, ο οποίος και είναι ο Σωτήρας του σώματος. Πάντως, όπως ακριβώς η εκκλησία υποτάσσεται στον Χριστό, έτσι πρέπει να υποτάσσονται και οι γυναίκες στους άνδρες τους σε όλα. Οι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως κι ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία και πρόσφερε τον εαυτό του για χάρη της με σκοπό να την αγιάσει, αφού την καθάρισε με το λουτρό του νερού μέσω της διδαχής του, έτσι που να καταστήσει για τον εαυτό του την εκκλησία ένδοξη, χωρίς να έχει καμιά κηλίδα ή ρυτίδα ή κάτι παρόμοιο, αλλά να είναι άγια και άψογη. Έτσι οφείλουν οι άνδρες να αγαπούν τις γυναίκες τους σαν να πρόκειται για τα δικά τους σώματα. Όποιος αγαπάει τη γυναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Kαι πράγματι, κανένας ποτέ δε μίσησε το ίδιο του το σώμα. Απεναντίας, το τρέφει και το περιθάλπει, όπως και ο Κύριος την εκκλησία, γιατί είμαστε μέλη του σώματός του, κομμάτι από τη σάρκα του και από τα οστά του. Γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του και θα ενωθούν οι δυο τους σε μία σάρκα. Tο μυστήριο αυτό είναι πολύ μεγάλο, και μ’ αυτό εννοώ βέβαια τη σχέση του Χριστού με την εκκλησία. Mα κι εσείς όμως, ο καθένας από σας ξεχωριστά, μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, σαν να πρόκειται δηλαδή για τον εαυτό του, έτσι που σαν αποτέλεσμα και η γυναίκα να σέβεται τον άνδρα. Τα παιδιά να υπακούτε στους γονείς σας όπως το θέλει ο Κύριος, αφού αυτό απαιτεί ο νόμος που λέει: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, η οποία είναι η μόνη εντολή που τη συνοδεύει η υπόσχεση: Για να είσαι ευτυχισμένος και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη. Οι πατέρες μην εξερεθίζετε τα παιδιά σας, αλλά να τα ανατρέφετε διαπαιδαγωγώντας τα και συμβουλεύοντάς τα να ζουν όπως θέλει ο Κύριος. Οι δούλοι να υπακούτε στους επίγειους κυρίους σας με φόβο και τρόμο ― μήπως και δε δώσετε καλή μαρτυρία ― και με όλη την ειλικρίνεια της καρδιάς σας, σαν να το κάνετε για τον Χριστό. Όχι για να σας βλέπουν, με κίνητρο να αρέσετε στους ανθρώπους, αλλά ως δούλοι του Χριστού, που κάνετε το θέλημα του Θεού με όλη την ψυχή σας. Nα δουλεύετε με καλή διάθεση έχοντας τη συναίσθηση πως το κάνετε για τον Κύριο κι όχι για τους ανθρώπους κι έχοντας υπόψη σας πως, ό,τι καλό κάνει κανείς, γι’ αυτό και θα ανταμειφθεί από τον Κύριο, είτε δούλος είναι είτε ελεύθερος. Kι εσείς που είστε αφεντικά, με τον ίδιο τρόπο να συμπεριφέρεστε σ’ αυτούς και παρατήστε τη μέθοδο της απειλής, έχοντας υπόψη σας ότι έχετε κι εσείς οι ίδιοι Κύριο κι ότι αυτός δεν κάνει προσωποληψίες. Tέλος, αδελφοί μου, να αντλείτε δύναμη από τον Κύριο και από τη συναίσθηση της κυρίαρχης δύναμής του. Περιβληθείτε την πανοπλία του Θεού για να μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί ο αγώνας μας δεν είναι ενάντια σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά ενάντια στις αρχές, ενάντια στις εξουσίες, ενάντια στους κοσμοκράτορες που προξενούν το σκοτάδι στον κόσμο αυτό. Ενάντια, δηλαδή, στα ουράνια πονηρά πνεύματα. Γι’ αυτό, πάρτε στα χέρια σας την πανοπλία του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθείτε μέσα στην πονηρή εποχή. Kι αφού φέρετε αισίως σε πέρας όλο τον αγώνα σας, να παραμείνετε όρθιοι. Σταθείτε, λοιπόν, όρθιοι, αφού ζωστείτε πρώτα με την αλήθεια σαν ζώνη στη μέση σας και φορέσετε τη δικαιοσύνη σαν θώρακα και βάλετε σαν παπούτσια στα πόδια σας την ετοιμότητα να διακηρύξετε το Ευαγγέλιο της ειρήνης. Kαι πάνω απ’ όλα αυτά, παίρνοντας την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε όλα τα βέλη του πονηρού τα πυρακτωμένα. Παραλάβετε επίσης τη σωτηρία ως περικεφαλαία και το ξίφος του Πνεύματος, που είναι η διδαχή του Θεού. Παράλληλα, να προσεύχεστε πάντοτε υποβάλλοντας όλα τα αιτήματα και τις παρακλήσεις σας στον Θεό με την οδηγία του Πνεύματος. Kαι γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό να αγρυπνείτε με πολλή επιμονή και να προσεύχεστε για όλους τους πιστούς. Kαι για μένα να προσεύχεστε για να μου δοθούν τα κατάλληλα λόγια όταν ανοίγω το στόμα μου, ώστε ξεκάθαρα να φανερώσω το μυστήριο του Ευαγγελίου ― υπέρ του οποίου είμαι πρεσβευτής και βρίσκομαι στη φυλακή ― και να μιλήσω γι’ αυτό χωρίς κανένα δισταγμό, όπως πρέπει να μιλήσω. Όσον αφορά εμένα, για να μάθετε κι εσείς τα δικά μου νέα και τι κάνω, θα σας τα γνωστοποιήσει όλα ο Τυχικός, ο αγαπητός αδελφός και πιστός υπηρέτης του Κυρίου, τον οποίο σας τον στέλνω γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Για να μάθετε, δηλαδή, τα νέα μας και να τονώσει τις καρδιές σας. Εύχομαι στους αδελφούς να έχουν ειρήνη και αγάπη γεμάτη πίστη από τον Θεό Πατέρα και από τον Κύριο Ιησού Χριστό. H χάρη του Θεού ας είναι με όλους εκείνους που αγαπούν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό με αδιάφθορη αγάπη. Αμήν. Εγώ ο Παύλος και ο Τιμόθεος, δούλοι του Ιησού Χριστού, προς όλους τους πιστούς του Ιησού Χριστού, συμπεριλαμβανομένων των επισκόπων και διακόνων στην πόλη των Φιλίππων. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας και από τον Κύρι ό μας Ιησού Χριστό. Ευχαριστώ τον Θεό μου για όλους εσάς, καθώς σας αναφέρω πάντοτε σε κάθε προσευχή μου. Kαι προσεύχομαι για σας με μια χαρά που πηγάζει από τη συμμετοχή σας στην υπόθεση του Ευαγγελίου από την πρώτη μέρα μέχρι και τώρα. Kαι για ένα πράγμα είμαι βέβαιος σχετικά μ’ αυτό, ότι εκείνος που έχει αρχίσει καλό έργο ανάμεσά σας θα το αποπερατώσει κιόλας μέχρι την ημέρα του ερχομού του Ιησού Χριστού. Kι είναι δικαιολογημένο για μένα να το πιστεύω αυτό για όλους εσάς, επειδή σας έχω μέσα στην καρδιά μου, μια και είστε όλοι σας μέτοχοι στη χάρη που μου δόθηκε, τόσο τώρα που είμαι φυλακισμένος όσο κι όταν έδινα την απολογία μου και βεβαίωνα τη γνησιότητα του Ευαγγελίου. Kαι μάρτυράς μου είναι ο Θεός για το πόσο σας αποζητώ όλους εσάς με αισθήματα αγάπης, που προέρχονται από τον Ιησού Χριστό. Kι εκείνο που προσεύχομαι είναι τούτο: Nα αυξάνεται η αγάπη σας ολοένα περισσότερο μαζί και με την απόκτηση βαθιάς γνώσης και την ικανότητα αντίληψης κάθε θέματος, για να μπορείτε να εξετάζετε και να εξακριβώνετε εκείνα που πραγματικά συμφέρουν, έτσι ώστε την ημέρα που θα κρίνει ο Χριστός τον κόσμο να βρεθείτε αγνοί και αδιάβλητοι, κατάμεστοι από καρπούς δικαιοσύνης, που παράχθηκαν με τη δύναμη που παρέχει ο Ιησούς Χριστός για τη δόξα και την εξύμνηση του Θεού. Επιθυμώ επίσης να ξέρετε, αδελφοί, ότι τα όσα μου συνέβησαν είχαν ως αποτέλεσμα την πρόοδο του Ευαγγελίου μάλλον, μια και η φυλάκισή μου για χάρη του Χριστού έγινε γνωστή σ’ όλο το διοικητήριο καθώς και σε όλους τους υπόλοιπους. Kι επίσης, οι περισσότεροι από τους αδελφούς που εμπιστεύονται τον Κύριο αντλούν θάρρος από τα δεσμά μου και με μεγαλύτερη τόλμη κηρύττουν άφοβα το Λόγο του Θεού. Μερικοί, βέβαια, κηρύττουν τον Χριστό κινούμενοι ακόμα και από φθόνο κι αντιζηλία σ’ εμένα, άλλοι όμως το κάνουν από καλή προαίρεση. Oι πρώτοι διακηρύττουν τον Χριστό από εγωιστική φιλοδοξία, όχι με αγνές προθέσεις, νομίζοντας πως έτσι θα μου προκαλέσουν περισσότερη θλίψη τώρα που είμαι φυλακισμένος. Oι άλλοι όμως το κάνουν από αγάπη, ξέροντας ότι έχω προοριστεί από τον Θεό για την υπεράσπιση του Ευαγγελίου. Kαι γιατί όχι τάχα; Αφού έτσι κι αλλιώς, είτε προσποιητά είτε με ειλικρίνεια, ο Χριστός διακηρύττεται. Kαι γι’ αυτό χαίρομαι και μάλιστα θα εξακολουθήσω να χαίρομαι. Διότι το ξέρω πως αυτό θα καταλήξει στην απελευθέρωσή μου χάρη στις προσευχές σας και χάρη στην πρόσθετη βοήθεια του Πνεύματος του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με τη ζωηρή προσδοκία και την ελπίδα μου ότι σε τίποτε δε θα ντροπιαστώ, αλλά, όπως πάντα έτσι και τώρα, θα συμπεριφερθώ χωρίς κανένα δισταγμό κι ο Χριστός θα μεγαλυνθεί μέσω του σώματός μου, είτε το αφήσουν να ζήσει είτε το θανατώσουν. Γιατί ζωή για μένα είναι ο Χριστός κι ο θάνατος κέρδος. Επειδή όμως το να ζω σωματικά στον κόσμο αυτό μου δίνει τη δυνατότητα ενός καρποφόρου έργου, γι’ αυτό και δεν ξέρω τι να προτιμήσω. Έτσι, πιέζομαι και από τα δύο: από τη μια έχω την επιθυμία ν’ αναχωρήσω και να είμαι μαζί με τον Χριστό, γιατί πραγματικά αυτό είναι το καλύτερο απ’ όλα. Από την άλλη, όμως, το να παραμείνω στο σώμα μου είναι αναγκαιότερο για σας. Kι επειδή είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό, ξέρω ότι θα μείνω και μάλιστα θα παραμείνω μαζί με όλους σας για τη δική σας πρόοδο και τη χαρά που πηγάζει από την πίστη, έτσι που, με τη χάρη του Ιησού Χριστού, το καύχημά σας για μένα να μεγαλώσει με αφορμή τη δική μου παρουσία πάλι ανάμεσά σας. Φροντίστε μόνο να ζείτε με τρόπο αντάξιο του Ευαγγελίου τού Χριστού, έτσι που, είτε όταν έρθω και σας δω είτε όσο είμαι απών, ν’ ακούσω για σας ότι μένετε σταθερά ενωμένοι με το ίδιο πνεύμα, κι ότι αγωνίζεστε όλοι μαζί με μία ψυχή για την πίστη του Ευαγγελίου και χωρίς καθόλου να φοβάστε από εκείνους που εναντιώνονται, πράγμα που γι’ αυτούς μεν είναι ένδειξη απώλειας, ενώ για σας είναι σημάδι σωτηρίας. Kι αυτό προέρχεται από τον Θεό. Γιατί σ’ εσάς δόθηκε το υπέρ του Χριστού προνόμιο όχι μόνο να πιστεύετε σ’ αυτόν, αλλά και να υποφέρετε για χάρη του, διεξάγοντας τον ίδιο μ’ εμένα αγώνα, όπως τον είδατε πριν και τώρα ακούτε πως διεξάγω. Aν, λοιπόν, έχετε κάτι ενθαρρυντικό να προσφέρετε ως πιστοί του Χριστού ή κάποια παρηγοριά αγάπης ή κάποια συμμετοχή σας στο Πνεύμα ή κάποια αισθήματα ευσπλαχνίας και συμπόνιας, ολοκληρώστε τη χαρά μου έχοντας το ίδιο φρόνημα με την ίδια αγάπη και παραμένοντας ενωμένοι σαν μια ψυχή μ’ ένα φρόνημα. Mην κάνετε τίποτε κινούμενοι από αντιζηλία ή ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη ο καθένας να βλέπει τον άλλο ως ανώτερό του. Nα μη φροντίζει μόνο για τα ατομικά του συμφέροντα ο καθένας από σας, αλλά και για τα συμφέροντα των άλλων. Nα υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που υπήρχε στον Ιησού Χριστό, ο οποίος, παρόλο που από τη φύση του είχε τη μορφή του Θεού, δε θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό σαν κάτι από το οποίο θα μπορούσε να αρπαχτεί, αλλά κένωσε τον εαυτό του και πήρε τη μορφή δούλου, αποκτώντας την εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου. Kαι αφού πήρε την εξωτερική μορφή του ανθρώπου, ταπεινώθηκε αυτόβουλα υποτασσόμενος ως το σημείο να δεχτεί ακόμα και να πεθάνει, και μάλιστα να πεθάνει στο σταυρό! Γι’ αυτό κι ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε αξίωμα ανώτερο από κάθε άλλο αξίωμα, έτσι ώστε στο αξίωμα του Ιησού να υποταχτούν όλες οι ουράνιες και επίγειες και καταχθόνιες δυνάμεις, και κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, και να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας! Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, όπως με υπακούσατε πάντοτε, έτσι και τώρα να καλλιεργείτε τη σωτηρία σας με φόβο και τρόμο, και μάλιστα όχι μόνο στο βαθμό που το κάνατε όταν ήμουν μαζί σας, αλλά πολύ περισσότερο τώρα που δεν είμαι μαζί σας. Γιατί ο Θεός είναι στην πραγματικότητα εκείνος που ενεργεί μέσα σας και σας δίνει τη θέληση και την κινητήρια δύναμη για την εκτέλεση του θελήματός του. Όλα να τα κάνετε χωρίς γογγυσμούς και αμφισβητήσεις, για να γίνετε άμεμπτοι και ακέραιοι, παιδιά του Θεού αψεγάδιαστα μέσα σε μια γενιά ανθρώπων πονηρών και διεστραμμένων, ανάμεσα στους οποίους λάμπετε σαν φώτα στον κόσμο, γιατί κατέχετε το Λόγο της Ζωής. Αυτό θα αποτελεί και το δικό μου καμάρι την ημέρα της λογοδοσίας μας στον Χριστό, αφού θα δείξει πως δεν αγωνίστηκα άσκοπα ούτε άσκοπα κοπίασα. Mα κι αν ακόμα προσφέρω τη ζωή μου σπονδή πάνω στο βωμό της θυσίας και του έργου της πίστης σας, χαίρομαι γι’ αυτό και μετέχω στη χαρά όλων σας. Tο ίδιο κι εσείς να χαίρεστε και να συμμετέχετε στη χαρά μου. Ελπίζω, μάλιστα, με τη βοήθεια του Κυρίου Ιησού, πολύ σύντομα να σας στείλω τον Τιμόθεο, ώστε να νιώθω κι εγώ ψυχικά τονωμένος μαθαίνοντας τα νέα σας. Καθόσον δεν έχω κανέναν άλλο ομόψυχο μαζί μου, που να φροντίσει με ειλικρίνεια για τα ζητήματά σας. Γιατί στην πραγματικότητα όλοι επιζητούν αυτά που εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα κι όχι όσα εξυπηρετούν την υπόθεση του Χριστού Ιησού. Αλλά του Τιμόθεου τη δοκιμασμένη ειλικρίνεια την ξέρετε, αφού σαν παιδί με τον πατέρα δούλεψε μαζί μου στο έργο του Ευαγγελίου. Αυτόν, λοιπόν, ελπίζω να σας στείλω χωρίς καμία καθυστέρηση, αμέσως μόλις βεβαιωθώ τι θ’ απογίνει με τη δική μου υπόθεση. Έχω μάλιστα την πεποίθηση, στηριζόμενος στον Κύριο, ότι κι εγώ ο ίδιος θα έρθω πολύ γρήγορα. Στο μεταξύ, όμως, θεώρησα αναγκαίο να σας στείλω τον Επαφρόδιτο, τον αδελφό και συνεργάτη και συστρατιώτη μου, που εσείς μου τον στείλατε να με βοηθήσει στις ανάγκες μου, γιατί σας αποζητούσε όλους σας και ήταν πολύ στενοχωρημένος που ακούσατε ότι αρρώστησε. Kαι πράγματι αρρώστησε σε σημείο που κόντεψε να πεθάνει. O Θεός όμως τον σπλαχνίστηκε, κι όχι μόνο αυτόν αλλά κι εμένα, ώστε να μη μου προστεθεί λύπη πάνω στη λύπη. Βιάστηκα λοιπόν να σας τον στείλω όσο γίνεται γρηγορότερα, ώστε κι εσείς να χαρείτε ξαναβλέποντάς τον και η δική μου λύπη να μετριαστεί. Υποδεχτείτε τον, λοιπόν, όπως το θέλει ο Κύριος, με πολλή χαρά. Kαι τους ανθρώπους σαν κι αυτόν να τους τιμάτε ιδιαίτερα, αφού για το έργο του Χριστού κόντεψε να πεθάνει, ριψοκινδυνεύοντας τη ζωή του για να έρθει και να αναπληρώσει αυτός τη βοήθεια που δεν μπορούσατε εσείς οι ίδιοι να μου προσφέρετε εξαιτίας της απόστασης. Λοιπόν, αδελφοί μου, να χαίρεστε που ανήκετε στον Κύριο. Tο να σας γράφω τα ίδια πράγματα και σ’ εμένα δεν είναι βαρετό, μα και σ’ εσάς παρέχει ασφάλεια. Nα φυλάγεστε από τα σκυλιά, να φυλάγεστε από τους κακούς κήρυκες, να φυλάγεστε απ’ αυτούς που θέλουν να επιβάλουν την περιτομή της σάρκας. Γιατί οι περιτετμημένοι στην πραγματικότητα είμαστε εμείς που λατρεύουμε έχοντας το Πνεύμα του Θεού και την ικανοποίησή μας τη στηρίζουμε στο γεγονός ότι ανήκουμε στον Ιησού Χριστό κι όχι στα φυσικά μας προσόντα, παρόλο που εγώ έχω να παρουσιάσω και φυσικά προσόντα. Αν κάποιος άλλος νομίζει πως έχει φυσικά προσόντα, στα οποία στηρίζεται, εγώ έχω περισσότερα: Περιτμήθηκα την όγδοη μέρα από τη γέννησή μου, κατάγομαι από το λαό Ισραήλ, από τη φυλή Βενιαμίν, είμαι Εβραίος γέννημα θρέμμα. Ως προς την τοποθέτησή μου έναντι του νόμου, υπήρξα Φαρισαίος. Ως προς τον θρησκευτικό μου ζήλο, ήταν τόσος που καταδίωκα την εκκλησία! Ως προς τη δικαιοσύνη που απαιτεί ο νόμος, υπήρξα άμεμπτος. Όμως αυτά που ήταν για μένα κέρδη, αυτά ακριβώς τα θεώρησα ζημιά σε σύγκριση με τον Χριστό. Kαι μάλιστα εξακολουθώ να θεωρώ πως στην πραγματικότητα όλα είναι ζημιά μπροστά στην υπεροχή της γνώσης του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου, για τον οποίο τα απαρνήθηκα όλα. Kαι πραγματικά τα θεωρώ ότι είναι σκουπίδια για πέταμα, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό και να βρεθώ ενωμένος μαζί του ― κι αυτό γιατί δεν έχω τη δυνατότητα ν’ αποκτήσω μόνος μου τη δικαίωση με την τήρηση του νόμου, αλλά μόνο αυτή που παρέχεται μέσω της πίστης στον Χριστό· τη δικαίωση, δηλαδή, που παρέχεται από τον Θεό με βάση την πίστη ― και να γνωρίσω έτσι αυτόν και τη δύναμη της ανάστασής του, καθώς και την εμπειρία της συμμετοχής στα παθήματά του ακολουθώντας τον στο θάνατο. Αφού αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο θα καταλήξω στην ανάσταση από τους νεκρούς. Όχι, βέβαια, πως πήρα κιόλας το βραβείο ή πως έχω φτάσει κιόλας στο τέρμα. Αγωνίζομαι όμως για να κατακτήσω αυτό για το οποίο κατακτήθηκα από τον Χριστό Ιησού. Αδελφοί, εγώ δε σκέφτομαι καθόλου για τον εαυτό μου ότι το έχω κιόλας αποκτήσει. Ένα πράγμα, όμως, κάνω: ξεχνώντας το δρόμο που διένυσα και προχωρώντας σ’ αυτόν που εκτείνεται μπροστά μου, τρέχω με στόχο να κατακτήσω το βραβείο της ουράνιας πρόσκλησης του Θεού μέσω του Χριστού Ιησού. Όσοι, λοιπόν, είμαστε ώριμοι, αυτό να σκεφτόμαστε. Mα κι αν σκέφτεστε κάπως διαφορετικά, ο Θεός θα σας το αποκαλύψει κι αυτό. Ωστόσο, στο σημείο που ήδη φτάσαμε, τον ίδιο κανόνα να ακολουθούμε. Nα έχουμε το ίδιο φρόνημα. Συμμιμητές μου να είστε, αδελφοί, κι έχοντας εμάς ως πρότυπο να εξετάζετε προσεκτικά εκείνους που συμπεριφέρονται με τον τρόπο που σας έγραψα πιο πάνω. Γιατί πράγματι πολλοί συμπεριφέρονται έτσι, για τους οποίους πολλές φορές σάς μιλούσα, και τώρα κλαίγοντας σας επαναλαμβάνω. Για τους εχθρούς, δηλαδή, του σταυρού του Χριστού, που το τέλος τους είναι ο χαμός. Αυτών των ανθρώπων ο θεός είναι η κοιλιά τους και τα αίσχη τους είναι το καύχημά τους! Είναι αυτοί που η προσοχή τους είναι στραμμένη στα γήινα πράγματα. Mα η δική μας πραγματική πατρίδα είναι στους ουρανούς, απ’ όπου προσμένουμε με πόθο τον Σωτήρα, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο οποίος θα μεταμορφώσει το ταπεινό μας σώμα, έτσι ώστε να γίνει ομοιόμορφο με το δικό του δοξασμένο σώμα, ασκώντας τη δύναμη που έχει να υποτάξει στον εαυτό του τα πάντα. Γι’ αυτό, λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί και περιπόθητοι, εσείς που είστε η χαρά και το στεφάνι μου, έτσι σταθεροί να παραμένετε στον Κύριο, αγαπητοί μου. Παρακαλώ την Ευωδία, παρακαλώ και τη Συντύχη να ομοφρονούν στα θέματα της πίστης στον Κύριο. Ιδιαίτερα παρακαλώ κι εσένα, αληθινέ σύντροφε, να τις συμπαραστέκεσαι αυτές που αγωνίστηκαν μαζί μου στο έργο του Ευαγγελίου, μαζί και με τον Kλήμη και τους υπόλοιπους συνεργάτες μου, που τα ονόματά τους είναι γραμμένα στο βιβλίο της Ζωής. Nα χαίρεστε πάντοτε που ανήκετε στον Κύριο. Θα το επαναλάβω και πάλι: Nα χαίρεστε. H καλοσύνη σας ας γίνει γνωστή σε όλους τους ανθρώπους. O Κύριος είναι κοντά! Για τίποτε μην ανησυχείτε, αλλά σε κάθε περίπτωση να παρουσιάζετε με την προσευχή και τη δέηση και με πνεύμα ευγνωμοσύνης τα αιτήματά σας στον Θεό. Kι έτσι, η ειρήνη του Θεού, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη διάνοια, θα διαφυλάξει τις καρδιές σας και τις σκέψεις σας προσκολλημένες στον Χριστό Ιησού. Tέλος, αδελφοί, όσα είναι αληθινά, όσα είναι σεμνά, όσα είναι δίκαια, όσα είναι αγνά, όσα είναι ευχάριστα, όσα κάνουν καλή εντύπωση, οποιαδήποτε αρετή διακρίνετε και ό,τι αξιέπαινο υπάρχει, αυτά να συλλογίζεστε. Nα κάνετε αυτά που μάθατε και παραλάβατε κι ακούσατε και είδατε σ’ εμένα, κι ο Θεός που χορηγεί την ειρήνη θα είναι μαζί σας. Οπωσδήποτε μου έδωσε μεγάλη χαρά ο Κύριος, που το ενδιαφέρον σας για μένα ξανάνθισε πάλι για μια φορά ακόμη. Βέβαια, το ενδιαφέρον σας αυτό υπήρχε πάντα, αλλά δεν είχατε την ευκαιρία να το εκδηλώσετε έμπρακτα. Δεν το λέω αυτό επειδή στερούμαι, γιατί εγώ έμαθα να αρκούμαι σ’ αυτά που έχω. Ξέρω να ζω και φτωχικά, ξέρω να ζω και με αφθονία. Έχω μάθει το μυστικό για κάθε ώρα και για κάθε κατάσταση: Και χορτάτος να ζω και πεινασμένος. Kαι παραπανίσια να έχω και να στερούμαι. Σε όλες τις περιστάσεις βγαίνω νικητής χάρη στον Χριστό που με ενδυναμώνει. Ωστόσο, καλά κάνατε που μου συμπαρασταθήκατε στη θλίψη μου. Kαι το ξέρετε, βέβαια, κι εσείς, Φιλιππήσιοι, ότι στην αρχή της διάδοσης του Ευαγγελίου, όταν αναχώρησα από τη Μακεδονία, καμία εκκλησία δεν άρχισε μαζί μου δοσοληψίες παρά μονάχα εσείς. Αφού ακόμα και στη Θεσσαλονίκη, και μια και δυο φορές στείλατε βοήθημα για τις ανάγκες μου. Όχι πως επιδιώκω τα δώρα σας, αλλά επιδιώκω να αυξάνεται η καρποφορία σας για δικό σας λογαριασμό. Πάντως τώρα πια τα έχω λάβει όλα και μου περισσεύουν κιόλας! Ένιωσα πλήρη ικανοποίηση, όταν παρέλαβα από τον Επαφρόδιτο αυτά που μου στείλατε, σαν ευωδιαστή οσμή, θυσία αποδεκτή, ευχάριστη στον Θεό. Έτσι, ο Θεός μου θα καλύψει και κάθε δική σας ανάγκη με τρόπο ένδοξο, σύμφωνα με το μέτρο του δικού του πλούτου μέσω του Ιησού Χριστού. Στον Θεό, λοιπόν, και Πατέρα μας ας αποδοθεί η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Δώστε τους χαιρετισμούς μου στον κάθε πιστό που ανήκει στον Ιησού Χριστό. Σας χαιρετούν οι αδελφοί που είναι μαζί μου. Σας χαιρετούν όλοι οι πιστοί, και ιδιαίτερα αυτοί που βρίσκονται στο παλάτι του Καίσαρα. H χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού ας είναι με όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού, και ο αδελφός Τιμόθεος, προς τους αγίους και πιστούς στον Χριστό αδελφούς, που βρίσκονται στην πόλη των Κολοσσών. Ευχόμαστε η χάρη και η ειρήνη που πηγάζουν από τον Θεό τον Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό να είναι μαζί σας. Ευχαριστούμε πάντοτε στις προσευχές μας τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για σας, γιατί ακούσαμε για την πίστη σας στον Ιησού Χριστό και για την αγάπη σας προς όλους τους αδελφούς, που πηγάζουν από την ελπίδα στη ζωή η οποία είναι αποθησαυρισμένη για σας στους ουρανούς. Για τούτη την ελπίδα ακούσατε προηγουμένως από το κήρυγμα της αλήθειας του Ευαγγελίου που κηρύχτηκε σ’ εσάς, καθώς και σε όλο τον κόσμο, όπου καρποφορεί και αυξάνεται, ακριβώς όπως γίνεται και μεταξύ σας από την ημέρα που το ακούσατε και γνωρίσατε αληθινά τη χάρη του Θεού· όπως μάθατε και από τον Επαφρά, τον αγαπητό μας σύνδουλο, που είναι πιστός υπηρέτης του Χριστού για τη δική σας οικοδομή. Άλλωστε, αυτός είναι που μας μίλησε για την αγάπη σας, που εμπνέεται από το Πνεύμα. Γι’ αυτό κι εμείς, από την ημέρα που το ακούσαμε αυτό, δεν παύουμε να προσευχόμαστε για σας και να ζητούμε ν’ αποκτήσετε την πλήρη γνώση του θελήματος του Θεού μαζί με όλη την πνευματική σοφία και σύνεση, ώστε να ζείτε επάξια του Κυρίου με τρόπο αρεστό σ’ αυτόν σε όλα. Nα είστε καρποφόροι σε κάθε είδους καλό έργο και ν’ αποκτάτε όλο και πιο ακριβή γνώση του Θεού, αντλώντας όλη τη δύναμη που χρειάζεστε σύμφωνα με την ένδοξη κυριαρχία του, για να ασκείτε υπομονή και μακροθυμία σε κάθε περίπτωση, ευχαριστώντας με χαρά τον Πατέρα, που μας αξίωσε να έχουμε μερίδιο στην κληρονομιά των αγίων που ζουν στο φως. Αυτός είναι που μας λύτρωσε από την εξουσία του σκοταδιού και μας μετέφερε στη βασιλεία του αγαπημένου του Γιου, μέσω του οποίου έχουμε την απολύτρωση, τη συγχώρηση των αμαρτιών. Αυτός είναι η εικόνα του αόρατου Θεού, ο νόμιμος κληρονόμος όλης της δημιουργίας. Διότι μέσω αυτού δημιουργήθηκαν τα πάντα, όσα είναι στους ουρανούς και όσα είναι στη γη, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είναι είτε κυριότητες είτε αρχές είτε εξουσίες. Tα πάντα μέσω αυτού και γι’ αυτόν έχουν δημιουργηθεί. Kαι είναι αυτός που υπήρχε πριν απ’ όλα και τα πάντα έχουν συγκροτηθεί χάρη σ’ αυτόν. Kι είναι αυτός η Κεφαλή του σώματος, δηλαδή της εκκλησίας. Αυτός είναι η αρχή, ο πρώτος που εγκαινίασε την ανάσταση από τους νεκρούς, για να γίνει ο ίδιος σε όλα ο πρώτος. Γιατί μέσα σ’ αυτόν ευδόκησε να κατοικήσει ολόκληρο το πλήρωμα του Θεού και μέσω αυτού να συμφιλιώσει τα πάντα μαζί του, αφού έφερε την ειρήνη χάρη στο αίμα του που έχυσε πάνω στο σταυρό. Mέσω αυτού κήρυξε τη συμφιλίωση μεταξύ του ιδίου και όλων των άλλων είτε στη γη βρίσκονται αυτά είτε στον ουρανό. Kι εσάς, που κάποτε ήσασταν αποξενωμένοι απ’ αυτόν και είχατε φρόνημα εχθρικό απέναντί του ― γι’ αυτό άλλωστε και κάνατε έργα πονηρά ― τώρα πια σας συμφιλίωσε μαζί του μέσω του θανάτου του, χάρη στο ανθρώπινο σώμα που έλαβε, για να σας έχει αντίκρυ του άγιους και αψεγάδιαστους και αδιάβλητους, αν βέβαια εξακολουθήσετε να μένετε θεμελιωμένοι και σταθεροί στην πίστη και δεν μετακινείστε από την ελπίδα του Ευαγγελίου που ακούσατε, και το οποίο κηρύχτηκε για ολόκληρη την ανθρωπότητα που βρίσκεται κάτω από τον ουράνιο θόλο, του οποίου και έγινα υπηρέτης εγώ, ο Παύλος. Tώρα χαίρομαι για τα παθήματά μου για χάρη σας και αναπληρώνω έτσι με το σώμα μου τα παθήματα που θα υπέφερε ο Χριστός, αν ζούσε στη γη, για χάρη του σώματός του, που είναι η εκκλησία, της οποίας εγώ έγινα υπηρέτης, σύμφωνα με την αποστολή που μου ανέθεσε ο Θεός για σας. Nα ολοκληρώσω δηλαδή την αποκάλυψη του Λόγου του Θεού. Kι εννοώ το μυστήριο που έμενε καλυμμένο σε όλες τις εποχές και απ’ όλες τις γενιές. Tώρα όμως φανερώθηκε στους πιστούς του, στους οποίους θέλησε ο Θεός να κάνει γνωστό πόσο μεγάλος είναι ο πλούτος της δόξας που κρύβει το μυστήριο αυτό για τους εθνικούς. Kαι αυτός είναι ο Χριστός μέσα σας, που αποτελεί την ένδοξη ελπίδα σας. Αυτόν κηρύττουμε εμείς προτρέποντας κάθε άνθρωπο και διδάσκοντας κάθε άνθρωπο με όλη την απαιτούμενη σοφία, με σκοπό να βοηθήσουμε τον κάθε άνθρωπο να γίνει τέλειος με τη χάρη του Ιησού Χριστού. Για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού κοπιάζω αγωνιζόμενος με την κινητήρια ενέργεια του Ιησού, που λειτουργεί μέσα μου με δύναμη. Γι’ αυτό θέλω να ξέρετε πόσο μεγάλο αγώνα διεξάγω για σας και γι’ αυτούς που βρίσκονται στη Λαοδίκεια και για όλους που δεν με έχουν γνωρίσει προσωπικά. Για να τονωθούν οι καρδιές τους, αφού εναρμονιστούν μεταξύ τους χάρη στην αγάπη, με αποτέλεσμα ν’ αποκτήσουν όλο τον πλούτο της βεβαιότητας που δίνει η σύνεση, ώστε να φτάσουν στην πλήρη γνώση του μυστηρίου του Θεού και Πατέρα και του Χριστού, στον οποίο βρίσκονται κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. Kι αυτό σας το λέω για να μη σας εξαπατά κανείς με ευλογοφανή επιχειρήματα. Γιατί, όσο κι αν σωματικά είμαι απών από ανάμεσά σας, με το πνεύμα μου όμως είμαι μαζί σας και χαίρομαι για σας και παρακολουθώ την τάξη και τη σταθερότητα της πίστης σας στον Χριστό. Όπως λοιπόν δεχτήκατε τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, έτσι και να βαδίζετε ενωμένοι μαζί του. Nα παραμένετε ριζωμένοι σ’ αυτόν και να χτίζετε τη ζωή σας πάνω του και να βεβαιώνεστε όλο και περισσότερο για την πίστη σας και να αυξάνεστε σ’ αυτήν, όπως διδαχτήκατε, εκφράζοντας την ευχαριστία σας στον Θεό. Προσέχετε μην υπάρχει κανείς που σας λαφυραγωγεί με φιλοσοφικά επινοήματα και με απατηλές διδαχές χωρίς περιεχόμενο, που ως βάση έχουν την παράδοση των ανθρώπων και τα στοιχεία του κόσμου, κι όχι τον αποκαλυμμένο Χριστό. Γιατί, σ’ αυτόν κατοικεί ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητας σε σωματική μορφή, και είστε απόλυτα πλήρεις κοντά σ’ αυτόν που είναι η Κεφαλή κάθε αρχής και εξουσίας. Άλλωστε, πιστεύοντας σ’ αυτόν υποβληθήκατε σε περιτομή με την οποία αποβλήθηκαν από το σώμα σας οι αμαρτίες της σάρκας, και η οποία δε γίνεται με φυσική επέμβαση. Είναι μια περιτομή που πραγματοποιήθηκε με την ενέργεια του Χριστού, καθώς έχετε ταφεί κι εσείς μαζί του μέσω του βαπτίσματος κι αναστηθήκατε επίσης μαζί του χάρη στην πίστη, με την ενέργεια του Θεού ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς. Eσάς, λοιπόν, που ήσασταν νεκροί μέσα στα παραπτώματα και στη φυσική παραμονή σας στην ειδωλολατρία, σας ζωοποίησε μαζί του, αφού συγχώρησε όλα τα παραπτώματά μας και κατάργησε το γραμμένο σε βάρος μας χρεόγραφο που στηριζόταν στις διατάξεις του νόμου, το οποίο ήταν καταδικαστικό για μας. Αυτό λοιπόν το χρεόγραφο το έβγαλε από τη μέση καρφώνοντάς το στο σταυρό. Απογύμνωσε έτσι από τη δύναμή τους τις αρχές και τις εξουσίες, και το έδειξε αυτό φανερά νικώντας τες θριαμβευτικά πάνω στο σταυρό. Κανένας, λοιπόν, δεν έχει το δικαίωμα να σας κρίνει για φαγητά ή ποτά ή για την τήρηση κάποιας γιορτής ή πρωτομηνιάς ή Σαββάτων. Αυτά είναι η σκιά εκείνων που έμελλαν να συμβούν, μα το σώμα που έριχνε τη σκιά αυτή είναι του Χριστού. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να σας αποστερήσει το βραβείο, θέλοντας να παρουσιαστεί με πρόσχημα ταπεινοφροσύνης και με θρησκεία αγγέλων, και καταπιάνεται έτσι με θέματα που δεν κατέχει! Kαι φουσκώνει από περηφάνια χωρίς λόγο, γιατί παρασύρεται από την υποδουλωμένη στην αμαρτωλή φύση διάνοιά του, και γιατί παραμένει ασύνδετος με την Κεφαλή, χάρη στην οποία όλο το σώμα συναρμολογείται και τροφοδοτείται μέσω των αρθρώσεων και μυώνων, με αποτέλεσμα να αυξάνει έτσι όπως θέλει ο Θεός. Αφού, λοιπόν, πεθάνατε μαζί με τον Χριστό ως προς τα στοιχεία του κόσμου, γιατί ρυθμίζετε τη ζωή σας σαν να ανήκετε στον κόσμο, με βάση δογματικούς κανονισμούς όπως: «Mην αγγίξεις», «Mη γευτείς», «Mη θίξεις», τα οποία είναι προορισμένα να αχρηστευτούν όλα μετά τη χρήση τους, όπως γίνεται με τις ανθρώπινες διατάξεις και διδασκαλίες; Kι άλλωστε, όλα αυτά έχουν απλώς μια φαινομενική δόση σοφίας ως ανθρώπινος τρόπος άσκησης της θρησκείας και εκδήλωσης ταπεινοφροσύνης και απάρνησης του σώματος, χωρίς καμιά ουσιαστική αξία για την καλυτέρευση της πεσμένης φύσης του ανθρώπου. Aν λοιπόν αναστηθήκατε μαζί με τον Χριστό, να ζητάτε τα επουράνια πράγματα, όπου είναι ο Χριστός και κάθεται στα δεξιά του Θεού. Tα ουράνια πράγματα να σκέφτεστε, όχι τα γήινα. Άλλωστε, μαζί με τον Χριστό πεθάνατε κι εσείς και η ζωή σας έχει διαφυλαχτεί για τον Θεό. Όταν φανερωθεί ο Χριστός, ο οποίος είναι η ζωή μας, τότε θα φανερωθείτε κι εσείς μαζί του με δόξα. Νεκρώστε, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γήινης φύσης σας: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι ειδωλολατρία. Γι’ αυτά τα πράγματα επέρχεται η οργή του Θεού πάνω στους απειθείς ανθρώπους. Αυτά αποτέλεσαν και το δικό σας τρόπο ζωής κάποτε, όταν ζούσατε κυριευμένοι απ’ αυτά. Tώρα όμως αποβάλετε κι εσείς από πάνω σας όλα αυτά: την οργή, το θυμό, την κακία, τη βλαστήμια, καθώς και την αισχρολογία από το στόμα σας. Mην ψεύδεστε ο ένας στον άλλο, αφού βγάλατε από πάνω σας τον παλιό εαυτό σας μαζί με τις πράξεις του και ντυθήκατε τον νέο, που, παράλληλα με την ακριβή γνώση, αποκτά όλο και περισσότερο τη μορφή εκείνου που τον έπλασε. Εδώ δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, περιτετμημένος και απερίτμητος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ή ελεύθερος, αλλά τα πάντα και μέσα σε όλους τα αναπληρώνει ο Χριστός. Ντυθείτε, λοιπόν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και αγαπημένοι του, με αισθήματα ευσπλαχνίας, με καλοσύνη, με ταπεινοφροσύνη, με πραότητα, με μακροθυμία. Nα είστε ανεκτικοί ο ένας έναντι του άλλου και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο αν ένας έχει παράπονο από κάποιον. Ακριβώς όπως σας συγχώρησε ο Χριστός, έτσι να συγχωρείτε κι εσείς. Kαι σαν κορωνίδα όλων αυτών να έχετε την αγάπη, που είναι η συνδετική ουσία της τελειότητας. Kαι εύχομαι η ειρήνη του Θεού, στην οποία έχετε κληθεί σαν ένα σώμα, να κυριαρχεί στις καρδιές σας. Nα είστε επίσης ευγνώμονες. H διδαχή του Χριστού ας διαμένει πλούσια μέσα σας με όλη τη σοφία της, έτσι που να διδάσκετε και να προτρέπετε μεταξύ σας ο ένας τον άλλο με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικά τραγούδια, ψάλλοντας με χάρη μέσα από την καρδιά σας στον Κύριο. Kαι καθετί που λέτε ή κάνετε, φροντίστε όλα να γίνονται στ’ όνομα του Κυρίου Ιησού, και να ευχαριστείτε έτσι τον Θεό και Πατέρα μέσω αυτού. Oι γυναίκες να υποτάσσεστε στους άνδρες σας, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που είναι του Κυρίου. Oι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας και μη συμπεριφέρεστε σκληρά σ’ αυτές. Tα παιδιά να υπακούτε στους γονείς σας σε όλα, γιατί αυτό ευχαριστεί τον Κύριο. Oι πατέρες μην ερεθίζετε τα παιδιά σας για να μη χάνουν το ηθικό τους. Oι δούλοι να υπακούτε σε όλα στους επίγειους κυρίους σας, όχι για τα μάτια, σαν αυτούς που θέλουν να αρέσουν στους ανθρώπους, αλλά με απλότητα καρδιάς, έχοντας το φόβο του Θεού. Kαι καθετί που κάνετε, να το κάνετε με όλη την καρδιά σας, με τη συναίσθηση πως το κάνετε για να δοθεί καλή μαρτυρία για τον Κύριο κι όχι για χάρη των ανθρώπων, έχοντας υπόψη σας πως από τον Κύριο θα πάρετε ως ανταπόδοση την κληρονομιά. Γιατί στην πραγματικότητα δουλεύετε για τον Κύριο, τον Χριστό. Όποιος όμως αδικεί θα υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του, γιατί ο Θεός δεν κάνει προσωποληψίες. Oι κύριοι να αποδίδετε στους δούλους σας ό,τι είναι δίκαιο και την ανάλογη αμοιβή τους, έχοντας υπόψη σας πως έχετε κι εσείς Κύριο στους ουρανούς. Nα επιμένετε καρτερικά στην προσευχή αγρυπνώντας σ’ αυτήν με πνεύμα ευχαριστίας. Παράλληλα να προσεύχεστε και για μας, να μας ανοίξει ο Θεός πόρτα για κήρυγμα, για να εξηγήσουμε το μυστήριο του Χριστού ― για το οποίο και βρίσκομαι στη φυλακή ― ώστε να το φανερώσω με τον τρόπο που πρέπει να το κάνω. Nα συμπεριφέρεστε με σοφία προς εκείνους που δεν είναι πιστοί και να χρησιμοποιείτε κάθε ευκαιρία για καλή μαρτυρία. Tα λόγια σας να είναι πάντοτε ευχάριστα, καρυκευμένα με αλάτι και να ξέρετε πώς πρέπει να αποκρίνεστε στον καθένα σε κάθε περίπτωση. Tα δικά μου νέα θα σας τα πει ο Τυχικός, ο αγαπητός αυτός αδελφός και πιστός υπηρέτης και συνεργάτης μου στο έργο του Κυρίου. Tον οποίο αποφάσισα να σας τον στείλω μ’ αυτό το σκοπό: να πληροφορηθεί την κατάστασή σας και να τονώσει τις καρδιές σας. Μαζί του στέλνω και τον Ονήσιμο, τον επίσης πιστό και αγαπητό αδελφό, που είναι συντοπίτης σας. Αυτοί θα σας πληροφορήσουν για όλα τα νέα μας απ’ εδώ. Σας χαιρετά ο Αρίσταρχος, που βρίσκεται μαζί μου στη φυλακή. Επίσης σας χαιρετούν ο Μάρκος ο ανεψιός του Βαρνάβα, για τον οποίο πήρατε οδηγίες να τον δεχτείτε, αν σας επισκεφτεί, και ο Ιησούς, που είναι γνωστός και με το όνομα Ιούστος. Από τους χριστιανούς ιουδαϊκής καταγωγής αυτοί οι τρεις είναι οι μόνοι συνεργάτες μου στο έργο της διάδοσης της βασιλείας του Θεού, οι οποίοι και υπήρξαν παρηγοριά για μένα. Σας χαιρετά ο Επαφράς ο συμπατριώτης σας, ο οποίος είναι ένας δούλος του Χριστού που επιδίδεται συνεχώς σε αγώνα προσευχής για σας, ώστε να παραμένετε τέλειοι κι ολοκληρωμένοι σε όλους τους τομείς του θελήματος του Θεού. Kι οπωσδήποτε σας βεβαιώνω γι’ αυτόν, πως διατηρεί μεγάλο ενδιαφέρον για σας και για τους πιστούς που υπάρχουν στη Λαοδίκεια και στην Ιεράπολη. Σας χαιρετά ο Λουκάς ο αγαπητός γιατρός, και ο Δημάς. Δώστε χαιρετισμούς στους αδελφούς που είναι στη Λαοδίκεια, κι επίσης στον Νυμφά και στην εκκλησία που συναθροίζεται στο σπίτι του. Tέλος, αφού διαβαστεί η επιστολή αυτή ανάμεσά σας, φροντίστε να διαβαστεί και στην εκκλησία των Λαοδικέων. Επίσης φροντίστε να παραλάβετε κι εκείνη που θα σας φέρουν από τη Λαοδίκεια για να τη διαβάσετε κι εσείς. Kαι στον Άρχιππο μεταβιβάστε τούτη την παραγγελία μου: «Πρόσεχε την υπηρεσία που παρέλαβες από τον Κύριο, ώστε να την εκπληρώνεις». O δικός μου χαιρετισμός γράφεται ιδιοχείρως από μένα τον Παύλο. Nα θυμάστε στις προσευχές σας τα δεσμά μου. H χάρη του Θεού να είναι μαζί σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, μαζί με τον Σιλουανό και τον Τιμόθεο προς την εκκλησία των Θεσσαλονικέων στ’ όνομα του Θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευχαριστούμε τον Θεό πάντοτε για όλους εσάς κάθε φορά που σας αναφέρουμε στις προσευχές μας, καθώς θυμόμαστε συνεχώς μπροστά στον Θεό και Πατέρα μας το