Text encoded in accordance with the latest EpiDoc standards (January 2014)
ὁ ἄγγελος κυρίου· ἀποστράφηθι πρὸς τὴν κυρίαν σου καὶ ταπεινώθητι
ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῆς. καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος κυρίου·
6—12, ομ. 10).”
εἰρηκότες ἐν τῷ