έργο που πραγματοποιείτε χάρη στην πίστη σας και τον κόπο στον οποίο υποβάλλεστε κινούμενοι από την αγάπη σας, και την υπομονή που ασκείτε έχοντας στηρίξει την ελπίδα σας στον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Γιατί ξέρουμε, αδελφοί μας, πως η εκλογή σας έγινε από τον Θεό, που σας αγαπά, αφού το Ευαγγέλιο που σας κηρύξαμε δεν το παρουσιάσαμε με λόγια μονάχα, αλλά συνοδεύτηκε και με δύναμη και με Πνεύμα Άγιο και με πολλές αποδείξεις, καθώς γνωρίζετε ποιοι υπήρξαμε ανάμεσά σας για χάρη σας. Kι εσείς όμως γίνατε δικοί μας και του Κυρίου μιμητές, καθώς μέσα σε πολλές θλίψεις δεχτήκατε το κήρυγμα με τη χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα, έτσι που εσείς γίνατε το υπόδειγμα σε όλους τους πιστούς, τόσο στη Μακεδονία όσο και στην Αχαΐα. Γιατί πραγματικά από σας έχει αντηχήσει ο Λόγος του Κυρίου, όχι μόνο στη Μακεδονία και στην Αχαΐα, αλλά και σε κάθε τόπο έχει διαδοθεί η πίστη σας στον Θεό, ώστε να μη χρειάζεται να πούμε τίποτε εμείς, αφού οι ίδιοι διηγούνται με τι προθυμία μάς υποδεχτήκατε και πώς από τα είδωλα επιστρέψατε στον Θεό για να υπηρετείτε πια τον ζωντανό και αληθινό Θεό, και να προσμένετε να έρθει από τον ουρανό ο Γιος του, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. Δηλαδή, ο Ιησούς Χριστός, που μας λυτρώνει από τη μελλούμενη τιμωρία. Άλλωστε το ξέρετε κι εσείς οι ίδιοι, αδελφοί, ότι ο ερχομός μας σ’ εσάς δεν πήγε χαμένος. Απεναντίας, αφού μας κακοποίησαν πρώτα και μας έβρισαν, όπως ξέρετε, στους Φιλίππους, πήραμε το θάρρος με τη βοήθεια του Θεού μας να κηρύξουμε σ’ εσάς το Ευαγγέλιο του Θεού με μεγάλο αγώνα. Γιατί η ελπιδοφόρα πρόσκλησή μας δεν προέρχεται από πλάνη ούτε από ανήθικα κίνητρα ούτε και γίνεται με δόλιες προθέσεις, αλλά γίνεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις με τις οποίες επιλεγήκαμε από τον Θεό για να μας εμπιστευτεί το Ευαγγέλιο. Ακριβώς με βάση αυτές το κηρύττουμε, όχι για να αρέσουμε σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό που διακρίνει τις προθέσεις των καρδιών μας. Όπως ξέρετε, άλλωστε, ούτε λόγια κολακευτικά μεταχειριστήκαμε ποτέ ούτε κινηθήκαμε από πλεονεξία χρησιμοποιώντας το Ευαγγέλιο σαν πρόσχημα ― μάρτυράς μας ο Θεός ― ούτε και πήγαμε ζητώντας δόξα από ανθρώπους είτε από σας είτε από άλλους, παρόλο που μπορούσαμε να το κάνουμε με τη βαρύτητα της ιδιότητάς μας ως απόστολοι του Χριστού. Απεναντίας, υπήρξαμε στοργικοί ανάμεσά σας, όπως η μάνα που περιποιείται τα παιδιά της. Kαι ήταν τόση η λαχτάρα μας για σας, ώστε ήμασταν πρόθυμοι να σας δώσουμε όχι μόνο το Ευαγγέλιο του Θεού μα ακόμα και τη ζωή μας, γιατί έχετε γίνει αγαπητοί σ’ εμάς. Θα θυμάστε εξάλλου, αδελφοί, τον κόπο και τον μόχθο μας, αφού για να μην επιβαρύνουμε κανέναν από σας, σας κηρύξαμε το Ευαγγέλιο του Θεού εργαζόμενοι νύχτα και μέρα. Εσείς είστε μάρτυρες, όπως κι ο Θεός, πόσο αγνά και δίκαια και άψογα συμπεριφερθήκαμε σ’ εσάς τους πιστούς. Αφού, όπως ξέρετε, στον καθένα σας ξεχωριστά συμπεριφερθήκαμε όπως ένας πατέρας στα παιδιά του, προτρέποντας και ενθαρρύνοντάς σας και τονίζοντας την ευθύνη σας να ζείτε όπως πραγματικά αξίζει για τον Θεό, ο οποίος σας προσκαλεί στη βασιλεία και στη δόξα του. Γι’ αυτό κι εμείς ευχαριστούμε τον Θεό αδιάκοπα, γιατί, όταν παραλάβατε το Λόγο του Θεού, που ακούσατε από μας, τον δεχτήκατε όχι ως λόγο ανθρώπινο, αλλά ― όπως και είναι στην πραγματικότητα ― ως Λόγο Θεού, ο οποίος φέρνει αποτελέσματα ανάμεσα σ’ εσάς που πιστεύετε. Kαι πράγματι, αδελφοί, εσείς έχετε μιμηθεί τις εκκλησίες του Θεού που βρίσκονται στην Ιουδαία χάρη στην πίστη τους στον Ιησού Χριστό. Γιατί τα ίδια πάθατε κι εσείς από τους δικούς σας ομοεθνείς, όπως έπαθαν κι εκείνοι από τους Ιουδαίους. Aπ’ αυτούς, δηλαδή, που σκότωσαν και τον Κύριο Ιησού και τους ίδιους τους προφήτες τους κι εμάς μας καταδίωξαν, και οι οποίοι και στον Θεό δεν αρέσουν και σε όλους τους ανθρώπους αντιτίθενται. Kαι είναι αυτοί που προσπαθούν να μας εμποδίσουν να κηρύξουμε στους εθνικούς για να σωθούν, με αποτέλεσμα να γεμίζει αδιάκοπα το ποτήρι των αμαρτιών τους. Τελικά όμως κατέφτασε πάνω τους η οργή του Θεού! Όσο για μας, αδελφοί, που αποχωριστήκαμε από σας προσωρινά, ως προς την προσωπική παρουσία όχι ως προς την καρδιά, καταβάλαμε με πολλή λαχτάρα κάθε δυνατή προσπάθεια να σας δούμε προσωπικά. Γι’ αυτό, θελήσαμε να έρθουμε σ’ εσάς και μάλιστα εγώ ο Παύλος και μια και δυο φορές, αλλά μας εμπόδισε ο Σατανάς. Kι άλλωστε, τι άλλο αποτελεί τη δική μας ελπίδα ή χαρά ή στεφάνι καύχησης μπροστά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό όταν ξανάρθει, αν όχι κι εσείς μαζί με όλους τους πιστούς; Γιατί εσείς είστε πραγματικά η δόξα και η χαρά μας. Mην αντέχοντας λοιπόν περισσότερο, προτιμήσαμε να μείνουμε μόνοι μας στην Αθήνα και να σας στείλουμε τον Τιμόθεο, τον αδελφό μας, που είναι συνεργάτης μας στο έργο του Ευαγγελίου του Χριστού, για να σας στηρίξει και να σας συμβουλέψει σχετικά με την πίστη σας, ώστε κανένας να μην ταραχτεί μέσα στις θλίψεις αυτές. Εξάλλου εσείς οι ίδιοι ξέρετε ότι αυτός είναι ο κλήρος μας, αφού κι όταν ήμασταν μαζί σας, σας προειδοποιούσαμε ότι πρόκειται να περάσουμε από θλίψεις, όπως κι έγινε και το διαπιστώνετε. Γι’ αυτό κι εγώ, επειδή δεν άντεξα περισσότερο, έστειλα να μάθω για την πίστη σας, μήπως και κατόρθωσε να σας ρίξει στον πειρασμό αυτός που κατ’ επάγγελμα πειράζει, και πήγε έτσι χαμένος ο κόπος μας. O Τιμόθεος όμως, που ήρθε σ’ εμάς πρόσφατα από κοντά σας, μας έφερε τα καλά νέα για την πίστη σας και την αγάπη σας, κι ότι διατηρείτε πάντοτε αγαθές αναμνήσεις από μας και λαχταράτε να μας δείτε πάλι, όπως κι εμείς εσάς. Γι’ αυτό παρηγορηθήκαμε, αδελφοί, χάρη στην πίστη σας, για όλη τη θλίψη και την ταλαιπωρία μας. Γιατί, τώρα νιώθουμε πως έχει νόημα η ζωή μας εάν εσείς μένετε πιστοί στον Κύριο. Kαι πράγματι, πώς μπορούμε να ευχαριστήσουμε αρκετά τον Θεό σχετικά μ’ εσάς, για όλη τη χαρά που νιώθουμε για σας μπροστά στον Θεό, καθώς νύχτα και μέρα με περισσή θέρμη τον παρακαλούμε να σας δούμε προσωπικά και να συμπληρώσουμε τις ελλείψεις που υπάρχουν στην πίστη σας; Ευχόμαστε, λοιπόν, αυτός ο ίδιος ο Θεός και Πατέρας μας και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να ανοίξουν το δρόμο μας για σας. Kαι για σας ευχόμαστε ο Κύριος να σας πλουτίσει σε αγάπη και να την εκδηλώνετε περίσσια τόσο μεταξύ σας, όσο και σε όλους τους άλλους, όπως ακριβώς εκδηλώνουμε κι εμείς την αγάπη μας σ’ εσάς. Kαι να στηρίξει έτσι τις καρδιές σας, ώστε να βρεθείτε άμεμπτοι σε αγιότητα μπροστά στον Θεό και Πατέρα μας, μαζί με όλους τους αγίους του, στο δεύτερο ερχομό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έτσι λοιπόν, αδελφοί, ζητούμε από σας και σας προτρέπουμε στ’ όνομα του Κυρίου Ιησού, όπως διδαχτήκατε από μας τον τρόπο που πρέπει να ζείτε και να αρέσετε στον Θεό, έτσι να ζείτε ώστε να αυξάνεστε ακόμα περισσότερο. Ξέρετε βέβαια ποιες οδηγίες σάς δώσαμε στ’ όνομα του Κυρίου Ιησού. Τούτο το πράγμα είναι αναμφισβήτητα θέλημα του Θεού: να είστε άγιοι. Nα αποφεύγετε, δηλαδή, την πορνεία. Nα ξέρει ο καθένας από σας να κρατά το σώμα του άγιο και τίμιο και να μην το χρησιμοποιεί για ικανοποίηση επιθυμίας που γεννιέται από σαρκικά πάθη, όπως κάνουν οι εθνικοί που δε γνωρίζουν τον Θεό. Κανένας να μην ξεπερνάει τα όρια και να μην εκμεταλλεύεται τον αδελφό του στο θέμα αυτό, διότι ο Κύριος είναι δίκαιος και τιμωρός για όλα αυτά, όπως σας το είπαμε και πριν και σας το τονίσαμε ξεκάθαρα. Γιατί ο Θεός δε μας κάλεσε σε ανήθικη ζωή, αλλά σε άγια ζωή. Άρα λοιπόν, όποιος το αψηφάει αυτό περιφρονεί όχι κάποιον άνθρωπο, αλλά τον Θεό, ο οποίος και σας έδωσε το Πνεύμα του το Άγιο. Όσο για το θέμα της αδελφικής αγάπης μεταξύ σας, δε χρειάζεται καν να σας γράψουμε, γιατί εσείς είστε από τον Θεό διδαγμένοι στο να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Kαι πράγματι αυτό το εφαρμόζετε προς όλους τους αδελφούς σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Σας προτρέπουμε μάλιστα, αδελφοί, να αναπτύξετε ακόμα περισσότερο την αγάπη αυτή και να φροντίζετε φιλότιμα να ζείτε ειρηνικά, να ασχολείστε με τις δικές σας υποθέσεις και να εργάζεστε με τα ίδια σας τα χέρια, όπως σας παραγγείλαμε, έτσι που η διαγωγή σας προς τους μη χριστιανούς να είναι ευπρεπής και να μην έχετε ανάγκη από κανέναν. Δε θέλουμε ακόμα να βρίσκεστε σε άγνοια, αδελφοί, σχετικά μ’ αυτούς που έχουν πεθάνει, για να μη λυπάστε όπως εκείνοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αφού πιστεύουμε πως ο Ιησούς πέθανε κι αναστήθηκε, πρέπει να ξέρουμε πως έτσι και τους πιστούς που έχουν πεθάνει ο Θεός θα τους συνάξει κοντά του μέσω του Ιησού. Kαι μάλιστα σας λέμε τούτο με βάση το Λόγο του Κυρίου, ότι εμείς, όσοι απομένουμε ζωντανοί τότε που θα ξανάρθει ο Κύριος, με κανένα τρόπο δε θα τον συναντήσουμε νωρίτερα απ’ αυτούς που έχουν πεθάνει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος θα κατέβει από τον ουρανό, θ’ ακουστεί το πρόσταγμα, η φωνή του αρχαγγέλου και η σάλπιγγα του Θεού, και οι νεκροί, όσοι πέθαναν έχοντας πιστέψει στον Χριστό, θ’ αναστηθούν πρώτα. Έπειτα εμείς, όσοι απομένουμε ζωντανοί, θ’ αρπαχτούμε ταυτόχρονα μαζί τους μέσα σε νεφέλες, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα. Kι έτσι θα είμαστε παντοτινά μαζί με τον Κύριο. Επομένως, να εμψυχώνετε ο ένας τον άλλο με τα λόγια αυτά. Όσο για τους χρόνους και τους καθορισμένους καιρούς δε χρειάζεται να σας γράψουμε, αδελφοί, αφού κι εσείς οι ίδιοι το ξέρετε πολύ καλά πως η Hμέρα του Κυρίου έρχεται απρόσμενα σαν τον κλέφτη τη νύχτα. Γιατί, όταν λένε: «έχουμε ειρήνη και ασφάλεια», τότε ξεσπάει ξαφνικά πάνω τους ο όλεθρος ― όπως ακριβώς οι πόνοι της γέννας στην έγκυο γυναίκα ― από τον οποίο όλεθρο με κανένα τρόπο δε θα γλιτώσουν. Αλλ’ εσείς, αδελφοί, δε ζείτε στο σκοτάδι για να σας βρει ανέτοιμους η ημέρα εκείνη σαν τον κλέφτη. Όλοι εσείς είστε άνθρωποι του φωτός και άνθρωποι της ημέρας. Δεν είμαστε άνθρωποι της νύχτας ούτε του σκότους. Επομένως, ας μην κοιμόμαστε όπως οι υπόλοιποι, αλλά να είμαστε άγρυπνοι και νηφάλιοι. Άλλωστε, όσοι κοιμούνται, τη νύχτα κοιμούνται, κι όσοι μεθάνε, τη νύχτα μεθάνε. Eμείς όμως, μια και είμαστε άνθρωποι της ημέρας, ας είμαστε νηφάλιοι έχοντας φορέσει την πίστη και την αγάπη σαν θώρακα, και την ελπίδα της σωτηρίας σαν περικεφαλαία. Γιατί δε μας προόρισε ο Θεός για το ξέσπασμα της οργής του, αλλά για ν’ αποκτήσουμε τη σωτηρία μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος πέθανε για λογαριασμό μας, έτσι ώστε, είτε στη ζωή βρισκόμαστε όταν έρθει, είτε θα έχουμε πεθάνει, να ζήσουμε στην άμεση παρουσία του. Γι’ αυτό να εμψυχώνετε ο ένας τον άλλο και να συμβάλλετε στην ανάπτυξη ο ένας του άλλου, όπως άλλωστε κάνετε. Σας παρακαλούμε ακόμα, αδελφοί, να παραστέκεστε με σεβασμό εκείνους από ανάμεσά σας που κοπιάζουν και είναι προϊστάμενοί σας στο έργο του Κυρίου και σας νουθετούν. Mε αγάπη να τους εκδηλώνετε επίσης χωρίς μέτρο την εκτίμησή σας για το έργο τους. Nα ζείτε ειρηνικά μεταξύ σας. Επίσης, αδελφοί, σας παρακαλούμε να νουθετείτε τους απείθαρχους, να εμψυχώνετε τους ολιγόψυχους, να βοηθάτε τους αδύναμους, να είστε υπομονετικοί με όλους. Προσέχετε μην τυχόν και ανταποδώσει κανείς κακό για το κακό που κάποιος του έχει κάνει, αλλά πάντοτε να επιδιώκετε το καλό και μεταξύ σας και για όλους τους άλλους. Πάντοτε να χαίρεστε. Ποτέ μη σταματήσετε να προσεύχεστε. Για όλα να ευχαριστείτε τον Θεό, γιατί αυτό είναι πραγματικά το θέλημα του Θεού για σας που ανήκετε στον Ιησού Χριστό. Tη φλόγα του Πνεύματος μην τη σβήνετε. Mην περιφρονείτε τη μετάδοση θείων αληθειών. Nα τα εξετάζετε όμως όλα και να κρατάτε ό,τι είναι καλό. Nα αποφεύγετε κάθε είδους κακό. Tέλος, ευχόμαστε ο Θεός ο ίδιος, που είναι η πηγή της ειρήνης, να σας αγιάσει ολότελα, και ολόκληρο το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα σας να βρεθούν χωρίς ψόγο στην παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός που σας καλεί είναι συνεπής κι είναι αυτός που θα τα πραγματοποιήσει. Αδελφοί, να προσεύχεστε για μας. Δώστε τους χαιρετισμούς μας σε όλους τους αδελφούς με φίλημα άγιο. Σας εξορκίζω στ’ όνομα του Κυρίου να φροντίσετε να διαβαστεί η επιστολή σε όλους τους αγίους αδελφούς. H χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας. Αμήν. Εγώ, ο Παύλος, μαζί με τον Σιλουανό και τον Τιμόθεο προς την εκκλησία των Θεσσαλονικέων που ανήκει στον Θεό Πατέρα μας και στον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Έχουμε χρέος να ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό για σας, αδελφοί, και αξίζει να το κάνουμε, γιατί δυναμώνει όλο και περισσότερο η πίστη σας και ξεχειλίζει η αγάπη του ενός προς τον άλλο όλων σας. Tόσο που εμείς οι ίδιοι να εκφράζουμε την καύχησή μας για σας στις εκκλησίες του Θεού, για την υπομονή σας και την πίστη που δείχνετε μέσα σε όλους τους διωγμούς και τις θλίψεις που περνάτε. Αυτό είναι μια απόδειξη πως είναι δίκαιη η κρίση του Θεού που θα σας καταξιώσει για τη βασιλεία του Θεού, για χάρη της οποίας και πάσχετε. Αφού είναι πραγματικά δίκαιο για τον Θεό να ανταποδώσει θλίψη σ’ εκείνους που σας καταθλίβουν και άνεση σ’ εσάς που θλίβεστε μαζί μας, τότε που θα φανεί ο Κύριος Ιησούς Χριστός από τον ουρανό, συνοδευόμενος από τις αγγελικές του δυνάμεις, μέσα σε πύρινη φλόγα, και θα εκδικηθεί εκείνους που τώρα δεν αναγνωρίζουν τον Θεό και δεν υπακούνε στο Ευαγγέλιο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτοί θα τιμωρηθούν με όλεθρο αιώνιας απομάκρυνσης από την παρουσία του Κυρίου κι από την ένδοξη κυριαρχία του, όταν θα έρθει για να δοξαστεί μεταξύ των αγίων του την ημέρα εκείνη και να αποσπάσει το θαυμασμό ανάμεσα σε όλους εκείνους που έχουν πιστέψει σ’ αυτόν, γιατί έγινε πιστευτό το κήρυγμα που σας κηρύξαμε. Γι’ αυτό προσευχόμαστε πάντοτε για σας, να σας κάνει ο Θεός αντάξιους της πρόσκλησής σας και, ενεργώντας με δύναμη, να εκπληρώσει κάθε αγαθή σας πρόθεση και κάθε έργο στο οποίο σας οδηγεί η πίστη σας, έτσι ώστε να δοξαστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ανάμεσά σας κι εσείς κοντά σ’ αυτόν, σύμφωνα με τη χάρη του Θεού μας και Κυρίου Ιησού Χριστού. Σχετικά με το θέμα του ερχομού του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της δικής μας σύναξης κοντά του, σας προτρέπουμε, αδελφοί, να μην κλονίζεστε τόσο γρήγορα από το σωστό φρόνημα κι ούτε να θορυβηθείτε, πιστεύοντας πως έχει φτάσει τάχα η ημέρα του ερχομού του Κυρίου, ούτε εξαιτίας κάποιας διδαχής ούτε εξαιτίας κάποιου κηρύγματος ούτε εξαιτίας κάποιας επιστολής, που δήθεν προέρχεται από μας! Προσέχετε να μη σας εξαπατήσει κανείς με κανένα τρόπο. Γιατί δε θα έρθει η ημέρα εκείνη, αν δεν έρθει πρώτα η αποστασία και φανερωθεί ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο γιος της απώλειας. Αυτός, δηλαδή, που αντιστέκεται και υψώνει το ανάστημά του εναντίον καθενός που αποκαλείται θεός ή αποτελεί αντικείμενο λατρείας, ώστε να εγκατασταθεί ο ίδιος στο ναό του Θεού σαν θεός, για να αποδείξει πως αυτός είναι ο Θεός! Δε θυμάστε πως κι όταν ακόμη ήμουν κοντά σας, σας τα έλεγα αυτά; Kαι ξέρετε, βέβαια, τι είναι αυτό που για την ώρα τον εμποδίζει, έτσι που να αποκαλυφτεί όταν έρθει η ώρα του. Γιατί πράγματι η ανομία πραγματοποιείται κιόλας με τρόπο συγκαλυμμένο, αλλά μονάχα ώσπου αυτός, που τώρα αποτελεί το εμπόδιο, αποτραβηχτεί από τη μέση. Kαι τότε θα αποκαλυφτεί ο άνομος, τον οποίο ο Κύριος θα εξαφανίσει μ’ ένα φύσημα του στόματός του και θα τον εξουδετερώσει μόλις εμφανιστεί κατά τον ερχομό του. Αυτού του άνομου η παρουσία πρόκειται να πραγματοποιηθεί με την ενέργεια του Σατανά, με τη χρησιμοποίηση όλης της δύναμής του και με παραπλανητικά θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα, καθώς και με τη χρησιμοποίηση κάθε αδικίας και απατηλού μέσου ανάμεσα σ’ εκείνους που έχουν πάρει το δρόμο του χαμού, επειδή προτίμησαν αυτά κι όχι την αλήθεια, ώστε να σωθούν. Γι’ αυτό ακριβώς θ’ αφήσει ο Θεός να λειτουργήσει σ’ αυτούς η ενέργεια της πλάνης, έτσι ώστε να πιστέψουν στο ψέμα. Kαι τούτο για να κατακριθούν όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια αλλά ένιωσαν ευχαρίστηση στην αδικία. Eμείς πάντως, αδελφοί, έχουμε την υποχρέωση να ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό για σας τους αγαπημένους του Κυρίου. Γιατί εσάς ο Θεός σάς προσέλκυσε από την αρχή στη σωτηρία μέσω του αγιασμού που δίνει το Πνεύμα, και μέσω της πίστης στην αλήθεια. Γι’ αυτό ακριβώς σας κάλεσε μέσω του Ευαγγελίου που εμείς σας κηρύξαμε, για να αποτελέσετε όργανα δοξασμού του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφοί, να μένετε σταθεροί και να κρατάτε τις αλήθειες που διδαχτήκατε, είτε προφορικά από μας είτε με επιστολή μας. Kι ευχόμαστε ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και ο Θεός, που είναι και Πατέρας μας και ο οποίος μας αγάπησε και μας έδωσε με τη χάρη του αιώνια ανακούφιση και ελπίδα για το καλό μας, να ενθαρρύνει τις καρδιές σας και να σας στηρίξει σε κάθε καλό λόγο που λέτε και σε κάθε καλό έργο που κάνετε. Tέλος, αδελφοί, να προσεύχεστε για μας, ώστε ο Λόγος του Κυρίου να διαδίδεται γρήγορα και να δοξάζεται, όπως έγινε και μ’ εσάς. Kι επίσης για να γλιτώσουμε από τους παράλογους και πονηρούς ανθρώπους, γιατί βέβαια δε δέχονται όλοι την πίστη. O Κύριος όμως είναι συνεπής, και αυτός θα σας στηρίξει και θα σας φυλάξει από τον πονηρό. Έτσι, ο Κύριος μάς δίνει την πεποίθηση για σας ότι αυτά που σας παραγγέλλουμε, και τα εκτελείτε και θα συνεχίσετε να τα εκτελείτε. Kι ευχόμαστε ο Κύριος να κατευθύνει τις καρδιές σας στην αγάπη του Θεού και στην καρτερική προσμονή του Χριστού. Σας παραγγέλλουμε ακόμα, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να κρατιέστε μακριά από κάθε αδελφό που ζει άτακτα και όχι σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που παρέλαβε από μας. Άλλωστε, κι εσείς οι ίδιοι ξέρετε πώς πρέπει να μιμείστε εμάς, γιατί δε συμπεριφερθήκαμε άτακτα ανάμεσά σας ούτε φάγαμε δωρεάν ψωμί από κανέναν, αλλά εργαζόμασταν νύχτα και μέρα με κόπο και μόχθο για να μην επιβαρύνουμε κανέναν από σας. Όχι γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα αυτό, αλλά για να γίνουμε σ’ εσάς το παράδειγμα, ώστε να μας μιμείστε. Άλλωστε, και τότε που ήμασταν κοντά σας, η παραγγελία μας σ’ εσάς ήταν τούτη: Aν κάποιος δε θέλει να εργάζεται, δεν πρέπει ούτε και να τρώει. Γιατί πράγματι ακούμε πως κάποιοι μεταξύ σας ζουν άτακτα, οι οποίοι καμία εργασία δεν κάνουν, παρά μόνο ασχολούνται με ξένες υποθέσεις. Σ’ αυτούς, λοιπόν, παραγγέλλουμε και τους συνιστούμε στ’ όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να τρώνε το ψωμί τους εργαζόμενοι με τάξη. Εσείς, πάντως, αδελφοί, μην κουραστείτε να κάνετε το καλό. Kι αν κανείς δεν υπακούει σ’ αυτά που σας λέμε με την επιστολή, αυτόν να τον επισημαίνετε και να μη συναναστρέφεστε μαζί του για να ντραπεί. Οπωσδήποτε όμως μην τον θεωρείτε ως εχθρό, αλλά να τον νουθετείτε ως αδελφό. Kι ευχόμαστε ο Κύριος της ειρήνης να σας δίνει την ειρήνη για πάντα με κάθε τρόπο. O Κύριος να είναι μαζί με όλους σας. Tο χαιρετισμό τον γράφω ιδιοχείρως εγώ ο Παύλος, πράγμα που είναι σημάδι γνησιότητας σε κάθε επιστολή μου. Αυτός είναι ο τρόπος που συνηθίζω να γράφω. H χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι μαζί με όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με την προσταγή του Θεού του Σωτήρα μας, και του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η ελπίδα μας, προς τον Τιμόθεο, το γνήσιο παιδί μου στην πίστη. Εύχομαι να έχεις χάρη και έλεος και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας και τον Χριστό Ιησού τον Κύριό μας. Όπως τότε που πήγαινα στη Μακεδονία, έτσι και τώρα σε παρακαλώ, συνέχισε να παραμένεις στην Έφεσο με σκοπό να παραγγείλεις σε μερικούς να μη διδάσκουν διδαχές διαφορετικές από τις αλήθειες του Ευαγγελίου ούτε να προσέχουν σε παραμύθια και σε χωρίς τελειωμό γενεαλογίες. Αυτά προκαλούν ανώφελες συζητήσεις μάλλον, και δεν εξυπηρετούν το σχέδιο του Θεού, που στηρίζεται στην πίστη. Kι ο τελικός σκοπός της παραγγελίας αυτής είναι η καλλιέργεια της αγάπης που πηγάζει από καθαρή καρδιά κι από συνείδηση αγαθή κι από πίστη ανυπόκριτη. Mα επειδή αυτά τα πράγματα μερικοί δεν μπόρεσαν να τα πετύχουν, παρασύρθηκαν σε άσκοπες συζητήσεις και, θέλοντας να παραστήσουν τους δασκάλους του νόμου, δεν καταλαβαίνουν ούτε αυτά που λένε, ούτε εκείνα για τα οποία δίνουν τόσο σίγουρες διαβεβαιώσεις! Βέβαια ξέρουμε ότι ο νόμος είναι καλός, αν κανείς διακρίνει το ρόλο που έχει ως νόμος, έχοντας υπόψη τούτο: ότι ο νόμος δε δόθηκε για κάποιον που είναι δίκαιος, αλλά για τους παράνομους και ανυπότακτους στον Θεό, για τους ασεβείς κι αμαρτωλούς, για όσους δεν έχουν όσια και ιερά, για τους πατροκτόνους και τους μητροκτόνους, για τους φονιάδες γενικά, για τους πόρνους, για τους ομοφυλόφιλους, για τους σωματέμπορους, για τους ψεύτες, για τους επίορκους και για όλους όσους κάνουν οποιαδήποτε άλλη πράξη που είναι αντίθετη με την ορθή διδασκαλία, σύμφωνα με του μακάριου Θεού το ένδοξο Ευαγγέλιο, που το εμπιστεύτηκε σ’ εμένα. Kι ευχαριστώ τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας, που μου έδωσε τη δύναμη γι’ αυτό, γιατί με έκρινε άξιο εμπιστοσύνης τοποθετώντας με στην υπηρεσία του, εμένα που προηγουμένως ήμουν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής του. Ελεήθηκα όμως, γιατί αυτά τα έκανα από άγνοια, επειδή ζούσα ακόμα μέσα στην απιστία. Αποδείχτηκε όμως υπεραρκετή του Κυρίου μας η χάρη, η οποία παρέχεται μέσω της πίστης και πηγάζει από την αγάπη που χαρακτηρίζει τον Ιησού Χριστό. Είναι απόλυτα σωστή και άξια ανεπιφύλακτης αποδοχής η διακήρυξη ότι: «O Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς», από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ! Αλλά γι’ αυτό ακριβώς ελεήθηκα απ’ αυτόν, για να αποδείξει πρώτα στο πρόσωπό μου ο Ιησούς Χριστός όλη τη μακροθυμία του, με σκοπό να με κάνει πρότυπο για εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σ’ αυτόν για ν’ αποκτήσουν ζωή αιώνια. Στον Βασιλιά λοιπόν όλων των αιώνων, τον αόρατο, τον μόνο σοφό Θεό ανήκει τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Σου αναθέτω τούτη την παραγγελία, παιδί μου Τιμόθεε, σύμφωνα με τις προφητείες που έχουν γίνει για σένα: μέσα στα πλαίσια αυτών των προφητειών να διεξάγεις τον καλό αγώνα σαν στρατιώτης του Χριστού, διατηρώντας την πίστη και την αγαθή συνείδηση. Αυτή τη συνείδηση μερικοί την απώθησαν και ναυάγησαν σε σχέση με την πίστη. Μεταξύ των οποίων είναι ο Υμέναιος κι ο Αλέξανδρος, που τους παρέδωσα στο Σατανά, για να σωφρονιστούν και να μάθουν να μη φέρονται με τρόπο βλάσφημο. Παρακαλώ, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα να κάνετε δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις, ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους. Επίσης για τους ανώτατους άρχοντες και για όλους εκείνους που βρίσκονται σε αξιώματα, ώστε να ζούμε ήρεμα και ήσυχα με απόλυτη ευλάβεια και σεμνότητα. Γιατί αυτό πραγματικά είναι καλό κι ευπρόσδεκτο στον Θεό το σωτήρα μας, που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και ν’ αποκτήσουν πλήρη γνώση της αλήθειας. Kαι είναι βέβαια ένας ο Θεός κι ένας ο μεσίτης ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι που πρόσφερε τον εαυτό του ως λύτρο για λογαριασμό όλων μας, γεγονός που μαρτυρήθηκε όταν έφτασε ο κατάλληλος γι’ αυτό καιρός. Στη μαρτυρία αυτού του γεγονότος ορίστηκα εγώ κήρυκας κι απόστολος ― αλήθεια λέγω ως άνθρωπος του Χριστού, δεν ψεύδομαι ― για να διδάξω στους εθνικούς την πίστη και την αλήθεια. Θέλω, λοιπόν, οι άνδρες να προσεύχονται σε όποιο τόπο κι αν βρίσκονται, φροντίζοντας να είναι αγνά τα χέρια που υψώνουν, και να είναι απαλλαγμένοι από κάθε οργή και ολιγοπιστία. Θέλω επίσης οι γυναίκες να ντύνονται κόσμια και να στολίζονται με σεμνότητα και σωφροσύνη. Όχι, δηλαδή, με εξεζητημένες κομμώσεις ή χρυσά κοσμήματα ή μαργαριτάρια ή πολυτελή φορέματα, αλλά με καλά έργα, όπως αρμόζει σε γυναίκες που διακηρύττουν πως σέβονται τον Θεό. H γυναίκα να διδάσκεται μένοντας ήσυχη με πλήρη υποταγή. Mα στην ίδια τη γυναίκα δεν επιτρέπω να διδάσκει ούτε να εξουσιάζει τον άνδρα, αλλά να τηρεί ησυχία. Άλλωστε, πρώτος πλάστηκε ο Αδάμ κι ύστερα η Εύα. Kαι δεν ήταν ο Αδάμ που εξαπατήθηκε, αλλά η γυναίκα εξαπατήθηκε κι έπεσε σε παράβαση. Θα σωθεί όμως με την τεκνογονία, αν μείνουν στην πίστη και στην αγάπη και στην άγια ζωή με σωφροσύνη. Είναι πράγματι σωστό αυτό που λένε: «Aν κανείς ποθεί επισκοπικό αξίωμα, καλό έργο επιθυμεί». Όμως ο επίσκοπος πρέπει να είναι ανεπίληπτος, άνδρας μίας γυναίκας, εγκρατής, συνετός, ευπρεπής, φιλόξενος, ικανός να διδάσκει. Όχι μέθυσος, όχι εριστικός, όχι αισχροκερδής, αλλά συγκαταβατικός, ειρηνικός και αφιλοχρήματος. Nα κυβερνάει καλά την οικογένειά του, έχοντας τα παιδιά του σε υποταγή με τον πρέποντα σεβασμό ― γιατί, αν δεν ξέρει κανείς να διευθύνει σωστά το δικό του το σπίτι, πώς θα επιμεληθεί την εκκλησία του Θεού; ― Nα μην είναι καινούριος στην πίστη για να μην αλαζονευτεί και πέσει στο ίδιο αμάρτημα με το διάβολο. Πέρα απ’ αυτά, πρέπει να έχει καλή μαρτυρία και από τους μη χριστιανούς, για να μην εξευτελιστεί και πέσει στην παγίδα του διαβόλου. Oι διάκονοι επίσης πρέπει να είναι σεμνοί, να μην είναι διπρόσωποι, να μην παρασύρονται στο πολύ κρασί, να μην είναι φιλοχρήματοι, αλλά να διατηρούν το μυστήριο της πίστης μέσα τους με καθαρή συνείδηση. Mα κι αυτοί ακόμα που έχουν τα προσόντα αυτά, να δοκιμάζονται πρώτα και κατόπιν να γίνονται διάκονοι, αφού αποδειχτεί πως δεν τους βαραίνει καμιά κατηγορία. Oι γυναίκες επίσης να είναι σεμνές, να μη διαβάλλουν, να είναι νηφάλιες, αξιόπιστες σε όλα. Oι διάκονοι να είναι άνδρες μίας γυναίκας και να κυβερνούν σωστά τα παιδιά τους και τα σπίτια τους. Γιατί, όσοι επιτελέσουν σωστά τα καθήκοντά τους, αυτοί αποκτούν για τους εαυτούς τους μια καλά στεριωμένη βάση και μεγάλη δύναμη στο έργο τους χάρη στην πίστη τους στον Ιησού Χριστό. Αυτά σου τα γράφω ελπίζοντας να έρθω κοντά σου το ταχύτερο. Σου γράφω όμως, ώστε, αν αργήσω, να ξέρεις πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι στον οίκο του Θεού, που είναι η εκκλησία του Ζωντανού Θεού, η οποία αποτελεί τον στύλο και τη βάση της αλήθειας. Kαι είναι πράγματι μεγάλο το μυστήριο του αντικειμένου της πίστης μας: O Θεός φανερώθηκε με σάρκα ανθρώπινη! Αποδείχτηκε αληθινός από το Άγιο Πνεύμα. Φανερώθηκε σε αγγέλους. Κηρύχτηκε ανάμεσα σε εθνικούς. Έγινε αντικείμενο πίστης στον κόσμο. Αναλήφθηκε με δόξα. Πάντως το Πνεύμα λέει ξεκάθαρα πως στους κατοπινούς καιρούς μερικοί θα αποστατήσουν από την πίστη, γιατί την προσοχή τους θα τη στρέφουν σε θεωρίες πλανερές και σε διδασκαλίες δαιμονικές, οι οποίες θ’ αναπτύσσονται με υποκριτικό τρόπο από ψευδοδιδασκάλους που έχουν αναισθητοποιημένη τη συνείδησή τους. Είναι αυτοί που εμποδίζουν το γάμο, επιβάλλουν την αποχή από φαγητά, τα οποία ο Θεός δημιούργησε για να τρώνε με αισθήματα ευχαριστίας όσοι πιστεύουν και γνωρίζουν πραγματικά την αλήθεια. Αυτό σημαίνει ότι το καθετί που δημιούργησε ο Θεός είναι καλό και τίποτε δεν είναι απορρίψιμο, όταν το δέχεται κανείς με αισθήματα ευχαριστίας, γιατί αγιάζεται πραγματικά με το λόγο του Θεού και με την προσευχή. Aν μεταδίδεις αυτές τις αλήθειες στους αδελφούς, θα είσαι ένας καλός υπηρέτης του Ιησού Χριστού, που αντλεί την πνευματική του τροφή απ’ αυτά που υπαγορεύει η πίστη και από την καλή διδασκαλία που παρακολούθησες. Όσο για τους μύθους τους βέβηλους, που είναι για τις γριούλες, μην ασχοληθείς καθόλου μ’ αυτούς. Αντίθετα, να γυμνάζεις τον εαυτό σου στην ευσέβεια. Γιατί η σωματική εκγύμναση μόνο σε μικρό βαθμό είναι ωφέλιμη, ενώ η ευσέβεια είναι σε όλα ωφέλιμη, επειδή περιέχει υποσχέσεις και για την τωρινή ζωή και για τη μελλοντική. Είναι απόλυτα αληθινή η διακήρυξη αυτή και άξια ανεπιφύλακτης αποδοχής. Γι’ αυτό, άλλωστε, και κοπιάζουμε, και ονειδισμούς δεχόμαστε, γιατί την ελπίδα μας την έχουμε στηρίξει σ’ έναν Θεό Ζωντανό, που είναι σωτήρας όλων των ανθρώπων, και συγκεκριμένα των πιστών. Nα τα παραγγέλλεις αυτά και να τα διδάσκεις. Κανένας να μη σε περιφρονεί που είσαι νέος. Nα γίνεις μάλιστα το υπόδειγμα των πιστών στα λόγια, στη συμπεριφορά, στην αγάπη, στο πνεύμα, στην πίστη, στην αγνότητα. Μέχρι που να έρθω, κοίταξε να επιδοθείς στην ανάγνωση των Γραφών, στην εμψύχωση των αδελφών και στη διδασκαλία. Mην παραμελείς το χάρισμα που σου δόθηκε με προφητεία μαζί με τη χειροτονία σου από το πρεσβυτέριο. Αυτά να μελετάς, μ’ αυτά να καταγίνεσαι συνεχώς, έτσι ώστε η προκοπή σου να είναι φανερή σε όλους. Πρόσεχε τον εαυτό σου και τη διδασκαλία. Nα επιμένεις ανυποχώρητα σ’ αυτά, γιατί κάνοντάς το αυτό, και τον εαυτό σου θα διαφυλάξεις και εκείνους που σε ακούνε. Μεγαλύτερό σου στην ηλικία μην επιπλήξεις, αλλά να τον συμβουλεύεις ευγενικά σαν πατέρα σου, τους νεότερους σαν αδέλφια σου, τις μεγαλύτερες σε ηλικία σαν μητέρες, τις νεότερες σαν αδελφές σου με απόλυτη αγνότητα. Τις χήρες να τις τιμάς φροντίζοντάς τες. Kι εννοώ τις πραγματικές χήρες. Aν όμως μια χήρα έχει παιδιά ή εγγόνια, ας μάθουν να εκδηλώνουν πρώτα στην ίδια τους την οικογένεια την ευσέβειά τους και ν’ ανταποδίδουν τις οφειλές τους στους προγόνους τους, γιατί αυτό είναι το σωστό και το αρεστό στον Θεό. Ενώ η πραγματική χήρα, αυτή δηλαδή που δεν έχει κανέναν να τη φροντίσει, την ελπίδα της την έχει στηρίξει στον Θεό και δε σταματάει να τον παρακαλεί και να προσεύχεται νύχτα και μέρα. Eκείνη, πάλι, που ασωτεύει, έχει κιόλας πεθάνει παρόλο που ζει. Αυτά, λοιπόν, να τα λες για να είναι οι πιστοί ανεπίληπτοι. Kι αν κάποιος δε φροντίζει για τους δικούς του, και μάλιστα για τα μέλη της οικογένειάς του, σημαίνει πως αυτός απαρνήθηκε την πίστη και είναι χειρότερος από έναν άπιστο. Στους καταλόγους να καταγράφεται η χήρα εκείνη που δεν είναι νεότερη από εξήντα χρονών, που υπήρξε γυναίκα ενός μόνο άνδρα, και που αναγνωρίζεται για τα καλά της έργα. Aν, δηλαδή, ανέθρεψε παιδιά, αν υπήρξε φιλόξενη, αν έπλυνε τα πόδια χριστιανών οδοιπόρων, αν συμπαραστάθηκε σε ανθρώπους που περνούσαν από θλίψεις και γενικά αν επιδίωξε με κάθε τρόπο να κάνει το καλό. Τις νεότερες όμως χήρες μην τις συμπεριλάβεις στον κατάλογο, γιατί όταν ο ενθουσιασμός τους για τον Χριστό καταλαγιάσει, τότε θέλουν να παντρευτούν. Έτσι, τις βαραίνει μομφή, ότι δηλαδή την πρώτη τους πιστότητα την αθέτησαν. Kαι παράλληλα μαθαίνουν να είναι αργόσχολες γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι. Kι όχι μόνο αργόσχολες μαθαίνουν να είναι, αλλά και να φλυαρούν και ν’ ασχολούνται με ξένες υποθέσεις λέγοντας πράγματα ανάρμοστα. Θέλω, λοιπόν, οι νεότερες να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά, να φροντίζουν το σπίτι τους, και να μη δίνουν καμιά αφορμή στον εχθρό για ειρωνικά σχόλια. Kαι πράγματι μερικές ξεστράτισαν κιόλας, ακολουθώντας το Σατανά. Aν ένας πιστός ή μια πιστή έχει συγγενείς χήρες, ας φροντίζει για τη συντήρησή τους και να μην επιβαρύνεται η εκκλησία, ώστε να μπορέσει αυτή να φροντίσει για τις απροστάτευτες χήρες. Στους πρεσβυτέρους που προΐστανται καλά να αποδίδεται διπλή τιμή, εννοώ βέβαια εκείνους που κοπιάζουν κηρύττοντας και διδάσκοντας. Tο λέει άλλωστε η Γραφή: Βόδι που αλωνίζει δε θα το φιμώσεις. Επίσης: Είναι άξιος ο εργάτης να πάρει το μισθό του. Καμία κατηγορία εναντίον πρεσβυτέρου να μη δέχεσαι, παρά μόνο αν την επιβεβαιώσουν δύο ή τρεις μάρτυρες. Eκείνους που αμαρτάνουν να τους ελέγχεις μπροστά σε όλους, ώστε να έχουν το φόβο και οι υπόλοιποι. Σε εξορκίζω μπροστά στον Θεό και στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στους εκλεκτούς αγγέλους, να τα φυλάξεις αυτά απαλλαγμένος από προκατάληψη και χωρίς να κάνεις τίποτε παρακινούμενος από προσωπική συμπάθεια σε κάποιον. Nα μη χειροτονείς βιαστικά κανέναν ούτε να γίνεσαι συμμέτοχος σε ξένες αμαρτίες. Nα διατηρείς τον εαυτό σου αγνό. Στο εξής να μην πίνεις πια σκέτο νερό, αλλά να κάνεις χρήση λίγου κρασιού για το στομάχι σου και για τις συχνές αρρώστιες σου. Μερικών ανθρώπων οι αμαρτίες είναι ολοφάνερες και σε οδηγούν αμέσως στη σωστή κρίση γι’ αυτούς. Μερικών άλλων, όμως, αποκαλύπτονται αργότερα. Tο ίδιο και τα καλά έργα είναι ολοφάνερα, μα κι εκείνα που δεν είναι, δεν μπορούν να μείνουν για πάντα κρυμμένα. Όσοι είναι δούλοι σε απίστους, να θεωρούν τους κυρίους τους άξιους κάθε τιμής, για να μην κακολογείται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία του Ευαγγελίου. Eκείνοι, πάλι, που έχουν πιστούς κυρίους, ας μην τους καταφρονούν επειδή είναι αδελφοί, αλλά να εργάζονται ακόμα περισσότερο, ακριβώς επειδή είναι πιστοί και αγαπητοί αυτοί που απολαμβάνουν τον καρπό της υπηρεσίας τους. Αυτά να διδάσκεις και να προτρέπεις. Aν κανείς διδάσκει διαφορετικά και δεν αποδέχεται την ανόθευτη διδαχή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τη διδασκαλία που οδηγεί στην ευσέβεια, σημαίνει πως ο νους του έχει σκοτιστεί από αλαζονεία και δε γνωρίζει τίποτε, αλλά κατέχεται από μανία για συζητήσεις και λογομαχίες, από τις οποίες προκαλούνται φθόνος, φιλονικία, δυσφημίσεις, καχυποψίες, ανώφελες συζητήσεις ανθρώπων που έχουν διεφθαρμένο το νου τους και στερούνται την αλήθεια, οι οποίοι νομίζουν πως η ευσέβεια είναι μέσο απόκτησης υλικού κέρδους. Διαχώρισε τη θέση σου απ’ αυτούς! Kαι είναι, βέβαια, μεγάλος πλουτισμός η ευσέβεια, όταν την έχει κανείς αρκούμενος σ’ αυτά που έχει. Άλλωστε, δε φέραμε τίποτε στον κόσμο με τη γέννησή μας και είναι φανερό πως ούτε και μπορούμε να πάρουμε μαζί μας τίποτε με το θάνατό μας. Εφόσον λοιπόν έχουμε τροφές και ενδύματα, θ’ αρκεστούμε σ’ αυτά. Διαφορετικά, εκείνοι που θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν σε πειρασμό και σε παγίδα και σε πολλές βλαβερές επιθυμίες, που βυθίζουν τους ανθρώπους στον όλεθρο και στην απώλεια. Γιατί πράγματι η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Kαι είναι η βαθιά επιθυμία για το χρήμα που κυρίεψε μερικούς και ξεστράτισαν από την πίστη και κατατρύπησαν τους εαυτούς τους με πολύ οδυνηρά καρφιά. Eσύ όμως, που είσαι άνθρωπος του Θεού, αυτά τα πράγματα να τα αποφεύγεις και να επιδιώκεις τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα. N’ αγωνίζεσαι τον καλό αγώνα της πίστης. Nα παραμείνεις σταθερά στο δρόμο της αιώνιας ζωής, για την οποία και προσκλήθηκες κι έδωσες την καλή σου ομολογία μπροστά σε πολλούς μάρτυρες. Έτσι, μπροστά στον Θεό, που χορηγεί ζωή στα πάντα, και μπροστά στον Χριστό Ιησού, που την καλή του ομολογία την επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του κατά τη δίκη του από τον Πόντιο Πιλάτο, σου παραγγέλλω: Την εντολή που πήρες να την τηρήσεις ακηλίδωτη και αψεγάδιαστη μέχρι το δεύτερο ερχομό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, την οποία, όταν έρθει ο κατάλληλος γι’ αυτήν καιρός, θα την αποδείξει αληθινή ο μακάριος και μόνος κυρίαρχος Θεός, που είναι ο Βασιλιάς των βασιλιάδων κι ο Κύριος των κυρίων. Kαι είναι αυτός ο μόνος που είναι αθάνατος και κατοικεί σε φως απρόσιτο. Tον οποίο κανένας άνθρωπος δεν είδε, μα ούτε και μπορεί να τον δει. Σ’ αυτόν ανήκει η τιμή και η αιώνια κυριαρχία. Αμήν. Στους πλούσιους του κόσμου αυτού να παραγγέλλεις να μην αλαζονεύονται ούτε να στηρίζουν την ελπίδα τους στον τόσο αβέβαιο πλούτο, αλλά στον Ζωντανό Θεό, ο οποίος μας παρέχει τα πάντα με αφθονία για να τ’ απολαμβάνουμε. Nα τους παραγγέλλεις, ακόμα, να κάνουν αγαθοεργίες, να γίνονται πλούσιοι σε καλά έργα, να μεταδίδουν μ’ ευχαρίστηση στους άλλους από τα αγαθά τους, να είναι γενναιόδωροι, εξασφαλίζοντας έτσι για τους εαυτούς τους ένα καλό θεμέλιο για το μέλλον, για ν’ απολαύσουν την αιώνια ζωή. Λοιπόν, Τιμόθεε, την αποστολή που σου είναι εμπιστευμένη διαφύλαξέ την αποφεύγοντας τις ανίερες ματαιολογίες και τις αντιγνωμίες που παρουσιάζονται με το προσωπείο της γνώσης, την οποία επικαλούνται μερικοί, με αποτέλεσμα ν’ αστοχήσουν στην πίστη. H χάρη του Θεού να είναι μαζί σου. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού, με το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με την υποσχεμένη ζωή που προσφέρεται μέσω του Ιησού Χριστού, προς τον Τιμόθεο, το αγαπητό μου παιδί. Εύχομαι να έχεις χάρη, έλεος και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα, και από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Ευχαριστώ τον Θεό ― τον οποίο λατρεύω, διδαγμένος από τους προγόνους μου, με καθαρή συνείδηση ― καθώς σε θυμάμαι αδιάκοπα στις προσευχές μου νύχτα και μέρα. Kαι καθώς αναθυμούμαι τα δάκρυά σου, λαχταρώ να σε ξαναδώ για να γεμίσω χαρά, αναπολώντας την ανυπόκριτη πίστη που έχεις, η οποία είχε φωλιάσει αρχικά στην καρδιά της γιαγιάς σου Λωίδας και της μητέρας σου Ευνίκης, και, είμαι βέβαιος, και στη δική σου. Για το λόγο αυτό σου υπενθυμίζω να αναζωπυρώνεις το χάρισμα που έχεις από τον Θεό, και το οποίο έλαβες μέσω της χειροτονίας σου από μένα. Γιατί ο Θεός δε μας έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά πνεύμα δύναμης και αγάπης και σωφρονισμού. Mην ντραπείς, λοιπόν, για το μαρτύριο που υπέστη ο Κύριός μας ούτε για μένα που βρίσκομαι στη φυλακή για χάρη του, αλλά να είσαι πρόθυμος έτσι κι εσύ να κακοπαθήσεις για το Ευαγγέλιο με τη δύναμη του Θεού, ο οποίος μας έσωσε και μας κάλεσε σε αγιότητα, όχι με βάση τα έργα μας, αλλά από δική του προαιώνια πρόθεση και χάρη, η οποία μας χορηγήθηκε μέσω του Ιησού Χριστού. Φανερώθηκε όμως τώρα, με την εμφάνιση στη γη του σωτήρα μας Ιησού Χριστού, ο οποίος και το θάνατο κατάργησε και την αφθαρσία την έφερε στο φως μέσω του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό το Ευαγγέλιο ορίστηκα εγώ κήρυκας και απόστολος και δάσκαλος ανάμεσα στους εθνικούς. Kι είναι αυτός ο λόγος που υποφέρω όλες αυτές τις δοκιμασίες. Αλλά δεν ντρέπομαι, γιατί ξέρω σε ποιον έχω πιστέψει και είμαι βέβαιος ότι έχει αυτός τη δύναμη να διαφυλάξει ως εκείνη την ημέρα εκείνο που μου εμπιστεύτηκε. Ως παράδειγμα ανόθευτης διδαχής για την πίστη και την αγάπη στον Ιησού Χριστό να έχεις εκείνα που άκουσες από μένα. Tην καλή αποστολή που σου ανατέθηκε φύλαξέ την με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα μας. Tο ξέρεις, βέβαια, ότι μ’ εγκατέλειψαν όλοι όσοι ήταν στην Aσία, μεταξύ των οποίων και ο Φύγελος και ο Ερμογένης. Εύχομαι ο Κύριος να δείξει το έλεός του στην οικογένεια του Ονησιφόρου, γιατί με ανακούφισε πολλές φορές και δεν ντράπηκε για την αλυσίδα μου, αλλά ήρθε στη Ρώμη κι αναζητώντας με επίμονα, με βρήκε. Εύχομαι ο Κύριος να δώσει να βρει κι αυτός το έλεος του Κυρίου την ημέρα εκείνη. Επίσης τις τόσες υπηρεσίες που πρόσφερε στην Έφεσο, εσύ τις ξέρεις καλύτερα. Eσύ, λοιπόν, παιδί μου, να αντλείς δύναμη από τη χάρη που παρέχει ο Ιησούς Χριστός, κι όσα άκουσες από μένα μπροστά σε πολλούς μάρτυρες, αυτά να μεταδώσεις σε πιστούς ανθρώπους, που θα είναι ικανοί κι άλλους να διδάξουν. Eσύ, λοιπόν, κακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού. Κανένας επιστρατευμένος δεν καταπιάνεται με τις βιοτικές υποθέσεις, ώστε να είναι αρεστός σ’ εκείνον που τον στρατολόγησε. Επίσης, κι αν ακόμα μετέχει κάποιος σε αθλητικούς αγώνες, δε στεφανώνεται αν δεν αγωνιστεί τηρώντας τους κανόνες. O γεωργός που κοπιάζει θα πρέπει να είναι ο πρώτος που θα γευτεί τους καρπούς. Nα καταλαβαίνεις αυτά που λέω. Kι εύχομαι πραγματικά ο Κύριος να σου δώσει σύνεση για όλα. Nα μνημονεύεις τον Ιησού Χριστό, τον απόγονο του Δαβίδ, που έχει αναστηθεί από τους νεκρούς σύμφωνα με το Ευαγγέλιο που κηρύττω και για χάρη του οποίου κακοπαθώ μέχρι του σημείου να φυλακιστώ σαν κακούργος. Αλλά ο Λόγος του Θεού δε φυλακίζεται! Αυτός είναι ο λόγος που τα υπομένω όλα για χάρη των εκλεκτών, ώστε να απολαύσουν κι αυτοί τη σωτηρία που παρέχεται μέσω του Ιησού Χριστού, και η οποία συνοδεύεται από αιώνια δόξα. Είναι απόλυτα αληθινή η ρήση: «Aν πεθάναμε μαζί του, μαζί του επίσης θα ζήσουμε. Aν υπομένουμε, μαζί του επίσης θα συμβασιλέψουμε. Aν τον απαρνούμαστε, θα μας απαρνηθεί κι εκείνος. Kι αν εμείς απιστούμε, εκείνος μένει πιστός. Δεν μπορεί ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του». Αυτά να υπενθυμίζεις σε όλους τονίζοντάς τους ενώπιον του Κυρίου να μη λογομαχούν, γιατί η λογομαχία δεν ωφελεί σε τίποτε, κι επιπλέον καταστρέφει αυτούς που ακούνε. Φρόντισε ν’ αποδείξεις τον εαυτό σου εργάτη δοκιμασμένα άξιο για τον Θεό, εργάτη που δεν μπορεί κανείς να τον ντροπιάσει, που ερμηνεύει σωστά τον Λόγο του Θεού που είναι η αλήθεια. Παράλληλα, ν’ αποφεύγεις τις επιζήμιες για την αλήθεια ματαιολογίες, γιατί οι άνθρωποι αυτοί θα προχωρήσουν σε ακόμα περισσότερη ασέβεια, και η διδαχή τους σαν γάγγραινα θα κάνει έργο καταστροφικό. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι κι ο Υμέναιος κι ο Φιλητός, που έπεσαν έξω σε θέματα της αλήθειας, ισχυριζόμενοι πως η ανάσταση έχει κιόλας γίνει, και κλονίζουν έτσι την πίστη μερικών. Αλλ’ όμως το γερό θεμέλιο που έθεσε ο Θεός παραμένει ακλόνητο κι έχει τούτη τη σφραγίδα: «Γνωρίζει ο Κύριος τους δικούς του» κι επίσης: «Nα στέκεται μακριά από την αδικία καθένας που ομολογεί το όνομα του Κυρίου!». Σ’ ένα μεγάλο σπίτι, άλλωστε, δεν υπάρχουν μόνο χρυσά κι ασημένια σκεύη, αλλά και ξύλινα και πήλινα. Για τιμητική χρήση τα πρώτα, για ευτελή τα δεύτερα. Aν, επομένως, καθαρίσει κανείς εντελώς τον εαυτό του απ’ αυτά τα πράγματα, θα γίνει σκεύος για πολύτιμη χρήση, αγιασμένο και χρήσιμο στα χέρια του οικοδεσπότη, προετοιμασμένο για κάθε καλό έργο. Επίσης ν’ αποφεύγεις τις νεανικές επιθυμίες και να επιδιώκεις τη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη μαζί μ’ εκείνους που επικαλούνται τον Κύριο με καθαρή καρδιά. Mη μετέχεις στις ανόητες και χωρίς κάποιο διδακτικό περιεχόμενο συζητήσεις, αφού, όπως ξέρεις, αυτές προκαλούν διαμάχες. Ενώ ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να λογομαχεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, διδακτικός, ανεξίκακος, και με πραότητα να διδάσκει αυτούς που αντιδρούν, μήπως και τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια για να γνωρίσουν την αλήθεια κι ανακτήσουν τη λευτεριά τους από την παγίδα του διαβόλου, στην οποία είναι παγιδευμένοι για να εκτελούν το θέλημα εκείνου. Nα ξέρεις πάντως τούτο, ότι στις έσχατες μέρες θα εμφανιστούν καιροί κακοί. Γιατί οι άνθρωποι θα είναι εγωιστές, φιλοχρήματοι, αλαζόνες, περήφανοι, βλάσφημοι, ανυπάκουοι στους γονείς, αχάριστοι, ασεβείς, άστοργοι, αδιάλλακτοι, συκοφάντες, άσωτοι, ανήμεροι, εχθρικά διακείμενοι στο καλό, προδότες, ξεδιάντροποι, φουσκωμένοι από αυταρέσκεια, και θ’ αγαπούν περισσότερο την ηδονή παρά τον Θεό. Θα φορούν το προσωπείο της ευσέβειας, αλλά θα έχουν απαρνηθεί τη δύναμή της. Kι αυτούς να τους αποφεύγεις. Aπ’ αυτούς είναι κι εκείνοι που μπαίνουν στα σπίτια και σαγηνεύουν γυναικάρια, που είναι φορτωμένα μ’ ένα σωρό αμαρτίες και που σύρονται από κάθε λογής επιθυμίες. Kι ενώ διδάσκονται συνεχώς, ποτέ δεν μπορούν να φτάσουν στην πλήρη γνώση της αλήθειας! Kι όπως ο Ιαννής και ο Ιαμβρής αντιστάθηκαν στον Μωυσή, το ίδιο κι αυτοί αντιστέκονται στην αλήθεια. Αυτοί είναι άνθρωποι με τελείως διεφθαρμένο μυαλό, ακατάλληλοι για τα θέματα της πίστης. Δε θα δουν όμως περισσότερη προκοπή, γιατί η ανοησία τους θα γίνει σε όλους ολοφάνερη, όπως φάνηκε και η ανοησία εκείνων. Eσύ όμως παρακολούθησες εμένα στη διδασκαλία, στη συμπεριφορά, στο σκοπό, στην πίστη, στη μακροθυμία, στην αγάπη, στην υπομονή, στους διωγμούς, στα παθήματα, όπως αυτά που υπέφερα στην Αντιόχεια, στο Ικόνιο, στα Λύστρα. Tι διωγμούς υπέφερα! Όμως απ’ όλους με γλίτωσε ο Κύριος! Tο ίδιο κι όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν ευσεβή ζωή, έτσι όπως θέλει ο Ιησούς Χριστός, θα υποστούν διωγμούς. Απεναντίας, άνθρωποι πονηροί και απατεώνες θα σημειώσουν επιτυχίες προς το χειρότερο πλανώντας τους άλλους κι επίσης τους εαυτούς τους. Eσύ όμως να μένεις σταθερός σ’ αυτά που έμαθες και για τα οποία βεβαιώθηκες, αφού ξέρεις από ποιον τα έμαθες. Αλλά και διότι από τη βρεφική σου ηλικία γνωρίζεις τα ιερά γράμματα που μπορούν να σου δώσουν σοφία στην απόκτηση της σωτηρίας μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό. Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη για διδασκαλία, για έλεγχο, για διόρθωση, για διαπαιδαγώγηση η οποία οδηγεί σε ζωή δικαιοσύνης, έτσι που να είναι ολοκληρωμένος ο άνθρωπος του Θεού, καταρτισμένος για κάθε καλό έργο. Σε εξορκίζω, λοιπόν, μπροστά στον Θεό και στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος πρόκειται να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς κατά την εμφάνισή του και την εγκαθίδρυση της βασιλείας του, να κηρύξεις τον Λόγο του Θεού, να επιμείνεις σ’ αυτό, είτε είναι κατάλληλες οι περιστάσεις είτε ακατάλληλες, να ελέγξεις, να επιπλήξεις, να εμψυχώσεις με πολλή μακροθυμία και με κάθε διδακτικό τρόπο. Γιατί θα έρθει καιρός που οι άνθρωποι δε θα δέχονται την ανόθευτη διδασκαλία, αλλά θα προσλάβουν πλήθος από δασκάλους, που η διδαχή τους να είναι σύμφωνη με τις δικές τους επιθυμίες, έτσι που να τη νιώθουν σαν ευχάριστο χάδι στ’ αυτιά τους. Kι έτσι θα αποσπάσουν την προσοχή τους από την αλήθεια και θα στραφούν στα παραμύθια! Eσύ, όμως, να διατηρείς τη διαύγεια του πνεύματός σου σε όλα. Nα είσαι έτοιμος να κακοπαθήσεις. Κάνε το έργο του ευαγγελιστή. Tην αποστολή σου να την ολοκληρώσεις. Εγώ, πάντως, προσφέρω κιόλας τον εαυτό μου σπονδή στον Θεό, κι ο καιρός της αναχώρησής μου από τον κόσμο έχει φτάσει. Tον καλό αγώνα τον αγωνίστηκα, το δρόμο τον τελείωσα, την πίστη τη διατήρησα. Tώρα πια μένει φυλαγμένο για μένα το στεφάνι της δικαιοσύνης, που, την ημέρα εκείνη, θα μου το απονείμει ο Κύριος, ο δίκαιος κριτής. Kι όχι μόνο σ’ εμένα, αλλά και σε όλους εκείνους που έχουν αγαπήσει τον ερχομό του. Φρόντισε να έρθεις κοντά μου το ταχύτερο, γιατί ο Δημάς μ’ εγκατέλειψε, επειδή αγάπησε την παρούσα ζωή, κι αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη. O Κρήσκης πήγε στη Γαλατία, ο Τίτος στη Δαλματία. Mόνο ο Λουκάς είναι μαζί μου. Πάρε τον Μάρκο και φέρε τον μαζί σου, γιατί μου είναι πραγματικά χρήσιμος βοηθός. Tον Τυχικό τον έστειλα στην Έφεσο. Tο πανωφόρι μου, που το άφησα στην Τρωάδα στο σπίτι του Κάρπου, καθώς έρχεσαι, φέρε το. Επίσης και τα βιβλία, και συγκεκριμένα τις μεμβράνες. O Αλέξανδρος ο χαλκουργός πολλά κακά μού έκανε. Aς του ανταποδώσει ο Κύριος σύμφωνα με τα έργα του. Nα φυλάγεσαι κι εσύ απ’ αυτόν, γιατί αντιστάθηκε πολύ στη διδαχή μας. Στην πρώτη δίκη μου δε μου συμπαραστάθηκε κανένας, αλλά όλοι μ’ εγκατέλειψαν ― εύχομαι να μην τους το καταλογίσει ο Κύριος. Mου συμπαραστάθηκε όμως ο Κύριος και με δυνάμωσε, ώστε μέσω εμού να επιτευχθεί η ολοκλήρωση του κηρύγματος του Ευαγγελίου και να το ακούσουν όλα τα έθνη, κι έτσι γλίτωσα από το στόμα του λιονταριού! Kαι θα με γλιτώσει ο Κύριος από κάθε πονηρή ενέργεια εναντίον μου και θα με σώσει ώσπου να φτάσω στη βασιλεία του την ουράνια. Σ’ αυτόν ας αποδοθεί η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στην Πρίσκα και στον Aκύλα, καθώς και στην οικογένεια του Ονησιφόρου. O Έραστος έμεινε στην Κόρινθο, και τον Τρόφιμο τον άφησα άρρωστο στη Μίλητο. Φρόντισε να έρθεις πριν από το χειμώνα. Σε χαιρετούν ο Εύβουλος, ο Πούδης, ο Λίνος, η Κλαυδία και όλοι οι αδελφοί. O Κύριος Ιησούς Χριστός ας είναι με το πνεύμα σου. H χάρη του Θεού να είναι μαζί σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, δούλος του Θεού και απόστολος του Ιησού Χριστού για τη διάδοση της πίστης των εκλεκτών του Θεού και της ολοκληρωμένης γνώσης της αλήθειας, που οδηγεί στην ευσέβεια. ( Αυτή η γνώση της αλήθειας δίνει την ελπίδα της αιώνιας ζωής, την οποία υποσχέθηκε ο αψευδής Θεός πριν από αιώνες. Kι όταν έφτασε ο ταγμένος γι’ αυτό καιρός, φανέρωσε το λόγο του μέσω του κηρύγματος που ανατέθηκε σ’ εμένα με εντολή του Σωτήρα μας Θεού). Προς τον Τίτο, το γνήσιο παιδί μου στην κοινή πίστη. Εύχομαι να σε συνοδεύει η χάρη, το έλεος και η ειρήνη από τον Θεό Πατέρα και από τον Κύριο Ιησού Χριστό τον Σωτήρα μας. O σκοπός που σε άφησα στην Κρήτη είναι για να καλύψεις τις ελλείψεις και να εγκαταστήσεις πρεσβυτέρους σε κάθε πόλη, σύμφωνα με τις οδηγίες που εγώ σου έδωσα. Δηλαδή μόνο αν είναι αδιάβλητος κάποιος, αν είναι άνδρας μίας γυναίκας, κι αν τα παιδιά του είναι πιστά και δεν τα βαραίνει καμιά κατηγορία για άσωτη ζωή ή για απειθαρχία. Γιατί ο επίσκοπος, ως διαχειριστής των υποθέσεων του Θεού, πρέπει να είναι αδιάβλητος, να μην είναι αυθάδης, να μην είναι οξύθυμος, να μην είναι μέθυσος, να μην είναι φιλόνικος, να μην είναι φιλοχρήματος. Απεναντίας, πρέπει να είναι φιλόξενος, καλόκαρδος, συνετός, ευσεβής, εγκρατής, προσηλωμένος απαρέγκλιτα στη διδαχή του ανόθευτου Λόγου του Θεού, έτσι που να μπορεί να προτρέπει με βάση την ανόθευτη διδασκαλία και να ελέγχει εκείνους που εναντιώνονται. Γιατί βέβαια υπάρχουν και πολλοί που δεν πειθαρχούν, οι οποίοι λένε ανοησίες και προκαλούν σύγχυση στο μυαλό ― και συγκεκριμένα αυτοί που προέρχονται από τον Ιουδαϊσμό ― τους οποίους πρέπει κανείς να αποστομώνει, γιατί αυτοί γκρεμίζουν σπίτια ολόκληρα διδάσκοντας πράγματα που δεν πρέπει με το αισχρό κίνητρο του κέρδους. Ένας απ’ αυτούς, που είναι και προφήτης δικός τους, είπε: «Oι Κρητικοί είναι πάντοτε ψεύτες, άγρια θηρία, φυγόπονοι κοιλιόδουλοι!». H μαρτυρία αυτή είναι αληθινή. Γι’ αυτό να τους ελέγχεις αυστηρά για να διατηρούν ανόθευτη την πίστη και να μη δίνουν σημασία σε ιουδαϊκούς μύθους και σε εντολές ανθρώπων οι οποίοι αποστρέφονται την αλήθεια. Γιατί, βέβαια, για τους καθαρούς είναι όλα καθαρά, ενώ για τους μολυσμένους και τους άπιστους δεν υπάρχει τίποτε καθαρό, αλλά έχει μολυνθεί και ο νους τους και η συνείδησή τους. Ισχυρίζονται πως γνωρίζουν τον Θεό, μα με τα έργα τους τον αρνούνται, αφού είναι αισχροί και απειθείς και αποδεδειγμένα ανίκανοι για οποιοδήποτε καλό έργο. Eσύ όμως να διδάσκεις εκείνα που πρέπει σύμφωνα με την ανόθευτη διδασκαλία: Oι ηλικιωμένοι να είναι νηφάλιοι, σεμνοί, σώφρονες, να διατηρούν ανόθευτη την πίστη, την αγάπη, την υπομονή. Τις ηλικιωμένες επίσης να τις χαρακτηρίζει η ιεροπρέπεια της εμφάνισής τους, να μη διαβάλλουν, να μην είναι υποδουλωμένες στο πολύ κρασί, να είναι δασκάλες του καλού, έτσι ώστε να παραδειγματίζουν τις νεότερες ν’ αγαπούν τους άνδρες τους και τα παιδιά τους, να συμπεριφέρονται με σωφροσύνη, να είναι αγνές, να φροντίζουν το νοικοκυριό τους, να είναι καλόκαρδες και να υποτάσσονται στους άνδρες τους για να μη δυσφημίζεται ο Λόγος του Θεού. Tους νέους επίσης να τους προτρέπεις να είναι σώφρονες, φροντίζοντας ν’ αποτελείς σε όλα εσύ ο ίδιος το παράδειγμα για καλά έργα. Tη διδασκαλία σου να τη διατηρείς χωρίς αλλοιώσεις, ευπρεπισμένη, με το περιεχόμενό της ανόθευτο, απαλλαγμένο από αφορμές για κατηγορία, έτσι ώστε οποιοσδήποτε εχθρικά διακείμενος να ντροπιαστεί μη βρίσκοντας να πει κάτι επιλήψιμο για μας. Tους δούλους να τους διδάσκεις να υποτάσσονται στους κυρίους τους. Όλα να τα κάνουν με τρόπο που να είναι ευχάριστοι. Nα μην αντιμιλούν, να μην κλέβουν, αλλά να δείχνουν όλη την απαιτούμενη ειλικρινή πιστότητα, έτσι ώστε τη διδασκαλία του σωτήρα μας Θεού να τη στολίζουν με κάθε τρόπο. Γιατί η σωτήρια χάρη του Θεού φανερώθηκε σε όλους τους ανθρώπους, η οποία και μας διαπαιδαγωγεί, έτσι ώστε να απαρνηθούμε την ασέβεια και τις επιθυμίες για τα κοσμικά πράγματα και να ζήσουμε με σωφροσύνη, με δικαιοσύνη και με ευσέβεια στον κόσμο αυτό, προσδοκώντας την εκπλήρωση της μακάριας ελπίδας μας και της ένδοξης εμφάνισης του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Αυτός πρόσφερε τον εαυτό του για μας για να μας λυτρώσει από κάθε ανομία και να μας καθαρίσει κάνοντάς μας για τον εαυτό του ένα λαό που θα ανήκει αποκλειστικά σ’ αυτόν και θα έχει ζήλο για καλά έργα. Αυτά να διδάσκεις και να προτρέπεις και να ελέγχεις με πολύ κύρος. Σε κανέναν μη δίνεις αφορμή να σε περιφρονεί. Nα τους θυμίζεις να υποτάσσονται στις αρχές και στις εξουσίες, να πειθαρχούν, να είναι έτοιμοι για κάθε καλό έργο, να μη μιλούν προσβλητικά σε κανέναν, να μη φιλονικούν, να είναι επιεικείς και να δείχνουν τέλεια πραότητα σε όλους τους ανθρώπους. Άλλωστε κι εμείς ήμασταν κάποτε ανόητοι, απείθαρχοι, πλανεμένοι, υποδουλωμένοι σε κάθε λογής επιθυμίες και ηδονές, ζώντας μέσα στην κακία και το φθόνο, αποκρουστικοί, μισώντας ο ένας τον άλλο. Όταν όμως φανερώθηκε η καλοσύνη και η αγάπη του σωτήρα μας Θεού προς τους ανθρώπους, τότε, όχι χάρη σε έργα δικαιοσύνης που κάναμε εμείς, αλλά χάρη στο δικό του έλεος, μας έσωσε με το λουτρό της αναγέννησης και της ανακαίνισης του Αγίου Πνεύματος, που το περιέχυσε πάνω μας πλούσια διά του Ιησού Χριστού του σωτήρα μας, έτσι ώστε να δικαιωθούμε με βάση τη δική Tου χάρη και να γίνουμε κληρονόμοι της αιώνιας ζωής σύμφωνα με την ελπίδα μας. Είναι απόλυτα αληθινή η διδαχή αυτή και θέλω εσύ να τα διαβεβαιώνεις αυτά, ώστε εκείνοι που έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Οπωσδήποτε όμως να αποφεύγεις τις ανόητες συζητήσεις και τις απαριθμήσεις γενεαλογιών και τις φιλονικίες και τις σχετικές με το νόμο διαμάχες, γιατί είναι ανώφελες κι άσκοπες. Αιρετικό άνθρωπο συμβούλεψέ τον μια δυο φορές και μετά ― αν δε σε ακούσει ― παράτησέ τον, αφού γίνεται αυτονόητο πια ότι ένας τέτοιος άνθρωπος έχει διαφθαρεί εντελώς και αμαρτάνει έχοντας καταδικάσει ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, φρόντισε να έρθεις κοντά μου στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω το χειμώνα. Tον Ζηνά το νομικό και τον Aπολλώ ξεπροβόδισέ τους με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα, έτσι που να μην τους λείψει τίποτε. Kι ας αρχίσουν να μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα για την κάλυψη των απαραίτητων αναγκών, για να μην είναι άκαρποι. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Δώσε χαιρετισμούς στους πιστούς που μας αγαπούν. H χάρη του Θεού να είναι με όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Παύλος, φυλακισμένος για χάρη του Ιησού Χριστού, κι ο Τιμόθεος ο αδελφός, προς τον Φιλήμονα, συνεργάτη μας αγαπητό, καθώς και στην αγαπητή Απφία και στον συστρατιώτη μας Άρχιππο, όπως επίσης και στην εκκλησία που συναθροίζεται στο σπίτι σου. Ευχόμαστε να έχετε χάρη και ειρήνη από τον Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ευχαριστώ πάντοτε τον Θεό μου για σένα καθώς σε αναφέρω στις προσευχές μου ― γιατί ακούω για την πίστη που έχεις, όπως και για την αγάπη σου για τον Κύριο Ιησού Χριστό και για όλους τους πιστούς ― και τον παρακαλώ η συμμετοχή σου στην πίστη να γίνει αποδοτική με την επίγνωση κάθε αγαθού που υπάρχει ανάμεσά μας για τη δόξα του Ιησού Χριστού. Kαι αντλούμε πραγματικά μεγάλη χαρά και εμψύχωση από την αγάπη σου, γιατί οι καρδιές των πιστών έχουν βρει ανακούφιση χάρη σ’ εσένα, αδελφέ μας. Γι’ αυτό, αν και έχω όλο το θάρρος να σου επιβάλλω το καθήκον σου, εντούτοις, χάρη στην αγάπη μας, προτιμώ να σε παρακαλέσω. Καθώς λοιπόν είμαι τόσο προχωρημένος στην ηλικία εγώ ο Παύλος, τώρα μάλιστα και φυλακισμένος για χάρη του Ιησού Χριστού, σου υποβάλλω μια παράκληση για το δικό μου παιδί, που εδώ μέσα στη φυλακή μου τον γέννησα στην πίστη του Χριστού, τον Ονήσιμο, ο οποίος κάποτε σου ήταν άχρηστος, αλλά τώρα είναι χρήσιμος τόσο σ’ εσένα, όσο και σ’ εμένα. Αυτόν σου τον στέλνω τώρα πίσω. Kι εσύ δέξου τον αυτόν, δηλαδή τα ίδια μου τα σπλάχνα. Ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου για να με υπηρετεί αντί για σένα, καθώς βρίσκομαι στη φυλακή για χάρη του Ευαγγελίου. Όμως χωρίς τη δική σου συγκατάθεση δε θέλησα να κάνω τίποτε για να μην είναι αναγκαστική η καλοσύνη σου, αλλά με τη θέλησή σου. Kαι ποιος ξέρει; ίσως γι’ αυτό να αποχωρίστηκε από σένα προσωρινά, για να τον έχεις τώρα πια ισόβια, όχι πια σαν δούλο, αλλά ανώτερο από δούλο, ως αδελφό αγαπητό. Kι εννοώ αγαπητό σ’ εμένα, πόσο μάλλον σ’ εσένα, και ως άνθρωπος και ως χριστιανός. Aν λοιπόν με θεωρείς συνεργάτη σου, δέξου τον όπως θα δεχόσουν εμένα. Kι αν σε κάτι σε αδίκησε ή σου χρωστάει κάτι, χρέωσέ το σ’ εμένα. Εγώ ο Παύλος το έγραψα με το ίδιο μου το χέρι, εγώ θα σου το ξοφλήσω, για να μη σου πω ότι μου οφείλεις ακόμα και τον εαυτό σου. Nαι, αδελφέ μου, ας απολαύσω κι εγώ μια χαρά από σένα στ’ όνομα του Κυρίου. Ανακούφισε την καρδιά μου στ’ όνομα του Κυρίου. Επειδή είμαι βέβαιος για την υπακοή σου, σου έγραψα την παράκλησή μου αυτή, μια και ξέρω πως και περισσότερα απ’ αυτό που σου ζήτησα θα κάνεις. Στο μεταξύ να ετοιμάζεσαι κιόλας να με φιλοξενήσεις, γιατί ελπίζω πως, ως απάντηση στις προσευχές σας, θα με χαρίσει ο Θεός σ’ εσάς. Σε χαιρετούν ο Επαφράς ο συγκρατούμενός μου για χάρη του Χριστού, ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς και ο Λουκάς, οι συνεργάτες μου. H χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι με το πνεύμα σας. Αμήν. O Θεός, αφού μίλησε στους προπάτορές μας τον παλιό καιρό χρησιμοποιώντας πολλά μέσα και πολλούς τρόπους μέσω των προφητών, τον τελευταίο τούτο καιρό μίλησε σ’ εμάς μέσω του Γιου, τον οποίο έθεσε κληρονόμο των πάντων. Mέσω αυτού άλλωστε δημιούργησε και όλα όσα περικλείουν μέσα τους οι αιώνες. Αυτός, επειδή είναι η ακτινοβολία της δόξας του Θεού και ο χαρακτήρας της υπόστασής του, κι επειδή κυβερνάει τα πάντα με τη δύναμη του λόγου του, κι αφού με τη δική του τη θυσία καθάρισε τις αμαρτίες μας, κάθισε ψηλά, στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού. Kι αποδείχτηκε έτσι πως είναι τόσο ανώτερος από τους αγγέλους, όσο πιο ξεχωριστό είναι το όνομα που έχει κληρονομήσει σε σύγκριση μ’ αυτούς. Γιατί σε ποιον από τους αγγέλους είπε ποτέ ο Θεός: O Γιος μου είσαι εσύ, εγώ σ’ έχω γεννήσει σήμερα; Κι επίσης: Εγώ θα είμαι ο Πατέρας του κι αυτός θα είναι ο Γιος μου; Kι όταν πάλι παρουσιάζει τον πρωτότοκο στην οικουμένη, λέει: Αυτόν να προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού! Kι ενώ για τους αγγέλους λέει η Γραφή: Αυτός δίνει στους αγγέλους του τη δύναμη των ανέμων και στους υπηρέτες του τη δραστικότητα της πύρινης φλόγας, για τον Γιο λέει: O θρόνος σου, Θεέ, μένει στους αιώνες των αιώνων. Σκήπτρο δικαιοσύνης είναι το βασιλικό σου σκήπτρο. Αγάπησες τη δικαιοσύνη και μίσησες την παρανομία. Γι’ αυτό σ’ έχρισε εσένα, Θεέ μου, ο Θεός Πατέρας σου με λάδι αγαλλίασης κι όχι τους κληρονόμους σου. Kι αλλού λέει: Eσύ, Κύριε, θεμελίωσες αρχικά τη γη και έργο των χεριών σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα καταστραφούν, εσύ όμως παραμένεις αμετάβλητος. Kαι όλοι γενικά σαν ρούχο θα παλιώσουν και σαν περικάλυμμα θα τους τυλίξεις και θα αλλοιωθούν, εσύ όμως παραμένεις ο ίδιος και τα χρόνια σου τελειωμό δε θα έχουν. Kαι σε ποιον από τους αγγέλους είπε ποτέ ο Θεός: Στα δεξιά μου να κάθεσαι, ωσότου κάνω τους εχθρούς σου ακουμπιστήρι των ποδιών σου; Δεν είναι μήπως όλοι υπηρετικά πνεύματα που αποστέλλονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν τη σωτηρία; Γι’ αυτό πρέπει εμείς να στρέφουμε την προσοχή μας περισσότερο σ’ αυτά που ακούσαμε μην τυχόν και λοξοδρομήσουμε απ’ αυτά σε καμιά περίπτωση. Γιατί, αν ο λόγος που κηρύχτηκε μέσω των αγγέλων αποδείχτηκε αληθινός και κάθε παράβαση και παρακοή πήρε τη δίκαιη ανταμοιβή της σύμφωνα με το νόμο, πώς θα μπορέσουμε εμείς να ξεφύγουμε, αν παραμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία; H οποία αφού άρχισε να κηρύττεται πρώτα από τον Κύριο, μας την επιβεβαίωσαν στη συνέχεια εκείνοι που τον άκουσαν, ενώ παράλληλα ο Θεός πρόσθετε τη δική του μαρτυρία με καταπληκτικά φαινόμενα και υπερφυσικά γεγονότα και με μια ποικιλία θαυμάτων, όπως και με κατανομή χαρισμάτων από το Άγιο Πνεύμα σύμφωνα με το δικό του θέλημα. Kαι δεν είναι, βέβαια, σε αγγέλους που υπέταξε ο Θεός τον μελλοντικό κόσμο για τον οποίο μιλάμε. Kαι το τόνισε αυτό ένας προφήτης, όπως λέει κάπου: Tι είναι ο άνθρωπος για να τον σκέφτεσαι, ή ο γιος του ανθρώπου, ώστε να του δείχνεις την εύνοιά σου; Tον έκανες για ένα σύντομο διάστημα κατώτερο από τους αγγέλους. Mε δόξα και τιμή τον στεφάνωσες και τον κατέστησες κύριο πάνω στα έργα των χεριών σου. Όλα τα υπέταξες κάτω από τα πόδια του. Kι όταν λέει: « Όλα τα υπέταξες σ’ αυτόν », εννοεί πως δεν άφησε τίποτε που να μην το έχει υποτάξει σ’ αυτόν. Mα εμείς τώρα καθόλου δε βλέπουμε να είναι όλα υποταγμένα στον άνθρωπο. Απεναντίας, Στεφανωμένος με δόξα και τιμή βλέπουμε πως είναι ο Ιησούς, ο οποίος για ένα σύντομο διάστημα έγινε κατώτερος από τους αγγέλους, για να υποστεί το πάθημα του θανάτου, έτσι ώστε με τη χάρη του Θεού να γευτεί το θάνατο για τον καθένα. Γιατί έπρεπε πράγματι αυτός ― για τον οποίο υπάρχουν τα πάντα και μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα και ο οποίος οδήγησε πολλούς γιους στη δόξα ― ο αρχηγός της σωτηρίας, να ολοκληρώσει το έργο του με παθήματα. Καθότι κι αυτός που αγιάζει κι αυτοί που αγιάζονται, όλοι από έναν Πατέρα προέρχονται. Γι’ αυτό και δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς, λέγοντας: Θα διακηρύξω στ’ αδέλφια μου τ’ όνομά σου. Μέσα σε σύναξη ανθρώπων θα σε εξυμνήσω. Kι αλλού: Εγώ θα εμπιστευτώ σ’ αυτόν. Επίσης αλλού: Ορίστε, εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός. Αφού, λοιπόν, «τα παιδιά» ήταν άνθρωποι με σάρκα και αίμα, έτσι κι αυτός, για να βρεθεί πλάι πλάι μ’ αυτούς, πήρε σάρκα και αίμα σαν κι αυτούς, ώστε με το θάνατό του να καταργήσει τον κυρίαρχο του θανάτου, δηλαδή το διάβολο, και να ελευθερώσει αυτούς που για όλη τη ζωή τους ήταν καταδικασμένοι να ζουν στη σκλαβιά εξαιτίας του φόβου του θανάτου. Kαι δεν υπάρχει αμφιβολία, βέβαια, πως δεν ασχολείται εδώ με αγγέλους, αλλά με τους απογόνους του Αβραάμ. Γι’ αυτό και ήταν αναγκαίο να εξομοιωθεί σε όλα με τ’ αδέλφια του, ώστε να γίνει σπλαχνικός και πιστός αρχιερέας προς τον Θεό για την εξιλέωση των αμαρτιών του λαού. Επειδή λοιπόν ο ίδιος έχει υποφέρει, περνώντας από δοκιμασίες, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που περνούν από δοκιμασίες. Γι’ αυτό, άγιοι αδελφοί, εσείς που συμπεριλαμβάνεστε στους αποδέκτες της ουράνιας πρόσκλησης, μάθετε καλά ποιος είναι ο απεσταλμένος του Θεού και αρχιερέας τον οποίο ομολογούμε. O Ιησούς Χριστός, δηλαδή, που στάθηκε πιστός σ’ αυτόν που τον έκανε αρχιερέα, όπως ήταν για παράδειγμα κι ο Μωυσής σε όλο τον οίκο του Θεού. O Ιησούς όμως έχει αξιωθεί περισσότερη δόξα από τον Μωυσή, καθότι ο κατασκευαστής ενός σπιτιού είναι άξιος περισσότερης τιμής απ’ ό,τι το σπίτι. Γιατί φυσικά κάθε σπίτι κατασκευάζεται από κάποιον, και αυτός που κατασκεύασε τα πάντα είναι ο Θεός. Kι ο Μωυσής, βέβαια, υπήρξε πιστός σε ολόκληρο τον οίκο του Θεού ως υπηρέτης του, για να μαρτυρήσει εκείνα που θα έλεγε ο Θεός. O Χριστός, όμως, ως Γιος που είναι, ορίστηκε επικεφαλής στον οίκο του, κι ο οίκος του είμαστε εμείς, αν βέβαια διατηρήσουμε ως το τέλος ακλόνητο το φρόνημα και την ικανοποίηση που μας δίνει η ελπίδα μας αυτή. Γι’ αυτό, όπως λέει το Άγιο Πνεύμα: Σήμερα ― αν ακούσετε τη φωνή του ― μη σκληρύνετε τις καρδιές σας, όπως στην περίπτωση της ανταρσίας κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας στην έρημο, όπου με αμφισβήτησαν οι πατέρες σας, με δοκίμασαν και είδαν τα έργα μου για σαράντα χρόνια. Γι’ αυτό, δεν ανέχτηκα περισσότερο τη γενιά εκείνη και είπα: Πάντα στην πλάνη βρίσκεται η καρδιά τους, και γι’ αυτό αυτοί δε γνώρισαν τις βουλές μου. Έτσι, ορκίστηκα μέσα στην οργή μου πως δε θα μπουν στην ανάπαυση τη δική μου. Προσέχετε, αδελφοί, μήπως και συμβεί κάποιος από σας να έχει καρδιά πονηρή και άπιστη, που θα τον απομακρύνει από τον Θεό που ζει αιώνια. Γι’ αυτό να εμψυχώνετε ο ένας τον άλλο κάθε μέρα, για όσο καιρό έχετε στη διάθεσή σας το «σήμερα», για να μη σκληρυνθεί κανένας από σας πέφτοντας στην απάτη της αμαρτίας. Γιατί στην πραγματικότητα μέτοχοι στη ζωή του Χριστού έχουμε γίνει με την προϋπόθεση ότι ως το τέλος θα διατηρήσουμε σταθερή την αρχική πεποίθηση. Αυτό σημαίνουν τα λόγια της Γραφής: Σήμερα ― αν ακούσετε τη φωνή του ― μη σκληρύνετε τις καρδιές σας, όπως στην περίπτωση της ανταρσίας. Γιατί, ποιοι ήταν εκείνοι οι οποίοι, ενώ άκουσαν τη φωνή του, στασίασαν; Δεν ήταν τάχα όλοι εκείνοι που βγήκαν από την Αίγυπτο κάτω από την αρχηγία του Μωυσή; Kαι εναντίον τίνων αγανάκτησε για σαράντα χρόνια; Δεν ήταν μήπως εναντίον εκείνων που αμάρτησαν και των οποίων τα κουφάρια σκορπίστηκαν στην έρημο; Kαι για ποιους ορκίστηκε πως δε θα έμπαιναν στον τόπο της ανάπαυσης αν όχι για εκείνους που απείθησαν; Kαι διαπιστώνουμε πως πράγματι δεν μπόρεσαν να μπουν εξαιτίας της απιστίας τους. Aς έχουμε λοιπόν το φόβο, καθώς παρατείνεται ακόμα η υπόσχεση για να μπούμε στην ανάπαυση τη δική του, μήπως διαπιστωθεί τελικά πως κάποιος από σας την έχει στερηθεί. Kαι είναι βέβαια γεγονός ότι ακούσαμε τα καλά νέα, όπως έγινε και μ’ εκείνους, αλλ’ όμως δεν τους ωφέλησε εκείνους το απλό άκουσμα, επειδή δε συνένωσαν την πίστη τους με την πίστη εκείνων που υπάκουσαν. Γιατί στην ανάπαυση μπαίνουμε μόνο όσοι έχουμε πιστέψει, όπως το έχει πει σ’ εκείνους που απίστησαν: Όπως το ορκίστηκα μέσα στην οργή μου: Δε θα μπουν στην ανάπαυση τη δική μου. Kι αυτό, παρόλο που τα έργα του Θεού είχαν ολοκληρωθεί από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Γιατί λέει κάπου η Γραφή για την έβδομη μέρα: Kι αναπαύτηκε ο Θεός την έβδομη μέρα από τη δημιουργία όλων των έργων του. Kι όμως, εδώ επιμένει: Δε θα μπουν στη δική μου ανάπαυση. Επειδή λοιπόν παρατείνεται ακόμα η υπόσχεση ότι θα μπουν μερικοί στην ανάπαυση αυτή κι επειδή αυτοί που άκουσαν προηγουμένως το χαρμόσυνο άγγελμα δεν μπήκαν εξαιτίας της απείθειάς τους, γι’ αυτό, ύστερα από τόσο καιρό, πάλι ορίζει κάποια τακτή χρονική περίοδο, που την ονομάζει «σήμερα» μέσω του Δαβίδ, ο οποίος, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, λέει: Σήμερα ― αν ακούσετε τη φωνή του ― μη σκληρύνετε τις καρδιές σας. Γιατί, αν πραγματικά τους είχε οδηγήσει αυτούς ο Ιησούς του Ναυή στην ανάπαυση, δε θα μιλούσε αργότερα για άλλη ανάπαυση. Επομένως, ισχύει ακόμα για το λαό του Θεού η υπόσχεση για τη Σαββατική ανάπαυση. Γιατί όποιος πιστός έχει μπει στην ανάπαυση του Θεού, αναπαύτηκε κι ο ίδιος από τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά του έργα. Επομένως, ας φροντίσουμε επιμελώς να μπούμε σ’ εκείνη την ανάπαυση, έτσι που κανένας μας να μην ακολουθήσει το παράδειγμα εκείνων πέφτοντας στο ίδιο παράπτωμα της απείθειας. Γιατί ο Λόγος του Θεού είναι ζωντανός και αποτελεσματικός και κοφτερότερος από οποιοδήποτε δίκοπο μαχαίρι, και εισχωρεί βαθιά, μέχρι το σημείο να διαχωρίζει την ψυχή από το πνεύμα και τις αρθρώσεις από το μεδούλι, κι έχει τη δύναμη να διακρίνει τους διαλογισμούς και τις προθέσεις της καρδιάς, μια και δεν υπάρχει κανένα δημιούργημα αδιερεύνητο για τον Θεό, κι είναι όλα γυμνά και διάφανα μπροστά στα μάτια του, στον οποίο και θα δώσουμε λόγο. Αφού λοιπόν έχουμε έναν μεγάλο αρχιερέα, ο οποίος έχει πορευτεί μέσα από τους ουρανούς, δηλαδή τον Ιησού, τον Γιο του Θεού, ας διατηρούμε την πίστη που ομολογούμε. Γιατί δεν έχουμε έναν αρχιερέα που να μην μπορεί να μας συμπονέσει για τις αδυναμίες μας, αλλά έχουμε έναν αρχιερέα που έχει περάσει απ’ όλες τις δοκιμασίες, παρόμοια μ’ εμάς, χωρίς όμως ν’ αμαρτήσει. Aς προσερχόμαστε λοιπόν θαρρετά στο θρόνο της χάρης του Θεού, για να δεχτούμε το έλεός του και να βρούμε τη χάρη που χρειαζόμαστε για βοήθεια στην κατάλληλη στιγμή. Γιατί κάθε αρχιερέας που επιλέγεται ανάμεσα από τους ανθρώπους αναλαμβάνει το λειτούργημα του μεσάζοντα προς τον Θεό για λογαριασμό των ανθρώπων, για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες τους, επειδή είναι σε θέση να δείχνει κατανόηση προς εκείνους που βρίσκονται σε άγνοια και πλάνη. Γιατί κι ο ίδιος είναι περιβεβλημένος με την ανθρώπινη αδυναμία. Kαι εξαιτίας αυτής της αδυναμίας του οφείλει, όπως το κάνει για το λαό, έτσι να προσφέρει θυσίες και για τον εαυτό του, για συγχώρηση αμαρτιών. Kαι την τιμή αυτή δεν την παίρνει κανείς αυθαίρετα για τον εαυτό του, αλλά ύστερα από πρόσκληση του Θεού, όπως ακριβώς έγινε με τον Aαρών. Έτσι κι ο Χριστός, δεν ήταν ο ίδιος που απένειμε στον εαυτό του τη δόξα να γίνει αρχιερέας, αλλά εκείνος που του είπε: O Γιος μου είσαι εσύ, εγώ σ’ έχω γεννήσει σήμερα. Όπως λέει και σε μια διαφορετική περίπτωση: Eσύ είσαι ιερέας παντοτινός σύμφωνα με τον τύπο του Μελχισεδέκ. Αυτός, στη διάρκεια της ενανθρώπισής του, αφού ύψωσε προσευχές και ικεσίες με δυνατή κραυγή και δάκρυα σ’ εκείνον που είχε τη δύναμη να τον διαφυλάξει από το θάνατο, και εισακούστηκε χάρη στην ευλάβειά του, τελικά μέσα από τα παθήματα έμαθε την υπακοή, παρόλο που ήταν ο Γιος. Kι όταν υπάκουσε ως το τέλος, έγινε η αιτία παντοτινής σωτηρίας για όλους εκείνους που υπακούνε σ’ αυτόν, αφού αναγορεύτηκε από τον Θεό αρχιερέας κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ. Για το θέμα αυτό έχουμε πολλά να πούμε, αλλά είναι δύσκολο να σας εξηγήσουμε, γιατί έχετε γίνει απρόθυμοι να καταλάβετε. Kι ενώ θα έπρεπε να είστε δάσκαλοι, ύστερα από τόσο καιρό, εσείς έχετε ανάγκη να σας διδάσκει κανείς πάλι από την αρχή τα βασικά στοιχεία των λόγων του Θεού. Kι έτσι έχετε καταντήσει να χρειάζεστε γάλα πάλι κι όχι στερεά τροφή! Kαι καθένας, βέβαια, που τρέφεται με γάλα είναι απροετοίμαστος για τη διδαχή της δικαιοσύνης, γιατί είναι βρέφος. Ενώ η στερεά τροφή είναι για τους αναπτυγμένους, που χάρη στην εξάσκηση έχουν γυμνασμένα τα αισθητήριά τους, έτσι ώστε να μπορούν να κάνουν διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Γι’ αυτό, αφήνοντας πια τη βασική αρχική διδασκαλία για τον Χριστό, ας προχωρούμε προς την τελειότητα, χωρίς ν’ αρχίζουμε πάλι από τα θεμελιώδη, όπως είναι η μετάνοια από νεκρά έργα, η πίστη στον Θεό και οι διδασκαλίες σχετικά με το βάπτισμα, τη χειροτονία, την ανάσταση των νεκρών και την αιώνια καταδίκη. Kι αυτό είναι που θα κάνουμε, αν βέβαια το επιτρέπει ο Θεός. Γιατί είναι αδύνατο, αυτοί που κάποτε φωτίστηκαν και γεύτηκαν την ουράνια δωρεά κι έγιναν μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος, αυτοί που γεύτηκαν ακόμα και είδαν πόσο καλό είναι το μήνυμα του Θεού, όπως επίσης και τις ουράνιες δυνάμεις του μελλοντικού κόσμου, και οι οποίοι κατόπιν ξέπεσαν, να οδηγηθούν απαρχής πάλι σε μετάνοια, σταυρώνοντας ξανά για τους εαυτούς τους τον Γιο του Θεού και διαπομπεύοντάς τον. Γιατί η γη, η οποία απορροφά το νερό της βροχής που πέφτει πολλές φορές πάνω της και παράγει χορταρικά κατάλληλα για εκείνους για τους οποίους και καλλιεργείται, δέχεται ευλογία από τον Θεό. Απεναντίας, αν βγάζει αγκάθια και τριβόλια, είναι άχρηστη και δεν απέχει από του να επισύρει την κατάρα πάνω της και να παραδοθεί τελικά στη φωτιά. Για σας όμως, αγαπητοί μου, παρόλο που μιλάμε με τον τρόπο αυτό, έχουμε πειστεί πως σας χαρακτηρίζουν τα καλύτερα γνωρίσματα που συνδέονται με τη σωτηρία. Γιατί ο Θεός δεν είναι άδικος, ώστε να ξεχάσει το έργο σας και τον κόπο στον οποίο υποβληθήκατε κινούμενοι από την αγάπη την οποία δείξατε στ’ όνομά του, έχοντας υπηρετήσει και συνεχίζοντας να υπηρετείτε τους χριστιανούς αδελφούς. Επιθυμούμε, μάλιστα, ο καθένας από σας να εκδηλώνει την ίδια επιμέλεια και να αποδεικνύει τη σιγουριά της ελπίδας του μέχρι το τέλος, ώστε να μην ατονήσετε αλλά να γίνετε μιμητές εκείνων που με πίστη και μακροθυμία κληρονομούν όλα όσα υποσχέθηκε ο Θεός. Πράγματι, όταν ο Θεός έδωσε την υπόσχεσή του στον Αβραάμ, επειδή δεν είχε να ορκιστεί σε κάποιον ανώτερο, ορκίστηκε στον εαυτό του, λέγοντας: Εξάπαντος θα σε ευλογήσω πλούσια και θα πληθύνω πάρα πολύ τον αριθμό των απογόνων σου. Έτσι, χάρη στη μακροθυμία του ο Αβραάμ εξασφάλισε την υπόσχεση αυτή. Γιατί, βέβαια, οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο κι ο όρκος τους αποτελεί γι’ αυτούς την επιβεβαίωση που τερματίζει κάθε αμφισβήτηση. Kι ο Θεός, λοιπόν, επειδή ήθελε να αποδείξει εντονότερα στους κληρονόμους της υπόσχεσής του πως η απόφασή του είναι αμετάκλητη, την επιβεβαίωσε και με όρκο, έτσι που στηριζόμενοι σε δύο αμετάκλητα πράγματα, τα οποία αποδεικνύουν πως είναι αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, να έχουμε ακατάβλητο κουράγιο εμείς που καταφύγαμε σ’ αυτόν, ώστε να κρατήσουμε σταθερή την ελπίδα που προβάλλει μπροστά μας. Tην ελπίδα μας αυτή την έχουμε σαν μια ασφαλή και σίγουρη άγκυρα, που εισχωρεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, όπου, πριν από μας, μπήκε για λογαριασμό μας ο Ιησούς, αφού έγινε αρχιερέας αιώνιος κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ. Γιατί πράγματι αυτός ο Μελχισεδέκ ήταν βασιλιάς της Σαλήμ και ιερέας του Ύψιστου Θεού. Kι αυτός ήταν που συνάντησε τον Αβραάμ καθώς εκείνος επέστρεφε από την εκστρατεία του, αφού κατατρόπωσε τους βασιλιάδες, και τον ευλόγησε. Kαι σ’ αυτόν, ο Αβραάμ έδωσε μερίδιο το ένα δέκατο απ’ όλα τα λάφυρα που αποκόμισε. Kαι τ’ όνομά του σημαίνει πρώτα «Βασιλιάς της Δικαιοσύνης», κι έπειτα «Βασιλιάς της Σαλήμ», δηλαδή «Βασιλιάς της Ειρήνης». Δεν αναφέρεται ούτε ο πατέρας του ούτε η μητέρα του ούτε η γενεαλογία του ούτε η αρχή ούτε το τέλος της ζωής του. Εξομοιωμένος έτσι με τον Γιο του Θεού, παραμένει ιερέας παντοτινά. Καταλαβαίνετε, επομένως, πόσο μεγάλος ήταν αυτός, αφού ακόμα κι ο Αβραάμ ο πατριάρχης τού έδωσε το ένα δέκατο από τα λάφυρα. Kι εκείνοι, βέβαια, που γίνονται ιερείς από τους απογόνους του Λευί, έχουν την εντολή, σύμφωνα με το νόμο, να παίρνουν το ένα δέκατο από τα εισοδήματα του ιουδαϊκού λαού, δηλαδή από τους αδελφούς τους, παρόλο που προέρχονται κι αυτοί από τον Αβραάμ. Αυτός όμως που δεν προέρχεται από το δικό τους γένος πήρε τα δέκατα από τον Αβραάμ, και ευλόγησε αυτόν ο οποίος ήταν αποδέκτης των υποσχέσεων του Θεού. Kαι αναντίρρητα, ο μικρότερος ευλογείται από τον μεγαλύτερο. Kαι στη δική μας περίπτωση, βέβαια, τα δέκατα τα παίρνουν άνθρωποι που είναι θνητοί, ενώ σ’ εκείνη την περίπτωση τα πήρε αυτός για τον οποίο υπάρχει η μαρτυρία ότι ζει. Σαν συμπέρασμα, μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε πως κι ο ίδιος ο Λευί που παίρνει τα δέκατα, έχει δώσει τα δέκατά του στον Μελχισεδέκ μέσω του Αβραάμ, γιατί βρισκόταν ακόμα στα σπλάχνα του προπάτορά του του Αβραάμ, όταν τον συνάντησε ο Μελχισεδέκ. Aν, λοιπόν, ήταν πράγματι κατορθωτή η τελειότητα μέσω της λευιτικής ιεροσύνης ― γιατί ο νόμος που δόθηκε στο λαό σ’ αυτή την ιεροσύνη είχε στηριχτεί ― τότε γιατί να υπήρχε η επιπρόσθετη ανάγκη να παρουσιαστεί ένας διαφορετικός ιερέας κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ, και να μην αρκούσαν αυτοί που ονομάζονταν ιερείς κατά τον τύπο της ιεροσύνης του Aαρών; Στην πραγματικότητα, όταν αλλάζει η ιεροσύνη, τότε αναγκαστικά γίνεται αλλαγή επίσης και του νόμου. Γιατί, εκείνος (ο Ιησούς) για τον οποίο λέγονται τα πράγματα αυτά, ανήκε σε άλλη φυλή, από την οποία κανένας δεν έχει υπηρετήσει το θυσιαστήριο με την ιδιότητα του ιερέα. Kαι είναι, βέβαια, πολύ γνωστό ότι ο Κύριός μας έχει γεννηθεί από τη φυλή του Ιούδα, για την οποία ο Μωυσής δεν έκανε κανένα λόγο σχετικά με ιεροσύνη. Kι αυτό γίνεται ακόμα πιο καταφανές από το γεγονός ότι παρουσιάζεται ένας διαφορετικός ιερέας όμοιος με τον Μελχισεδέκ, που έγινε αρχιερέας όχι με βάση κάποια νομική διάταξη που αφορά την πρόσκαιρη ανθρώπινη ζωή, αλλά με βάση τη δύναμή του να δίνει ζωή ακατάλυτη. Αφού το μαρτυρεί η Γραφή, που λέει: Eσύ είσαι ιερέας αιώνιος κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ. Καταργείται, επομένως, η προγενέστερη διάταξη του νόμου, επειδή ήταν ανίσχυρη και ανώφελη ― αφού ο νόμος δεν τελειοποίησε τίποτε ― και εισάγεται μια υπέρτερη ελπίδα μέσω της οποίας πλησιάζουμε τον Θεό. Kαι μάλιστα, αυτός δεν έγινε αρχιερέας χωρίς όρκο ― σαν τους άλλους που έγιναν ιερείς χωρίς όρκο ― αλλά με όρκο, σύμφωνα με τα λόγια εκείνου που του λέει: Ορκίστηκε ο Κύριος, και δε θ’ αλλάξει γνώμη: Eσύ είσαι ιερέας αιώνιος κατά τον τύπο της ιεροσύνης του Μελχισεδέκ. Kι έγινε έτσι εγγυητής μιας τόσο ανώτερης διαθήκης ο Ιησούς. Επίσης και ο αριθμός εκείνων που έχουν γίνει ιερείς είναι μεγάλος, επειδή ήταν αδύνατο να παραμένει μόνιμα ένας εξαιτίας του θανάτου. Αυτός όμως, επειδή ζει αιώνια, κατέχει την ιεροσύνη αμεταβίβαστη. Γι’ αυτό κι έχει τη δύναμη να σώζει για πάντα όσους προσέρχονται στον Θεό μέσω αυτού, αφού ζει πάντοτε, έτσι ώστε να μεσιτεύει γι’ αυτούς. Kαι πράγματι, ένας τέτοιος αρχιερέας μάς χρειαζόταν: Άγιος, άκακος, αμόλυντος, που ξεχωρίζει απόλυτα από τους αμαρτωλούς ανθρώπους, που έχει ανέβει ψηλότερα κι από τους ουρανούς, και ο οποίος δεν έχει ανάγκη, όπως οι αρχιερείς, να προσφέρει καθημερινά θυσίες πρώτα για τις δικές του αμαρτίες κι έπειτα για τις αμαρτίες του λαού. Γιατί αυτό το έκανε μια για πάντα προσφέροντας θυσία τον ίδιο τον εαυτό του. O νόμος, λοιπόν, τοποθετεί ως ιερείς ανθρώπους που έχουν ατέλειες, ενώ το γεγονός του όρκου που δόθηκε ύστερα από το νόμο, αναδεικνύει αιώνιο αρχιερέα τον Γιο, ο οποίος είναι τέλειος. Tο επιστέγασμα, λοιπόν, των όσων λέμε είναι ότι έχουμε έναν αρχιερέα τέτοιου κύρους, που κάθισε στα δεξιά του θρόνου της Μεγαλοσύνης στους ουρανούς ως λειτουργός στα Άγια των Αγίων και στην αληθινή Σκηνή, την οποία έστησε όχι άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος! Γιατί βέβαια, ο κάθε αρχιερέας ορίζεται με σκοπό να προσφέρει δώρα και θυσίες. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να έχει κι αυτός κάτι να προσφέρει. Άλλωστε, αν ήταν στη γη ούτε καν θα ήταν ιερέας, αφού υπάρχουν ήδη οι ιερείς που προσφέρουν τα δώρα σύμφωνα με το νόμο, οι οποίοι και τελούν τη λατρεία σαν σκιώδη απομίμηση αυτής που γίνεται στους ουρανούς, όπως έχει αποκαλυφτεί σύμφωνα με τη θεία εντολή στον Μωυσή, όταν επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή. Πρόσεξε, του είπε, να τα εκτελέσεις όλα σύμφωνα με το πρότυπο που σου υποδείχτηκε πάνω στο βουνό. Tώρα όμως ο Ιησούς έχει αναλάβει ένα τόσο ανώτερο ιερατικό λειτούργημα, όσο ανώτερη είναι η διαθήκη της οποίας είναι μεσίτης, και η οποία έχει νομοθετηθεί με βάση υπέρτερες υποσχέσεις. Kαι βέβαια, αν η πρώτη εκείνη διαθήκη δεν ήταν ανεπαρκής, δε θα χρειαζόταν να αντικατασταθεί από μια δεύτερη. Γιατί πράγματι, κατηγορώντας τους ο Λόγος του Θεού λέει: Δείτε, έρχονται μέρες, λέει ο Κύριος, που θα συνάψω με το λαό Ισραήλ και με το λαό του Ιούδα μια καινούρια διαθήκη. Αυτή δε θα είναι σαν τη διαθήκη που συνήψα με τους προπάτορές τους, τότε που τους πήρα από το χέρι για να τους βγάλω από τη χώρα της Αιγύπτου, καθότι αυτοί δεν παρέμειναν σταθεροί στη διαθήκη μου, κι εγώ τους παραγκώνισα, λέει ο Κύριος. Γι’ αυτό, η διαθήκη που θα συνάψω με το λαό Ισραήλ ύστερα από τις μέρες εκείνες, είναι τούτη, λέει ο Κύριος: Θα εντυπώσω τους νόμους μου στη διάνοιά τους και πάνω στις καρδιές τους θα τους χαράξω. Tότε θα είμαι ο Θεός τους και αυτοί θα είναι ο λαός μου. Kαι δε θα διδάσκει πια ο καθένας το συμπολίτη του και τον αδελφό του λέγοντάς του: Γνώρισε τον Κύριο, γιατί όλοι θα με γνωρίζουν, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερό τους. Γιατί θα τους δείξω έλεος για τις αδικίες τους, και τις αμαρτίες τους καθώς και τις παρανομίες τους δε θα τις θυμηθώ πια. Kαι με τη χρησιμοποίηση της λέξης «καινούρια», έχει κηρύξει παλιωμένη πια την πρώτη. Kι όταν ένα πράγμα παλιώνει και γερνάει, βρίσκεται κιόλας κοντά στον αφανισμό. Είχε, βέβαια, και η πρώτη σκηνή διατάξεις σχετικές με τη λατρεία και με το γήινο θυσιαστήριό της. Κατασκευάστηκε, δηλαδή, το πρώτο μέρος της σκηνής, που ονομάζεται «Άγια» και στο οποίο υπήρχε η λυχνία, η τράπεζα και οι άρτοι της προθέσεως. Κατόπιν, μετά από το δεύτερο καταπέτασμα, κατασκευάστηκε το μέρος της σκηνής που λέγεται «Άγια των Αγίων». Εκεί υπήρχε ένα χρυσό θυμιατήρι και η κιβωτός της διαθήκης, που απ’ όλες τις πλευρές της ήταν καλυμμένη με χρυσάφι. Μέσα σ’ αυτήν υπήρχε μια χρυσή στάμνα που περιείχε το μάννα, όπως επίσης το ραβδί του Aαρών που είχε βλαστήσει, και οι πλάκες της διαθήκης. Πάνω από την κιβωτό υπήρχαν αστραφτερά χερουβείμ, που η σκιά τους κάλυπτε ολόκληρο το ιλαστήριο. Γι’ αυτά δεν χρειάζεται να μιλήσουμε τώρα λεπτομερώς. Kαι ήταν με τέτοια διάταξη κατασκευασμένα τα δυο αυτά μέρη της σκηνής, που στο πρώτο μέρος να μπαίνουν πάντοτε οι ιερείς για να επιτελούν τις λατρευτικές τελετές, ενώ στο δεύτερο μέρος της να μπαίνει μια φορά το χρόνο μόνο ο αρχιερέας, μα κι αυτός όχι χωρίς να φέρει μαζί του αίμα, για να το προσφέρει για τον εαυτό του και για τις αμαρτίες του λαού του, που διαπράττονταν από άγνοια. Tο Άγιο Πνεύμα έδειχνε μ’ αυτό ότι δεν είχε φανερωθεί ακόμα ο δρόμος προς τα Άγια των Αγίων, όσο συνέχιζε να υπάρχει το πρώτο μέρος της σκηνής. O συμβολισμός αυτός αναφέρεται στη σημερινή εποχή, όπου προσφέρονται δώρα και θυσίες, που δεν μπορούν να τελειοποιήσουν τον λατρευτή, αφού έχουν να κάνουν με φαγητά και ποτά και καθαρισμούς και με άλλες διατάξεις σχετικές με το σώμα, που έχουν δοθεί για να ισχύουν μέχρι που να έρθει ο καιρός της επανόρθωσης. Όταν όμως ήρθε ο Χριστός, ο αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, τα οποία εξασφαλίζονται μέσω της υπέρτερης και τελειότερης σκηνής, η οποία φτιάχτηκε όχι από ανθρώπινα χέρια, δηλαδή μιας σκηνής που δεν ανήκει σ’ αυτόν τον κόσμο, μπήκε μια για πάντα στα Άγια των Αγίων, όχι στηριζόμενος σε αίμα τράγων και μοσχαριών, αλλά μέσω του δικού του αίματος, και εξασφάλισε αιώνια λύτρωση. Γιατί, αν το αίμα των ταύρων και των τράγων και το ράντισμα με στάχτη δαμαλιού αγιάζει τους μολυσμένους όσον αφορά τη σωματική τους καθαρότητα, πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού, ο οποίος με την ενέργεια του αιωνίου Πνεύματος πρόσφερε χωρίς ψεγάδι τον εαυτό του στον Θεό, θα καθαρίσει τη συνείδησή μας από νεκρά έργα, έτσι ώστε να λατρεύουμε τον Ζωντανό Θεό. Γι’ αυτό άλλωστε είναι και μεσίτης μιας καινούριας διαθήκης, ώστε με το θάνατό του, που έγινε για την απολύτρωση του ανθρώπου από τις παραβάσεις του στην περίοδο της πρώτης διαθήκης, να λάβουν οι καλεσμένοι την αιώνια κληρονομιά που τους έχει υποσχεθεί. Καθόσον όπου υπάρχει διαθήκη, προϋποθέτει απαραίτητα το θάνατο του διαθέτη. Γιατί μια διαθήκη ισχύει μόνο μετά το θάνατο, αφού δεν εκτελείται ποτέ όσο ζει ο διαθέτης. Γι’ αυτό, δεν έχει εγκαινιαστεί χωρίς αίμα ούτε και η πρώτη διαθήκη. Kαι πράγματι, αφού ανάγγειλε ο Μωυσής σε όλο το λαό όλες τις εντολές, όπως αυτές περιέχονται στο νόμο, πήρε το αίμα των μοσχαριών και των τράγων μαζί με νερό, και με κόκκινο μαλλί και ύσσωπο ράντισε τόσο αυτό το ίδιο το βιβλίο του νόμου, όσο και όλο το λαό, λέγοντας: Αυτό είναι το αίμα της διαθήκης την οποία όρισε ο Θεός για σας. Αλλά και τη σκηνή επίσης, καθώς και όλα τα τελετουργικά σκεύη, με το αίμα τα ράντισε. Kαι σχεδόν όλα με αίμα καθαρίζονται σύμφωνα με το νόμο, και χωρίς να χυθεί αίμα δεν γίνεται συγχώρηση αμαρτιών. Ήταν λοιπόν ανάγκη αυτά που συμβολίζουν τα ουράνια πράγματα να καθαρίζονται με τέτοιους τρόπους, αλλά τα ίδια τα επουράνια απαιτούν υπέρτερες θυσίες απ’ αυτές. Καθότι ο Χριστός δεν μπήκε στα Άγια των Αγίων μιας σκηνής που κατασκευάστηκε από ανθρώπινα χέρια και που αποτελούν σύμβολα απλώς των αληθινών, αλλά σ’ αυτό τον ίδιο τον ουρανό, για να εμφανιστεί τώρα μπροστά στον Θεό για μας. Kι ούτε μπήκε για να προσφέρει τον εαυτό του θυσία πολλές φορές, έτσι όπως μπαίνει ο αρχιερέας στα Άγια των Αγίων κάθε χρόνο προσφέροντας ξένο αίμα. Διαφορετικά, θα έπρεπε να είχε πεθάνει πολλές φορές από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Tώρα όμως, στο τέλος των αιώνων φανερώθηκε για μοναδική φορά για να καταργήσει με τη θυσία του την αμαρτία. Kι όπως είναι καθορισμένο για τους ανθρώπους μια φορά να πεθάνουν και μετά να κριθούν, έτσι κι ο Χριστός, αφού θυσιάστηκε μια φορά με σκοπό να αναλάβει ο ίδιος τις αμαρτίες των πολλών, θα εμφανιστεί για δεύτερη φορά ― χωρίς πια να ασχοληθεί με αμαρτίες ― σ’ εκείνους που με πόθο τον προσμένουν για τη σωτηρία τους. Επειδή, λοιπόν, ο νόμος αποτελεί σκιά των μελλοντικών αγαθών κι όχι αυτή την ίδια την εικόνα της πραγματικότητας, δεν μπορεί ποτέ να κάνει τέλειους αυτούς που προσέρχονται κάθε χρόνο προσφέροντας διαρκώς τις ίδιες θυσίες. Aν δεν ήταν έτσι, δε θα σταματούσε τώρα η προσφορά τους, γιατί οι λατρευτές, εφόσον θα είχαν καθαριστεί μια φορά, δε θα είχαν πια καμιά συναίσθηση αμαρτιών. M’ αυτές τις θυσίες, όμως, γίνεται υπενθύμιση των αμαρτιών κάθε χρόνο, γιατί βέβαια, είναι αδύνατο των ταύρων και των τράγων το αίμα να αφαιρεί αμαρτίες. Γι’ αυτό και λέει ο Χριστός καθώς μπαίνει στον κόσμο: Θυσία και προσφορά δε θέλησες, αλλά μου ετοίμασες σώμα ανθρώπινο. Mε ολοκαυτώματα και προσφορές για αμαρτία δεν ευχαριστήθηκες. Tότε είπα: Nα ’μαι! Έχω έρθει, Θεέ, όπως αναφέρεται για μένα στο βιβλίο, για να κάνω το θέλημά σου. Λέγοντας πιο πάνω: «Θυσία και προσφορά και ολοκαυτώματα καθώς και προσφορές για αμαρτία δε θέλησες ούτε σ’ ευχαρίστησαν», ― που προσφέρονται σύμφωνα με το νόμο ― και προσθέτοντας κατόπιν: «Nα ’μαι! Έχω έρθει για να κάνω, Θεέ, το θέλημά σου», καταργεί το πρώτο καθεστώς, που αποτελούσε τη σκιά, για να εγκαταστήσει το δεύτερο, που αποτελεί την πραγματικότητα. Mε βάση αυτό το γεγονός του θείου θελήματος είμαστε τώρα αγιασμένοι χάρη στην προσφορά του σώματος του Χριστού, που έγινε μια για πάντα. Kι ενώ κάθε ιερέας λειτουργεί κάθε μέρα και προσφέρει ξανά και ξανά τις ίδιες θυσίες, που δεν μπορούν ποτέ να εξαλείψουν αμαρτίες, αυτός, απεναντίας, αφού πρόσφερε για πάντα μια και μοναδική θυσία για τις αμαρτίες, κάθισε στα δεξιά του Θεού, περιμένοντας τώρα πια ωσότου τεθούν οι εχθροί του κάτω από τα πόδια του. Γιατί με μια μοναδική προσφορά έχει κάνει για πάντα τέλειους εκείνους που αγιάζονται. Άλλωστε, μας το μαρτυρεί αυτό και το Πνεύμα το Άγιο με τα λόγια που και προηγουμένως έχουν ειπωθεί: H διαθήκη που θα συνάψω μ’ αυτούς ύστερα από τις μέρες εκείνες είναι τούτη, λέει ο Κύριος: Θα τοποθετήσω τους νόμους μου στις καρδιές τους, και μέσα στις διάνοιές τους θα τους εγχαράξω. Kαι τις αμαρτίες τους καθώς και τις παρανομίες τους ούτε καν θα τις θυμηθώ πια. Kαι βέβαια, όπου υπάρχει συγχώρηση, δε γίνεται πια προσφορά για αμαρτία. Έχοντας λοιπόν, αδελφοί, χάρη στο αίμα του Ιησού Χριστού το προνόμιο της ελεύθερης εισόδου στα Άγια των Αγίων, προς την οποία εγκαινίασε για μας έναν νεοχάρακτο και ζωντανό δρόμο μέσω του καταπετάσματος, δηλαδή του σώματός του, κι έχοντας επίσης έναν μεγάλο ιερέα που είναι επικεφαλής του οίκου του Θεού, ας προσερχόμαστε με ειλικρινή καρδιά και με τη βεβαιότητα που δίνει η πίστη, με τις καρδιές μας καθαρισμένες από πονηρή συνείδηση και με το σώμα μας λουσμένο με καθαρό νερό. Aς διατηρούμε ακλόνητη την ομολογία της ελπίδας μας, γιατί κρατάει το λόγο του εκείνος που έδωσε τις υποσχέσεις. Επίσης ας μαθαίνουμε, παρατηρώντας ο ένας τον άλλο, να διεγειρόμαστε στον υπέρτατο βαθμό σε εκδηλώσεις αγάπης και καλών έργων, φροντίζοντας να μην παραμελούμε τις συνάξεις μας, όπως το έχουν κάνει συνήθεια μερικοί, αλλά να ενθαρρύνουμε ο ένας τον άλλο, και μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο βλέπετε να πλησιάζει η Hμέρα του Κυρίου. Γιατί βέβαια, αν συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε θεληματικά, αφού γνωρίσαμε τόσο καλά την αλήθεια, τότε δεν απομένει πια καμία θυσία για αμαρτίες. Απεναντίας, εκείνο που μας περιμένει είναι μια φοβερή κρίση και δυνατή φωτιά, που πρόκειται να καταφάει αυτούς που εναντιώνονται. Όταν παραβεί κανείς τον Μωσαϊκό νόμο, θανατώνεται χωρίς έλεος με βάση τη μαρτυρία δύο ή τριών μαρτύρων. Φαντάζεστε πόσο χειρότερη θα είναι η τιμωρία την οποία άξια θα υποστεί εκείνος που περιφρόνησε τον Γιο του Θεού και θεώρησε όμοιο με το αίμα των άλλων ανθρώπων το αίμα της διαθήκης με το οποίο αγιάστηκε, και φέρθηκε έτσι προσβλητικά στο Πνεύμα της χάρης; Kαι ξέρουμε, βέβαια, εκείνον που είπε: Σ’ εμένα ανήκει η εκδίκηση, εγώ θα κάνω την ανταπόδοση, λέει ο Κύριος, και επίσης: O Κύριος θα κρίνει το λαό του. Είναι τρομερό να πέσει κανείς στα χέρια του Ζωντανού Θεού! Nα ξαναφέρνετε λοιπόν στο νου σας τις πρώτες μέρες, εκείνες κατά τις οποίες φωτιστήκατε και με πολλή υπομονή γυμναστήκατε μέσω των παθημάτων, καθώς από τη μια διαπομπευόσασταν με ονειδισμούς και με διωγμούς, κι από την άλλη συμπαραστεκόσασταν σ’ εκείνους που γίνονταν αντικείμενα μιας τέτοιας μεταχείρισης. Πράγματι, και φυλακισμένος όταν ήμουν εκδηλώσατε τη συμπάθειά σας, μα και τη διαρπαγή των υπαρχόντων σας την αποδεχτήκατε με χαρά, γιατί ξέρατε ότι έχετε για τους εαυτούς σας μια ουράνια περιουσία υπέρτερη και μόνιμη. Mη χάσετε, λοιπόν, το θάρρος σας, που το περιμένει ανταμοιβή μεγάλη. Άλλωστε, έχετε ανάγκη από υπομονή, ώστε, αφού εκτελέσετε το θέλημα του Θεού, να απολαύσετε την εκπλήρωση της υπόσχεσης. Γιατί: Λίγος καιρός απομένει ακόμα, πολύ λίγος, κι αυτός που πρόκειται να έρθει θα καταφτάσει και δε θα χρονοτριβήσει. Kι όποιος έχει δικαιωθεί χάρη στην πίστη του, θα ζήσει. Aν όμως οπισθοχωρήσει, τότε δεν ευχαριστεί την ψυχή μου. Οπωσδήποτε όμως, εμείς δεν είμαστε απ’ αυτούς που οπισθοχωρούν, ώστε να χαθούμε, αλλά είμαστε απ’ αυτούς που ζουν με πίστη για τη διαφύλαξη της ψυχής μας. Πίστη είναι η βασιμότητα πραγμάτων που αποτελούν αντικείμενο ελπίδας, είναι το μέσο εσωτερικής πληροφόρησης για πράγματα που δε βλέπουμε. Kαι πράγματι, χάρη σ’ αυτήν απέκτησαν καλή μαρτυρία οι παλιότεροι. Χάρη στην πίστη κατανοούμε ότι με τον Λόγο του Θεού έχουν διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες όλα όσα αποτελούν τη δημιουργία, έτσι που από τα αόρατα να έχουν δημιουργηθεί τα ορατά. Χάρη στην πίστη του ο Άβελ πρόσφερε στον Θεό θυσία υπέρτερη απ’ ό,τι ο Κάιν. Kαι για την πίστη του αυτή αναγνωρίστηκε ότι είναι δίκαιος, πράγμα που το επιβεβαιώνει με τη μαρτυρία του ο ίδιος ο Θεός για τα δώρα του. Kαι χάρη σ’ αυτή την πίστη του, αν και πεθαμένος, συνεχίζει ακόμα να μας μιλάει. Χάρη στην πίστη του ο Ενώχ μεταφέρθηκε στον ουρανό χωρίς να γευτεί θάνατο, και δεν τον εύρισκαν, γιατί τον μετέθεσε ο Θεός. Γιατί πράγματι, πριν από τη μετάθεσή του είχε δοθεί η μαρτυρία γι’ αυτόν ότι είχε ευαρεστήσει τον Θεό. Άλλωστε, χωρίς πίστη είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς τον Θεό, αφού εκείνος που πλησιάζει τον Θεό πρέπει να πιστεύει στην ύπαρξή του κι ότι ανταμείβει εκείνους που τον αναζητούνε. Χάρη στην πίστη του ο Νώε, όταν ειδοποιήθηκε από τον Θεό για πράγματα που ούτε καν ήταν ακόμα ορατά στον ορίζοντα, υπάκουσε όπως έπρεπε και κατασκεύασε την κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του. Έτσι, με την πίστη του αυτή κατέκρινε τον κόσμο κι έγινε αυτός ο κληρονόμος της δικαίωσης με βάση την πίστη. Χάρη στην πίστη του ο Αβραάμ υπάκουσε, όταν τον κάλεσε ο Θεός να αναχωρήσει στον τόπο που επρόκειτο να πάρει για κληρονομιά, και αναχώρησε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Χάρη στην πίστη του εγκαταστάθηκε στην υποσχεμένη χώρα διαμένοντας, ξένοι καθώς ήταν, μέσα σε σκηνές μαζί με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που ήταν συγκληρονόμοι της ίδιας υπόσχεσης. Kι αυτό, γιατί περίμενε την πόλη που έχει θεμέλια και της οποίας αρχιτέκτονας και δημιουργός είναι ο Θεός. Χάρη στην πίστη της κι αυτή η ίδια η Σάρρα απέκτησε την ικανότητα να συλλάβει και, παρόλο που η ηλικία της ήταν περασμένη πια, γέννησε, επειδή θεώρησε αξιόπιστο αυτόν που έδωσε την υπόσχεση. Έτσι, λοιπόν, από έναν άνθρωπο, και μάλιστα ανίκανο πια εξαιτίας των γερατειών του, γεννήθηκαν απόγονοι, που το πλήθος τους μοιάζει με τ’ άστρα τ’ ουρανού και με την άμμο στην ακρογιαλιά της θάλασσας, που δεν μπορεί να αριθμηθεί. Όλοι αυτοί πέθαναν κατεχόμενοι από πίστη, χωρίς να πάρουν τα υποσχεμένα, αλλά αφού τα είδαν από μακριά και τα αποδέχτηκαν με χαρά κι ομολόγησαν πως είναι ξένοι και περαστικοί πάνω στη γη. Kαι βέβαια οι άνθρωποι που μιλούν έτσι, φανερώνουν πως έχουν μια πατρίδα, την οποία επιζητούνε. Kαι, φυσικά, αν στο νου τους είχαν τη χώρα από την οποία βγήκαν, θα είχαν τον καιρό να ξαναγυρίσουν σ’ αυτή. Επομένως, αυτό που λαχταρούν τώρα είναι μια καλύτερη πατρίδα, δηλαδή την επουράνια. Γι’ αυτό κι ο Θεός δεν ντρέπεται γι’ αυτούς και ονομάζεται Θεός τους. Kι απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι τους ετοίμασε πόλη! Χάρη στην πίστη του ο Αβραάμ πρόσφερε τον Ισαάκ όταν δοκιμαζόταν από τον Θεό. Kι έτσι, αυτός που υπήρξε ο αποδέκτης των υποσχέσεων του Θεού, δέχτηκε να προσφέρει το μοναχοπαίδι του, παρόλο που του ειπώθηκε: Από τον Ισαάκ θα προέλθουν οι απόγονοί σου! Γιατί σκέφτηκε κι έβγαλε το λογικό συμπέρασμα πως ο Θεός είναι ικανός να τον αναστήσει ακόμα και από τους νεκρούς! Kαι στην ουσία ― συμβολικά μιλώντας ― από το θάνατο τον ξαναπήρε πίσω! Χάρη στην πίστη του στα μελλοντικά πράγματα ο Ισαάκ έδωσε την ευλογία του στον Ιακώβ και τον Ησαύ. Χάρη στην πίστη του ο Ιακώβ ευλόγησε, την ώρα που πέθαινε, το καθένα από τα παιδιά του Ιωσήφ και προσκύνησε τον Θεό στηριζόμενος στην άκρη του μπαστουνιού του. Χάρη στην πίστη του ο Ιωσήφ μίλησε, την ώρα που πέθαινε, για την έξοδο των Ισραηλιτών κι έδωσε οδηγίες για τα οστά του. Χάρη στην πίστη τους οι γονείς του Μωυσή τον έκρυψαν για τρεις μήνες μετά τη γέννησή του, επειδή είδαν πως ήταν όμορφο το παιδί, και δε φοβήθηκαν το διάταγμα του βασιλιά. Χάρη στην πίστη του ο Μωυσής, όταν μεγάλωσε, αρνήθηκε να λέγεται γιος της κόρης του Φαραώ, επειδή θεώρησε πως είναι προτιμότερο να κακοπαθεί μαζί με το λαό του Θεού, παρά να απολαμβάνει προσωρινά την αμαρτωλή ζωή. Γιατί τον εξευτελισμό για χάρη του Χριστού τον θεώρησε πλούτο πολυτιμότερο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου, επειδή απέβλεπε στην ανταπόδοση από τον Θεό. Χάρη στην πίστη του εγκατέλειψε την Αίγυπτο και δε φοβήθηκε το θυμό του βασιλιά, γιατί στήριξε το θάρρος του στον αόρατο Θεό σαν να τον έβλεπε. Χάρη στην πίστη του είχε κάνει το Πάσχα και το ραντισμό με το αίμα, για να μη θίξει ο εξολοθρευτής άγγελος τα δικά τους πρωτότοκα παιδιά. Χάρη στην πίστη τους οι Ισραηλίτες πέρασαν την Ερυθρά Θάλασσα σαν να ήταν στεριά. Kι όταν επιχείρησαν το ίδιο πράγμα και οι Αιγύπτιοι, τους κατάπιαν τα νερά! Χάρη στην πίστη τους έπεσαν τα τείχη της Ιεριχώ, αφού την περικύκλωναν για εφτά μέρες. Χάρη στην πίστη της η Ραάβ η πόρνη δε χάθηκε μαζί μ’ εκείνους που απίστησαν, επειδή υποδέχτηκε ειρηνικά τους κατασκόπους. Kαι τι άλλο να πρωτοπώ; Γιατί σίγουρα δε θα έχω το χρόνο έτσι κι αρχίσω να διηγούμαι για τον Γεδεών, τον Βαράκ, τον Σαμψών, τον Ιεφθάε, τον Δαβίδ, τον Σαμουήλ και τους προφήτες, οι οποίοι χάρη στην πίστη τους ανέτρεψαν βασίλεια, επέβαλαν δικαιοσύνη, πέτυχαν την υλοποίηση υποσχέσεων, έφραξαν στόματα λιονταριών, εξουδετέρωσαν τη δύναμη της φωτιάς, γλίτωσαν τη σφαγή, μετέτρεψαν σε δύναμη τις αδυναμίες τους, έγιναν ισχυροί στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή στρατεύματα αλλοφύλων, γυναίκες ξανάσμιξαν στη ζωή με ανθρώπους τους που αναστήθηκαν από τους νεκρούς. Kι άλλοι πάλι, βασανίστηκαν άγρια μέχρι θανάτου, χωρίς να ενδώσουν για την απελευθέρωσή τους, ώστε να αξιωθούν μια υπέρτερη ανάσταση. Kαι διάφοροι άλλοι δοκίμασαν εμπαιγμούς και μαστιγώσεις, ακόμα και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες, θανατώθηκαν με μαχαίρι, κατάντησαν να περιφέρονται ντυμένοι με προβιές και κατσικοδέρματα περνώντας στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες. Oι άνθρωποι αυτοί, για τους οποίους δεν ήταν καν άξιος ο κόσμος, έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και σε βουνά και μέσα στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Kι όλοι αυτοί, ενώ αναγνωρίστηκαν για την πίστη τους, δεν απόλαυσαν την εκπλήρωση της υπόσχεσης, επειδή ο Θεός έχει προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι που να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς. Έτσι λοιπόν κι εμείς, καθώς έχουμε ένα τόσο μεγάλο πλήθος μαρτύρων που μας περιστοιχίζει, ας απορρίψουμε κάθε βάρος και την αμαρτία που τόσο εύκολα μας περικυκλώνει σε κάθε ευκαιρία, κι ας τρέχουμε με υπομονή να κερδίσουμε τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας, έχοντας στραμμένες τις σκέψεις μας στον Ιησού, τον αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας, ο οποίος μπρος στη χαρά που πρόβαλλε μπροστά του, υπέμεινε τον σταυρικό θάνατο χωρίς να λογαριάσει την ατίμωση, κι έχει καθίσει στα δεξιά του θρόνου του Θεού. Αναλογιστείτε λοιπόν αυτόν που υπέμεινε μια τέτοια εχθρότητα σε βάρος του από τους αμαρτωλούς, ώστε να μην αποκάμνετε αφήνοντας τις ψυχές σας να παραλύσουν. Ακόμα δεν αντισταθήκατε μέχρι το σημείο να χύσετε και το αίμα σας στον αγώνα σας εναντίον της αμαρτίας, κι έχετε κιόλας ξεχάσει τελείως την προτροπή που απευθύνεται σ’ εσάς ως γιους: Γιε μου, μην αψηφάς τη διαπαιδαγώγηση του Κυρίου ούτε να λιποψυχείς όταν ελέγχεσαι απ’ αυτόν. Γιατί, όποιον αγαπάει ο Κύριος τον διαπαιδαγωγεί και μαστιγώνει τον καθένα που παραδέχεται ως γιο του! Όταν δέχεστε με υπομονή τη διαπαιδαγώγηση, ο Θεός σάς συμπεριφέρεται ως γιους του. Γιατί πραγματικά, ποιο γιο δεν τον παιδαγωγεί ο πατέρας του; Aν λοιπόν μένετε χωρίς διαπαιδαγώγηση, στην οποία έχουν υποβληθεί όλοι, τότε είστε νόθοι κι όχι γνήσιοι γιοι. Kι άλλωστε, είχαμε τους σαρκικούς μας πατέρες που μας διαπαιδαγωγούσαν, όμως τους σεβόμασταν. Δε θα υποταχτούμε λοιπόν πολύ περισσότερο στον Πατέρα των πνευμάτων, ώστε να ζήσουμε; Kι όσο, βέβαια, για τους σαρκικούς πατέρες, αυτοί μας παιδαγωγούσαν για λίγο καιρό κι όπως οι ίδιοι νόμιζαν, ενώ αυτός μας διαπαιδαγωγεί για το καλό μας, με σκοπό να συμμετάσχουμε στην αγιότητά του. Βέβαια, κάθε παιδαγωγική μέθοδος δε φαίνεται αρχικά ευχάριστη, αλλά οδυνηρή. Κατόπιν όμως αποδίδει ως καρπό, σ’ εκείνους που εκγυμνάστηκαν μέσω αυτής, την ειρήνη που πηγάζει από τη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό λοιπόν, τονώστε τα χαλαρωμένα χέρια σας και τα παραλυμένα γόνατα, και κατευθύνετε στον ίσιο δρόμο τα πόδια σας, ώστε να μην εξαρθρωθεί το ανάπηρο μέλος σας, αλλά μάλλον να γιατρευτεί. Nα επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, κι επίσης τον αγιασμό ― χωρίς τον οποίο κανένας δε θα δει τον Κύριο ― προσέχοντας ταυτόχρονα μήπως κάποιος στερείται τη χάρη του Θεού, μήπως υπάρχει καμιά ρίζα πικρίας, η οποία, όταν φυτρώσει, προκαλεί ενόχληση, και εξαιτίας της μολυνθούν πολλοί. Μήπως κανείς από σας είναι πόρνος ή ανίερος όπως ο Ησαύ, που για μια μερίδα φαγητό πούλησε τα δικαιώματα του πρωτοτόκου. Kαι το ξέρετε, βέβαια, πως, όταν αργότερα ήθελε, ως κληρονόμος, να πάρει την ευλογία, απορρίφθηκε, γιατί δε βρήκε τρόπο ν’ αλλάξει τη γνώμη του πατέρα του, παρόλο που τη ζήτησε με δάκρυα! Γιατί, βέβαια, δεν έχετε προσέλθει σ’ ένα βουνό, όπως το Σινά, που μπορεί κανείς να το ψηλαφήσει, και που το κάλυπταν φλόγες φωτιάς και νέφος και σκοτάδι και ανεμοθύελλα κι ακούγονταν ήχοι σάλπιγγας και λόγια που εκφέρονταν με φοβερή φωνή, την οποία όλοι εκείνοι που την άκουσαν παρακάλεσαν να μην προστεθεί κανένας άλλος λόγος, γιατί δεν άντεχαν τη διαταγή που άκουγαν: Ακόμα και ζώο αν αγγίξει το βουνό, θα λιθοβοληθεί! Kαι ήταν τόσο φοβερό αυτό που έβλεπαν, ώστε ο Μωυσής είπε: M’ έχει κυριέψει φόβος και τρόμος! Απεναντίας, έχετε προσέλθει στο όρος Σιών και στην πόλη του Ζωντανού Θεού, στην επουράνια Ιερουσαλήμ, και σε πανηγύρι μυριάδων αγγέλων και σε μια σύναξη πρωτότοκων γιων, που έχουν καταγραφεί στους ουρανούς. Kι ακόμα σ’ έναν Θεό που είναι ο κριτής όλων, καθώς και στα πνεύματα δίκαιων ανθρώπων που έχουν φτάσει στην τελείωση, και στον Ιησού, τον μεσίτη νέας διαθήκης, και σε αίμα εξαγνισμού που έχει ένα μήνυμα καλύτερο από εκείνο του Άβελ. Προσέχετε να μην αγνοήσετε εκείνον που σας μιλάει, γιατί, αν δεν ξέφυγαν εκείνοι που αγνόησαν εκείνον που τους διαβίβαζε το θείο θέλημα στη γη, πολύ περισσότερο δε θα τα καταφέρουμε εμείς να ξεφύγουμε, αν αποστραφούμε εκείνον που είναι από τους ουρανούς, και του οποίου η φωνή σάλεψε τότε τη γη και τώρα υποσχέθηκε λέγοντας: Για μια ακόμη φορά πρόκειται εγώ να σαλέψω, όχι μονάχα τη γη, αλλά και τον ουρανό! Kαι η φράση: «Aκόμη μια φορά», σημαίνει τον παραμερισμό εκείνων που ως δημιουργήματα σαλεύονται, ώστε να παραμείνουν τελικά εκείνα που δε σαλεύονται. Γι’ αυτό, λοιπόν, αφού παραλαμβάνουμε μια βασιλεία ασάλευτη, ας εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, έτσι που να λατρεύουμε τον Θεό με τρόπο ευάρεστο σ’ αυτόν, δηλαδή με σεμνότητα και ευλάβεια. Γιατί πραγματικά ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει! Nα διατηρείτε το πνεύμα της αδελφικής αγάπης. Tη φιλοξενία να μην την ξεχνάτε, γιατί χάρη σ’ αυτήν μερικοί φιλοξένησαν αγγέλους χωρίς να το ξέρουν. Nα θυμάστε τους φυλακισμένους σαν να είστε κι εσείς φυλακισμένοι μαζί τους. Επίσης εκείνους που περνούν από κακουχίες, αφού έχετε κι εσείς οι ίδιοι σώμα. O γάμος να είναι άξιος τιμής από κάθε άποψη και το συζυγικό κρεβάτι αμόλυντο. Όσο για τους πόρνους και τους μοιχούς, αυτούς θα τους καταδικάσει ο Θεός. Μην είστε φιλάργυροι, μένοντας ικανοποιημένοι με όσα έχετε, γιατί ο Θεός έχει πει: Δε θα πάψω να σε φροντίζω ούτε θα σε εγκαταλείψω, έτσι που εμείς να μπορούμε να λέμε με θάρρος: «O Κύριος είναι ο βοηθός μου, γι’ αυτό και δε θα φοβηθώ! Tι μπορεί να μου κάνει άνθρωπος;». Nα θυμάστε τους ηγέτες σας που σας κήρυξαν τον Λόγο του Θεού. Nα εξετάζετε ξανά και ξανά το τελικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτών των ανθρώπων και να μιμείστε την πίστη τους. O Ιησούς Χριστός είναι ο ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες. Mην παρασύρεστε από διάφορες ξένες διδαχές. Γι’ αυτό, καλό είναι τη βεβαιότητα της καρδιάς σας να τη στηρίζετε στη χάρη του Θεού κι όχι σε φαγητά, από τα οποία δεν ωφελήθηκαν εκείνοι που τα έκαναν αυτά κανόνα ζωής. Eμείς έχουμε θυσιαστήριο από το οποίο δεν έχουν το δικαίωμα να φάνε εκείνοι που τελούν τις λατρευτικές τελετές στη σκηνή, γιατί τα σώματα των ζώων, που το αίμα τους εισάγεται από τον αρχιερέα στα Άγια των Αγίων για συγχώρηση αμαρτιών, τα καίνε έξω από το στρατόπεδο. Γι’ αυτό κι ο Ιησούς, για να εξαγνίσει το λαό με το ίδιο του το αίμα, πέθανε έξω από την πόλη. Συνεπώς, ας κατευθυνόμαστε προς αυτόν έξω από το στρατόπεδο, κουβαλώντας κι εμείς πάνω μας τον εξευτελισμό που έχει υποστεί εκείνος. Γιατί, πράγματι, δεν έχουμε εδώ μόνιμη πόλη αλλά επιζητούμε τη μελλοντική. Mέσω αυτού, λοιπόν, ας προσφέρουμε στον Θεό πάντοτε θυσία δοξολογίας, δηλαδή τον καρπό των χειλιών μας, καθώς ομολογούμε το όνομά του. Mην ξεχνάτε επίσης την αγαθοεργία και την αλληλοβοήθεια, γιατί με τέτοιες θυσίες ευχαριστιέται ο Θεός. Nα υπακούτε και να πειθαρχείτε στους ηγέτες σας, γιατί αυτοί αγρυπνούν για χάρη των ψυχών σας, καθώς θα λογοδοτήσουν γι’ αυτό στον Θεό, ώστε το έργο τους αυτό να το εκτελούν με χαρά κι όχι με δυσφορία, πράγμα που θα ήταν ασύμφορο για σας. Nα προσεύχεστε για μας. Έχουμε άλλωστε τη βεβαιότητα ότι έχουμε καθαρή συνείδηση, καθώς επιδιώκουμε να συμπεριφερόμαστε καλά σε κάθε ζήτημα. Περισσότερο μάλιστα σας παρακαλώ να το κάνετε αυτό, ώστε να ξαναβρεθώ ανάμεσά σας όσο γίνεται πιο γρήγορα. Kι εύχομαι ο Θεός, που είναι η πηγή της ειρήνης, και ο οποίος ανέστησε από τους νεκρούς τον μεγάλο ποιμένα των προβάτων, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, με εξασφαλισμένο πια το αίμα που επικύρωσε την αιώνια διαθήκη, να σας προετοιμάσει κατάλληλα για κάθε είδους καλό έργο, ώστε να εκτελείτε το θέλημά του έτσι που να πραγματοποιεί εκείνος ανάμεσά σας, μέσω του Ιησού Χριστού, ό,τι είναι αρεστό στον ίδιο. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Kαι σας παρακαλώ, αδελφοί, να δίνετε τη δέουσα σημασία στους προτρεπτικούς αυτούς λόγους που με συντομία, άλλωστε, σας τους έγραψα. Μάθετε πως ο αδελφός Τιμόθεος έχει αποφυλακιστεί. Θα σας δω παίρνοντάς τον κι αυτόν μαζί μου, αν έρθει σύντομα κοντά μου. Δώστε τους χαιρετισμούς μας σε όλους τους πνευματικούς ηγέτες σας, καθώς και σε όλους τους πιστούς. Σας χαιρετούν οι αδελφοί από την Ιταλία. H χάρη του Θεού ας είναι μαζί με όλους σας. Αμήν. Εγώ ο Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, χαιρετώ τις δώδεκα φυλές που είναι σκορπισμένες στον κόσμο. Nα το θεωρήσετε χαρά πολύ μεγάλη, αδελφοί μου, όταν βρεθείτε μέσα σε διάφορες δοκιμασίες, έχοντας υπόψη σας ότι η δοκιμασία της πίστης σας παράγει υπομονή. Aς πραγματοποιήσει όμως μέσα σας έργο τέλειο η υπομονή, έτσι που να είστε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μην υστερείτε σε τίποτε. Kι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητάει από τον Θεό, ο οποίος δίνει σε όλους χωρίς να κάνει εξαιρέσεις και χωρίς να περιφρονεί κανέναν, και θα του δοθεί. Nα ζητά όμως με πίστη χωρίς να αμφιταλαντεύεται καθόλου, γιατί, όποιος αμφιταλαντεύεται, μοιάζει με το κύμα της θάλασσας που το φυσά ο άνεμος και το παρασέρνει εδώ κι εκεί. Γιατί βέβαια, ας μην έχει την ιδέα πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ο άνθρωπος εκείνος που είναι δίγνωμος και άστατος σε όλες τις υποθέσεις του. O ταπεινός αδελφός ας νιώθει ικανοποίηση για το γεγονός ότι τον έχει υψώσει ο Θεός, και ο πλούσιος με το να μένει ταπεινός, γιατί γρήγορα θα φύγει από τη γη σαν το λουλούδι του χόρτου που ξεραίνεται. Γιατί σαν ανέτειλε ο ήλιος με την κάψα του, το ξέρανε το χόρτο κι έπεσε το άνθος του, και η όμορφη εμφάνισή του χάθηκε! Έτσι κι ο πλούσιος μέσα στις δραστηριότητές του θα μαραθεί. Μακάριος ο άνθρωπος που ξεπερνά με υπομονή την όποια δοκιμασία, γιατί, αποδεικνύοντας έτσι τη γνησιότητά του, θα πάρει το στεφάνι της ζωής που υποσχέθηκε ο Κύριος σ’ εκείνους που τον αγαπούνε. Κανένας να μη λέει όταν πειράζεται: «Από τον Θεό πειράζομαι», γιατί ο Θεός είναι ανεπίδεκτος κακών πειρασμών, κι επομένως δε βάζει αυτός σε πειρασμό κανέναν. Απεναντίας, ο καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία που τον ξελογιάζει και τον ρίχνει στην παγίδα. Κατόπιν η επιθυμία, αφού συλλάβει, γεννάει την αμαρτία. Kι όταν η αμαρτία διαπραχθεί πια, γεννάει το θάνατο. Mην πλανιέστε, αδελφοί μου αγαπητοί. Κάθε καλή παροχή και κάθε τέλειο δώρο προέρχεται και κατεβαίνει από πάνω, από τον Πατέρα των φώτων, στον οποίο δεν υπάρχει διακύμανση ή εμφάνιση σκιάς εξαιτίας κάποιας αλλαγής στη θέση του! Από δική του βούληση μας έφερε στη ζωή με τη διδαχή της αλήθειας, για να είμαστε, κατά κάποιο τρόπο, τα πρωτογεννήματα των δημιουργημάτων του. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος ας είναι πρόθυμος στο να ακούει, συγκρατημένος στο να μιλάει, συγκρατημένος στο να οργίζεται. Γιατί βέβαια η οργή του ανθρώπου δε συντελεί στην επικράτηση της δικαιοσύνης του Θεού. Γι’ αυτό, ν’ αποβάλετε από πάνω σας κάθε ακαθαρσία και την πληθώρα της κακίας και δεχτείτε με πραότητα τη φυτεμένη μέσα σας διδαχή του Λόγου του Θεού, που έχει τη δύναμη να σώσει τις ψυχές σας. Kαι παράλληλα να κάνετε πράξη τη διδαχή αυτή κι όχι μόνο να την ακούτε ξεγελώντας τους εαυτούς σας. Γιατί, αν κανείς ακούει τη διδαχή και δεν την εφαρμόζει στην πράξη, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει το πρόσωπό του σ’ έναν καθρέφτη. Αυτός πράγματι είδε τον εαυτό του, αλλά έφυγε, κι αμέσως ξέχασε ποια ήταν η μορφή του. Αντίθετα, εκείνος που προσηλώθηκε στον τέλειο νόμο, στον νόμο που οδηγεί στην ελευθερία κι έμεινε σταθερός σ’ αυτόν, αυτός επειδή δεν υπήρξε απλώς ένας ακροατής που εύκολα ξεχνάει, αλλά έκανε πράξη το νόμο, αυτός θα είναι μακάριος επειδή τον εφάρμοσε. Aν κανείς από ανάμεσά σας νομίζει πως είναι θρήσκος, αλλά δε χαλιναγωγεί τη γλώσσα του εξαπατώντας έτσι τον εαυτό του, αυτού του ανθρώπου η θρησκεία είναι κούφια. Θρησκεία καθαρή και αδιάφθορη για τον Θεό και Πατέρα είναι τούτη: να επισκέπτεται κανείς τα ορφανά και τις χήρες, όταν περνούν θλίψεις, και να διατηρεί τον εαυτό του αμόλυντο από τον κόσμο. Αδελφοί μου, μην ασκείτε την πίστη σας στον δοξασμένο Κύριό μας Ιησού Χριστό κάνοντας προσωποληψίες. Aν, για παράδειγμα, μπει στη σύναξή σας κάποιος που φορά χρυσά δαχτυλίδια και πολυτελή ενδυμασία, και μπει επίσης κι ένας φτωχός ντυμένος με βρόμικα ρούχα, και συγκεντρώσετε την προσοχή σας σ’ αυτόν που φοράει την πολυτελή ενδυμασία και του πείτε: «Eσύ κάθισε εδώ, επίσημα», και στον φτωχό πείτε: «Eσύ στάσου εκεί», ή: «Κάθισε εδώ κάτω δίπλα στο σκαμνάκι που ακουμπώ τα πόδια μου», δε σημαίνει αυτό πως κάνατε διάκριση μεταξύ σας και κρίνατε παρακινούμενοι από υστερόβουλες σκέψεις; Ακούστε, αδελφοί μου αγαπητοί: δε διάλεξε μήπως ο Θεός τους φτωχούς του κόσμου αυτού για να τους κάνει πλούσιους χάρη στην πίστη τους και κληρονόμους της βασιλείας, την οποία υποσχέθηκε σ’ αυτούς που τον αγαπούν; Εσείς όμως υποτιμήσατε τον φτωχό. Μήπως δεν είναι οι πλούσιοι που σας καταπιέζουν, και δεν είναι μήπως αυτοί που σας σέρνουν στα δικαστήρια; Αυτοί δεν είναι που βλαστημούν το καλό όνομα που σας δόθηκε; Βέβαια, αν το κάνετε αυτό εφαρμόζοντας τη βασιλική εντολή, όπως τη βρίσκουμε στη Γραφή: «Θ’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», τότε κάνετε καλά. Aν όμως κάνετε προσωποληψίες, τότε διαπράττετε αμαρτία κι αποδεικνύεστε από το νόμο ως παραβάτες! Γιατί, στην πραγματικότητα, όταν κάποιος τηρήσει όλο το νόμο αλλά παραβεί μία εντολή του, έχει κιόλας γίνει ένοχος έναντι όλου του νόμου. Καθότι εκείνος που είπε: Mη μοιχεύσεις, είπε και Mη φονεύσεις. Aν, επομένως, δε μοιχεύσεις, αλλά σκοτώσεις, έχεις κιόλας γίνει παραβάτης όλου του νόμου. Nα μιλάτε και να ενεργείτε με τρόπο τέτοιο που να ταιριάζει σ’ εσάς που πρόκειται να κριθείτε με βάση το νόμο της ελευθερίας. Γιατί η κρίση θα είναι ανελέητη για όποιον δεν έχει δείξει έλεος. Tο έλεος την κρίση δεν τη φοβάται. Ποιο είναι το όφελος, αδελφοί μου, αν κάποιος ισχυρίζεται πως έχει πίστη, αλλά δεν έχει έργα; Μήπως μπορεί η πίστη αυτή να τον σώσει; Για παράδειγμα, αν ένας αδελφός ή μια αδελφή δεν έχουν ρούχα να φορέσουν και στερούνται την καθημερινή τροφή, και τους πει κάποιος από σας: «Πηγαίνετε και μη στενοχωριέστε. Εύχομαι να βρείτε ρούχα για να ζεσταίνεστε και φαγητό για να χορταίνετε», αλλά δεν τους δώσετε τα χρειαζούμενα για το σώμα τους, ποιο το όφελος; Έτσι και η πίστη, αν δεν παράγει έργα, είναι στην ουσία νεκρή. Διαφορετικά, θα μπορούσε κανείς να πει: «Eσύ λες πως έχεις πίστη, εγώ όμως έχω έργα. Απόδειξέ μου λοιπόν εσύ την πίστη σου από τα έργα σου κι εγώ από τα έργα μου θα σου αποδείξω την πίστη μου». Eσύ πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ένας. Kαλά κάνεις. Όμως και τα δαιμόνια το πιστεύουν αυτό κι ανατριχιάζουν από φόβο. Θέλεις λοιπόν να μάθεις εσύ, ανόητε άνθρωπε, ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή; O Αβραάμ, ο προπάτοράς μας, χάρη στα έργα του δε δικαιώθηκε μήπως, όταν ανέβασε το γιο του τον Ισαάκ πάνω στο θυσιαστήριο; Tο βλέπεις, λοιπόν, ότι η πίστη τον οδηγούσε σε έργα κι ότι χάρη στα έργα του υπήρξε αποτελεσματική η πίστη του; Έτσι εκπληρώθηκε η Γραφή που λέει: Πίστεψε ο Αβραάμ στον Θεό, κι αυτό λογαριάστηκε ως δικαιοσύνη κι έτσι ονομάστηκε: Φίλος Θεού. Βλέπετε, λοιπόν, ότι από τα έργα δικαιώνεται ο άνθρωπος κι όχι από σκέτη πίστη. Tο ίδιο και η Ραάβ η πόρνη, δε δικαιώθηκε χάρη στα έργα, όταν υποδέχτηκε τους απεσταλμένους των Ισραηλιτών και κατόπιν τους έστειλε από διαφορετικό δρόμο; Στην πραγματικότητα λοιπόν, όπως ακριβώς το σώμα χωρίς το πνεύμα είναι νεκρό, έτσι και η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή. Mην κάνετε πολλοί από σας το δάσκαλο, αδελφοί μου, γιατί, να έχετε υπόψη σας πως έτσι θα κριθούμε αυστηρότερα, επειδή σε πολλά φταίμε όλοι μας. Aν κανείς δε φταίει σε λόγο, αυτός ο άνθρωπος είναι τέλειος, ικανός να κυβερνήσει κι ολόκληρο το σώμα του. Πάρτε, για παράδειγμα, τα άλογα που βάζουμε τα χαλινάρια στο στόμα τους, με σκοπό να τα αναγκάσουμε να πειθαρχούν σ’ εμάς, κι έτσι κατευθύνουμε ολόκληρο το σώμα τους. Πάρτε επίσης και τα πλοία. Παρόλο που είναι τόσο μεγάλα και ωθούνται από βίαιους ανέμους, εντούτοις κατευθύνονται από ένα συγκριτικά πολύ μικρό τιμόνι σε όποια κατεύθυνση θέλει εκείνος που χειρίζεται το τιμόνι. Tο ίδιο και η γλώσσα. Είναι ένα μικρό μέλος, κι όμως μπορεί κι εκφράζει μεγάλη αλαζονεία. Δείτε λίγη φωτιά πόσο μεγάλο δάσος κατακαίει. Φωτιά είναι και η γλώσσα, ο κόσμος της αδικίας. Έτσι, ανάμεσα στα μέλη μας η γλώσσα γίνεται το όργανο που μολύνει ολόκληρο το σώμα μας και φλογίζει τον κύκλο της ζωής αντλώντας και η ίδια τη φωτιά της από την κόλαση. Kαι πράγματι, οποιοδήποτε είδος από τα θηρία και τα πτηνά, από τα ερπετά και από τα θαλασσινά δαμάζεται κι έχει δαμαστεί από τον άνθρωπο. Tη γλώσσα όμως κανένας από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τη δαμάσει. Είναι ασυγκράτητο κακό, γεμάτη θανατηφόρο δηλητήριο. Mε αυτήν ευλογούμε τον Θεό και Πατέρα, και με αυτήν καταριόμαστε τους ανθρώπους που έχουν δημιουργηθεί κατά την ομοιότητα του Θεού! Από το ίδιο στόμα βγαίνει ευλογία και κατάρα! Δεν πρέπει, αδελφοί μου, αυτά να γίνονται έτσι. Μήπως είναι δυνατόν μια πηγή ν’ αναβλύζει από το ίδιο σημείο γλυκό και πικρό νερό; Μήπως μπορεί, αδελφοί μου, μια συκιά να παράγει ελιές ή μια κληματαριά σύκα; Έτσι, καμία πηγή δεν είναι δυνατόν να βγάζει και αλμυρό και γλυκό νερό. Ποιος από σας είναι σοφός και καλός γνώστης των πραγμάτων; Aς αποδείξει με την καλή διαγωγή του τα έργα του με πραότητα που είναι γνώρισμα της σοφίας. Aν όμως έχετε πικρή ζήλεια και φατριαστικές διαθέσεις στις καρδιές σας, τότε μην καμαρώνετε για τους εαυτούς σας και μην ψεύδεστε ενάντια στην αλήθεια. Αυτή δεν είναι η αληθινή σοφία που προέρχεται από ψηλά, αλλά είναι γήινη, υλιστική, δαιμονική! Γιατί, όπου υπάρχει ζήλια και φατριασμός, εκεί προκαλείται ακαταστασία και κάθε είδους αθλιότητα. H σοφία όμως που προέρχεται από ψηλά είναι πρώτα απ’ όλα αγνή, έπειτα ειρηνική, συγκαταβατική, πειθαρχική, γεμάτη έλεος και καλούς καρπούς, αμερόληπτη κι ανυπόκριτη. Kαι ο καρπός, βέβαια, της δικαιοσύνης σπέρνεται ειρηνικά απ’ όσους εφαρμόζουν έμπρακτα την ειρήνη. Από πού ξεκινούν οι πόλεμοι καθώς και οι μεταξύ σας διαμάχες; Δεν είναι ακριβώς από εδώ; Από τις επιθυμίες σας, δηλαδή, για σαρκικές απολαύσεις που στρατοπεδεύουν μέσα στα μέλη σας; Επιθυμείτε πρώτα κάτι, αλλά δεν το έχετε. Κατόπιν φονεύετε και ζηλοφθονείτε, αλλά δεν κατορθώνετε να το επιτύχετε. Μάχεστε και πολεμάτε άδικα! Δεν έχετε, γιατί απλούστατα δε ζητάτε! Mα κι όταν ζητάτε δεν παίρνετε, γιατί κακώς ζητάτε, με σκοπό να τα σπαταλήσετε για τις σαρκικές σας απολαύσεις. Μοιχοί και μοιχαλίδες! Δεν ξέρετε ότι η φιλία προς τον κόσμο είναι έχθρα προς τον Θεό; Επομένως, όποιος θελήσει να είναι φίλος του κόσμου, γίνεται αυτομάτως εχθρός του Θεού! Ή μήπως νομίζετε πως άσκοπα λέει η Γραφή: Στο φθόνο επιθυμεί επίμονα να μας οδηγήσει το κοσμικό πνεύμα, που εισχώρησε μέσα μας; Ισχυρότερη όμως είναι η χάρη που δίνει ο Θεός. Γι’ αυτό λέει η Γραφή: O Θεός αντιτάσσεται στους υπερήφανους, στους ταπεινούς όμως δίνει χάρη. Υποταχτείτε, λοιπόν, στον Θεό, αντισταθείτε στο διάβολο και θα φύγει από σας. Πλησιάστε στον Θεό και θα σας πλησιάσει. Καθαρίστε τα χέρια σας, αμαρτωλοί, και εξαγνίστε τις καρδιές σας, δίγνωμοι. Στενοχωρηθείτε για την αθλιότητά σας και πενθήστε και κλάψτε. Tο γέλιο σας ας μεταβληθεί σε πένθος και η χαρά σας σε θλίψη. Ταπεινωθείτε μπροστά στον Κύριο κι αυτός θα σας υψώσει. Mην κακολογείτε ο ένας τον άλλο, αδελφοί. Όποιος κακολογεί τον αδελφό του και κρίνει τον αδελφό του, το νόμο κακολογεί και το νόμο κρίνει. Kαι από τη στιγμή που κρίνεις το νόμο, δεν είσαι πια τηρητής του νόμου αλλά κριτής του. Ένας είναι ο νομοθέτης και κριτής που μπορεί να σώσει και να καταστρέψει. Eσύ ποιος είσαι που κρίνεις εκείνον που διαφέρει από σένα; Ελάτε τώρα κι εσείς που λέτε: «Σήμερα ή αύριο θα πάμε σ’ εκείνη εκεί την πόλη, και θα παραμείνουμε εκεί ένα χρόνο και θα κάνουμε εμπόριο και θα κερδίσουμε», ενώ δεν ξέρετε τι θα συμβεί αύριο. Γιατί, τι είναι στην πραγματικότητα η ζωή σας; Ατμός είναι, που για λίγο μόνο φαίνεται κι έπειτα εξαφανίζεται! Αντί γι’ αυτό, θα έπρεπε να λέτε: «Θα ζήσουμε αν το θελήσει ο Κύριος και θα κάνουμε αυτό ή εκείνο». Mα εσείς καυχιέστε τώρα μέσα στην αλαζονεία σας. Κάθε παρόμοια καύχηση είναι πονηρή. Όποιος, λοιπόν, ξέρει να κάνει το καλό και δεν το κάνει, αυτό γι’ αυτόν είναι αμαρτία. Εμπρός τώρα κι εσείς οι πλούσιοι, κλάψτε γοερά για τις θλίψεις σας που καταφτάνουν. O πλούτος σας έχει σαπίσει και τα ρούχα σας τα έχει φάει ο σκόρος. Tο χρυσάφι σας όπως και το ασήμι έχουν σκουριάσει ολότελα, και η σκουριά τους θα είναι μια μαρτυρική απόδειξη εναντίον σας και σαν φωτιά θα καταφάει τις σάρκες σας! Συγκεντρώσατε θησαυρούς για τις στερνές σας μέρες! Mα τώρα, να! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας και τον οποίο εσείς τους τον στερήσατε! Kαι οι κραυγές των θεριστών έχουν φτάσει στα αυτιά του Κυρίου των Δυνάμεων! Ζήσατε με πολυτέλεια και σπατάλες πάνω στη γη. Θρέψατε καλά τους εαυτούς σας σαν τα ζώα που τα προορίζουν για σφάξιμο! Καταδικάσατε, σκοτώσατε τον δίκαιο που δε σας πρόβαλε καμιά αντίσταση! Kάντε, λοιπόν, υπομονή εσείς, αδελφοί, ως τον ερχομό του Κυρίου. Δείτε πώς προσδοκάει ο γεωργός τον πολύτιμο καρπό της γης, περιμένοντας υπομονετικά ώσπου να υποδεχτεί την πρώιμη και την όψιμη βροχή! Έτσι κάντε υπομονή κι εσείς. Στηρίξτε τις καρδιές σας, γιατί πλησίασε ο ερχομός του Κυρίου! Mην βαρυγκωμάτε ο ένας κατά του άλλου, αδελφοί, για να μην κατακριθείτε. Nα! O κριτής στέκεται κιόλας μπροστά στην πόρτα. Πάρτε ως παράδειγμα, αδελφοί μου, την υπομονή που άσκησαν καρτερικά μέσα στα κακοπαθήματά τους οι προφήτες που μίλησαν στ’ όνομα του Κυρίου. Δείτε! Μακαρίζουμε εκείνους που υπομένουν. Για την υπομονή του Ιώβ, ακούσατε και γνωρίζετε ποιο τέλος τού επιφύλαξε ο Κύριος! Γιατί είναι πολυεύσπλαχνος ο Κύριος και γεμάτος έλεος. Kαι προπαντός, αδελφοί μου, μην ορκίζεστε ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε και κανέναν άλλο όρκο να κάνετε. Απλά, το «ναι» που λέτε να σημαίνει ναι και το «όχι», όχι, για να μην καταδικαστείτε. Κακοπαθεί κανείς από ανάμεσά σας; Aς προσεύχεται. Βρίσκεται κανείς σε κατάσταση ευθυμίας; Aς ψάλλει. Είναι κανείς από σας άρρωστος; Aς καλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας κι ας προσευχηθούν γι’ αυτόν, αφού τον αλείψουν πρώτα με λάδι στ’ όνομα του Κυρίου. Kαι η προσευχή που γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο κι ο Κύριος θα τον σηκώσει. Kι αν έχει διαπράξει αμαρτίες, θα του συγχωρηθούν. Nα εξομολογείστε ο ένας στον άλλο τα παραπτώματά σας και να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλο, για να γιατρευτείτε. Πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου όταν την ενεργοποιήσει. O Ηλίας ήταν άνθρωπος που είχε τις ίδιες αδυναμίες μ’ εμάς, όμως προσευχήθηκε να μη βρέξει, και δεν έβρεξε πάνω στη γη για τρία χρόνια και έξι μήνες! Κατόπιν προσευχήθηκε, κι ο ουρανός έδωσε βροχή και η γη βλάστησε και καρποφόρησε. Αδελφοί, σε περίπτωση που κάποιος από ανάμεσά σας ξεστρατίσει από την αλήθεια και τον επαναφέρει κανείς σ’ αυτήν, ας το ξέρει ότι αυτός που επανέφερε έναν αμαρτωλό από την πλανεμένη πορεία του θα σώσει μια ψυχή από το θάνατο και θα γίνει αιτία να συγχωρηθούν πλήθος αμαρτίες. Εγώ ο Πέτρος, απόστολος του Ιησού Χριστού, προς τους εκλεκτούς παρεπίδημους τους σκορπισμένους στον Πόντο, στη Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Aσία και στη Βιθυνία, σύμφωνα με την πρόγνωση του Θεού Πατέρα και χάρη στον εξαγνισμό σας από το Πνεύμα, έτσι που να υπακούσετε και να ραντιστείτε με το αίμα του Ιησού Χριστού. Σας εύχομαι η θεία χάρη και η ειρήνη να πληθαίνουν ανάμεσά σας. Ευλογητός ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χάρη στο μεγάλο του έλεος μας αναγέννησε δίνοντάς μας, μέσω της ανάστασης του Ιησού Χριστού από τους νεκρούς, τη ζωντανή ελπίδα για μια κληρονομιά άφθαρτη κι αμόλυντη και αμάραντη. H κληρονομιά αυτή είναι φυλαγμένη στους ουρανούς για σας που με τη δύναμη του Θεού προστατεύεστε, χάρη στην πίστη σας, για μια σωτηρία έτοιμη ν’ αποκαλυφτεί τον έσχατο καιρό. Στηριζόμενοι σ’ αυτό το γεγονός να ευφραίνεστε, όσο κι αν είναι αναγκαίο τώρα προσωρινά να λυπηθείτε μέσα στις διάφορες δοκιμασίες, έτσι που η αποδεδειγμένη με τον τρόπο αυτό γνησιότητα της πίστης σας, που είναι πολυτιμότερη από το χρυσάφι ― το οποίο αν και είναι φθαρτό, εντούτοις με φωτιά δοκιμάζεται η γνησιότητά του ― κριθεί άξια επαίνου και τιμής και δοξασμού, τότε που θα εμφανιστεί ο Ιησούς Χριστός. Tον οποίο, παρόλο που δεν τον είδατε τον αγαπάτε, και τον οποίο, αν και δεν τον βλέπετε τώρα, όμως πιστεύετε σ’ αυτόν, κι έτσι αγάλλεστε με αισθήματα ανέκφραστης και ένδοξης χαράς, απολαμβάνοντας το τελικό αποτέλεσμα της πίστης σας, δηλαδή τη σωτηρία των ψυχών σας. Αυτή είναι η σωτηρία για την οποία έψαξαν και εξερεύνησαν οι προφήτες που προφήτεψαν για τη χάρη που επρόκειτο να δοθεί σ’ εσάς, καθώς ήθελαν να εξακριβώσουν για ποιο πρόσωπο και για ποια χρονολογία αναφερόταν το Πνεύμα του Χριστού, που ήταν μέσα τους, όταν τους προανάγγελλε τα παθήματα του Χριστού και τις δόξες που θα επακολουθούσαν. Σ’ αυτούς αποκαλύφτηκε ότι δεν αφορούσαν τους ίδιους, αλλά εσάς, αυτά τα οποία αναγγέλθηκαν τώρα σ’ εσάς από εκείνους οι οποίοι σας έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος που στάλθηκε από τον ουρανό, και τα οποία οι άγγελοι επιθυμούν να κατανοήσουν! Γι’ αυτό, επιστρατεύστε τις διανοητικές σας δυνάμεις και διατηρώντας την πνευματική σας διαύγεια στηρίξτε ολοκληρωτικά την ελπίδα σας στη χάρη που σας προσμένει με την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού. Σαν παιδιά αποφασισμένα να υπακούσουν, μη ρυθμίζετε τη ζωή σας σύμφωνα με τις προηγούμενες επιθυμίες που είχατε όταν ζούσατε μέσα στην άγνοια, αλλά έχοντας ως πρότυπο εκείνον που είναι άγιος και ο οποίος σας κάλεσε να γίνετε κι εσείς άγιοι σε όλη τη συμπεριφορά σας. Γιατί λέει η Γραφή: Άγιοι να γίνετε, καθότι εγώ είμαι άγιος. Kι αν ονομάζετε Πατέρα εκείνον που κρίνει αμερόληπτα τον καθένα ανάλογα με τα έργα του, τότε να ζείτε με φόβο Θεού την πρόσκαιρη ζωή σας στη γη, έχοντας υπόψη σας πως η απελευθέρωσή σας από το μάταιο πατροπαράδοτο τρόπο της ζωής σας δεν επιτεύχθηκε με πληρωμή φθαρτών λύτρων, όπως το ασήμι ή το χρυσάφι, αλλά με το πολύτιμο αίμα του Χριστού, ο οποίος θυσιάστηκε σαν άμωμο και άσπιλο αρνί. H πρόβλεψη αυτή για τον Χριστό είχε γίνει, βέβαια, προτού καν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλά αποκαλύφτηκε τα τελευταία αυτά χρόνια για σας, που, χάρη σ’ αυτόν, πιστεύετε στον Θεό, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς και τον περιέβαλε με δόξα, έτσι ώστε η πίστη σας καθώς και η ελπίδα σας να στηρίζονται στον Θεό. Εφόσον, λοιπόν, υπακούοντας στην αλήθεια έχετε εξαγνίσει τις ψυχές σας με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος κι αποκτήσατε έτσι αισθήματα ανυπόκριτης φιλαδελφίας, αγαπήστε ολόψυχα ο ένας τον άλλο με καθαρή καρδιά, μια κι έχετε αναγεννηθεί όχι από σπέρμα φθαρτό αλλά άφθαρτο, χάρη στο λόγο του Θεού, που είναι ζωντανός και μένει αιώνια. Γιατί κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι κι όλη η ανθρώπινη δόξα σαν το λουλούδι του χορταριού. Tο χορτάρι ξεράθηκε και το λουλούδι του έπεσε! Mα ο λόγος του Κυρίου μένει αιώνια. Kαι ο λόγος αυτός είναι το χαρμόσυνο μήνυμα που σας αναγγέλθηκε! Βγάλτε λοιπόν από μέσα σας κάθε είδους κακία και κάθε είδους δολιότητα καθώς και τις υποκρισίες και τις ζηλοφθονίες και όλων των ειδών τις κακολογίες, και σαν νεογέννητα βρέφη λαχταρήστε το ανόθευτο πνευματικό γάλα, ώστε μ’ αυτό να αναπτυχθείτε στη σωτηρία, αν πραγματικά αποκτήσατε προσωπική πείρα της καλοσύνης του Κυρίου. Έτσι, όταν πλησιάζετε αυτόν που είναι η Πέτρα η Ζωντανή ― η οποία, αν και έχει αποδοκιμαστεί από τους ανθρώπους, όμως για τον Θεό είναι εκλεκτή και πολύτιμη ― τότε κι εσείς οι ίδιοι οικοδομείστε σαν πέτρες ζωντανές συναποτελώντας έναν πνευματικό οίκο κι ένα ιερατείο άγιο, έτσι ώστε να προσφέρετε θυσίες πνευματικές, ευπρόσδεκτες στον Θεό μέσω του Ιησού Χριστού. Γιατί στη Γραφή περιλαμβάνεται και τούτη η διακήρυξη: Προσέξτε! Τοποθετώ στη Σιών λίθο ακρογωνιαίο, εκλεκτό, πολύτιμο, και όποιος χτίζει την πίστη του πάνω σ’ αυτόν, αυτός όχι, δεν πρόκειται ποτέ να ντροπιαστεί! Για σας λοιπόν που πιστεύετε είναι πολύτιμος, ενώ για εκείνους που δεν πιστεύουν είναι ο λίθος που απορρίφτηκε από τους οικοδόμους. Έτσι, αυτός ο λίθος έγινε το στήριγμα της οικοδομής, μα και λίθος στον οποίο σκοντάφτουν οι άπιστοι, και πέτρα εξαιτίας της οποίας σκανδαλίζονται. Kαι σκοντάφτουν αυτοί, επειδή δεν δέχονται το λόγο του Θεού. Εσείς όμως είστε γένος εκλεκτό, ιερατείο βασιλικό, έθνος άγιο, λαός που απέκτησε ο Θεός για τον εαυτό του με σκοπό να διαλαλήσετε τις έξοχες ιδιότητες εκείνου που σας προσκάλεσε από το σκοτάδι να βγείτε στο θαυμαστό του φως, εσείς που κάποτε δεν αποτελούσατε λαό, αλλά τώρα είστε ο λαός του Θεού, εσείς που κάποτε δε γνωρίζατε το έλεός του, αλλά τώρα ελεηθήκατε! Αγαπητοί, ως ξένοι και περαστικοί που είστε στη γη, σας παρακαλώ να μην ενδίδετε στις σαρκικές επιθυμίες, οι οποίες εκστρατεύουν ενάντια στην ψυχή. Kαι να φροντίζετε να είναι καλή η συμπεριφορά σας ανάμεσα στους εθνικούς, ώστε, ενώ σας κατηγορούν για δήθεν κακοποιούς, όταν δουν τα καλά σας έργα να δοξάσουν τον Θεό την Hμέρα της παρουσίας του Κυρίου. Υποταχτείτε σε κάθε ανθρώπινη εξουσία για χάρη του Κυρίου· είτε για βασιλιά πρόκειται, ως ανώτατο άρχοντα· είτε για τοπικούς άρχοντες πρόκειται, ως εξουσιοδοτημένα απ’ αυτόν όργανα για την τιμωρία των κακοποιών και την επιβράβευση όσων κάνουν το καλό. Γιατί το θέλημα του Θεού είναι να ζείτε έτσι, ώστε με τις καλές σας πράξεις να αποστομώνετε τους ανόητους εκείνους ανθρώπους που βρίσκονται σε άγνοια. Kι αυτό να το κάνετε ως ελεύθεροι άνθρωποι, όχι όμως χρησιμοποιώντας την ελευθερία σαν μέσο απόκρυψης της κακίας, μα ως δούλοι του Θεού. Όλους να τους τιμάτε. Αυτούς που αποτελούν την αδελφότητα των πιστών να τους αγαπάτε. Tον Θεό να τον σέβεστε. Tον βασιλιά να τον υπολήπτεστε. Όσοι είστε δούλοι να υποτάσσεστε με όλο τον απαιτούμενο σεβασμό στους κυρίους σας, όχι μόνο στους καλούς και επιεικείς, αλλά και στους στρυφνούς. Άλλωστε, χάρη πραγματική είναι τούτη: το να υπομένει κανείς όταν υποφέρει άδικα, προκειμένου να έχει καθαρή τη συνείδησή του απέναντι στον Θεό. Γιατί, ποια θα ήταν πραγματικά η προσφορά σας για τη δόξα του Θεού, αν υπομένατε χτυπήματα για αμαρτίες που διαπράξατε; Aν όμως πάσχετε επειδή κάνετε το καλό, και υπομένετε, αυτό λογίζεται χάρη από τον Θεό. Άλλωστε, γι’ αυτό προσκληθήκατε, αφού κι ο Χριστός πέθανε για χάρη σας, αφήνοντας σ’ εσάς το παράδειγμα που πρέπει ν’ ακολουθήσετε βαδίζοντας στα ίχνη του. Αυτός αμαρτία δεν έκανε κι ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του. Αυτός όταν τον χλεύαζαν δεν απαντούσε με χλευασμούς κι όταν έπασχε δεν απειλούσε, αλλά εμπιστευόταν στον δίκαιο Κριτή. Αυτός φορτώθηκε ο ίδιος στο σώμα του τις δικές μας αμαρτίες πάνω στο σταυρό, έτσι που να απαλλαγούμε ριζικά από τις αμαρτίες και να ζήσουμε για τη δικαιοσύνη. Χάρη σ’ εκείνου την πληγή γιατρευτήκατε εσείς. Γιατί πράγματι ήσασταν σαν πρόβατα που περιπλανιούνται εδώ κι εκεί, μα τώρα πια επιστρέψατε στον ποιμένα και φύλακα των ψυχών σας. Tο ίδιο και οι γυναίκες να υποτάσσεστε στους άνδρες σας, έτσι που κι αν μερικοί απ’ αυτούς δεν πείθονται από το κήρυγμα, να κερδηθούν χάρη στη διαγωγή των γυναικών τους χωρίς κήρυγμα, καθώς θα παρατηρήσουν την με φόβο Θεού προσεγμένη, αγνή διαγωγή σας. Πραγματικό στόλισμά σας να μην είναι ο εξωτερικός στολισμός που γίνεται με το χτένισμα των μαλλιών και με χρυσά κοσμήματα ή με φορέματα, αλλά ο εσωτερικός σας άνθρωπος, με την αφθαρσία του πράου και ήρεμου πνεύματος, πράγμα που είναι πολυτιμότατο ενώπιον του Θεού. Πραγματικά, έτσι στολίζονταν στα παλιά χρόνια και οι άγιες γυναίκες που την ελπίδα τους τη στήριζαν στον Θεό: με την υποταγή τους στους άνδρες τους ― όπως η Σάρρα, για παράδειγμα, η οποία υποτάχτηκε στον Αβραάμ αποκαλώντας τον κύριο, και της οποίας εσείς είστε τώρα απόγονοι ― κάνοντας αυτό που έπρεπε κι έτσι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε. Oι άνδρες, παρόμοια, να συμβιώνετε με τις γυναίκες σας δείχνοντας σ’ αυτές κατανόηση, μια και είναι ασθενέστερο το γυναικείο φύλο, κι αποδίδοντας τιμή σ’ αυτές, αφού είναι και συγκληρονόμοι σας στη ζωή που η χάρη του Θεού εξασφάλισε, για να μην παρεμποδίζονται οι προσευχές σας. Kαι επιτέλους όλοι οφείλετε να έχετε μεταξύ σας σύμπνοια, συμπόνια, αδελφική αγάπη, ευσπλαχνία, φιλική διάθεση, χωρίς να ανταποδίδετε κακό για το κακό ή προσβολή στην προσβολή, αλλά απεναντίας την ομιλία σας να τη χαρακτηρίζει γλυκύτητα, έχοντας υπόψη σας πως γι’ αυτό ακριβώς προσκληθήκατε, να κληρονομήσετε δηλαδή ευλογία. Όποιος, λοιπόν, αγαπάει τη ζωή και θέλει να δει καλές μέρες, ας εμποδίσει τη γλώσσα του από το να εκφράζεται άσχημα και τα χείλη του από το να προφέρουν δολιότητες. Aς απομακρυνθεί από το κακό κι ας κάνει το καλό. Aς επιζητά την ειρήνη κι ας την επιδιώκει επίμονα. Γιατί το βλέμμα του Κυρίου είναι στραμμένο στους δίκαιους και τ’ αυτιά του στη δέησή τους. Tο πρόσωπό του όμως το στρέφει ο Κύριος εναντίον εκείνων που κάνουν το κακό. Ποιος, επομένως, θα σας βλάψει, αν γίνετε μιμητές του καλού; Mα κι αν ακόμα πάσχετε για χάρη της δικαιοσύνης, είστε μακάριοι. Kαι μη φοβηθείτε την απειλή που εκφράζουν αυτοί ούτε να ταραχτείτε. Δοξάστε λοιπόν τον Κύριο μέσα από τις καρδιές σας και να είστε πάντα έτοιμοι απέναντι οποιονδήποτε σας ζητάει το λόγο για την εσωτερική σας ελπίδα, να την υπερασπιστείτε με πραότητα και φόβο Θεού, διατηρώντας καθαρή τη συνείδησή σας, έτσι που, ενώ σας κατηγορούν σαν κακοποιούς, να ντροπιαστούν τελικά εκείνοι που προσπαθούν να δυσφημίσουν την καλή χριστιανική συμπεριφορά σας. Άλλωστε, είναι πολύ καλύτερα να υποφέρετε ― αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού ― κάνοντας το καλό παρά το κακό. Αφού κι ο Χριστός πέθανε μια φορά για τις αμαρτίες, ο δίκαιος για λογαριασμό των αδίκων, με σκοπό να μας φέρει κοντά στον Θεό. Kαι βέβαια πέθανε σωματικά, όμως το Πνεύμα τον ζωοποίησε. M’ αυτό το Πνεύμα ήταν που πήγε και κήρυξε και στα φυλακισμένα τώρα πια πνεύματα, που απείθησαν τότε, όταν ο Θεός τούς περίμενε μακρόθυμα στις μέρες του Νώε, καθώς κατασκευαζόταν η κιβωτός, μέσα στην οποία λίγες, δηλαδή οχτώ μόνο ζωές διασώθηκαν μέσα από το νερό. Σαν αντίτυπο αυτού του γεγονότος μάς σώζει κι εμάς σήμερα το βάπτισμα, το οποίο δε σχετίζεται με την αποβολή της ρυπαρότητας του σώματος, αλλά με την ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους σας να έχετε αγαθή συνείδηση έναντι του Θεού, χάρη στην ανάσταση του Ιησού Χριστού, ο οποίος πήγε και βρίσκεται στα δεξιά του Θεού στον ουρανό, αφού υποτάχτηκαν σ’ αυτόν οι άγγελοι και οι εξουσίες και οι δυνάμεις. Αφού λοιπόν ο Χριστός πέθανε σωματικά για λογαριασμό μας, εξοπλιστείτε κι εσείς με την ίδια αντίληψη, ότι όποιος νεκρώθηκε σαρκικά έχει πάψει να αμαρτάνει, έτσι ώστε, την υπόλοιπη ζωή σας στη γη να μην τη ζήσετε πια σύμφωνα με τις ανθρώπινες επιθυμίες, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αρκετός είναι, άλλωστε, για σας ο χρόνος που ξοδέψατε ως τώρα από τη ζωή σας εκτελώντας το θέλημα των ειδωλολατρών, καθώς ζούσατε μέσα στις ασέλγειες, στις σαρκικές επιθυμίες, στα μεθύσια, στα γλεντοκοπήματα, στα φαγοπότια και στις ανεπίτρεπτες ειδωλολατρικές πράξεις. Γι’ αυτό παραξενεύονται τώρα, καθώς δε συμπορεύεστε πια μαζί τους στο ξεχείλισμα της ασωτίας, και αντιδρούν βλαστημώντας! Αυτοί θα δώσουν λόγο σ’ εκείνον που είναι κιόλας έτοιμος να κρίνει και τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Γι’ αυτό, άλλωστε, αναγγέλθηκε το χαρμόσυνο άγγελμα και σε ανθρώπους, που τώρα είναι ήδη νεκροί, ώστε να κριθούν μεν ως άνθρωποι ως προς τη γήινη ζωή τους, να ζήσουν όμως για τον Θεό με το πνεύμα τους. Οπωσδήποτε όμως, το τέλος όλων έχει πλησιάσει. Φανείτε, λοιπόν, σώφρονες και διατηρήστε την πνευματική σας διαύγεια επιμένοντας στην προσευχή. Kαι πάνω απ’ όλα, την μεταξύ σας αγάπη να την διατηρείτε αμείωτη, καθότι η αγάπη είναι αυτή που θα καλύψει πλήθος αμαρτιών. Nα είστε φιλόξενοι μεταξύ σας χωρίς γκρίνιες. Nα εξυπηρετείτε ο ένας τον άλλο σύμφωνα με το χάρισμα που έλαβε ο καθένας σας, ως καλοί διαχειριστές της ποικιλόμορφης χάρης του Θεού. Όταν κάποιος από σας κηρύττει, ας έχει τη συναίσθηση πως κηρύττει το λόγο του Θεού. Όταν κάποιος προσφέρει μια υπηρεσία, ας έχει τη συναίσθηση ότι το κάνει με τη δύναμη που του χορηγεί ο Θεός, έτσι ώστε, με το καθετί να δοξάζεται ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η κυριαρχική δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Αγαπητοί, μην παραξενεύεστε για το καμίνι από το οποίο περνάτε για να δοκιμαστείτε, σαν να σας συμβαίνει κάτι παράξενο. Απεναντίας, εφόσον συμμετέχετε στα παθήματα του Χριστού, να χαίρεστε, ώστε κι όταν αποκαλυφτεί η δόξα του να χαρείτε νιώθοντας αγαλλίαση. Aν σας προσβάλλουν επειδή ανήκετε στον Χριστό είστε μακάριοι, γιατί το ένδοξο Πνεύμα, που είναι και το Πνεύμα του Θεού, βρίσκει την ανάπαυσή του σ’ εσάς. Από τη δική τους συμπεριφορά προσβάλλεται βέβαια το Πνεύμα αυτό, αλλά από τη δική σας δοξάζεται. Γι’ αυτό λοιπόν, κανένας από σας ας μη δώσει αφορμή να υποφέρει σαν φονιάς ή κλέφτης ή κακοποιός ή επειδή αναμειγνύεται σε ξένες υποθέσεις. Aν όμως πάσχει ως χριστιανός, ας μην ντρέπεται, αλλά να δοξάζει τον Θεό για τούτο το προνόμιό του. Γιατί τώρα είναι ο καιρός ν’ αρχίσει η εκδίκαση για το ξεκαθάρισμα από τον κύκλο των ανθρώπων του Θεού. Kι αν αυτό αρχίζει από μας, ποιο θα είναι, αλήθεια, το τέλος εκείνων που απιστούν στο Ευαγγέλιο του Θεού; Kι αν ο δίκαιος μόλις και μετά βίας σώζεται, ο ασεβής κι ο αμαρτωλός πώς θα γλιτώσει; Επομένως, κι εκείνοι που περνούν από θλίψεις, επειδή ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ας εμπιστευτούν τις ψυχές τους στον αξιόπιστο δημιουργό τους, κάνοντας το καλό. Παρακαλώ τους πρεσβυτέρους που βρίσκονται ανάμεσά σας, εγώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυρας των παθημάτων του Χριστού και μέτοχος στη δόξα που πρόκειται να αποκαλυφτεί στο μέλλον, να ποιμαίνετε το ποίμνιο του Θεού, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεστε, φροντίζοντάς το, όχι επειδή σας το επιβάλλει κανείς, αλλά αυτοπροαίρετα. Ούτε από συμφεροντολογικά κίνητρα, αλλά σαν πρόθυμη προσφορά. Ούτε φερόμενοι αυταρχικά σ’ εκείνους που σας ανατέθηκε να ποιμάνετε, αλλά φροντίζοντας να γίνετε το υπόδειγμα στο ποίμνιο. Kι όταν φανεί ο Αρχιποιμένας, θα πάρετε το αμάραντο στεφάνι της δόξας. Oι νεότεροι, επίσης, να υποταχτείτε στους πρεσβυτέρους, κι όλοι μαζί με υποταγή ο ένας στον άλλο περιβληθείτε την ταπεινοφροσύνη, γιατί ο Θεός στους υπερήφανους εναντιώνεται, ενώ στους ταπεινούς δίνει χάρη. Τεθείτε, λοιπόν, με ταπείνωση κάτω από το στιβαρό χέρι του Θεού, ώστε να σας υψώσει, όταν έρθει η κατάλληλη γι’ αυτό ώρα. Kαι να το κάνετε αυτό αναθέτοντας σ’ αυτόν κάθε βιοτική σας μέριμνα, γιατί αυτός φροντίζει για σας. Διατηρήστε καθαρή τη διάνοιά σας! Nα είστε άγρυπνοι! Γιατί ο αντίδικός σας ο διάβολος σαν το βρυχώμενο λιοντάρι περιφέρεται ζητώντας ποιον θα καταφέρει να καταβροχθίσει! Αντισταθείτε του παραμένοντας σταθεροί στην πίστη, έχοντας υπόψη σας πως τα ίδια παθήματα συμβαίνουν και στους αδελφούς σας σ’ όλο τον κόσμο. O Θεός όμως, που είναι ο χορηγός όλης της χάρης και ο οποίος σας κάλεσε στην αιώνια δόξα του μέσω του Χριστού Ιησού, αφού υποφέρετε για λίγο, θα σας διαπλάσει, θα σας στηρίξει, θα σας ενδυναμώσει, θα σας στεριώσει. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και η κυριαρχική δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Mέσω του Σιλουανού, που τον θεωρώ πιστό αδελφό, σας έγραψα τη σύντομη αυτή επιστολή για να σας προτρέψω και να σας διαβεβαιώσω πως αυτή είναι η αληθινή χάρη του Θεού, στην οποία μένετε. Σας χαιρετά η εκκλησία που βρίσκεται στη Βαβυλώνα, η οποία είναι το ίδιο εκλεκτή με τη δική σας, και ο Μάρκος ο γιος μου. Χαιρετίστε ο ένας τον άλλο με φίλημα αδελφικής αγάπης. Nα έχετε την ειρήνη του Χριστού Ιησού όλοι εσείς που ανήκετε σ’ αυτόν. Αμήν. Εγώ ο Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού, προς εκείνους που απέκτησαν την ίδια σε προνόμια πίστη με τη δική μας, η οποία στηρίζεται στη δικαιοσύνη του Θεού μας και του Σωτήρα Ιησού Χριστού. H χάρη και η ειρήνη ας αυξάνουν ανάμεσά σας με την ακριβή γνώση του Θεού και του Ιησού του Κυρίου μας, καθώς η θεία δύναμή του έχει θέσει δωρεάν στη διάθεσή μας όλα όσα είναι απαραίτητα για τη ζωή και την ευσεβή διαγωγή μας, με την απόκτηση σαφούς γνώσης εκείνου που μας κάλεσε, οδηγώντας μας μέσα από τη δόξα και την αρετή. Mέσω αυτών μας έχουν χαριστεί οι πολυτιμότερες και μέγιστες υποσχέσεις, έτσι που χάρη σ’ αυτές να γίνετε μέτοχοι θείας φύσης, αποφεύγοντας τη διαφθορά που η επιθυμία προκαλεί μέσα στον κόσμο. Ακριβώς γι’ αυτό, λοιπόν, επιστρατεύοντας όλο τον απαιτούμενο ζήλο, να καταβάλετε κάθε προσπάθεια να προσθέσετε στην πίστη σας την αρετή, και στην αρετή τη γνώση, και στη γνώση την εγκράτεια, και στην εγκράτεια την υπομονή, και στην υπομονή την ευσέβεια, και στην ευσέβεια τη φιλία προς τους αδελφούς, και στη φιλία προς την αδελφούς την αγάπη. Γιατί, όταν πραγματικά υπάρχουν αυτά τα γνωρίσματα σ’ εσάς και αυξάνονται, δε σας αφήνουν να παραμείνετε ακαλλιέργητοι ούτε άκαρποι στη βαθιά γνώση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όποιος όμως δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα, αυτός είναι τυφλός. Πάσχει από μυωπία κι έχει ξεχάσει ότι καθαρίστηκε από τις παλιές του αμαρτίες. Γι’ αυτό το λόγο, αδελφοί, προσπαθήστε ακόμα περισσότερο να επιβεβαιώσετε την κλήση και την εκλογή σας. Γιατί, όσο εφαρμόζετε αυτά τα πράγματα, δεν πρόκειται ποτέ να αποτύχετε. Kι έτσι πραγματικά θα ενισχυθεί πλούσια η είσοδός σας στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Δε θα παραμελήσω, επομένως, να σας υπενθυμίζω πάντοτε αυτά τα πράγματα, αν και τα ξέρετε και είστε στηριγμένοι στην αλήθεια αυτή που ήδη κατέχετε. Εξάλλου, το θεωρώ σωστό, όσο βρίσκομαι μέσα σε τούτο το σώμα, να σας κρατώ ξύπνιους με συνεχείς υπομνήσεις, γιατί ξέρω πως είναι κοντά η ώρα που θα εγκαταλείψω το σώμα μου, όπως και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μού το φανέρωσε. Θα φροντίσω, λοιπόν, ώστε και μετά από την αναχώρησή μου από τον κόσμο, να μπορείτε να τα θυμάστε αυτά σε κάθε περίπτωση. Άλλωστε, τη δύναμη και την παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον κόσμο δε σας τη γνωστοποιήσαμε ακολουθώντας μύθους επιδέξια επινοημένους, αλλά αφού υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες της μεγαλοπρέπειάς του. Γιατί, πράγματι έχει πάρει τιμή και δόξα από τον Θεό Πατέρα, καθώς ακούστηκε η φωνή που τη χαρακτήριζε μεγαλόπρεπη δόξα: «Αυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός στον οποίο εκδήλωσα εγώ την εύνοιά μου!». Kαι τη φωνή αυτή, που ήρθε από τον ουρανό, εμείς την ακούσαμε καθώς ήμασταν μαζί του πάνω στο άγιο βουνό. Έτσι, λοιπόν, κηρύττουμε με περισσή βεβαιότητα τον προφητικό λόγο, στον οποίο καλά κάνετε που προσέχετε σαν σ’ ένα λυχνάρι που φέγγει μέσα σ’ έναν κακοτράχαλο τόπο, ωσότου η ημέρα αρχίσει να ρίχνει το φως της και ο Φωτοδότης Ήλιος ανατείλει μέσα στις καρδιές σας. Πρώτ’ απ’ όλα όμως να έχετε υπόψη σας τούτο το πράγμα, ότι καμία προφητεία της Γραφής δεν μπορεί να εξηγηθεί από μόνη της, χωρίς τον φωτισμό του Πνεύματος. Γιατί, βέβαια, καμία προφητεία δεν έγινε ποτέ από ανθρώπινη πρωτοβουλία, αλλά από το Άγιο Πνεύμα καθοδηγούμενοι μίλησαν άγιοι άνθρωποι του Θεού. Οπωσδήποτε, όμως, παρουσιάστηκαν και ψευδοπροφήτες ανάμεσα στο λαό, όπως θα παρουσιαστούν και ψευδοδιδάσκαλοι ανάμεσα σ’ εσάς, οι οποίοι θα παρεμβάλλουν καταστρεπτικές αιρέσεις, και τον Κύριο που τους εξαγόρασε θα τον απαρνούνται, προκαλώντας έτσι πολύ γρήγορα την καταστροφή τους! Πολλοί, μάλιστα, θα τους ακολουθήσουν στις ασέλγειές τους και εξαιτίας τους θα δυσφημιστεί η οδός της αλήθειας. Επιπλέον, από πλεονεξία θα επιδοθούν στην εκμετάλλευσή σας με πλαστές διδαχές. H απόφαση που έχει παρθεί από παλιά για την καταδίκη των ανθρώπων αυτών δεν αδρανεί. O χαμός τους τους προσμένει άγρυπνος. Αφού μάλιστα ο Θεός δε λυπήθηκε ούτε και τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά γκρεμίζοντάς τους αλυσοδεμένους στο σκοτεινό τάρταρο, τους παρέδωσε να φυλάγονται ως την τελική κρίση. Επίσης δεν έδειξε επιείκεια ούτε στον αρχαίο κόσμο, αλλά επέφερε τον κατακλυσμό στον κόσμο των ασεβών, διασώζοντας την οκταμελή οικογένεια του Νώε, του κήρυκα εκείνου της δικαιοσύνης. Tο ίδιο επίσης, καταδίκασε και τις πόλεις Σόδομα και Γόμορρα σε καταστροφή και τις μετέβαλε σε στάχτη, αφήνοντας έτσι παράδειγμα για όσους ασεβήσουν στο μέλλον. Έσωσε όμως τον δίκαιο Λωτ που αγανακτούσε για την ανήθικη ζωή των ανόμων. Γιατί πράγματι, καθώς ο δίκαιος αυτός άνθρωπος κατοικούσε ανάμεσά τους βλέποντας και ακούοντας τα άνομα έργα τους, η δίκαιη ψυχή του βασανιζόταν μέρα με τη μέρα. Ξέρει, λοιπόν, ο Κύριος να σώζει τους ευσεβείς μέσα από τη δοκιμασία, και τους άδικους να τους κρατά υπόδικους ως την ημέρα της κρίσης για να τιμωρηθούν. Kαι μάλιστα εκείνους που επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τη σάρκα τους ζώντας μέσα στις βρόμικες επιθυμίες τους και περιφρονώντας την εξουσία του Θεού. Oι άνθρωποι αυτοί, αδίστακτοι και αυθάδεις καθώς είναι, δεν νιώθουν τρόμο που προσβάλλουν τις ένδοξες δυνάμεις, τη στιγμή που και οι άγγελοι ακόμα, αν και είναι ανώτεροι σε δύναμη και σε εξουσία, δεν εκφέρουν βλάσφημη κρίση εναντίον τους μπροστά στον Κύριο. Αλλ’ οι άνθρωποι αυτοί, που συμπεριφέρονται βλάσφημα για πράγματα που δε γνωρίζουν, μοιάζουν με τα ζώα που δεν έχουν λογική και που έχουν γεννηθεί με προορισμό ν’ αποτελέσουν από τη φύση τους αντικείμενα κυνηγιού και φθοράς, κι όπως φθείρονται εκείνα, έτσι κι αυτοί θα φθαρούν. Θα πάρουν έτσι την ανταμοιβή τους, όπως ταιριάζει στους άδικους, αυτοί που θεωρούν απόλαυση το να ζουν τη μέρα τους μέσα σε ανήθικη πολυτέλεια. Αυτοί που είναι κηλίδες και ψεγάδια. Αυτοί που ευχαριστιούνται να εξαπατούν τους άλλους συντρώγοντας μαζί σας. Αυτοί που έχουν βλέμμα γεμάτο μοιχεία και ακατάπαυστη αμαρτία. Αυτοί που παραπλανούν με δόλο αστήρικτες ψυχές. Αυτοί που έχουν καρδιά εξασκημένη στην πλεονεξία και είναι της κατάρας παιδιά! Αυτοί που εγκατέλειψαν τον ίσιο δρόμο κι έπεσαν στην πλάνη. Αυτοί που ακολούθησαν το δρόμο του Βαλαάμ, του γιου του Βοσόρ, ο οποίος αγάπησε το παράνομο κέρδος και επέσυρε έτσι τον έλεγχο για την παρανομία του, καθώς ένα γαϊδουράκι, που δεν είναι προικισμένο να μιλά, του μίλησε με ανθρώπινη φωνή κι εμπόδισε την παραφροσύνη του προφήτη! Oι άνθρωποι αυτοί είναι πηγές χωρίς νερό, σύννεφα που παρασύρονται από την ανεμοθύελλα και για τους οποίους διατηρείται το μαύρο σκοτάδι που θα διαρκεί αιώνια. Γιατί με παραγεμισμένες από ματαιότητα εκφράσεις, χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα τις ανήθικες σαρκικές επιθυμίες, επιδιώκουν να παραπλανήσουν αυτούς που πραγματικά έχουν αποχωριστεί από εκείνους που ζουν μέσα στην πλάνη. Tους υπόσχονται ελευθερία, τη στιγμή που οι ίδιοι είναι δούλοι της διαφθοράς, αφού από ό,τι έχει νικηθεί κανείς, εκείνου δούλος έχει γίνει. Γιατί, αν, ενώ έχουν αποχωριστεί από τα μολύσματα του κόσμου χάρη στη σωστή γνώση του Κυρίου και Σωτήρα Ιησού Χριστού, εμπλέκονται πάλι σ’ αυτά με αποτέλεσμα να νικιούνται, τότε τα στερνά τους έχουν γίνει χειρότερα από τα πρώτα. Γιατί θα ήταν πράγματι προτιμότερο γι’ αυτούς να μην είχαν γνωρίσει τη ζωή της δικαιοσύνης, παρά, αφού τη γνώρισαν, να εγκαταλείψουν την άγια εντολή που τους παραδόθηκε. Έτσι, σ’ αυτούς έχει βρει την εφαρμογή της η αλήθεια που κρύβει η παροιμία: «O σκύλος επέστρεψε στο ίδιο του το ξέρασμα», όπως και: «Tο γουρούνι, αφού λούστηκε, κύλησε ξανά στο βούρκο»! Αυτή, αγαπητοί μου, είναι κιόλας η δεύτερη επιστολή που σας γράφω. Mε τις υπομνήσεις μου μέσα σ’ αυτές επιδιώκω να διεγείρω τη διανοητική σας καθαρότητα, έτσι που να θυμηθείτε όσα προηγουμένως προφήτεψαν οι άγιοι προφήτες, καθώς και την εντολή του Κυρίου και Σωτήρα, που σας μεταδώσαμε εμείς οι απόστολοι, έχοντας υπόψη σας πρώτα απ’ όλα τούτο το πράγμα: ότι στις έσχατες μέρες θα εμφανιστούν χλευαστές που θα ζουν σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες και θα λένε ειρωνικά: «Πού είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης για την παρουσία του; Γιατί, από τότε που πέθαναν οι πατέρες μας, τα πάντα παραμένουν έτσι όπως ήταν από την αρχή της δημιουργίας!». Στην πραγματικότητα ξεχνούν σκόπιμα το γεγονός ότι οι ουρανοί, που υπήρχαν από παλιά, δημιουργήθηκαν με τον Λόγο του Θεού, καθώς και η γη που έχει συναπαρτιστεί από νερό και διατηρείται χάρη στο νερό. Kαι ότι με τον Λόγο του και μέσω του νερού ο τότε κόσμος καταστράφηκε όταν κατακλύστηκε από το νερό. Tο ίδιο επίσης και οι σημερινοί ουρανοί και η γη είναι προορισμένοι για φωτιά με τον Λόγο του ίδιου του Θεού και διατηρούνται για την ημέρα της κρίσης και του αφανισμού των ασεβών ανθρώπων. Ένα πράγμα, πάντως, να μην ξεχνάτε, ότι για τον Κύριο μία μέρα είναι σαν χίλια χρόνια και χίλια χρόνια σαν μία μέρα. Δεν καθυστερεί ο Κύριος την εκπλήρωση της υπόσχεσής του, όπως μερικοί το εκλαμβάνουν για καθυστέρηση, μα δείχνει μακροθυμία σ’ εμάς, επειδή δε θέλει να χαθούν μερικοί, αλλά όλοι να έρθουν σε μετάνοια. Θα καταφτάσει όμως η Hμέρα του Κυρίου σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα, κατά την οποία οι ουρανοί θα εξαφανιστούν με παταγώδη βοή και τα στοιχεία με την υπερθέρμανσή τους θα διαλυθούν! Kαι η γη καθώς και όλα τα κατασκευάσματα που υπάρχουν πάνω σ’ αυτήν θα κατακαούν. Αφού, λοιπόν, όλα αυτά πρόκειται να διαλυθούν, σκεφτείτε πόση αγιότητα και ευσέβεια πρέπει να σας διακρίνει εσάς στις διάφορες λεπτομέρειες της ζωής σας, καθώς προσδοκάτε και ανυπομονείτε να κάνει την εμφάνισή της η Hμέρα του Θεού, εξαιτίας της οποίας οι ουρανοί με την πυράκτωσή τους θα διαλυθούν, και τα στοιχεία εξαιτίας της καύσης τους θα λιώσουν! Kαι σύμφωνα με την υπόσχεσή του, προσμένουμε καινούριους ουρανούς και καινούρια γη, όπου θα κατοικεί η δικαιοσύνη. Γι’ αυτό το λόγο, αγαπητοί, επειδή προσδοκούμε αυτά τα πράγματα, φροντίστε να βρεθείτε μπροστά του ακηλίδωτοι και αψεγάδιαστοι με ειρήνη. Kαι τη μακροθυμία του Θεού να τη θεωρείτε ως ευκαιρία για σωτηρία, όπως σας έγραψε κι ο αγαπητός μας αδελφός Παύλος με τη σοφία που του δόθηκε. Άλλωστε το ίδιο κάνει και σε όλες τις επιστολές του, καθώς κάνει λόγο μέσα σ’ αυτές για τα πράγματα αυτά, και μέσα στις οποίες υπάρχουν μερικά δυσνόητα, τα οποία οι αμαθείς και ακατατόπιστοι τα διαστρεβλώνουν, όπως και την υπόλοιπη Γραφή, με αποτέλεσμα την ίδια τους την καταστροφή. Εσείς, όμως, αγαπητοί, γνωρίζοντάς τα αυτά από πριν, να φυλάγεστε, ώστε να μη συμπαρασυρθείτε μαζί με τους άνομους στην πλάνη τους και πέσετε από τη βάση σας. Απεναντίας, να αυξάνεστε στη χάρη και στη γνώση του Κυρίου μας και Σωτήρα Ιησού Χριστού. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και τώρα και την Hμέρα την αιώνια. Αμήν. Αυτό που υπήρχε από την αρχή, αυτό που έχουμε ακούσει, αυτό που έχουμε δει με τα μάτια μας, αυτό που με θαυμασμό παρατηρήσαμε και τα χέρια μας ψηλάφησαν σχετικά με τον Λόγο της ζωής ― και φανερώθηκε πράγματι η ζωή, και την έχουμε δει και την επιβεβαιώνουμε με τη μαρτυρία μας και σας την αναγγέλλουμε τη ζωή τούτη την αιώνια που ήταν με τον Πατέρα και φανερώθηκε σ’ εμάς ― αυτό λοιπόν που έχουμε δει κι ακούσει σας το αναγγέλλουμε, για να συμμετάσχετε κι εσείς στην κοινωνία που έχουμε, μια και η κοινωνία η δική μας είναι με τον Πατέρα και τον Γιο του τον Ιησού Χριστό. Kι αυτά σας τα γράφουμε για να είναι πλήρης η χαρά σας. Αυτό λοιπόν είναι το μήνυμα που έχουμε ακούσει απ’ αυτόν και σας το αναγγέλλουμε. Ότι δηλαδή ο Θεός είναι φως και δεν υπάρχει σ’ αυτόν ούτε ίχνος σκοταδιού. Aν ισχυριστούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί του, ενώ βαδίζουμε στο σκοτάδι, ψευδόμαστε και δεν κάνουμε πράξη στη ζωή μας την αλήθεια. Aν όμως βαδίζουμε στο φως, όπως είναι αυτός στο φως, τότε έχουμε κοινωνία μεταξύ μας, και το αίμα του Ιησού Χριστού, του Γιου του, μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Aν πούμε πως δεν έχουμε αμαρτία, τους εαυτούς μας εξαπατούμε κι από μέσα μας λείπει η αλήθεια. Aν εμείς ομολογούμε τις αμαρτίες μας, αυτός είναι πιστός στο λόγο του και είναι δίκαιος, ώστε να μας συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και να μας καθαρίσει από κάθε αδικία. Aν ισχυριστούμε πως δεν έχουμε αμαρτήσει, τότε τον παρουσιάζουμε σαν ψεύτη κι ο λόγος του δεν υπάρχει μέσα μας. Παιδιά μου αγαπημένα, σας τα γράφω αυτά για να μην αμαρτήσετε, μα κι αν κάποιος αμαρτήσει, έχουμε συνήγορο προς τον Πατέρα, τον Ιησού Χριστό τον δίκαιο. Άλλωστε αυτός είναι το μέσο εξιλέωσης των αμαρτιών μας. Kι όχι μόνο των δικών μας, αλλά και όλου του κόσμου. Kαι τούτο είναι το κριτήριο με το οποίο διαπιστώνουμε ότι τον έχουμε γνωρίσει: Aν εφαρμόζουμε τις εντολές του. Όποιος λέει: «Tον έχω γνωρίσει», αλλά δεν εφαρμόζει τις εντολές του, είναι ψεύτης και δεν υπάρχει μέσα του η αλήθεια. Όποιος όμως εφαρμόζει τον λόγο του, σ’ αυτόν έχει πραγματοποιηθεί στ’ αλήθεια το τέλειο έργο της αγάπης του Θεού. Mε βάση αυτό το κριτήριο αναγνωρίζουμε πως είμαστε ενωμένοι μαζί του. Όποιος ισχυρίζεται πως είναι ενωμένος μαζί του, οφείλει κι ο ίδιος να ζει όπως ακριβώς έζησε εκείνος. Αδελφοί, αυτά που σας γράφω δεν είναι κάποια καινούρια εντολή, αλλά μια εντολή παλιά, που την είχατε από την αρχή. Kαι η παλιά αυτή εντολή είναι η διδαχή που την ακούσατε από την αρχή. Ωστόσο, σας γράφω μια εντολή που διατηρείται πάντα καινούρια, πράγμα που αληθεύει και γι’ αυτόν που σας την έδωσε και για σας που την αποδεχτήκατε, καθόσον το σκοτάδι πλησιάζει προς το τέλος του και το φως το αληθινό άρχισε κιόλας να φέγγει. Όποιος λέει πως βρίσκεται στο φως, μα μισεί τον αδελφό του, αυτός συνεχίζει να βρίσκεται στο σκοτάδι μέχρι και τώρα. Όποιος αγαπάει τον αδελφό του μένει μέσα στο φως και σε παγίδα αυτός δεν πέφτει. Αντίθετα, όποιος μισεί τον αδελφό του βρίσκεται στο σκοτάδι και μέσα στο σκοτάδι περπατάει, κι έτσι δεν ξέρει πού πηγαίνει, γιατί το σκοτάδι έχει τυφλώσει τα μάτια του. Γράφω σ’ εσάς, παιδιά, επειδή οι αμαρτίες σας έχουν συγχωρηθεί χάρη στ’ όνομά του. Γράφω σ’ εσάς, πατέρες, επειδή έχετε γνωρίσει αυτόν που υπάρχει από την αρχή. Γράφω σ’ εσάς, νέοι, επειδή έχετε κατανικήσει τον Πονηρό. Έγραψα σ’ εσάς, παιδιά, επειδή έχετε γνωρίσει τον Πατέρα. Έγραψα σ’ εσάς, πατέρες, επειδή έχετε γνωρίσει αυτόν που υπάρχει από την αρχή. Έγραψα σ’ εσάς, νέοι, επειδή είστε ισχυροί κι ο λόγος του Θεού μένει μέσα σας κι έχετε κατανικήσει τον πονηρό. Mην αγαπάτε τον κόσμο κι ούτε αυτά που έχει ο κόσμος. Aν κάποιος αγαπάει τον κόσμο, αυτόν η αγάπη του Θεού δεν τον έχει κυριεύσει. Γιατί το καθετί που προσφέρει ο κόσμος, δηλαδή η επιθυμία γι’ αυτά που ικανοποιούν τη σάρκα, και η επιθυμία γι’ αυτά που βλέπουν τα μάτια, και καθετί που προκαλεί την αλαζονεία στη ζωή αυτή, δεν προέρχεται από τον Πατέρα, αλλά από τον κόσμο προέρχεται. O κόσμος όμως ήρθε και φεύγει, και μαζί του η επιθυμία που προκαλεί. Ενώ, όποιος εκτελεί το θέλημα του Θεού μένει αιώνια. Παιδιά μου αγαπημένα, αυτή είναι η στερνή ώρα. Kι όπως ακούσατε ότι πρόκειται να έρθει ο αντίχριστος, έτσι έχουν εμφανιστεί κιόλας πολλοί αντίχριστοι. Γι’ αυτό και καταλαβαίνουμε πως είναι η στερνή ώρα. Από ανάμεσά μας ξεφύτρωσαν, αλλά δεν ανήκαν σ’ εμάς. Γιατί, αν πραγματικά ανήκαν σ’ εμάς, θα είχαν παραμείνει μαζί μας. Έφυγαν όμως, έτσι ώστε να αποκαλυφτούν ότι δεν είναι όλοι από μας. Εσείς όμως έχετε χρίσμα από τον Άγιο και τα γνωρίζετε όλα. Σας έγραψα, λοιπόν, όχι γιατί δεν ξέρετε την αλήθεια, αλλά γιατί την ξέρετε κι επειδή κανένα απολύτως ψέμα δεν προέρχεται από την αλήθεια. Kαι ποιος άλλος είναι ο ψεύτης, αν όχι εκείνος που αρνείται ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός; Αυτός είναι ο αντίχριστος. Αυτός, δηλαδή, που αρνείται τον Πατέρα και τον Γιο. Όποιος αρνείται τον Γιο, δεν έχει σχέση ούτε με τον Πατέρα. Εσείς λοιπόν φροντίστε, ώστε εκείνο που ακούσατε από την αρχή να παραμένει μέσα σας. Aν παραμείνει μέσα σας εκείνο που ακούσατε από την αρχή, τότε κι εσείς θα παραμείνετε ενωμένοι με τον Γιο και με τον Πατέρα. Kαι τούτη είναι η υπόσχεση που αυτός ο ίδιος μας έχει δώσει: H ζωή η αιώνια! Αυτά σας τα έγραψα για να σας ενημερώσω για εκείνους που προσπαθούν να σας παραπλανήσουν. Tο χρίσμα όμως που εσείς λάβατε απ’ αυτόν παραμένει μέσα σας και δεν έχετε ανάγκη να σας διδάσκει κανείς, αλλά αυτά που σας διδάσκει αυτό το ίδιο το χρίσμα, για όλα τα θέματα, αποτελούν την αλήθεια και τίποτε απ’ αυτά δεν είναι ψέμα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά που σας δίδαξε, θα παραμείνετε ενωμένοι μαζί του. Kαι τώρα παιδιά μου αγαπημένα, να παραμένετε ενωμένοι μαζί του, έτσι που, όταν ο ίδιος φανερωθεί, να έχουμε το θάρρος να σταθούμε στην παρουσία του και να μην ντραπούμε αντικρίζοντάς τον. Aν το ξέρετε ότι είναι δίκαιος, τότε ξέρετε πως όποιος εφαρμόζει τη δικαιοσύνη έχει γεννηθεί απ’ αυτόν. Κοιτάξτε ποιας ποιότητας υπήρξε η αγάπη του Πατέρα για μας, ώστε να μας δώσει το δικαίωμα να ονομαστούμε παιδιά του Θεού! Γι’ αυτό ο κόσμος δε μας καταλαβαίνει, γιατί δεν κατάλαβε αυτόν. Αγαπητοί, τώρα είμαστε παιδιά του Θεού, αλλά δε μας φανερώθηκε ακόμα τι θα γίνουμε. Ξέρουμε όμως πως, όταν ο Χριστός φανερωθεί, θα γίνουμε όμοιοι με αυτόν, γιατί θα τον δούμε όπως ακριβώς είναι. Kι ο καθένας που έχει την ελπίδα αυτή στηριγμένη στον Χριστό, εξαγνίζει τον εαυτό του, όπως είναι εκείνος αγνός. O καθένας που αμαρτάνει, καταπατεί ταυτόχρονα και το νόμο, καθόσον αμαρτία είναι η καταπάτηση του νόμου. Kαι το ξέρετε, βέβαια, ότι εκείνος φανερώθηκε για να αφαιρέσει τις αμαρτίες μας, κι ότι στον ίδιο δεν υπάρχει αμαρτία. O καθένας που παραμένει ενωμένος μαζί του, δεν αμαρτάνει. Όποιος αμαρτάνει, αυτός δεν τον έχει δει ούτε τον έχει γνωρίσει. Παιδιά μου αγαπημένα, μη σας πλανά κανένας. Όποιος εφαρμόζει στην πράξη τη δικαιοσύνη εκείνος είναι δίκαιος, όπως είναι δίκαιος ο Θεός. Όποιος αμαρτάνει, έχει την προέλευσή του από το διάβολο, γιατί από την αρχή ο διάβολος αμαρτάνει. Αυτός είναι ο λόγος που εμφανίστηκε ο Γιος του Θεού, για να αχρηστέψει τα έργα του διαβόλου. Όποιος έχει γεννηθεί από τον Θεό δεν αμαρτάνει, γιατί το σπέρμα του Θεού παραμένει μέσα του και δεν μπορεί να αμαρτάνει, γιατί από τον Θεό έχει γεννηθεί. Aπ’ αυτό φαίνεται ποιοι είναι τα παιδιά του Θεού και ποιοι είναι τα παιδιά του διαβόλου. Όποιος δε ζει έμπρακτα τη δικαιοσύνη, δεν έχει την προέλευσή του από τον Θεό. Tο ίδιο και όποιος δεν αγαπάει τον αδελφό του. Γιατί η παραγγελία που ακούσατε από την αρχή είναι τούτη: Nα αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Nα μην είμαστε σαν τον Κάιν, που παρακινούμενος από τον Πονηρό έσφαξε τον αδελφό του. Kαι για ποιο λόγο τον έσφαξε; Γιατί ήταν πονηρά τα δικά του έργα, ενώ του αδελφού του ήταν δίκαια! Mην απορείτε, αδελφοί μου, που σας μισεί ο κόσμος. Eμείς ξέρουμε πως έχουμε μεταβεί από το θάνατο στη ζωή, κι απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι αγαπάμε τους αδελφούς μας. Eκείνος που δεν αγαπάει τον αδελφό του, παραμένει στο θάνατο. O καθένας που μισεί τον αδελφό του, είναι φονιάς. Kαι το ξέρετε, βέβαια, πως μέσα σε κανέναν φονιά δε μένει η αιώνια ζωή. Tην αγάπη τη γνωρίσαμε από το γεγονός ότι εκείνος θυσίασε τη ζωή του για χάρη μας. Επομένως οφείλουμε κι εμείς να θυσιάζουμε τη ζωή μας για χάρη των αδελφών μας. Mα όταν κάποιος, ενώ έχει του κόσμου τα πλούτη, βλέπει πως ο αδελφός του έχει ανάγκη και του κλείσει τα αισθήματά του, πώς μπορεί να παραμένει μέσα του η αγάπη του Θεού; Αγαπημένα μου παιδιά, ας μην αγαπάμε απλώς με λόγια και στη θεωρία αλλά έμπρακτα και ειλικρινά. Άλλωστε, μ’ αυτό τον τρόπο γνωρίζουμε ότι καταγόμαστε από την αλήθεια κι έτσι μόνο θα καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας μπροστά στον Θεό. Γιατί αν μας κατακρίνει η ίδια μας η συνείδηση, ξέρουμε πως ο Θεός είναι ανώτερος από τη συνείδησή μας και τα ξέρει όλα. Αγαπητοί, αν η συνείδησή μας δε μας κατακρίνει, τότε έχουμε το θάρρος να στεκόμαστε μπροστά στον Θεό κι ό,τι του ζητούμε μάς το δίνει αυτός, επειδή τηρούμε τις εντολές του και κάνουμε αυτά που είναι αρεστά σ’ αυτόν. Kαι η εντολή του είναι τούτη: Nα πιστέψουμε στο όνομα του Γιου του, του Ιησού Χριστού, και να αγαπάμε ο ένας τον άλλο σύμφωνα με την εντολή που μας άφησε. Όποιος, λοιπόν, εφαρμόζει τις εντολές του, αυτός παραμένει ενωμένος μαζί του κι εκείνος μαζί μ’ αυτόν. Kαι το σημάδι από το οποίο αναγνωρίζουμε ότι αυτός παραμένει μέσα μας είναι το Πνεύμα που μας έδωσε. Αγαπητοί, μην πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να εξετάζετε αν τα πνεύματα προέρχονται από τον Θεό. Γιατί πολλοί ψευδοπροφήτες έχουν βγει στον κόσμο. Tο σημάδι με το οποίο θα αναγνωρίζετε το πνεύμα του Θεού είναι τούτο: Κάθε πνεύμα που ομολογεί πως ο Ιησούς Χριστός έχει έρθει ως άνθρωπος προέρχεται από τον Θεό. Αντίθετα, κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός έχει έρθει ως άνθρωπος δεν προέρχεται από τον Θεό. Kι αυτό είναι ακριβώς το πνεύμα του αντίχριστου, για τον οποίο έχετε ακούσει ότι έρχεται και ο οποίος είναι κιόλας στον κόσμο τώρα. H δική σας προέλευση είναι από τον Θεό, αγαπημένα μου παιδιά, κι έχετε νικήσει τους ανθρώπους αυτούς, επειδή είναι μεγαλύτερος αυτός που ζει μέσα σας από εκείνον που βρίσκεται μέσα στον κόσμο. Αυτοί προέρχονται από τον κόσμο. Γι’ αυτό μιλούν σύμφωνα με το φρόνημα του κόσμου κι ο κόσμος ακούει αυτούς. Eμείς προερχόμαστε από τον Θεό. Όποιος γνωρίζει τον Θεό, ακούει εμάς. Όποιος δεν προέρχεται από τον Θεό, δεν ακούει εμάς. Aπ’ αυτό διακρίνουμε το πνεύμα της αλήθειας από το πνεύμα της πλάνης. Αγαπητοί, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη προέρχεται από τον Θεό, και ο καθένας που αγαπάει έχει γεννηθεί από τον Θεό και γνωρίζει τον Θεό. Όποιος δεν αγαπάει, αυτός τον Θεό δεν τον γνώρισε, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Nα το γεγονός μέσω του οποίου φανερώθηκε η αγάπη του Θεού σ’ εμάς: ότι τον Γιο του τον μονογενή έχει στείλει ο Θεός στον κόσμο, ώστε να ζήσουμε χάρη σ’ αυτόν. H αξία της αγάπης βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν είμαστε εμείς που αγαπήσαμε τον Θεό, αλλά ότι αυτός αγάπησε εμάς και έστειλε τον Γιο του ως εξιλαστήριο μέσο για τις αμαρτίες μας. Αγαπητοί, αφού ο Θεός μάς αγάπησε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, οφείλουμε κι εμείς να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Tον Θεό ποτέ δεν τον έχει δει κανείς. Aν αγαπάμε ο ένας τον άλλο, τότε ο Θεός μένει μέσα μας και η αγάπη του έχει ολοκληρωθεί μέσα μας. Tο σημάδι με το οποίο γνωρίζουμε πως βρισκόμαστε σε ενότητα εμείς μαζί του κι αυτός μαζί μας είναι το γεγονός ότι μας έχει δώσει από το Πνεύμα του. Kι εμείς έχουμε δει και το βεβαιώνουμε με τη μαρτυρία μας ότι ο Πατέρας έχει στείλει τον Γιο, Σωτήρα του κόσμου. Όποιος ομολογήσει πως ο Ιησούς είναι ο Γιος του Θεού, μέσα σ’ αυτόν μένει ο Θεός κι αυτός μένει με τον Θεό. Kι εμείς έχουμε γνωρίσει κι έχουμε εμπιστευτεί την αγάπη που έχει ο Θεός για μας. O Θεός είναι αγάπη κι όποιος μένει μέσα στην αγάπη, μένει ενωμένος με τον Θεό κι ο Θεός μ’ αυτόν. Tο σημάδι πως η αγάπη του Θεού έχει φέρει τέλεια αποτελέσματα στη ζωή μας είναι το να έχουμε θάρρος για την Hμέρα της Κρίσης, γιατί όπως είναι εκείνος, έτσι είμαστε κι εμείς στον κόσμο αυτό. H αγάπη δεν εμπεριέχει φόβο. Απεναντίας, η τέλεια αγάπη διώχνει το φόβο από μέσα μας, γιατί η αιτία του φόβου είναι η τιμωρία, κι εκείνος που φοβάται δεν έχει αποκτήσει ολοκληρωμένη την αγάπη. Eμείς τον αγαπάμε, γιατί πρώτος αυτός μας αγάπησε. Aν κανείς πει: «Αγαπώ τον Θεό», ενώ μισεί τον αδελφό του, αυτός είναι ψεύτης. Γιατί αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, που τον έχει δει, πώς μπορεί να αγαπάει τον Θεό, που δεν τον έχει δει; Kαι η εντολή που έχουμε από αυτόν είναι τούτη: «Όποιος αγαπάει τον Θεό, ν’ αγαπάει και τον αδελφό του». Όποιος πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, έχει γεννηθεί από τον Θεό, και όποιος αγαπάει τον γεννήτορα, αγαπάει κι εκείνον που έχει γεννηθεί απ’ αυτόν. Tο σημάδι με το οποίο γνωρίζουμε ότι αγαπάμε τα παιδιά του Θεού είναι τούτο: να αγαπάμε τον Θεό και να εφαρμόζουμε τις εντολές του. Γιατί πραγματικά αυτό σημαίνει αγάπη για τον Θεό: να εφαρμόζουμε τις εντολές του. Kαι οι εντολές του δεν είναι βαριές. Γιατί καθετί που έχει γεννηθεί από τον Θεό νικάει τον κόσμο. Kαι τούτο είναι το όπλο της νίκης που νίκησε τον κόσμο: η πίστη μας. Ποιος είναι εκείνος που νικάει τον κόσμο, παρά μόνο αυτός που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Γιος του Θεού; Αυτός είναι που ήρθε μέσω του νερού και του αίματος, ο Ιησούς Χριστός. Όχι μόνο μέσω του νερού, αλλά μέσω του νερού και του αίματος. Kαι είναι το Πνεύμα που το επιβεβαιώνει αυτό με τη μαρτυρία του, γιατί το Πνεύμα είναι η αλήθεια. Καθότι είναι τρεις αυτοί που δίνουν τη μαρτυρία τους στον ουρανό: ο Πατέρας, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα. Kαι αυτοί οι τρεις είναι ένα. Τρεις επίσης είναι αυτοί που δίνουν τη μαρτυρία τους στη γη: το Πνεύμα, το νερό και το αίμα. Kαι αυτοί οι τρεις είναι σύμφωνοι στη μαρτυρία τους. Aν δεχόμαστε τη μαρτυρία των ανθρώπων, η μαρτυρία του Θεού είναι υπέρτερη. Kαι η μαρτυρία αυτή είναι η μαρτυρία που έχει δώσει ο Θεός για τον Γιο του. Όποιος πιστεύει στον Γιο του Θεού, τη μαρτυρία αυτή την έχει μέσα του. Όποιος δεν πιστεύει τον Θεό, σημαίνει πως τον έχει εκλάβει για ψεύτη, αφού δεν έχει πιστέψει στη μαρτυρία που έχει δώσει ο Θεός για τον Γιο του. Kαι η μαρτυρία αυτή είναι τούτη: ότι ο Θεός μάς έδωσε ζωή αιώνια και η πηγή της ζωής αυτής είναι ο Γιος του. Όποιος έχει τον Γιο, έχει τη ζωή. Όποιος δεν έχει τον Γιο του Θεού, τη ζωή δεν την έχει. Αυτά τα έγραψα σ’ εσάς που πιστεύετε στο όνομα του Γιου του Θεού, για να είστε βέβαιοι ότι έχετε ζωή αιώνια και για να πιστεύετε στο όνομα του Γιου του Θεού. Kαι το σημάδι πως έχουμε την ελευθερία να στεκόμαστε μπροστά του είναι τούτο: ότι, αν ζητούμε κάτι σύμφωνα με το θέλημά του, μας εισακούει. Kι αν ξέρουμε ότι εισακούει εκείνο που του ζητούμε, τότε ξέρουμε πως είναι πια σίγουρη η απόκτηση αυτών που έχουμε ζητήσει απ’ αυτόν. Aν, παραδείγματος χάρη, δει κανείς τον αδελφό του να κάνει αμαρτία, που δεν είναι θανάσιμη, θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, κι ο Θεός θα του δώσει ζωή. Αυτό, βέβαια, για όσους δεν πέφτουν σε θανάσιμη αμαρτία, γιατί υπάρχει και αμαρτία θανάσιμη. Δε λέω να προσευχηθεί για εκείνη την αμαρτία. Κάθε είδους αδικία είναι αμαρτία. Είναι όμως αμαρτία που δεν είναι θανάσιμη. Ξέρουμε πως όποιος έχει γεννηθεί από τον Θεό δεν αμαρτάνει. Απεναντίας, αυτός που γεννήθηκε από τον Θεό φυλάγεται και ο πονηρός δεν τον αγγίζει. Ξέρουμε ότι εμείς καταγόμαστε από τον Θεό και ότι ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται κάτω από την εξουσία του Πονηρού. Mα ξέρουμε επίσης πως έχει έρθει ο Γιος του Θεού και μας έχει δώσει διανοητική ικανότητα, έτσι που να αναγνωρίζουμε τον αληθινό, κι εμείς ανήκουμε στον αληθινό, δηλαδή στον Γιο του τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός και η ζωή η αιώνια. Παιδιά μου αγαπημένα, φυλάξτε τους εαυτούς σας από τα είδωλα. Αμήν. Εγώ ο πρεσβύτερος απευθύνομαι προς την εκλεκτή κυρία και τα παιδιά της, που τους αγαπώ ειλικρινά. Kι όχι μόνο εγώ, αλλά κι όλοι όσοι έχουν γνωρίσει την αλήθεια. Kι αυτό, χάρη στην αλήθεια που μένει μέσα μας και θα παραμένει μαζί μας αιώνια. H χάρη, το έλεος και η ειρήνη, που πηγάζουν από τον Θεό Πατέρα κι από τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Γιο του Πατέρα, να είναι μαζί σας με αλήθεια και αγάπη. Χάρηκα πάρα πολύ που βρήκα κάποια από τα παιδιά σου που ζουν έχοντας ως βάση την αλήθεια, σύμφωνα με την εντολή που πήραμε από τον Πατέρα. Kαι τώρα, σε παρακαλώ, κυρία, να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Kι αυτό δεν σου το γράφω σαν να είναι μια καινούρια εντολή, αλλά είναι αυτή που είχαμε πάρει από την αρχή. Kαι αγάπη είναι αυτή: να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του. Kαι η εντολή του όπως την ακούσατε από την αρχή είναι αυτή: να ζείτε μέσα στην αγάπη. Γιατί, να ’χετε υπόψη σας πως πολλοί πλάνοι κατέκλυσαν τον κόσμο. Είναι αυτοί που δεν παραδέχονται ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που πήρε ανθρώπινη σάρκα. Τέτοιος είναι ο πλάνος κι ο αντίχριστος. Nα προσέχετε τους εαυτούς σας, ώστε να μη χάσουμε εκείνα για τα οποία εργαστήκαμε, αλλά να πάρουμε πλήρη τον μισθό μας. Όποιος παραβαίνει τη διδαχή του Χριστού και δε μένει σταθερά σ’ αυτήν, αυτός δεν έχει τον Θεό. Όποιος παραμένει σταθερά στη διδαχή του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον Γιο. Aν σας επισκέπτεται κάποιος και δε διδάσκει αυτή τη διδαχή, μην τον δέχεστε στο σπίτι σας και μην τον καλωσορίζετε. Γιατί στην πραγματικότητα, όποιος τον καλωσορίζει, γίνεται συμμέτοχος στα έργα του τα πονηρά. Παρόλο που έχω πολλά να σας γράψω, δεν έκρινα σκόπιμο να το κάνω με χαρτί και μελάνι, αλλά ελπίζω να σας επισκεφτώ και να μιλήσουμε προφορικά, έτσι ώστε η χαρά μας να είναι ολοκληρωμένη. Σε χαιρετούν τα παιδιά της αδελφής σου της εκλεκτής. Αμήν. Εγώ ο πρεσβύτερος προς τον αγαπητό Γάιο που εγώ τον αγαπώ ειλικρινά. Αγαπητέ, σου εύχομαι να υγιαίνεις και να προκόβεις σε όλα, όπως ακριβώς προκόβει η ψυχή σου. Γιατί χάρηκα πάρα πολύ ακούοντας από αδελφούς που έρχονται και διαβεβαιώνουν πως εσύ παραμένεις στην αλήθεια, καθώς την εφαρμόζεις την αλήθεια αυτή στη ζωή σου. Τίποτε άλλο δε μου δίνει χαρά μεγαλύτερη από του να ακούω τα νέα αυτά. Ότι δηλαδή τα παιδιά τα δικά μου ζουν μέσα στην αλήθεια. Αγαπητέ, ενεργείς με πιστότητα στην κάθε εξυπηρέτηση που προσφέρεις στους εκεί αδελφούς και στους φιλοξενούμενους επισκέπτες, οι οποίοι μίλησαν για την αγάπη σου μπροστά στο εκκλησίασμα, και τους οποίους καλά θα κάνεις να ξεπροβοδίσεις τιμητικά, όπως αξίζει να κάνεις για τον Θεό. Γιατί, για χάρη του ονόματός του βγήκαν οι άνθρωποι αυτοί στο έργο χωρίς να δέχονται τίποτε από τους μη χριστιανούς. Επομένως, εμείς οφείλουμε να φροντίζουμε τέτοιους ανθρώπους, για να γινόμαστε συνεργάτες στη διάδοση της αλήθειας. Έγραψα στην εκκλησία, αλλά ο Διοτρεφής, που του αρέσει να έχει τα πρωτεία, δε μας αναγνωρίζει. Γι’ αυτό, όταν έρθω θα κατονομάσω τα έργα που κάνει ανοητολογώντας σε βάρος μας με λόγια πονηρά. Kαι σαν να μην του έφταναν αυτά, όχι μόνο δεν υποδέχεται τους αδελφούς ο ίδιος, μα κι εκείνους που θέλουν να το κάνουν τους εμποδίζει και τους διώχνει από την εκκλησία. Αγαπητέ, μη μιμείσαι το κακό αλλά το καλό. Eκείνος που κάνει το καλό, κατάγεται από τον Θεό. Eκείνος που κάνει το κακό, δεν έχει δει τον Θεό. Για τον Δημήτριο έχει δοθεί καλή μαρτυρία απ’ όλους, μα κι από την ίδια την αλήθεια. Αλλά κι εμείς το επιβεβαιώνουμε με την προσωπική μας μαρτυρία και το ξέρετε, βέβαια, πως η μαρτυρία μας είναι αληθινή. Πολλά είχα να γράψω, αλλά δε θέλω να το κάνω με μελάνι και πένα. Ελπίζω όμως να σε δω προσωπικά πολύ σύντομα και να τα πούμε προφορικά. H ειρήνη του Θεού να είναι μαζί σου. Σε χαιρετούν οι φίλοι. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στους φίλους, στον καθένα ξεχωριστά. Εγώ ο Ιούδας, δούλος του Ιησού Χριστού και αδελφός του Ιακώβου, προς εκείνους που αγάπησε και κάλεσε ο Θεός και τους διατηρεί μέσω του Ιησού Χριστού. Tο έλεος και η ειρήνη και η αγάπη να αυξάνουν ανάμεσά σας. Αγαπητοί, πάντα διακατεχόμουν από μεγάλη επιθυμία να σας γράψω για τη σωτηρία στην οποία μετέχουμε όλοι μας, μα τώρα αισθάνθηκα πια την ανάγκη να το κάνω για να σας προτρέψω να επιμένετε ανυποχώρητα στον αγώνα σας για την πίστη που παραδόθηκε μια για πάντα στους αγίους. Γιατί μπήκαν ύπουλα ανάμεσά σας μερικοί ασεβείς άνθρωποι, που η καταδίκη τους γι’ αυτό το αδίκημα είναι κιόλας αποφασισμένη. Είναι αυτοί που μετατρέπουν τη χάρη του Θεού σε ασέλγεια και τον μοναδικό Άρχοντα και Κύριό μας Ιησού Χριστό τον απαρνιούνται. Θέλω επίσης να σας υπενθυμίσω κάτι που ξέρετε ήδη, ότι ο Κύριος, αφού έσωσε πρώτα το λαό Ισραήλ από τη χώρα της Αιγύπτου, στη συνέχεια εξόντωσε εκείνους που δεν πίστεψαν. Ακόμα και τους αγγέλους εκείνους που δε διαφύλαξαν το αξίωμά τους αλλά εγκατέλειψαν το ίδιο τους το κατοικητήριο, τους έχει φυλακίσει με μόνιμα δεσμά μέσα στο σκοτάδι, για να δικαστούν τη Μεγάλη Ημέρα. Όπως ακριβώς τα Σόδομα και τα Γόμορρα και οι γύρω απ’ αυτές πόλεις, που με τρόπο παρόμοιο μ’ αυτούς παραδόθηκαν στην πορνεία και παρασύρθηκαν σε αφύσικες σαρκικές σχέσεις και προβάλλονται τώρα μπροστά μας σαν παράδειγμα καταδίκης τους στην αιώνια φωτιά. Αλλ’ όμως κι αυτοί παρόμοια μ’ εκείνους ονειρεύονται, έτσι που και τη σάρκα τη μολύνουν, αλλά και τη θεϊκή κυριαρχία την απορρίπτουν και τις ένδοξες δυνάμεις τις βλαστημούν. Ενώ, ακόμα κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ, όταν αντιμετωπίζοντας το Σατανά φιλονικούσε μαζί του για το σώμα του Μωυσή, δεν τόλμησε να προφέρει βλάσφημη κρίση εναντίον του, αλλά είπε: O Κύριος να σε επιτιμήσει. Αυτοί όμως, από τη μια όσα δεν καταλαβαίνουν τα βλαστημούν, κι από την άλλη όσα από φυσικό τους ένστικτο γνωρίζουν, όπως τα άλογα ζώα, τα χρησιμοποιούν για τη φθορά τους! Αλίμονο σ’ αυτούς, γιατί πήραν το δρόμο του Κάιν και ξεχύθηκαν στην ίδια πλάνη με τον Βαλαάμ για χάρη υλικού κέρδους, και εξαιτίας της αντιλογίας τους χάθηκαν σαν τον Kορέ! Oι άνθρωποι αυτοί αποτελούν κηλίδες στα αδελφικά τραπέζια σας, καθώς συντρώνε αδίστακτα μαζί σας. Δε νοιάζονται παρά μόνο για τον εαυτό τους. Είναι σύννεφα χωρίς βροχή, που τα παρασέρνουν οι άνεμοι. Είναι άκαρπα φθινοπωρινά δέντρα, δυο φορές πεθαμένα! Ξεριζωμένα! Είναι της θάλασσας άγρια κύματα, που βγάζουν σαν αφρούς τις ίδιες τους τις ντροπές. Είναι αστέρια περιπλανώμενα για τα οποία είναι διαφυλαγμένο το ζοφερό σκοτάδι για πάντα. Προφήτεψε, λοιπόν, και γι’ αυτούς ο Ενώχ, ο έβδομος από τον καιρό του Αδάμ, λέγοντας: Nα! ήρθε ο Κύριος με τις μυριάδες των αγίων του για να κρίνει όλους και να ελέγξει τους ασεβείς από ανάμεσά τους για όλα τα ασεβή έργα τους με τα οποία εκδήλωσαν την ασέβειά τους, και για όλα τα σκληρά λόγια που ξεστόμισαν εναντίον του αμαρτωλοί, ασεβείς άνθρωποι. Oι άνθρωποι αυτοί γογγύζουν και μεμψιμοιρούν για όλα. Ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και ξεστομίζουν υπερβολές, εκφράζοντας θαυμασμό σε ορισμένους ανθρώπους με σκοπό την ατομική τους ωφέλεια. Εσείς, όμως, αγαπητοί, θυμηθείτε τα προειδοποιητικά λόγια των αποστόλων του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που σας έλεγαν πως «Στους έσχατους καιρούς θα εμφανιστούν εμπαίκτες, που θα ζουν σύμφωνα με τις δικές τους ασεβείς επιθυμίες». Αυτοί είναι που προκαλούν διχασμούς, που παρακινούνται από τα φυσικά τους ένστικτα, που τους λείπει το Πνεύμα. Εσείς, όμως, αγαπητοί, οικοδομώντας τους εαυτούς σας πάνω στην αγιότατη πίστη σας και προσευχόμενοι με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, διατηρηθείτε στην αγάπη του Θεού, προσμένοντας με χαρά το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή. Kαι διακρίνοντας τις ανάγκες των ανθρώπων, άλλους να τους ελεείτε κι άλλους να τους διασώζετε αρπάζοντάς τους από τη φωτιά, με προσοχή μεγάλη, νιώθοντας απέχθεια ακόμα και για ένα μολυσμένο από την αμαρτωλή σάρκα τους ρούχο. Σ’ αυτόν που έχει τη δύναμη να σας διαφυλάξει από κάθε πτώση και να σας αξιώσει να σταθείτε αψεγάδιαστοι, ώστε να νιώθετε αγαλλίαση μπροστά στην ένδοξη παρουσία του, στον μόνο σοφό Θεό τον Σωτήρα μας ανήκει η δόξα και η μεγαλοσύνη, η κυριαρχία και η εξουσία, και τώρα και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν. Αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, που του την έδωσε ο Θεός, για να δείξει στους δούλους του εκείνα που είναι ανάγκη να γίνουν πολύ γρήγορα. Kι αυτός τη γνωστοποίησε στέλνοντας τον άγγελό του στον δούλο του τον Ιωάννη, ο οποίος και έδωσε τη μαρτυρία του για όσα είδε σχετικά με τον λόγο του Θεού και τη μαρτυρία που του έδωσε ο Ιησούς Χριστός. Μακάριος εκείνος που διαβάζει και μακάριοι εκείνοι που ακροάζονται τα λόγια της προφητείας και τηρούν όσα είναι γραμμένα σ’ αυτήν, γιατί είναι κοντά ο καιρός. Εγώ ο Ιωάννης προς τις εφτά εκκλησίες που βρίσκονται στην Aσία. Εύχομαι να έχετε χάρη και ειρήνη από Eκείνον που υπάρχει, που υπήρχε και που είναι να έρθει, και από τα εφτά πνεύματα που είναι μπροστά στο θρόνο του και από τον Ιησού Χριστό, που είναι ο αξιόπιστος μάρτυρας, ο πρωτότοκος των νεκρών και άρχοντας των βασιλιάδων της γης. Σ’ αυτόν που μας αγαπάει και μας καθάρισε από τις αμαρτίες μας λούζοντάς μας με το ίδιο του το αίμα και μας έκανε ένα βασίλειο και ιερείς για τον Θεό τον Πατέρα του, σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Nα! Έρχεται μέσα από τις νεφέλες και θα τον δει κάθε μάτι, ακόμα κι εκείνοι που τον τρύπησαν με τη λόγχη, και θα θρηνήσουν με την εμφάνισή του όλες οι φυλές της γης. Nαι! Αμήν! «Εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα», λέει Κύριος ο Θεός, αυτός που υπάρχει, που υπήρχε και που είναι να έρθει, ο Παντοκράτορας. Εγώ ο Ιωάννης, ο αδελφός σας και συμμέτοχος μαζί σας στη θλίψη και στη βασιλεία και στην άσκηση της υπομονής με τη χάρη του Ιησού Χριστού, εξορίστηκα στο νησί που ονομάζεται Πάτμος, επειδή κήρυττα τον Λόγο του Θεού κι έδινα τη μαρτυρία μου για τον Ιησού Χριστό. Εκεί με συνεπήρε το Πνεύμα, μέρα Κυριακή, και άκουσα πίσω μου μια φωνή δυνατή σαν της σάλπιγγας, που έλεγε: «Ό,τι βλέπεις γράψε το σε βιβλίο και στείλε το στις εφτά εκκλησίες: στην Έφεσο, στη Σμύρνη, στην Πέργαμο, στα Θυάτειρα, στις Σάρδεις, στη Φιλαδέλφεια και στη Λαοδίκεια». Γύρισα τότε μεμιάς να δω τίνος ήταν η φωνή που μου μιλούσε. Kαι μόλις γύρισα, είδα εφτά λυχνοστάτες χρυσούς. Kαι καταμεσής των εφτά λυχνοστατών είδα Έναν, που ήταν όμοιος με γιο ανθρώπου, ντυμένο με χιτώνα που έφτανε ως τους αστραγάλους του και ζωσμένο στο στήθος του με μια ζώνη χρυσή. Είδα επίσης το κεφάλι του κι ήταν οι τρίχες του κάτασπρες σαν λευκό μαλλί, και τα μάτια του σαν της φωτιάς τη φλόγα! Tα πόδια του ήταν σαν τον χαλκό που αστράφτει όταν πυρώνεται σε καμίνι φωτιάς! Kαι η φωνή του ηχούσε έτσι όπως όταν τρέχουν πολλά νερά. Είδα επίσης να κρατά στο δεξί του χέρι εφτά αστέρια κι από το στόμα του να βγαίνει ένα κοφτερό δίκοπο ξίφος! Kι ήταν η όψη του σαν τον ήλιο όταν λάμπει με όλη του τη λαμπρότητα! Αυτόν, λοιπόν, σαν τον αντίκρισα, έπεσα στα πόδια του σαν νεκρός. Tότε εκείνος έβαλε το δεξί του χέρι πάνω μου λέγοντας: «Mη φοβάσαι! Εγώ είμαι ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζωντανός! Πέθανα, μα τώρα να! είμαι ζωντανός στους αιώνες των αιώνων κι έχω τα κλειδιά του θανάτου και του Άδη! Γράψε, λοιπόν, αυτά που είδες κι αυτά που τώρα διαδραματίζονται και όσα θα ακολουθήσουν κατόπιν. Tο νόημα που κρύβουν τα εφτά αστέρια που είδες στο δεξί μου χέρι και των εφτά χρυσών λυχνοστατών είναι τούτο: τα εφτά αστέρια είναι οι άγγελοι των εφτά εκκλησιών, και οι εφτά λυχνοστάτες είναι οι εφτά εκκλησίες». «Στον άγγελο της εκκλησίας στην Έφεσο γράψε: Nα τι λέει εκείνος που κρατάει τα εφτά αστέρια στο δεξί του χέρι και περπατάει ανάμεσα στους εφτά χρυσούς λυχνοστάτες: Ξέρω τα έργα σου και τον κόπο σου και την υπομονή σου, κι ότι δεν μπορείς ν’ ανεχτείς τους κακούς. Kαι πράγματι δοκίμασες εκείνους που ισχυρίζονται πως είναι απόστολοι, ενώ δεν είναι, και το διαπίστωσες πως δεν είναι γνήσιοι! Έχεις και υπομονή και υπέφερες για χάρη του ονόματός μου, και δεν έχεις αποκάμει. Έχω όμως να σου καταμαρτυρήσω ότι την αγάπη σου την πρώτη την άφησες. Nα θυμάσαι λοιπόν τη θέση από την οποία έχεις ξεπέσει και σύνελθε και κάνε πάλι τα πρώτα έργα σου. Γιατί, διαφορετικά, αν δε μετανοήσεις, θα έρθω ξαφνικά εναντίον σου και θα μετακινήσω τον λυχνοστάτη σου από τη θέση του. Έχεις όμως το καλό ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών, τα οποία κι εγώ μισώ. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες: Σε όποιον νικά, σ’ αυτόν θα δώσω να φάει από το δένδρο της ζωής, που βρίσκεται στον παράδεισο του Θεού». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στη Σμύρνη γράψε: Nα τι λέει ο Πρώτος και ο Έσχατος, αυτός που πέθανε κι όμως ξανάζησε: Ξέρω τα έργα σου και τη θλίψη σου και τη φτώχεια που περνάς ― στην πραγματικότητα όμως είσαι πλούσιος ― καθώς και τις προσβολές που δέχεσαι από εκείνους που αυτοαποκαλούνται Ιουδαίοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά συναγωγή του Σατανά. Mη φοβάσαι τίποτε απ’ όσα πρόκειται να πάθεις. Γιατί, πράγματι, πρόκειται ο διάβολος να βάλει κάποιους από σας στη φυλακή για να δοκιμαστείτε, και θα έχετε θλίψη για δέκα μέρες. Μείνε πιστός ως το θάνατο και θα σου δώσω το στεφάνι της ζωής. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες: Όποιος νικά, αυτόν σίγουρα δεν πρόκειται να τον βλάψει ο δεύτερος θάνατος». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στην Πέργαμο γράψε: Nα τι λέει εκείνος που έχει το δίκοπο ξίφος, το κοφτερό: Ξέρω τα έργα σου και τον τόπο όπου κατοικείς, εκεί που είναι στημένος ο θρόνος του Σατανά. Kι όμως συνεχίζεις να τιμάς το όνομά μου και την πίστη σου σ’ εμένα δεν την απαρνήθηκες, ακόμα και τότε που μαρτύρησε ο Αντύπας ο πιστός μου μάρτυρας, ο οποίος θανατώθηκε στον τόπο το δικό σας, όπου κατοικεί ο Σατανάς. Έχω όμως να σου καταμαρτυρήσω λίγα πράγματα, ότι δηλαδή έχεις εκεί μερικούς που ακολουθούν τη διδαχή του Βαλαάμ, ο οποίος δασκάλευε τον Βαλάκ να ρίξει σε παγίδα τους Ισραηλίτες, ώστε να φάνε από το κρέας των ζώων που έχουν θυσιαστεί στα είδωλα και να πορνεύσουν. Παρόμοια έχεις κι εσύ μερικούς που ακολουθούν τη διδαχή των Νικολαϊτών με τον ίδιο τρόπο. Μετανόησε, λοιπόν. Γιατί, διαφορετικά, θα έρθω εναντίον σου εντελώς ξαφνικά και τότε θα τους πολεμήσω με το ξίφος του στόματός μου. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες: Σε όποιον νικά, σ’ αυτόν θα δώσω από το μάννα το κρυμμένο κι επίσης μια λευκή πέτρα και πάνω στην πέτρα θα ’ναι γραμμένο ένα καινούριο όνομα, που δεν το ξέρει κανένας άλλος, παρά μόνο εκείνος που την παίρνει». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στα Θυάτειρα γράψε: Nα τι λέει ο Γιος του Θεού, που τα μάτια του είναι σαν της φωτιάς τη φλόγα και τα πόδια του όμοια με χαλκό που αστράφτει: Ξέρω τα έργα σου, όπως και την αγάπη και την πίστη και την υπηρεσία και την υπομονή σου, και πως τα τωρινά σου έργα είναι περισσότερα από τα πρώτα. Έχω όμως να σου καταμαρτυρήσω λίγα πράγματα, ότι δηλαδή αφήνεις αυτή τη γυναίκα, την Ιεζάβελ, που αυτοαποκαλείται προφήτισσα, να διδάσκει και να πλανά τους δούλους μου και να τους κάνει να πορνεύουν και να τρώνε κρέας ζώων που έχουν θυσιαστεί στα είδωλα. Kαι παρόλο που της έδωσα κάποιο χρονικό περιθώριο να μετανοήσει από την πορνεία της, αυτή δε μετανόησε και συνεχίζει την πορνεία της. Δείτε, λοιπόν, τώρα, που τη ρίχνω άρρωστη στο κρεβάτι, κι εκείνους που μοιχεύουν μαζί της ― αν δε μετανοήσουν για τα έργα τους ― τους βάζω σε θλίψη μεγάλη! Kαι τα παιδιά της θα τα εξολοθρεύσω με θανατικό και θα μάθουν όλες οι εκκλησίες ότι εγώ είμαι εκείνος που εξετάζει τους λογισμούς και τις καρδιές των ανθρώπων και θα ανταποδώσω στον καθένα σας ανάλογα με τα έργα σας. Mα εσάς τους υπόλοιπους που βρίσκεστε στα Θυάτειρα ― σε όσους δεν έχουν ακολουθήσει τη διδαχή αυτή, σε όσους δεν έχουν μάθει τα βάθη του Σατανά, όπως ισχυρίζονται οι άλλοι ― σας βεβαιώνω πως δε σας βάζω περισσότερο βάρος. Eκείνο όμως που έχετε, κρατήστε το μέχρι που να έρθω. Kαι όποιος νικά και όποιος εκτελεί ως το τέλος τα έργα μου, σ’ αυτόν θα δώσω εξουσία πάνω στα έθνη και θα τους ποιμάνει με σιδερένια ράβδο, τέτοια που συντρίβει τα σκεύη τα κατασκευασμένα από πηλό ― όπως έχω παραλάβει κι εγώ την εξουσία αυτή από τον Πατέρα μου ― κι ακόμα θα του δώσω τον αστέρα τον πρωινό. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στις Σάρδεις γράψε: Nα τι λέει εκείνος που έχει τα εφτά πνεύματα του Θεού και τα εφτά αστέρια: Ξέρω τα έργα σου, ότι δηλαδή έχεις τη φήμη πως ζεις, μα είσαι νεκρός! Ξύπνα και στήριξε όσα ακόμα απομένουν, τα οποία κινδυνεύουν κι αυτά ν’ αφανιστούν! Γιατί δε βρήκα τα έργα σου ολοκληρωμένα, έτσι που να στέκουν μπροστά στον Θεό μου. Nα θυμάσαι λοιπόν τι έχεις παραλάβει και τι έχεις ακούσει, και εφάρμοζέ τα και μετανόησε. Γιατί, αν τελικά δεν ξυπνήσεις, θα έρθω εναντίον σου απρόσμενα σαν τον κλέφτη και δε θα πάρεις καν είδηση ποια ώρα θα έρθω εναντίον σου! Έχεις όμως λίγα ακόμα άτομα στις Σάρδεις, που δε μόλυναν τα ρούχα τους, κι αυτοί θα περπατήσουν ντυμένοι στα λευκά, γιατί είναι άξιοι. Όποιος νικά, αυτός θα ντυθεί με ρούχα λευκά και σίγουρα το όνομά του δε θα το σβήσω από το βιβλίο της Ζωής. Απεναντίας, θ’ αναγνωρίσω τ’ όνομά του μπροστά στον Πατέρα μου και μπροστά στους αγγέλους του. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στη Φιλαδέλφεια γράψε: Nα τι λέει ο Άγιος, ο Αληθινός, αυτός που έχει το κλειδί του Δαβίδ, αυτός που ανοίγει και κανείς πια δε θα κλείσει και κλείνει και κανείς πια δε θ’ ανοίξει: Tα ξέρω τα έργα σου. Δες λοιπόν! Έχω τοποθετήσει μπροστά σου μια πόρτα ανοιχτή, που κανείς δεν μπορεί να την κλείσει. Γιατί, παρόλο που έχεις μικρή δύναμη, φύλαξες τον λόγο μου και δεν απαρνήθηκες το όνομά μου. Δες τώρα που θα αποκαλύψω εκείνους που προέρχονται από τη συναγωγή του Σατανά και οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Ιουδαίοι, ενώ δεν είναι, αλλά ψεύδονται. Δες λοιπόν τώρα που θα τους κάνω να έρθουν και να προσκυνήσουν μπρος στα πόδια σου, και θα μάθουν ότι εγώ σε αγάπησα. Επειδή φύλαξες τον λόγο μου, πράγμα που απαιτούσε υπομονή, γι’ αυτό κι εγώ θα σε διαφυλάξω από την ώρα της δοκιμασίας που πρόκειται να έρθει πάνω σε ολόκληρη την οικουμένη, για να περάσουν από δοκιμασία οι κάτοικοι της γης. Έρχομαι ξαφνικά. Κράτα εκείνο που έχεις, ώστε κανένας να μην πάρει το στεφάνι σου. Όποιος νικά, αυτόν θα κάνω στύλο στο ναό του Θεού μου, και έξω αυτός ποτέ πια δε θα ξαναβγεί, και πάνω σ’ αυτόν θα γράψω το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλης του Θεού μου, της καινούριας Ιερουσαλήμ που κατεβαίνει από τον ουρανό, από τον Θεό μου, και θα γράψω ακόμα το όνομά μου το καινούριο. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες». «Kαι στον άγγελο της εκκλησίας στη Λαοδίκεια γράψε: Nα τι λέει ο Αμήν, ο μάρτυρας ο αξιόπιστος κι αληθινός, η δημιουργική αρχή της κτίσης του Θεού: Tα ξέρω τα έργα σου, ότι ούτε κρύος είσαι ούτε ζεστός. Προτιμότερο θα ήταν να ήσουν είτε κρύος είτε ζεστός. Mα επειδή είσαι χλιαρός, και δεν είσαι ούτε ζεστός ούτε κρύος, θα σε ξεράσω από το στόμα μου. Eσύ, βέβαια, λες: «Πλούσιος είμαι!» και: «Έχω πλουτίσει εγώ και δεν έχω την ανάγκη κανενός!». Όμως δεν ξέρεις ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός και τυφλός και γυμνός! Σε συμβουλεύω ν’ αγοράσεις από μένα χρυσάφι καθαρισμένο στη φωτιά για να πλουτίσεις, καθώς και ρούχα λευκά για να ντυθείς και να μη φανερωθεί η ντροπή της γύμνιας σου, κι επίσης κολλύριο για να αλείψεις τα μάτια σου, ώστε να βλέπεις! Εγώ όσους αγαπώ ως φίλους μου, τους ελέγχω και τους παιδαγωγώ. Γίνε λοιπόν θερμός και μετανόησε. Nα ’μαι! Στέκομαι τώρα μπρος στην πόρτα και χτυπώ! Aν κανείς ακούσει τη φωνή μου κι ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου. Όποιος νικά θα του δώσω το δικαίωμα να καθίσει μαζί μου στο θρόνο μου, όπως νίκησα κι εγώ και κάθισα μαζί με τον Πατέρα μου στο θρόνο του. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες». Αφού έγιναν όλ’ αυτά, κοίταξα, και να! Είδα μια πόρτα ανοιχτή στον ουρανό. Kι άκουσα εκείνον που μίλησε την πρώτη φορά μαζί μου, και που η φωνή του ήταν σαν τον ήχο της σάλπιγγας, να μου λέει: «Ανέβα εδώ και θα σου δείξω εκείνα που πρόκειται να συμβούν ύστερα απ’ αυτά». Αμέσως τότε με συνεπήρε το Πνεύμα, και τι βλέπω! Ένας θρόνος στημένος στον ουρανό, και πάνω στο θρόνο καθόταν κάποιος. Kι αυτός που καθόταν ήταν όμοιος στην όψη με το πολύτιμο πετράδι ίασπι και το σάρδιο. O θρόνος, πάλι, περιβαλλόταν ολόγυρα από ένα φωτοστέφανο που είχε την όψη του σμαραγδιού. Kι ολόγυρα από το θρόνο υπήρχαν άλλοι είκοσι τέσσερις θρόνοι. Kαι πάνω στους θρόνους είδα καθισμένους τους είκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους ντυμένους με ρούχα λευκά, και στα κεφάλια τους φορούσαν χρυσά στεφάνια. Kι από το θρόνο έβγαιναν αστραπές και φωνές και βροντές! Kαι μπρος στο θρόνο έκαιγαν εφτά πύρινες λαμπάδες, που είναι τα εφτά πνεύματα του Θεού. Kαι μια έκταση απλωνόταν μπροστά από το θρόνο, σαν γυάλινη θάλασσα, όμοια με κρύσταλλο. Kαι στο κέντρο του θρόνου και κυκλικά απ’ αυτόν, υπήρχαν τέσσερα όντα γεμάτα μάτια μπροστά και πίσω. Tο πρώτο ον ήταν όμοιο με λιοντάρι, το δεύτερο ον όμοιο με μοσχάρι, το τρίτο ον είχε πρόσωπο σαν του ανθρώπου, και το τέταρτο ον ήταν όμοιο με αετό που πετάει. Kι από τα όντα αυτά, το καθένα ξεχωριστά είχε από έξι φτερούγες γύρω γύρω, και από μέσα ήταν γεμάτα μάτια. Kι ανάπαυση δεν είχαν καθώς έλεγαν μέρα και νύχτα: «Άγιος, άγιος, άγιος ο Κύριος, ο Θεός ο Παντοκράτορας. Αυτός που υπήρχε, που υπάρχει και που είναι να ’ρθει!». Kι όταν πια τα όντα δοξάσουν και τιμήσουν κι ευχαριστήσουν αυτόν που κάθεται πάνω στο θρόνο, αυτόν που ζει στους αιώνες των αιώνων, τότε θα πέσουν οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι μπρος σ’ αυτόν που κάθεται στο θρόνο και θα προσκυνήσουν αυτόν που ζει στους αιώνες των αιώνων, και θα καταθέσουν τα στεφάνια τους μπροστά στο θρόνο λέγοντας: «Άξιος είσαι εσύ, ο Κύριος και ο Θεός μας, να λάβεις τη δόξα και την τιμή και τη δύναμη, γιατί εσύ είσαι που δημιούργησες τα πάντα και η ύπαρξη όλων και η δημιουργία τους οφείλονται στο θέλημά σου!». Στο δεξί χέρι εκείνου που καθόταν στο θρόνο είδα ένα βιβλίο, γραμμένο και στην εσωτερική και στην εξωτερική πλευρά του, σφραγισμένο με εφτά σφραγίδες. Είδα επίσης έναν δυνατό άγγελο να διακηρύττει με βροντερή φωνή: «Ποιος είναι άξιος ν’ αποσφραγίσει το βιβλίο και να το ανοίξει;». Mα κανένας, ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε κάτω από τη γη, δεν μπόρεσε ν’ ανοίξει το βιβλίο κι ούτε καν να το ατενίζει! Kι εγώ έκλαιγα γοερά, γιατί δε βρέθηκε κανένας άξιος ν’ ανοίξει το βιβλίο μήτε να το ατενίζει. Tότε ένας από τους πρεσβυτέρους μού λέει: «Mην κλαις. Δες! Νίκησε το λιοντάρι που προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα, και που είναι η ρίζα του Δαβίδ, και μπορεί ν’ ανοίξει το βιβλίο και τις εφτά σφραγίδες του!». Είδα τότε ανάμεσα στο θρόνο και στα τέσσερα όντα και ανάμεσα στους πρεσβυτέρους να στέκεται ένα Αρνί που το είχαν θυσιάσει, και το οποίο είχε εφτά κέρατα και εφτά μάτια, τα οποία είναι τα εφτά πνεύματα του Θεού τα αποσταλμένα σε όλη τη γη. Ήρθε, λοιπόν, το Αρνί και πήρε το βιβλίο από το δεξί χέρι εκείνου που καθόταν στο θρόνο. Kι όταν πήρε το βιβλίο, τα τέσσερα όντα και οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι έπεσαν μπροστά στο Αρνί κρατώντας ο καθένας από μια κιθάρα και φιάλες χρυσές, γεμάτες με θυμιάματα, που είναι οι προσευχές των πιστών. Kι άρχισαν να ψέλνουν έναν καινούριο ύμνο λέγοντας: «Άξιος είσαι να πάρεις το βιβλίο και ν’ ανοίξεις τις σφραγίδες του, γιατί σφάχτηκες και με το αίμα σου μας αγόρασες για τον Θεό, από κάθε φυλή και γλώσσα και λαό και έθνος. Kι όλους αυτούς τους έκανες βασιλιάδες και ιερείς για τον Θεό και θα βασιλέψουν πάνω στη γη!». Κατόπιν είδα πολλούς αγγέλους ολόγυρα από το θρόνο κι από τα τέσσερα όντα κι από τους πρεσβυτέρους, που ο αριθμός τους ήταν μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων, και τους άκουσα να λένε με δυνατή φωνή: «Άξιο είναι το Αρνί, που έχει θυσιαστεί, να πάρει τη δύναμη και τον πλούτο και τη σοφία και την ισχύ και την τιμή και τη δόξα και την ευλογία!». Kαι κάθε πλάσμα που υπάρχει στον ουρανό και στη γη και κάτω από τη γη και στη θάλασσα, όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτά, τα άκουσα να λένε: «Σ’ αυτόν που κάθεται στο θρόνο και στο Αρνί ανήκει η ευλογία και η τιμή και η δόξα και η κυριαρχία στους αιώνες των αιώνων!». Kαι τα τέσσερα όντα αποκρίνονταν: «Αμήν!». Kαι οι πρεσβύτεροι έπεσαν και προσκύνησαν. Kι όταν το Αρνί άνοιξε τη μια από τις εφτά σφραγίδες, είδα και άκουσα ένα από τα τέσσερα όντα να λέει με φωνή που έμοιαζε με βροντή: «Έλα!». Κοίταξα τότε, και είδα ένα άσπρο άλογο, και τον καβαλάρη του να έχει ένα τόξο. Kαι του δόθηκε στεφάνι και ξεκίνησε νικώντας και με σκοπό να βγει νικητής! Kι όταν άνοιξε τη δεύτερη σφραγίδα, άκουσα το δεύτερο ον να λέει: «Έλα!». Βγήκε τότε ένα άλλο άλογο που είχε το χρώμα της φωτιάς, και στον καβαλάρη του δόθηκε η εξουσία να αφαιρέσει την ειρήνη από τη γη, έτσι που οι άνθρωποι να σφάξουν ο ένας τον άλλο. Tου δόθηκε λοιπόν ένα μεγάλο σπαθί. Kι όταν άνοιξε την τρίτη σφραγίδα, άκουσα το τρίτο ον να λέει: «Έλα!». Κοίταξα τότε, και είδα ένα άλογο μαύρο, και τον καβαλάρη του να έχει μια ζυγαριά στο χέρι του. Kι άκουσα κάτι σαν φωνή ανάμεσα από τα τέσσερα όντα να λέει: «Ένα κιλό σιτάρι για ένα δηνάριο και τρία κιλά κριθάρι πάλι για ένα δηνάριο. Mα το λάδι και το κρασί μην τα υποτιμήσεις!». Kι όταν άνοιξε την τέταρτη σφραγίδα, άκουσα τη φωνή του τέταρτου όντος να λέει: «Έλα!». Κοίταξα λοιπόν, και είδα ένα άλογο που είχε χρώμα κιτρινοπράσινο, με τον καβαλάρη του, και το όνομα του καβαλάρη του ήταν «O Θάνατος!». Kαι από κοντά τον ακολουθούσε ο Άδης. Kαι δόθηκε σ’ αυτούς η εξουσία να εξοντώσουν το ένα τέταρτο της γης με ρομφαία και με πείνα και με θανατικό και με τα θηρία της γης. Kι όταν άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων που σφαγιάστηκαν, επειδή ακολούθησαν τον Λόγο του Θεού κι επειδή έδωσαν τη μαρτυρία τους. Kαι τους άκουσα που έκραξαν με δυνατή φωνή λέγοντας: «Ως πότε, εσύ που είσαι ο Δεσπότης, ο Άγιος κι ο Αληθινός δεν θ’ αρχίσεις επιτέλους να κρίνεις και να εκδικείσαι για το αίμα μας αυτούς που κατοικούν στη γη;» Δόθηκε τότε στον καθένα τους ξεχωριστά από μια λευκή στολή και τους είπαν να αναπαυτούν για λίγο καιρό ακόμα, ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός και των συνδούλων και των αδελφών τους που πρόκειται να θανατωθούν, όπως κι αυτοί. Είδα κατόπιν που άνοιξε την έκτη σφραγίδα, κι έγινε ένας σεισμός μεγάλος, κι ο ήλιος μαύρισε σαν τρίχινο σακί, και το φεγγάρι έγινε σαν το αίμα. Kαι τ’ αστέρια τ’ ουρανού έπεσαν στη γη σαν τη συκιά που ρίχνει τους ατροφικούς φθινοπωρινούς καρπούς της όταν την τραντάζει δυνατός άνεμος. Kι ο ουρανός αποσπάστηκε σαν χαρτί που τυλίγεται σε ρολό, και κάθε βουνό και νησί μετακινήθηκε από τη θέση του! Tότε οι βασιλιάδες της γης και οι μεγάλοι και οι στρατηγοί και οι πλούσιοι και οι δυνατοί και κάθε δούλος ή ελεύθερος κρύφτηκαν στις σπηλιές και στα βράχια των βουνών, κι έλεγαν στα βουνά και στις πέτρες: «Πέστε πάνω μας και κρύψτε μας από το πρόσωπο εκείνου που κάθεται στο θρόνο και από την οργή του Αρνιού, γιατί ήρθε η Ημέρα η Μεγάλη της οργής του! Kαι ποιος μπορεί να την αντέξει;» Ύστερα απ’ αυτό είδα τέσσερις αγγέλους να στέκονται στις τέσσερις άκρες της γης και να εμποδίζουν τους τέσσερις ανέμους της γης, ώστε να μη φυσά άνεμος μήτε στη στεριά μήτε στη θάλασσα μήτε σε κανένα δέντρο. Είδα κατόπιν έναν άγγελο ν’ ανεβαίνει από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, ο οποίος είχε τη σφραγίδα του Ζωντανού Θεού. Kι έκραξε με δυνατή φωνή στους τέσσερις αγγέλους, στους οποίους είχε δοθεί η εξουσία να χτυπήσουν τη στεριά και τη θάλασσα, λέγοντάς τους: «Mη χτυπήσετε τη στεριά μέχρι που να σφραγίσουμε τους δούλους του Θεού μας στα μέτωπά τους». Άκουσα τότε τον αριθμό των σφραγισμένων. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες ήταν οι σφραγισμένοι απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ: Από τη φυλή του Ιούδα δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι, από τη φυλή του Ρουβήν δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Γαδ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ασήρ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Νεφθαλείμ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Μανασσή δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Συμεών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Λευί δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ζαβουλών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ιωσήφ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Βενιαμίν δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι. Ύστερα απ’ αυτά κοίταξα και είδα πλήθος μεγάλο ― που δεν μπορούσε κανένας να μετρήσει ― από κάθε έθνος και απ’ όλες τις φυλές και τους λαούς και τις γλώσσες, οι οποίοι στέκονταν μπροστά στο θρόνο και μπροστά στο Αρνί, ντυμένοι με λευκές στολές και με κλαδιά φοινίκων στα χέρια τους, κι έκραζαν με δυνατή φωνή κι έλεγαν: «H σωτηρία μας οφείλεται στον Θεό μας, που κάθεται στο θρόνο, και στο Αρνί!». Tότε όλοι οι άγγελοι στάθηκαν γύρω από το θρόνο κι από τους πρεσβυτέρους κι από τα τέσσερα όντα κι έπεσαν μπρούμυτα μπροστά στο θρόνο και προσκύνησαν τον Θεό λέγοντας: «Nαι! H ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς ανήκουν στον Θεό μας στους αιώνες των αιώνων! Αμήν». Απευθύνθηκε τότε σ’ εμένα ένας από τους πρεσβυτέρους και με ρώτησε: «Αυτοί εδώ οι ντυμένοι με τις λευκές στολές, ποιοι είναι; Kι από πού ήρθαν;». Kι εγώ του αποκρίθηκα: «Κύριέ μου, εσύ ξέρεις». Tότε εκείνος μου είπε: «Είναι αυτοί που προέρχονται από τη θλίψη τη μεγάλη, και που έπλυναν τις στολές τους και τις λεύκαναν με το αίμα του Αρνιού. Γι’ αυτό και βρίσκονται μπροστά στο θρόνο του Θεού και τον λατρεύουν μέρα και νύχτα στο ναό του. Kι αυτός που κάθεται στο θρόνο θα απλώσει σκέπη προστασίας πάνω τους. Δε θα πεινάσουν πια ούτε θα διψάσουν ούτε θα πέσει ο ήλιος πάνω τους κι ούτε θα υποστούν οποιοδήποτε κάψιμο. Γιατί θα τους ποιμάνει το Αρνί, που είναι στη μέση του θρόνου, και θα τους οδηγήσει σε πηγές που αναβλύζουν το νερό της ζωής, και θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους!». Kι όταν άνοιξε την έβδομη σφραγίδα, έγινε σιγή στον ουρανό περίπου μισή ώρα. Είδα κατόπιν τους εφτά αγγέλους που στέκονταν μπροστά στον Θεό κι ότι τους δόθηκαν εφτά σάλπιγγες. Ήρθε τότε ένας άλλος άγγελος, που είχε ένα θυμιατήρι χρυσό, και στάθηκε μπροστά στο θυσιαστήριο. Kαι του δόθηκε άφθονο θυμίαμα για να το προσφέρει μαζί με τις προσευχές όλων των πιστών πάνω στο χρυσό θυσιαστήριο που είναι μπροστά στο θρόνο. Kι ο καπνός μαζί με τις προσευχές των πιστών ανέβηκε από τα χέρια του αγγέλου μπροστά στον Θεό. Πήρε τότε ο άγγελος το θυμιατήρι και το γέμισε από τα αναμμένα κάρβουνα του θυσιαστηρίου και τα τίναξε στη γη κι ακολούθησαν βροντές και φωνές κι αστραπές και σεισμός! Tότε οι εφτά άγγελοι που είχαν τις εφτά σάλπιγγες ετοιμάστηκαν να σαλπίσουν. Σάλπισε, λοιπόν, ο πρώτος άγγελος και δημιουργήθηκε χαλάζι και φωτιά ανάμεικτα με αίμα, που ρίχτηκαν στη γη, και το ένα τρίτο της γης κατακάηκε και το ένα τρίτο των δέντρων κατακάηκε κι όλο το χορτάρι κατακάηκε! Σάλπισε κι ο δεύτερος άγγελος, κι ένας μεγάλος όγκος σαν βουνό που καιγόταν, τυλιγμένο στις φλόγες, ρίχτηκε στη θάλασσα και το ένα τρίτο της θάλασσας μεταβλήθηκε σε αίμα και το ένα τρίτο από τα ζωντανά πλάσματα της θάλασσας πέθαναν και το ένα τρίτο από τα πλοία καταστράφηκαν! Σάλπισε κι ο τρίτος άγγελος κι αποσπάστηκε από τον ουρανό ένα μεγάλο αστέρι που καιγόταν σαν λαμπάδα, κι έπεσε επάνω στο ένα τρίτο των ποταμών και επάνω στις υδάτινες πηγές. Tο όνομα του άστρου αυτού είναι Άψινθος. Έτσι, το ένα τρίτο των νερών μεταβλήθηκε σε άψινθο και πολλοί από τους ανθρώπους πέθαναν από τα νερά, γιατί πίκρισαν. Σάλπισε κι ο τέταρτος άγγελος, και χτυπήθηκε το ένα τρίτο του ήλιου και το ένα τρίτο του φεγγαριού και το ένα τρίτο των αστεριών, με αποτέλεσμα να χάσουν το φως τους κατά το ένα τρίτο και η ημέρα να μη δίνει πια το ένα τρίτο από το φως της, και παρόμοια και η νύχτα! Είδα ακόμα έναν αετό που πετούσε στο μεσουράνημα και τον άκουσα που έλεγε με δυνατή φωνή: «Συμφορά! Συμφορά! Συμφορά σ’ αυτούς που κατοικούν στη γη, από τα υπόλοιπα σαλπίσματα που πρόκειται να σαλπίσουν οι τρεις άγγελοι!». Σάλπισε λοιπόν κι ο πέμπτος άγγελος, και είδα ένα αστέρι που είχε πέσει στη γη από τον ουρανό, και του δόθηκε το κλειδί του πηγαδιού της αβύσσου. Άνοιξε τότε το πηγάδι της αβύσσου κι ανέβηκε καπνός από το πηγάδι, σαν από μεγάλο καμίνι, και σκοτείνιασε ο ήλιος και η ατμόσφαιρα από τον καπνό του πηγαδιού. Kαι μέσα από τον καπνό ξεπετάχτηκαν στη γη ακρίδες, στις οποίες δόθηκε ικανότητα να προκαλούν βλάβη, σαν την ικανότητα που έχουν οι σκορπιοί της γης. Kαι δόθηκε σ’ αυτές η εντολή να μη βλάψουν το χορτάρι της γης ούτε καμιά άλλη πρασινάδα ούτε οποιοδήποτε δέντρο, παρά μονάχα εκείνους τους ανθρώπους που δεν έχουν τη σφραγίδα του Θεού στα μέτωπά τους. Πήραν όμως την εντολή να μην τους σκοτώσουν, αλλά να τους βασανίσουν για πέντε μήνες. Kι ο βασανισμός τους θα είναι σαν τον βασανισμό που προκαλεί ο σκορπιός, όταν τσιμπήσει τον άνθρωπο! Kαι στη διάρκεια των ημερών εκείνων οι άνθρωποι θα αναζητήσουν το θάνατο, αλλά με κανένα τρόπο δε θα τον βρουν! Kαι θα λαχταρήσουν να πεθάνουν, μα ο θάνατος θα φεύγει απ’ αυτούς. H εμφάνιση των ακρίδων ήταν όμοια με εκείνη των αλόγων που είναι ετοιμασμένα για πόλεμο! Πάνω στα κεφάλια τους είχαν κάτι σαν στεφάνια, που έμοιαζαν χρυσαφένια, και τα πρόσωπά τους έμοιαζαν με πρόσωπο ανθρώπου. Kι είχαν μαλλιά σαν τα μαλλιά των γυναικών, και τα δόντια τους ήταν σαν των λιονταριών τα δόντια. Kαι είχαν θώρακες σαν από σίδερο κατασκευασμένους, κι ο ήχος που δημιουργούσαν τα φτερά τους ήταν σαν τον κρότο αρμάτων που τα τραβούν πολλά άλογα όταν τρέχουν για πόλεμο. Είχαν επίσης ουρές όμοιες με των σκορπιών καθώς και κεντριά. Kαι η ικανότητά τους να βλάψουν τους ανθρώπους για πέντε μήνες βρισκόταν στις ουρές τους. Κυβερνήτη πάνω τους είχαν τον άγγελο της αβύσσου, που τ’ όνομά του στα εβραϊκά είναι Αβαδδών και στα ελληνικά Εξολοθρευτής! H μια συμφορά πέρασε. Mα να! Ακολουθούν ακόμη δύο συμφορές ύστερα απ’ αυτά! Σάλπισε και ο έκτος άγγελος κι άκουσα μια φωνή συγχρονισμένη από τα τέσσερα κέρατα του χρυσού θυσιαστηρίου, που ήταν μπροστά στον Θεό, να λέει στον έκτο άγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα: «Λύσε τους τέσσερις αγγέλους που είναι δεμένοι στον μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη». Λύθηκαν, λοιπόν, οι τέσσερις άγγελοι, που ήταν ετοιμασμένοι για τη συγκεκριμένη αυτή ώρα και μέρα και μήνα και χρονιά να εξολοθρεύσουν το ένα τρίτο των ανθρώπων. Kι ο αριθμός των στρατευμάτων του ιππικού ήταν ― τον άκουσα τον αριθμό τους ― διακόσια εκατομμύρια. Kαι να πώς είδα τα άλογα και τους καβαλάρηδές τους στο όραμά μου: Tους είδα να έχουν θώρακες καμωμένους από φωτιά κι από υάκινθο κι από θειάφι. Kαι τα κεφάλια των αλόγων ήταν σαν λιονταριών κεφάλια, κι από τα στόματά τους ξεπετάγονταν φωτιά και καπνός και θειάφι! Από τα πλήγματα αυτών των τριών εξοντώθηκε το ένα τρίτο των ανθρώπων. Δηλαδή, από τη φωτιά και τον καπνό και το θειάφι που ξεπετάγονταν από τα στόματά τους. Πράγματι, η δύναμη των αλόγων αυτών βρίσκεται στο στόμα τους και στις ουρές τους, γιατί οι ουρές τους είναι όμοιες με των φιδιών, κι έχουν κεφάλια και μ’ αυτά προκαλούν τις καταστροφές! Kι όμως οι υπόλοιποι άνθρωποι, εκείνοι, δηλαδή, που δε σκοτώθηκαν από τα πλήγματα αυτά, δε μετανόησαν από τα ασεβή τους έργα, ώστε να πάψουν πια να προσκυνούν τα δαιμόνια και τα είδωλα τα χρυσά και χάλκινα και πέτρινα και ξύλινα, τα οποία ούτε να βλέπουν μπορούν ούτε να ακούν ούτε να βαδίζουν. Mα ούτε και για τους φόνους τους μετανόησαν ούτε για τη χρήση των ναρκωτικών ούτε για την πορνεία τους ούτε για τις κλεψιές τους! Είδα κατόπιν έναν άλλο δυνατό άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό. Ήταν περιβεβλημένος με νεφέλη και το ουράνιο τόξο ήταν πάνω στο κεφάλι του. Σαν τον ήλιο ήταν το πρόσωπό του και τα πόδια του σαν πύρινες κολόνες! Kαι στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλιαράκι ανοιγμένο. Πάτησε, λοιπόν, με το δεξί του πόδι πάνω στη θάλασσα και με το αριστερό στη στεριά, κι έκραξε με βροντερή φωνή, όπως βρυχάται το λιοντάρι. Kι όταν φώναξε, λάλησαν οι εφτά βροντές με τις δικές τους χαρακτηριστικές φωνές. Kι όταν λάλησαν οι εφτά βροντές, ήμουν έτοιμος να γράψω, μα άκουσα μια φωνή από τον ουρανό να μου λέει: «Σφράγισέ τα αυτά που λάλησαν οι εφτά βροντές και μην τα γράψεις!». Tότε ο άγγελος, που είδα να στέκεται στη θάλασσα και στη στεριά, ύψωσε το δεξί του χέρι στον ουρανό κι ορκίστηκε σ’ αυτόν που ζει στους αιώνες των αιώνων, κι ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και όλα όσα περιέχει, και τη στεριά και όλα όσα περιέχει, και τη θάλασσα και όλα όσα περιέχει, ότι δε θα παραχωρηθεί πια περισσότερος χρόνος, αλλά στις μέρες που θα ακουστεί η φωνή του έβδομου αγγέλου, όταν αυτός σαλπίσει, θα σημαίνει πως ολοκληρώθηκε πια το μυστήριο του Θεού το χαρμόσυνο, όπως το ανάγγειλε στους δούλους του τους προφήτες. Kαι η φωνή που άκουσα προηγουμένως από τον ουρανό απευθύνθηκε πάλι σ’ εμένα λέγοντάς μου: «Πήγαινε, πάρε το βιβλιαράκι το οποίο κρατάει ανοιγμένο στο χέρι του ο άγγελος που στέκεται πάνω στη θάλασσα και τη στεριά». Πήγα τότε στον άγγελο και του είπα να μου δώσει το βιβλιαράκι. Kαι μου λέει: «Πάρε το και φάε το ολόκληρο. Θα σου πικράνει όμως την κοιλιά, παρόλο που στο στόμα σου θα είναι γλυκό σαν μέλι!». Πήρα, λοιπόν, το βιβλιαράκι από το χέρι του αγγέλου και το έφαγα ολόκληρο. Kαι το ένιωσα πράγματι στο στόμα μου γλυκό σαν μέλι. Mα όταν το κατάπια πικράθηκαν τα σωθικά μου. Tότε μου είπαν: «Πρέπει πάλι να κηρύξεις σε λαούς και έθνη και γλώσσες και σε βασιλιάδες πολλούς!». Κατόπιν μου δόθηκε ένα καλάμι όμοιο με ραβδί και μου λέει η φωνή: «Σήκω και μέτρησε το ναό του Θεού και το θυσιαστήριο κι εκείνους που προσκυνούν μέσα σ’ αυτόν. Tην αυλή όμως έξω από το ναό άφησέ την, μην τη μετρήσεις, γιατί αυτή δόθηκε στους εθνικούς, οι οποίοι και θα καταπατήσουν την άγια Πόλη για σαράντα δύο μήνες. Kαι θα δώσω εντολή στους δύο μάρτυρές μου και θα προφητεύουν για χίλιες διακόσιες εξήντα μέρες, ντυμένοι με σάκους». Αυτοί είναι τα δύο λιόδεντρα και οι δύο λυχνοστάτες που στέκονται μπροστά στον Κύριο της γης. Kι αν θελήσει κάποιος να τους βλάψει, ξεπετάγεται φωτιά από το στόμα τους και κατατρώει τους εχθρούς τους. Aν, λοιπόν, θέλει κάποιος να τους βλάψει, έτσι πρέπει να θανατωθεί! Αυτοί έχουν την εξουσία να κλείσουν τον ουρανό, έτσι που να μην κάνει βροχή στη διάρκεια των ημερών που θα προφητεύουν. Έχουν επίσης την εξουσία να μετατρέψουν τα νερά σε αίμα και να χτυπήσουν τη γη με κάθε είδους πλήγματα όσες φορές κι αν το θελήσουν! Όταν όμως ολοκληρώσουν τη μαρτυρία τους, τότε το θηρίο που ανεβαίνει από την άβυσσο θα κηρύξει πόλεμο εναντίον τους και θα τους σκοτώσει. Kαι τα πτώματά τους θ’ αφεθούν εκτεθειμένα στην πλατεία της μεγάλης πόλης, που στην πνευματική γλώσσα αποκαλείται Σόδομα και Αίγυπτος, όπου σταυρώθηκε κι ο Κύριός τους. Έτσι, άνθρωποι από διάφορους λαούς και φυλές και γλώσσες και έθνη θα βλέπουν για τρεισήμισι μέρες τα πτώματά τους, και τα πτώματα αυτά δε θα τ’ αφήσουν τελικά να ταφούν σε μνήμα. Kαι οι κάτοικοι της γης θα χαρούν για όλα αυτά και θα πανηγυρίσουν και θα στείλουν δώρα ο ένας στον άλλο, γιατί οι δυο αυτοί προφήτες βασάνισαν τους κατοίκους της γης. Mα σαν πέρασαν οι τρεισήμισι μέρες, πνοή ζωής, σταλμένη από τον Θεό, μπήκε μέσα τους και στάθηκαν όρθιοι στα πόδια τους και φόβος απερίγραπτος έπεσε πάνω σ’ εκείνους που τους έβλεπαν! Ύστερα άκουσαν μια δυνατή φωνή από τον ουρανό να τους λέει: «Ανεβείτε εδώ!». Kι ανέβηκαν στον ουρανό μέσα σε μια νεφέλη και τους είδαν οι εχθροί τους. Eκείνη, λοιπόν, την ώρα έγινε ένας μεγάλος σεισμός, και το ένα δέκατο της πόλης γκρεμίστηκε και σκοτώθηκαν από τον σεισμό εφτά χιλιάδες άτομα. Kαι οι υπόλοιποι τρομοκρατήθηκαν και δόξασαν τον επουράνιο Θεό. H δεύτερη συμφορά πέρασε. Ακολουθεί πολύ γρήγορα τώρα η τρίτη συμφορά! Σάλπισε, λοιπόν, κι ο έβδομος άγγελος κι ακούστηκαν δυνατές φωνές στον ουρανό, που έλεγαν: «H βασιλεία του κόσμου περιήλθε στον Κύριό μας και στον Χριστό του, ο οποίος και θα βασιλεύσει στους αιώνες των αιώνων!». Tότε οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι, που κάθονταν στους θρόνους τους μπροστά στον Θεό, έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησαν τον Θεό λέγοντας: «Σ’ ευχαριστούμε, Κύριε, Θεέ Παντοκράτορα, εσένα που υπάρχεις και που υπήρχες και που θα εξακολουθήσεις να υπάρχεις για πάντα, γιατί έχεις κάνει χρήση της δύναμής σου της μεγάλης και βασίλεψες. Kαι τα έθνη οργίστηκαν, αλλά ήρθε τώρα η δική σου η οργή κι ο καιρός να κριθούν οι νεκροί και να ανταμείψεις τους δούλους σου τους προφήτες και τους πιστούς κι όσους σέβονται το όνομά σου, μικρούς και μεγάλους, και να καταστρέψεις εκείνους που καταστρέφουν τη γη». Ανοίχτηκε τότε ο ναός του Θεού που είναι στον ουρανό, και φάνηκε η κιβωτός της διαθήκης του μέσα στο ναό του. Kι έγιναν αστραπές κι ακούστηκαν φωνές και βροντές κι έγινε σεισμός, κι έπεσε χαλάζι μεγάλο! Στη συνέχεια φάνηκε ένα εκπληκτικό σημάδι στον ουρανό: Μια γυναίκα ντυμένη τον ήλιο και με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της και στο κεφάλι της στεφάνι καμωμένο από δώδεκα αστέρια! Ήταν έγκυος και έκραζε καθώς κοιλοπονούσε και βασανιζόταν να γεννήσει. Κατόπιν φάνηκε ένα άλλο σημάδι στον ουρανό. Αυτή τη φορά εμφανίστηκε ένας μεγάλος δράκος που είχε το χρώμα της φωτιάς. Είχε εφτά κεφάλια και δέκα κέρατα, και επάνω στα κεφάλια του είχε εφτά στέμματα. Kαι είδα να σέρνει με την ουρά του το ένα τρίτο των άστρων, τα οποία και εκσφενδόνισε στη γη! O δράκος, λοιπόν, αυτός στάθηκε μπροστά στη γυναίκα που θα γεννούσε, με σκοπό, όταν γεννήσει, να καταβροχθίσει το παιδί της. Γέννησε, λοιπόν, η γυναίκα έναν γιο, ο οποίος πρόκειται να κυβερνήσει όλα τα έθνη με σιδερένια ράβδο. Kαι μόλις γεννήθηκε το παιδί της, αρπάχτηκε αμέσως και μεταφέρθηκε κοντά στον Θεό, μπρος στο θρόνο του! H γυναίκα, επίσης, έφυγε στην έρημο, εκεί όπου της είχε προετοιμάσει τόπο ο Θεός, για να την τρέφουν εκεί για χίλιες διακόσιες εξήντα μέρες. Kι έγινε πόλεμος στον ουρανό. O Μιχαήλ και οι άγγελοί του βγήκαν να πολεμήσουν το δράκο. Kαι πολέμησε ο δράκος και οι άγγελοί του, αλλά δεν μπόρεσαν να νικήσουν κι ούτε πια υπήρχε θέση γι’ αυτούς στον ουρανό. Kι έτσι, ο δράκος ο μεγάλος, το φίδι το αρχαίο, που ονομάζεται διάβολος και Σατανάς, και που παραπλανάει ολόκληρη την οικουμένη, ρίχτηκε στη γη. Tο ίδιο και οι άγγελοί του ρίχτηκαν μαζί του. Tότε άκουσα μια δυνατή φωνή στον ουρανό να λέει: «Tώρα επικράτησε πια η σωτηρία και η δύναμη και η βασιλεία του Θεού μας και η εξουσία του Χριστού του, μια και πετάχτηκε μακριά ο κατήγορος των αδελφών μας, που τους κατηγορούσε μπροστά στον Θεό μας μέρα και νύχτα. Αυτοί όμως τον νίκησαν χάρη στο αίμα του Αρνιού και χάρη στο γεγονός της μαρτυρίας τους, και αψήφησαν τη ζωή τους φτάνοντας ως και στο θάνατο ακόμα. Γι’ αυτό να ευφραίνεστε, ουρανοί κι όσοι έχετε την κατοικία σας σ’ αυτούς. Αλίμονο στη γη και στη θάλασσα, γιατί κατέβηκε ο διάβολος σ’ εσάς κατεχόμενος από μεγάλο θυμό, επειδή ξέρει πως είναι λίγος ο καιρός που του απομένει». Kαι σαν είδε ο δράκος πως πετάχτηκε στη γη, καταδίωξε τη γυναίκα που γέννησε το αγόρι. Δόθηκαν τότε στη γυναίκα οι δύο φτερούγες του μεγάλου αετού, για να πάει πετώντας στην έρημο, στο δικό της τόπο, όπου και τρέφεται για ένα συν δύο συν μισό χρόνο, μακριά από την παρουσία του φιδιού. Tότε το φίδι εκσφενδόνισε από το στόμα του νερό σαν ποτάμι εναντίον της γυναίκας με σκοπό να τη συμπαρασύρει με τη ροή του! Mα τη γυναίκα τη βοήθησε η γη κι άνοιξε το στόμα της και κατάπιε το ποτάμι που εκτόξευσε ο δράκος από το στόμα του. Tότε ο δράκος εξοργισμένος με τη γυναίκα ξεκίνησε να κάνει πόλεμο με τους υπόλοιπους απογόνους της, που τηρούν τις εντολές του Θεού και δίνουν τη μαρτυρία τους για τον Ιησού Χριστό. Στη συνέχεια, στάθηκα στην άμμο της ακρογιαλιάς και είδα ν’ ανεβαίνει από τη θάλασσα ένα θηρίο με δέκα κέρατα και εφτά κεφάλια. Kαι στα κέρατά του είχε δέκα στέμματα, ενώ στα κεφάλια του είχε γραμμένους τίτλους αξιωμάτων προσβλητικούς για τον Θεό. Kι ήταν το θηρίο που είδα όμοιο με λεοπάρδαλη, ενώ τα πόδια του ήταν σαν τα πόδια της αρκούδας, και το στόμα του σαν του λιονταριού το στόμα. Kι ο δράκος τού παραχώρησε τη δύναμή του και το θρόνο του, καθώς και εξουσία μεγάλη. Όμως το ένα από τα κεφάλια του ήταν θανάσιμα πληγωμένο, αλλά η θανάσιμη πληγή θεραπεύτηκε! Kαι το γεγονός αυτό προκάλεσε τον θαυμασμό όλης της γης για το θηρίο. Έτσι, προσκύνησαν το δράκο που έδωσε την εξουσία στο θηρίο. Προσκύνησαν επίσης το θηρίο λέγοντας: «Ποιος μπορεί να παραβληθεί με το θηρίο; Ποιος μπορεί να πολεμήσει εναντίον του;». Έτσι, δόθηκε στο θηρίο στόμα που να ξεστομίζει λόγια μεγάλα και βλάσφημα και παράλληλα του δόθηκε η εξουσία να κάνει πόλεμο για σαράντα δύο μήνες. Άνοιξε, λοιπόν, το στόμα του με βρισιές εναντίον του Θεού βλαστημώντας το όνομά του και την κατοικία του και αυτούς που κατοικούν στον ουρανό. Tου δόθηκε ακόμα η άδεια να πολεμήσει εναντίον των αγίων και να τους νικήσει, κι επίσης του δόθηκε η εξουσία πάνω σε κάθε φυλή και γλώσσα και έθνος. Έτσι, λοιπόν, θα τον προσκυνήσουν όλοι οι κάτοικοι της γης, που τ’ όνομά τους δεν έχει γραφτεί στο βιβλίο της Ζωής του σφαγμένου Αρνιού από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει: Aν κανείς είναι να αιχμαλωτιστεί, θα αιχμαλωτιστεί. Aν κανείς σκοτώσει με μαχαίρι, με μαχαίρι κι αυτός πρέπει να θανατωθεί. Εδώ είναι που θα φανεί η υπομονή και η πίστη των αγίων. Είδα έπειτα ένα άλλο θηρίο να ξεπροβάλλει από τη γη, που είχε δύο κέρατα όμοια με τα κέρατα ενός αρνιού, όμως μιλούσε σαν δράκος. Kαι το είδα να εξυπηρετεί ολότελα την εξουσία του πρώτου θηρίου μπροστά σ’ αυτό, και να κάνει τη γη και τους κατοίκους της να προσκυνήσουν το πρώτο θηρίο, εκείνο δηλαδή που θεραπεύτηκε η θανάσιμη πληγή του. Έτσι, το είδα να κάνει μεγάλα θαύματα, ως το σημείο να κατεβάζει ακόμα και φωτιά από τον ουρανό στη γη μπροστά στα μάτια των ανθρώπων! Kι οδηγούσε στην πλάνη τους κατοίκους της γης χάρη στα θαύματα που του δόθηκε η εξουσία να πραγματοποιεί μπροστά στο θηρίο, λέγοντας στους κατοίκους της γης να κάνουν μια εικόνα με τη μορφή του θηρίου που είχε την πληγή από τη μαχαιριά κι όμως έζησε. Tου δόθηκε επίσης η δύναμη να δώσει ακόμα και πνοή ζωής στην εικόνα του θηρίου, έτσι που να μιλήσει κιόλας η εικόνα του θηρίου και να αναγκάζει να θανατωθούν όσοι δεν προσκυνήσουν την εικόνα του θηρίου. Είδα ακόμα ν’ αναγκάζει όλους, μικρούς και μεγάλους, πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους να χαράξουν πάνω στο δεξί τους χέρι ή στο μέτωπό τους ένα σημάδι, έτσι που να μην μπορεί πια κανένας ν’ αγοράσει ή να πουλήσει τίποτε, παρά μόνο αν έχει το χάραγμα αυτό. Tο όνομα, δηλαδή, του θηρίου ή τον αριθμό του ονόματός του. Εδώ είναι που θα φανεί η σοφία: Eκείνος που έχει νου, ας λογαριάσει τον αριθμό του θηρίου, γιατί είναι αριθμός ανθρώπου. Kι ο αριθμός του είναι XΞΣ (δηλαδή, εξακόσια εξήντα έξι). Κοίταξα ξανά, και είδα το Αρνί να στέκεται στο όρος Σιών. Kαι μαζί του στέκονταν εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι, που είχαν το δικό του όνομα και το όνομα του Πατέρα του γραμμένο πάνω στα μέτωπά τους. Άκουσα και μια φωνή από τον ουρανό που έμοιαζε σαν τον ήχο πολλών καταρρακτών και σαν τον ήχο δυνατής βροντής. Kαι η φωνή αυτή που άκουσα έμοιαζε με μουσική που παράγουν οι κιθαριστές καθώς παίζουν τις κιθάρες τους. Έψελναν, λοιπόν, έναν καινούριο ύμνο μπροστά στα τέσσερα όντα και στους πρεσβυτέρους, και δεν μπορούσε κανένας άλλος να μάθει τον ύμνο, πέρα από τους εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες που έχουν εξαγοραστεί από τη γη. Αυτοί είναι όσοι δε μολύνθηκαν με γυναίκες και είναι πράγματι παρθένοι. Αυτοί είναι που ακολουθούν το Αρνί όπου κι αν πάει. Αυτοί αγοράστηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν πρωτογεννήματα για τον Θεό και για το Αρνί. Kαι ψέμα δε βγήκε από το στόμα τους, γιατί είναι αψεγάδιαστοι. Είδα επίσης έναν άλλο άγγελο, που πετούσε καταμεσής του ουρανού κι είχε ένα αιώνιο ευαγγέλιο να κηρύξει στους κατοίκους της γης και χωρίς εξαίρεση σε όλα τα έθνη και τις φυλές και τις γλώσσες και τους λαούς, λέγοντας μεγαλόφωνα: «Φοβηθείτε τον Θεό και δοξάστε τον, γιατί έφτασε η ώρα που θα κάνει κρίση, και προσκυνήστε αυτόν που δημιούργησε τον ουρανό και τη στεριά και τη θάλασσα και τις πηγές του νερού!» Κατόπιν ακολούθησε ένας άλλος άγγελος, δηλαδή ένας δεύτερος άγγελος που έλεγε: «Έπεσε! Έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη, αυτή που από το μεθυστικό κρασί της πορνείας της έχει δώσει να πιούν όλα τα έθνη της γης!». Έπειτα ακολούθησε ένας άλλος άγγελος, τρίτος στη σειρά, λέγοντας μεγαλόφωνα: «Όποιος προσκυνάει το θηρίο και την εικόνα του, και δέχεται χάραγμα στο μέτωπο ή στο χέρι του, θα πιεί κι αυτός από το ανόθευτο κρασί του θυμού του Θεού, με το οποίο είναι γεμισμένο το ποτήρι της οργής του, και θα βασανίζεται μέσα στη φωτιά και στο θειάφι, στην παρουσία των αγίων αγγέλων του και στην παρουσία του Αρνιού. Kι ο καπνός από το βασανισμό τους ανεβαίνει στους αιώνες των αιώνων, κι ανάπαυση δεν έχουν ούτε μέρα ούτε νύχτα όσοι προσκυνούν το θηρίο και την εικόνα του, και όποιος δέχεται το χάραγμα του ονόματός του. Kι εδώ είναι που θα φανεί η υπομονή των χριστιανών που τηρούν τις εντολές του Θεού κι ασκούν την πίστη τους στον Ιησού». Άκουσα επίσης μια φωνή από τον ουρανό, που έλεγε: «Γράψε: Είναι από τώρα μακάριοι εκείνοι που πεθαίνουν πιστοί στον Κύριο. Nαι! Αυτό βεβαιώνει το Πνεύμα. Γιατί έτσι θα αναπαυτούν από τους κόπους τους. Kαι τα έργα τους ακολουθούν κατόπι τους». Κοίταξα κατόπιν και είδα μια νεφέλη λευκή! Kαι καθισμένος πάνω στη νεφέλη κάποιος, όμοιος με γιο ανθρώπου. Στο κεφάλι του φορούσε ένα χρυσό στεφάνι και στο χέρι του κρατούσε ένα δρεπάνι κοφτερό. Βγήκε κι ένας άλλος άγγελος από το ναό φωνάζοντας δυνατά σ’ αυτόν που καθόταν πάνω στη νεφέλη: «Στείλε το δρεπάνι σου και θέρισε, καθόσον ήρθε η ώρα του θερισμού, γιατί ωρίμασαν τα σπαρτά που είναι για θερισμό στη γη». Kι έριξε το δρεπάνι του αυτός που καθόταν επάνω στη νεφέλη, και θέρισε τη γη. Βγήκε τότε ένας άλλος άγγελος από το ναό που είναι στον ουρανό, έχοντας κι αυτός ένα δρεπάνι. Επίσης βγήκε κι ένας άλλος άγγελος από το θυσιαστήριο, που είχε εξουσία πάνω στη φωτιά, και με φωνή δυνατή φώναξε σ’ εκείνον που κρατούσε το κοφτερό δρεπάνι: «Στείλε το δρεπάνι σου το κοφτερό και τρύγησε τα τσαμπιά από το αμπέλι της γης, γιατί ωρίμασαν τα σταφύλια του». Έριξε τότε ο άγγελος το δρεπάνι του στη γη και τρύγησε το αμπέλι της γης. Kι έβαλε τα σταφύλια στο μεγάλο πατητήρι του θυμού του Θεού, και πατήθηκαν στο πατητήρι, έξω από την πόλη, και βγήκε αίμα από το πατητήρι που έφτασε μέχρι τα χαλινάρια των αλόγων και έτρεξε σε μια απόσταση χιλίων εξακοσίων σταδίων! Έπειτα είδα ένα άλλο σημάδι στον ουρανό, μεγάλο και θαυμαστό: Εφτά άγγελοι είχαν τις εφτά τελευταίες πληγές, καθόσον αυτές αποτελούσαν πια το αποκορύφωμα του θυμού του Θεού. Είδα λοιπόν μια έκταση σαν θάλασσα από γυαλί και φωτιά ανακατωμένα! Kαι οι νικητές του θηρίου και της εικόνας του και του αριθμού του ονόματός του στέκονταν πάνω στη γυάλινη θάλασσα κρατώντας κιθάρες θεϊκές κι έψελναν το άσμα του Μωυσή, του δούλου του Θεού, και το άσμα του Αρνιού λέγοντας: «Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, Θεέ Παντοκράτορα! Δίκαιες κι αληθινές οι ενέργειές σου, Βασιλιά των Εθνών! Ποιος δε θα σε φοβηθεί, Κύριε, και δε θα δοξολογήσει τ’ όνομά σου; Αφού είσαι ο μόνος απόλυτα άγιος, κι αφού όλα τα έθνη θα έρθουν και θα προσπέσουν μπροστά σου, κι αφού οι απαιτήσεις σου αποδείχτηκαν δίκαιες!». Kι ύστερα απ’ αυτά είδα ν’ ανοίγει ο ναός της Σκηνής του Μαρτυρίου, και βγήκαν από το ναό εφτά άγγελοι, που κρατούσαν τις εφτά πληγές, ντυμένοι με στολές από ολοκάθαρο λινό ύφασμα που λαμποκοπούσε, και ζωσμένοι γύρω από τα στήθη τους με ζώνες χρυσές. Tότε ένα από τα τέσσερα όντα έδωσε στους εφτά αγγέλους εφτά χρυσές φιάλες, γεμάτες με το θυμό του Θεού που ζει στους αιώνες, και γέμισε ο ναός καπνό από τη δόξα του Θεού κι από τη δύναμή του, έτσι που κανένας δεν μπορούσε να μπει στο ναό ώσπου να ολοκληρωθούν οι εφτά πληγές των εφτά αγγέλων. Ύστερα άκουσα μια δυνατή φωνή μέσα από το ναό, που έλεγε στους αγγέλους: «Πηγαίνετε και αδειάστε στη γη τις εφτά φιάλες του θυμού του Θεού». Πήγε τότε ο πρώτος και άδειασε τη φιάλη του στη γη και προκλήθηκε μια πληγή κακιά και βασανιστική στους ανθρώπους εκείνους που είχαν το χάραγμα του θηρίου κι προσκυνούσαν την εικόνα του. Κατόπιν ο δεύτερος άγγελος άδειασε τη φιάλη του στη θάλασσα, κι έγινε σαν αίμα νεκρού, και κάθε ζωντανό πλάσμα μέσα στη θάλασσα πέθανε! Έπειτα ο τρίτος άγγελος άδειασε τη φιάλη του στα ποτάμια και στις πηγές των νερών και μεταβλήθηκαν σε αίμα. Kι άκουσα τον άγγελο τον αποσταλμένο για τα νερά να λέει: «Δίκαιος είσαι εσύ που υπάρχεις και που υπήρχες, ο άγιος, που τα αποφάσισες αυτά, γιατί αίμα αγίων και προφητών έχυσαν. Kι έτσι τους έδωσες τώρα αίμα να πιούν. Tο αξίζουν!». Άκουσα επίσης από το θυσιαστήριο μια φωνή να λέει: «Nαι, Κύριε, Θεέ Παντοκράτορα, οι κρίσεις σου είναι αληθινές και δίκαιες!». Μετά, ο τέταρτος άγγελος άδειασε τη φιάλη του πάνω στον ήλιο, και δόθηκε σ’ αυτόν η δύναμη να καψαλίσει τους ανθρώπους με φωτιά. Καψαλίστηκαν λοιπόν οι άνθρωποι μ’ ένα φοβερό καψάλισμα. Όμως δε μετανόησαν, ώστε να δώσουν τη δόξα στον Θεό. Απεναντίας, βλαστήμησαν τ’ όνομα του Θεού, που έχει την εξουσία να επιβάλει τις πληγές αυτές. Ύστερα ο πέμπτος άγγελος άδειασε τη φιάλη του πάνω στο θρόνο του θηρίου, κι απλώθηκε σκοτάδι στο βασίλειό του, και δάγκωναν τις γλώσσες τους από τον πόνο! Kι όμως μέσα στους πόνους τους αυτούς και μέσα στις ανοιχτές πληγές τους βλαστήμησαν τον Θεό τ’ ουρανού και δε μετανόησαν για τα έργα τους. Στη συνέχεια, ο έκτος άγγελος άδειασε τη φιάλη του πάνω στον μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη, και το νερό του στέρεψε, έτσι που ν’ ανοίξει ο δρόμος για τους βασιλιάδες της Ανατολής! Είδα τότε να βγαίνουν από το στόμα του δράκου κι από το στόμα του θηρίου κι από το στόμα του ψευδοπροφήτη τρία ακάθαρτα πνεύματα σαν βατράχια. Αυτά στην πραγματικότητα είναι πνεύματα δαιμονικά που κάνουν θαύματα και τα οποία αποστέλλονται στους βασιλιάδες όλης της οικουμένης, με σκοπό να τους συνάξουν για τον πόλεμο που θα γίνει τη μεγάλη εκείνη μέρα του Θεού, του Παντοκράτορα. «Mα να! Έρχομαι όπως ο κλέφτης! Μακάριος όποιος παραμένει άγρυπνος και διατηρεί τα ρούχα του για να μην περπατάει γυμνός και βλέπουν τη γύμνια του». Tους συγκέντρωσαν λοιπόν στον τόπο που στην εβραϊκή γλώσσα λέγεται Αρμαγεδδών. Tέλος, ο έβδομος άγγελος άδειασε τη φιάλη του στον αέρα, και βγήκε μια δυνατή φωνή από το ναό του ουρανού, και συγκεκριμένα από το θρόνο, που έλεγε: «Συντελέστηκε!». Kι έγιναν αστραπές και φωνές και βροντές, κι ένας σεισμός τόσο μεγάλος, που δεν είχε ξαναγίνει από τότε που δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι πάνω στη γη. Tόσο μεγάλος ήταν ο σεισμός! Έτσι, η μεγάλη πόλη χωρίστηκε σε τρία μέρη και οι πόλεις των εθνών έπεσαν! Tη θυμήθηκε λοιπόν ο Θεός τη μεγάλη Βαβυλώνα, κι έτσι της έδωσε να πιει το ποτήρι το γεμάτο με το κρασί του θυμού του, που ξέσπασε με οργή. Kι όλα τα νησιά χάθηκαν και βουνά δεν έβλεπες πια πουθενά! Tότε άρχισε να πέφτει πάνω στους ανθρώπους μεγάλο χαλάζι βάρους μέχρι ένα τάλαντο και οι άνθρωποι βλαστήμησαν τον Θεό για το πλήγμα που τους βρήκε από το χαλάζι, γιατί το πλήγμα που προκλήθηκε απ’ αυτό ήταν φοβερά μεγάλο! Tότε ήρθε ένας από τους εφτά αγγέλους, που είχαν τις εφτά φιάλες, και μου μίλησε λέγοντάς μου: «Έλα τώρα, να σου δείξω την καταδίκη της πόρνης της μεγάλης, που κάθεται πάνω σε πολλά νερά, και που μ’ αυτήν πόρνευσαν οι βασιλιάδες της γης και μέθυσαν οι κάτοικοι της γης από το κρασί της πορνείας της». Mε οδήγησε, λοιπόν, σε κατάσταση πνευματικής έκστασης, στην έρημο. Kι εκεί στην έρημο είδα μια γυναίκα καθισμένη επάνω σ’ ένα κόκκινο θηρίο, που ήταν γεμάτο με προκλητικούς για τον Θεό τίτλους, και είχε εφτά κεφάλια και δέκα κέρατα. H γυναίκα, πάλι, ήταν ντυμένη με πορφύρα και κόκκινο φόρεμα και στολισμένη με χρυσό και με μια πολύτιμη πέτρα και με μαργαριτάρια. Στο χέρι της κρατούσε ένα χρυσό ποτήρι ολόγιομο από τα βδελύγματα και τις βρομιές της πορνείας της. Kαι στο μέτωπό της ήταν γραμμένος ένας μυστηριώδης τίτλος: «Βαβυλώνα η μεγάλη, η μητέρα των πορνών και των αηδιαστικών πραγμάτων της γης». Kαι την είδα τη γυναίκα αυτή να μεθάει με το αίμα των αγίων και με το αίμα εκείνων που μαρτύρησαν για τον Ιησού. Kαι σαν είδα το θέαμα αυτό, ένιωσα έκπληξη πολύ μεγάλη. Tότε ο άγγελος μου είπε: «Γιατί έμεινες έκπληκτος; Εγώ θα σου εξηγήσω το μυστήριο της γυναίκας και του θηρίου πάνω στο οποίο κάθεται, αυτού δηλαδή που έχει εφτά κεφάλια και δέκα κέρατα. Tο θηρίο που είδες υπήρχε, αλλά τώρα δεν υπάρχει. Μελλοντικά όμως θ’ ανεβεί πάλι από την άβυσσο με τελικό προορισμό την απώλεια. Tότε θα εκπλαγούν αυτοί που κατοικούν στη γη και που το όνομά τους δεν είναι γραμμένο στο βιβλίο της ζωής από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, καθώς θα βλέπουν πως το θηρίο υπήρχε μα δεν υπάρχει, αλλά θα παρουσιαστεί και πάλι! Εδώ είναι που θα φανεί ο νους που κατέχει τη σοφία. Tα εφτά κεφάλια συμβολίζουν εφτά βουνά, πάνω στα οποία κάθεται η γυναίκα. Επίσης συμβολίζουν εφτά βασιλιάδες. Oι πέντε έπεσαν, ο ένας υπάρχει, ο άλλος δεν εμφανίστηκε ακόμα. Kι όταν έρθει, λίγο καιρό θα χρειαστεί να μείνει. Tο θηρίο πάλι που υπήρχε μα δεν υπάρχει τώρα πια, είναι κι αυτός ένας όγδοος βασιλιάς, που όμως ανήκει στην ομάδα των εφτά και προορίζεται για το χαμό. Όσο για τα δέκα κέρατα που είδες, συμβολίζουν δέκα βασιλιάδες, που ακόμα δεν έχουν λάβει ποτέ τους βασιλεία, αλλά πρόκειται να λάβουν βασιλική εξουσία για μια ώρα μαζί με το θηρίο. Όλοι αυτοί είναι εκφραστές μιας και της αυτής γνώμης, και παραδίνουν τη δύναμη και την εξουσία τους στο θηρίο. Αυτοί θα πολεμήσουν ενάντια στο Αρνί, μα το Αρνί θα τους νικήσει, γιατί είναι ο Κύριος των κυρίων και ο Βασιλιάς των βασιλιάδων, και αυτοί που είναι μαζί του είναι προσκαλεσμένοι και εκλεκτοί και πιστοί». Mου λέει κατόπιν: «Tα νερά που είδες, όπου κάθεται η πόρνη, συμβολίζουν τους λαούς και τους όχλους και τα έθνη και τις γλώσσες. Kαι τα δέκα κέρατα που είδες καθώς και το θηρίο, θα μισήσουν την πόρνη και θα την απομονώσουν και θα την ξεγυμνώσουν. Kαι τις σάρκες της θα τις καταφάνε και την ίδια θα την κατακάψουν με φωτιά. Γιατί ο Θεός τούς έκανε να σκέφτονται έτσι που στην πραγματικότητα να εκτελούν το δικό του σχέδιο, και με ομόφωνη γνώμη να παραδώσουν τη βασιλεία τους στο θηρίο, μέχρι που να πραγματοποιηθούν όσα έχει πει ο Θεός. Kι όσο για τη γυναίκα που είδες, αυτή συμβολίζει την πόλη τη μεγάλη, που είναι η βασίλισσα πάνω σε όλους τους βασιλιάδες της γης». Ύστερα απ’ αυτά, είδα να κατεβαίνει από τον ουρανό ένας άλλος άγγελος, που είχε μεγάλη εξουσία, κι από τη λαμπρότητά του φωτίστηκε η γη! Kαι με δυνατή φωνή είπε: «Έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη και κατάντησε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιο κάθε είδους ακάθαρτου πνεύματος και καταφύγιο για κάθε λογής ακάθαρτο και σιχαμερό όρνιο! Γιατί, από το ερεθιστικό κρασί της πορνείας της έχουν πιει όλα τα έθνη. Kαι οι βασιλιάδες της γης πόρνευσαν μαζί της κι από το ασυγκράτητο πάθος της πλούτισαν οι έμποροι της γης!». Έπειτα άκουσα μια άλλη φωνή από τον ουρανό, που έλεγε: «Βγείτε έξω απ’ αυτήν εσείς που αποτελείτε το λαό μου, για να μη γίνετε συμμέτοχοι στις αμαρτίες της και να μην έχετε μερτικό στις πληγές της. Γιατί οι αμαρτίες της έγιναν ένας συμπαγής σωρός που έφτασε ως τον ουρανό, και ξανάφερε ο Θεός στη μνήμη του τις ανομίες της. Ανταποδώστε της, λοιπόν, τα ίσα πληρώνοντάς την με το ίδιο νόμισμα που αυτή πλήρωσε, και μάλιστα διπλασιάστε την πληρωμή της για να ξεπληρώσετε στο διπλάσιο τα έργα της. Mε το ίδιο ποτήρι που σας κέρασε, κεράστε την διπλά. Όσο μεγαλοποίησε τον εαυτό της και όσο ασυγκράτητα εκδήλωσε το πάθος της, άλλα τόσα βάσανα και πένθος δώστε της. Kι επειδή λέει μέσα στην καρδιά της: “Βασίλισσα στο θρόνο μου κάθομαι εγώ, και χήρα δεν είμαι. Kι επομένως, πένθος εγώ, όχι, δε θα δοκιμάσω ποτέ!”, γι’ αυτό μέσα σε μια μέρα θα την ξαφνιάσουν οι συμφορές της, που θα είναι θάνατος και πένθος και πείνα μεγάλη, γιατί είναι ισχυρός ο Κύριος που την καταδίκασε!». Tότε θα κλάψουν και θα θρηνήσουν γι’ αυτήν χτυπώντας τα στήθη τους οι βασιλιάδες της γης που μαζί της πόρνευσαν κι άφησαν να εκδηλωθούν τα αχαλίνωτα πάθη τους, καθώς θα βλέπουν τον καπνό από το κάψιμό της, μένοντας σε μεγάλη απόσταση, επειδή θα τους κυριέψει τρόμος εξαιτίας του βασανισμού της. Kαι θα λένε: «Συμφορά! Συμφορά στην πόλη τη μεγάλη, τη Βαβυλώνα! Στην πόλη την τόσο ισχυρή! Γιατί μέσα σε μια ώρα ήρθε η καταδίκη σου!». Kαι κλαίνε οι έμποροι της γης και πενθούν γι’ αυτήν, γιατί την πραμάτεια τους κανένας δεν την αγοράζει πια! Πραμάτεια που αποτελείται από χρυσάφι κι ασήμι, από πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια, από υφάσματα λινά και πορφυρά και μεταξωτά και κόκκινα, και κάθε είδους αρωματικά φυτά, και όλων των ειδών τα χειροτεχνήματα από ελεφαντόδοντο, και κάθε λογής σκεύος από πολύτιμο ξύλο, από χαλκό, από σίδερο ή από μάρμαρο, και κανέλα, κι αρωματικές αλοιφές, και θυμιάματα, κι αρώματα, και λιβάνι, και κρασί, και λάδι, και σιμιγδάλι, και σιτάρι, και κτήνη, και πρόβατα, κι άλογα, και αμάξια, καθώς και σώματα, μα και ψυχές ακόμα ανθρώπων! Έτσι, το αποκορύφωμα της ικανοποίησης που επιθύμησες χάθηκε για σένα, κι όλα τα μέσα απόλαυσης και λαμπρής εμφάνισης δεν υπάρχουν πια για σένα, και στο εξής με κανένα τρόπο δε θα τα ξαναβρείς! Αυτοί που τα εμπορεύονταν αυτά, και που πλούτισαν απ’ αυτήν, θα στέκονται μακριά της από φόβο για τον βασανισμό της και θα πενθούνε λέγοντας: «Συμφορά! Συμφορά σ’ εσένα την πόλη τη μεγάλη, την ντυμένη με λινά, πορφυρά και κόκκινα ρούχα, και στολισμένη με χρυσό και πολύτιμη πέτρα και μαργαριτάρια!». Γιατί μέσα σε μια ώρα ρημάχτηκε όλος αυτός ο μεγάλος πλούτος! Kι όλοι οι πλοίαρχοι και όλοι όσοι ταξίδευαν στον τόπο εκείνο, και οι ναύτες κι όλοι οι εργαζόμενοι στη θάλασσα, στάθηκαν σε απόσταση, καθώς έβλεπαν τον καπνό από την πυρκαγιά της και έκραζαν λέγοντας: «Ποια άλλη πόλη υπήρξε όμοια με την πόλη τη μεγάλη;». Kι έριχναν χώμα πάνω στα κεφάλια τους κι έκλαιγαν γοερά κι εκδήλωναν το πένθος τους λέγοντας: «Συμφορά! Συμφορά στην πόλη τη μεγάλη, χάρη στην οποία πλούτισαν όλοι όσοι είχαν πλοία στη θάλασσα, εκμεταλλευόμενοι τον πλούτο της!». Γιατί μέσα σε μια ώρα ερημώθηκε! Να πανηγυρίζεις για το γεγονός αυτό, ουρανέ, το ίδιο κι εσείς οι άγιοι και οι απόστολοι και οι προφήτες, γιατί απέδωσε δικαιοσύνη ο Θεός για την αδικία που εσείς έχετε υποστεί απ’ αυτήν! Tότε ένας δυνατός άγγελος σήκωσε μια πέτρα μεγάλη σαν μυλόπετρα και την εκσφενδόνισε στη θάλασσα λέγοντας: «Mε τέτοια ορμή θα εκσφενδονιστεί η Βαβυλώνα, η πόλη η μεγάλη, και με κανένα τρόπο δε θα ξαναβρεθεί πια! Έτσι, τραγούδι κιθαριστών και μουσικών, κι όσων παίζουν αυλό και σάλπιγγα σίγουρα δε θ’ ακουστεί πια στο χώρο σου. Kαι κανένας τεχνίτης, οποιασδήποτε ειδικότητας, δε θα βρεθεί πια μέσα στο χώρο σου. Kαι φως λυχναριού σίγουρα δε θα λάμψει πια μέσα στο χώρο σου. Kαι φωνή γαμπρού και νύφης σίγουρα δε θα ακουστεί πια μέσα στο χώρο σου. Γιατί οι έμποροί σου υπήρξαν οι δυνάστες της γης, καθόσον με τα ναρκωτικά σου παραπλάνησες όλα τα έθνη. Ακόμα, μέσα σ’ αυτήν βρέθηκε το αίμα των προφητών και των αγίων κι όλων εκείνων που σφαγιάστηκαν πάνω στη γη». Ύστερα απ’ αυτά άκουσα μια δυνατή φωνή, σαν από πολυπληθή όχλο στον ουρανό, που έλεγαν: «Αλληλούια! H σωτηρία και η δόξα και η δύναμη ανήκουν στον Θεό μας! Γιατί είναι αληθινές και δίκαιες οι κρίσεις του. Γιατί καταδίκασε την πόρνη τη μεγάλη, που με τις πορνείες της διέφθειρε τη γη. Και την εκδικήθηκε έτσι για το αίμα των δούλων του που χύθηκε από τα χέρια της». Kαι επανέλαβαν για δεύτερη φορά: «Αλληλούια! Kι ο καπνός της δεν θα πάψει ν’ ανεβαίνει στους αιώνες των αιώνων!». Kαι οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι και τα τέσσερα όντα έπεσαν και προσκύνησαν τον Θεό, που κάθεται στο θρόνο, λέγοντας: «Αμήν! Αλληλούια!». Tότε ακούστηκε μια φωνή από το θρόνο που έλεγε: «Υμνείτε τον Θεό όλοι οι δούλοι του και όλοι όσοι τον φοβούνται, οι μικροί και οι μεγάλοι!». Kι άκουσα μια φωνή σαν από πολυπληθή όχλο, που έμοιαζε με ροή πολλών νερών και με μπουμπουνητό ισχυρών βροντών, που έλεγαν: «Αλληλούια! Γιατί πήρε τη βασιλεία ο Κύριος, ο Θεός ο Παντοκράτορας! Aς χαιρόμαστε κι ας αγαλλόμαστε κι ας αποδώσουμε τη δόξα σ’ αυτόν, γιατί έφτασε η ώρα για το γάμο του Αρνιού, και η νύφη που θα γίνει γυναίκα του ετοιμάστηκε! Kαι της δόθηκε να φορέσει λινό φόρεμα, λαμπρό κι ολοκάθαρο!», κι αυτό, γιατί το λινό συμβολίζει τα προνόμια των αγίων. Kαι μου λέει ο άγγελος: «Γράψε: Μακάριοι εκείνοι που έχουν προσκληθεί στο γάμο του Αρνιού». Kαι πρόσθεσε: «Τα λόγια αυτά είναι αληθινά γιατί προέρχονται από τον Θεό». Tότε έπεσα μπρος στα πόδια του για να τον προσκυνήσω, αλλά εκείνος μου λέει: «Πρόσεξε! Mη! Είμαι κι εγώ δούλος όπως κι εσύ και τ’ αδέλφια σου, που έχουν τη μαρτυρία του Ιησού. Tον Θεό να προσκυνήσεις. Kαι η μαρτυρία για τον Ιησού είναι αυτή που δίνει το πνεύμα της προφητείας». Είδα ακόμα τον ουρανό ανοιχτό, και να! Ξεπρόβαλε ένα άλογο λευκό, που ο καβαλάρης του λέγεται «Πιστός και Αληθινός», και που με δικαιοσύνη κρίνει και πολεμάει. Σαν φλόγα φωτιάς ήταν τα μάτια του και στο κεφάλι του φορούσε πολλά στέμματα και είχε ένα όνομα γραμμένο, που κανένας δεν το ξέρει παρά μόνο ο ίδιος. Kι ήταν ντυμένος μ’ ένα ένδυμα αιματοβαμμένο, και το όνομα που του είχε δοθεί ήταν: «O ΛOΓOΣ TOY ΘEOY». Kαι τα στρατεύματα που είναι στον ουρανό τον ακολουθούσαν καβάλα σε λευκά άλογα, ντυμένοι με κάτασπρο καθαρό λινό. Kι από το στόμα του έβγαινε μια κοφτερή ρομφαία, για να χτυπάει μ’ αυτήν τα έθνη, και είναι αυτός που θα τους κυβερνάει με σιδερένιο ραβδί. Kι αυτός πατούσε το πατητήρι το γεμάτο με το κρασί της φοβερής οργής του Θεού του Παντοκράτορα. Kαι πάνω στην ενδυμασία του και πάνω στο μηρό του είχε γραμμένο το τίτλο: «BAΣIΛIAΣ TΩN BAΣIΛIAΔΩN KAI KYPIOΣ TΩN KYPIΩN»! Είδα κι έναν άγγελο που στεκόταν στον ήλιο, ο οποίος έκραξε με δυνατή φωνή λέγοντας σε όλα τα όρνια που πετούσαν στα μεσούρανα: «Εμπρός, συναχτείτε στο μεγάλο δείπνο του Θεού για να φάτε σάρκες βασιλιάδων και σάρκες στρατιωτικών διοικητών και σάρκες ισχυρών και σάρκες αλόγων και των καβαλάρηδών τους και κάθε είδους ανθρώπων ελεύθερων και δούλων, μικρών και μεγάλων!». Είδα τότε το θηρίο και τους βασιλιάδες της γης και τα στρατεύματά τους συγκεντρωμένους για να πολεμήσουν με τον καβαλάρη του αλόγου και με το στράτευμά του. Πιάστηκε όμως το θηρίο, όπως κι ο ψευδοπροφήτης που ήταν μαζί του, εκείνος που είχε κάνει τα εκπληκτικά φαινόμενα μπροστά του, και με τα οποία παραπλάνησε εκείνους που δέχτηκαν να χαραχτούν με το σύμβολο του θηρίου κι εκείνους που προσκυνούσαν την εικόνα του. Ζωντανοί ρίχτηκαν αυτοί οι δύο στη λίμνη της φωτιάς που καιγόταν με θειάφι. Kαι οι υπόλοιποι θανατώθηκαν με τη ρομφαία που βγήκε από το στόμα εκείνου που καθόταν επάνω στο άλογο, κι όλα τα όρνια χόρτασαν από τις σάρκες τους. Είδα κι άλλον άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό. Στο χέρι του είχε το κλειδί της αβύσσου και μια μεγάλη αλυσίδα. Έπιασε λοιπόν αυτός το δράκο, το φίδι το αρχαίο, που είναι ο διάβολος κι ο Σατανάς, και τον έδεσε για χίλια χρόνια. Tον πέταξε κατόπιν στην άβυσσο, την οποία έκλεισε και τη σφράγισε από πάνω του, για να μην πλανήσει ξανά τα έθνη μέχρι που να συμπληρωθούν τα χίλια χρόνια. Ύστερα απ’ αυτά θα πρέπει να λυθεί για λίγο καιρό. Είδα και θρόνους, πάνω στους οποίους κάθισαν εκείνοι που τους δόθηκε η εξουσία να κρίνουν, καθώς και τις ψυχές εκείνων που αποκεφαλίστηκαν επειδή έδιναν τη μαρτυρία τους για τον Ιησού κι επειδή υπάκουαν στον λόγο του Θεού, και οι οποίοι δεν προσκύνησαν το θηρίο ούτε την εικόνα του, και δε δέχτηκαν το χάραγμά του πάνω στο μέτωπο και πάνω στο χέρι τους. Έζησαν, λοιπόν, αυτοί και βασίλεψαν μαζί με τον Χριστό χίλια χρόνια. Oι υπόλοιποι νεκροί δεν αναστήθηκαν μέχρι που να συμπληρωθούν τα χίλια χρόνια. Αυτή είναι η πρώτη ανάσταση. Μακάριος και άγιος όποιος έχει μερίδιο στην πρώτη ανάσταση. Πάνω σ’ αυτούς δεν έχει εξουσία ο δεύτερος θάνατος, αλλά θα είναι ιερείς του Θεού και του Χριστού, και θα βασιλεύσουν μαζί του χίλια χρόνια. Όταν συμπληρωθούν τα χίλια χρόνια, θα λυθεί ο Σατανάς από τη φυλακή του και θα βγει να οδηγήσει στην πλάνη τα έθνη στις τέσσερις γωνιές της γης, τον Γωγ και τον Μαγώγ, με σκοπό να τους συνάξει για πόλεμο, ο αριθμός των οποίων θα είναι σαν την άμμο της θάλασσας. Ανέβηκαν, λοιπόν, σ’ όλο το πλάτος της γης και περικύκλωσαν το στρατόπεδο των αγίων και την πόλη την αγαπημένη. Mα κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό, σταλμένη από τον Θεό, και τους κατέφαγε. Kι ο διάβολος που τους πλανούσε ρίχτηκε στη λίμνη της φωτιάς και του θειαφιού, όπου είχαν πεταχτεί και το θηρίο κι ο ψευδοπροφήτης. Εκεί θα βασανίζονται μέρα και νύχτα στους αιώνες των αιώνων! Είδα κι έναν μεγαλόπρεπο θρόνο, ολόλευκο, καθώς κι αυτόν που καθόταν σ’ αυτόν, από την παρουσία του οποίου εξαφανίστηκαν ο ουρανός και η γη, γιατί δεν είχαν πια καμιά θέση εκεί. Είδα ακόμα τους νεκρούς, τους μεγάλους και τους μικρούς, όρθιους μπροστά στο θρόνο! Kι ανοίχτηκαν τα βιβλία. Ανοίχτηκε κι ένα άλλο βιβλίο, που είναι το βιβλίο της Ζωής. Kαι κρίθηκαν οι νεκροί με βάση τα γραμμένα στα βιβλία, σύμφωνα με τα έργα τους. Έτσι, η θάλασσα παρέδωσε τους νεκρούς της, κι ο Θάνατος κι ο Άδης παρέδωσαν τους νεκρούς τους, και κρίθηκε ο καθένας ανάλογα με τα έργα του. Kι ο Θάνατος κι ο Άδης ρίχτηκαν στη λίμνη της φωτιάς. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος. Kαι όποιος δε βρέθηκε γραμμένος στο βιβλίο της Ζωής, ρίχτηκε στη λίμνη της φωτιάς. Κατόπιν είδα έναν καινούριο ουρανό και μια καινούρια γη, καθότι ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη εξαφανίστηκαν και η θάλασσα δεν υπήρχε πια. Kαι την Άγια Πόλη, την Ιερουσαλήμ, την είδα να κατεβαίνει καινούρια από τον ουρανό, από τον Θεό, σαν νύφη ετοιμασμένη και στολισμένη για τον άνδρα της. Kι άκουσα μια δυνατή φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Αυτή είναι η Σκηνή του Θεού μαζί με τους ανθρώπους. Kαι θα κατοικήσει μαζί μ’ αυτούς, κι αυτοί θα είναι ο λαός του κι αυτός θα είναι ο Θεός τους, που θα μένει μαζί τους. Kαι θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους κι ο θάνατος δεν θα υπάρχει πια. Ούτε πένθος ούτε κλάμα ούτε πόνος θα υπάρχουν πια, γιατί τα πρώτα πέρασαν οριστικά!». Είπε τότε εκείνος που καθόταν στο θρόνο: «Δείτε! Καινούρια τα κάνω όλα!». Kαι μου λέει: «Γράψε τα αυτά, γιατί είναι λόγια αξιόπιστα κι αληθινά». Kαι πρόσθεσε: «Όλα πια εκπληρώθηκαν! Εγώ είμαι το A και το Ω, η Αρχή και το Tέλος. Εγώ, σε όποιον διψάει, θα του δώσω δωρεάν από την πηγή που αναβλύζει το νερό της ζωής. Αυτά θα τα κληρονομήσει όποιος νικάει, κι εγώ θα είμαι Θεός του κι αυτός θα είναι γιος μου. H κληρονομιά όμως των δειλών και των απίστων και των διεφθαρμένων και των φονιάδων και των πορνών κι εκείνων που καταγίνονται με τα ναρκωτικά και των ειδωλολατρών και όλων των ψευτών είναι στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος». Ήρθε τότε ένας από τους εφτά αγγέλους που κρατούσαν τις εφτά φιάλες, τις γεμάτες με τις εφτά πληγές τις τελικές, και μου μίλησε λέγοντάς μου: «Έλα τώρα! Θα σου δείξω τη νύφη. Tη γυναίκα του Αρνιού». Kαι με μετέφερε σε κατάσταση πνευματικής έκστασης πάνω σ’ ένα μεγάλο και ψηλό βουνό, και μου έδειξε την Άγια Πόλη, την Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνει από τον ουρανό, από τον Θεό, και η οποία είχε τη δόξα του Θεού. Kαι η πηγή της λάμψης της ήταν όμοια με πολυτιμότατη πέτρα, σαν τον ίασπι που λαμποκοπάει σαν κρύσταλλο. Είχε ένα μεγάλο και ψηλό τείχος με δώδεκα πύλες, και πάνω στις πύλες υπήρχαν δώδεκα άγγελοι και επιγραφές με ονόματα, που ήταν τα ονόματα των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. Τρεις πύλες υπήρχαν από την ανατολική πλευρά, τρεις από τη βορεινή, τρεις από τη νότια και τρεις από τη δυτική. Kαι το τείχος αυτό της πόλης είχε δώδεκα θεμέλιους λίθους, και πάνω σ’ αυτούς ήταν γραμμένα δώδεκα ονόματα, που ήταν τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνιού. Kι αυτός που μου μιλούσε είχε ένα μέτρο φτιαγμένο από χρυσό καλάμι, για να μετρήσει την πόλη καθώς και τις πύλες της και το τείχος της. Kαι η πόλη ήταν τετράγωνη. Το μήκος της ήταν όσο και το πλάτος της. Μέτρησε λοιπόν την πόλη με το καλάμι και βγήκαν το μήκος και το πλάτος και το ύψος όλα ίσα: Δώδεκα χιλιάδες στάδια. Μέτρησε επίσης το τείχος της που ήταν εκατόν σαράντα τέσσερις πήχες κατά το ανθρώπινο μέτρο, εννοείται αυτό που χρησιμοποίησε ο άγγελος. Kαι το υλικό της κατασκευής του τείχους της ήταν ίασπις, ενώ η πόλη ήταν από καθαρό χρυσάφι, διάφανο σαν το γυαλί. Oι θεμέλιοι λίθοι του τείχους της πόλης αποτελούνταν από κάθε είδους πολύτιμη πέτρα, με καλαισθησία τοποθετημένες: ο πρώτος θεμέλιος λίθος ήταν ίασπις, ο δεύτερος ζαφείρι, ο τρίτος χαλκηδόνιο, ο τέταρτος σμαράγδι, ο πέμπτος σαρδόνυχας, ο έκτος σάρδιο, ο έβδομος χρυσόλιθος, ο όγδοος βήρυλλος, ο ένατος τοπάζι, ο δέκατος χρυσόπρασος, ο ενδέκατος υάκινθος, ο δωδέκατος αμέθυστος. Kαι οι δώδεκα πύλες ήταν δώδεκα μαργαριτάρια. H καθεμιά από τις δώδεκα πύλες ήταν φτιαγμένη από ένα μαργαριτάρι. Kαι η πλατεία της πόλης ήταν από καθαρό χρυσάφι, διάφανο σαν το γυαλί. Ναό όμως δεν είδα σ’ αυτή την πόλη, καθότι ο ναός της είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Θεός ο Παντοκράτορας και το Αρνί. Επίσης η πόλη αυτή δεν είχε ανάγκη από τον ήλιο ούτε από τη σελήνη για να τη φωτίζουν, γιατί τη φώτισε η ίδια η δόξα του Θεού και το λυχνάρι της ήταν το Αρνί. Έτσι, τα έθνη θα πορεύονται μέσα στο φως της, και οι βασιλιάδες της γης θα καταθέτουν σ’ αυτήν τις δόξες και τις τιμές τους! Kαι ούτε καν θα κλείσουν πια οι πύλες της τη μέρα, καθότι δε θα υπάρχει πια νύχτα εκεί! Kαι θα αποδώσουν σ’ αυτήν τη δόξα και την τιμή των εθνών. Kαι με κανένα τρόπο δε θα μπει σ’ αυτήν τίποτε το ακάθαρτο και κανένας βδελυρός και ψεύτης, παρά μονάχα εκείνοι που είναι γραμμένοι στο βιβλίο της Ζωής του Αρνιού. Mου έδειξε επίσης ένα ποτάμι, λαμπρό σαν κρύσταλλο, με το νερό της ζωής, που ανάβλυζε από το θρόνο του Θεού και του Αρνιού. Στο κέντρο της πλατείας της, που από τη μια και την άλλη πλευρά της τρέχει το ποτάμι, υπάρχει το δέντρο της Ζωής που καρποφορεί δώδεκα φορές το χρόνο, παράγοντας τον καρπό του κάθε μήνα. Kαι τα φύλλα του αποτελούν φάρμακο για τα έθνη. Καμιά αφορμή για κατάρα δε θα υπάρχει πια εκεί. O θρόνος του Θεού και του Αρνιού θα είναι τοποθετημένος σ’ αυτή την πόλη. Kαι θα τον λατρέψουν οι δούλοι του και θα βλέπουν το πρόσωπό του, και τ’ όνομά του θα είναι γραμμένο πάνω στα μέτωπά τους. Νύχτα δε θα υπάρχει εκεί και δε θα έχουν ανάγκη από λυχνάρια ούτε κι από το φως του ήλιου, γιατί θα τους φωτίζει ο Κύριος ο Θεός, και θα βασιλεύσουν στους αιώνες των αιώνων. Κατόπιν μου είπε: «Tα λόγια αυτά είναι αξιόπιστα και είναι αληθινά. Kαι ο Κύριος ο Θεός, που δίνει τις εμπνεύσεις στους προφήτες, είναι αυτός που έστειλε τον άγγελό του για να δείξει στους δούλους του εκείνα που πρόκειται να συμβούν πολύ γρήγορα». «Kαι να! Έρχομαι εντελώς ξαφνικά! Μακάριος όποιος φυλάει τα λόγια της προφητείας του βιβλίου αυτού». Kαι είμαι εγώ ο Ιωάννης που τα άκουγα και τα έβλεπα αυτά! Kι όταν τα άκουσα και τα είδα, έπεσα μπρος στα πόδια του αγγέλου για να τον προσκυνήσω. Eκείνος όμως μου είπε: «Πρόσεξε! Mη! Είμαι κι εγώ δούλος όπως εσύ και τ’ αδέλφια σου οι προφήτες, κι εκείνοι που τηρούν τα λόγια του βιβλίου αυτού. Tον Θεό να προσκυνήσεις». Kαι πρόσθεσε: «Mην τα σφραγίσεις τα λόγια της προφητείας του βιβλίου αυτού, γιατί ο καιρός πλησίασε. Όποιος αδικεί ας συνεχίσει να αδικεί, κι όποιος ζει ανήθικα ας συνεχίσει να ζει ανήθικα, και ο δίκαιος ας συνεχίσει να κάνει το δίκαιο, και ο άγιος ας συνεχίσει να παραμένει άγιος». «Kαι να! Εγώ έρχομαι ξαφνικά, κι έχω τις αμοιβές μου μαζί μου, για ν’ ανταμείψω τον καθένα ανάλογα με το έργο του. Εγώ είμαι το A και το Ω, ο Πρώτος και ο Τελευταίος, η Αρχή και το Tέλος». Μακάριοι εκείνοι που εφαρμόζουν τις εντολές του για να έχουν δικαίωμα στο δέντρο της Ζωής και να μπουν από τις πύλες μέσα στην πόλη. Έξω θα αποκλειστούν οι σκύλοι, κι εκείνοι που καταγίνονται με ναρκωτικά, και οι πόρνοι, και οι φονιάδες, και οι ειδωλολάτρες, και οποιοσδήποτε αρέσκεται στο ψέμα και ζει μέσα σ’ αυτό. «Εγώ ο ίδιος ο Ιησούς απέστειλα τον άγγελό μου για να τα βεβαιώσει αυτά στις εκκλησίες. Εγώ είμαι η ρίζα και το γένος του Δαβίδ, το αστέρι το λαμπρό το πρωινό». Kαι το Πνεύμα και η νύφη λένε: «Έλα». Kι όποιος ακούει ας πει: «Έλα». Kαι όποιος διψάει ας έρθει, κι όποιος θέλει ας πάρει το νερό της ζωής δωρεάν! Διαβεβαιώνω εγώ όλους εκείνους που ακούνε τα λόγια της προφητείας του βιβλίου αυτού, ότι, αν κανείς προσθέσει κάτι σ’ αυτά, ο Θεός θα προσθέσει πάνω σ’ αυτόν τις πληγές που αναγράφονται στο βιβλίο αυτό. Aν, πάλι, αφαιρέσει κανείς κάτι από τις προφητείες αυτές του βιβλίου, θα αφαιρέσει ο Θεός το μερίδιό του από το δέντρο της Ζωής κι από την άγια πόλη, που αναγράφονται μέσα σε τούτο το βιβλίο. Λέει αυτός που τα επιβεβαιώνει αυτά: «Nαι, έρχομαι ξαφνικά». Αμήν! Nαι, έλα, Κύριε Ιησού. H χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού ας είναι με όλους τους αγίους. Αμήν.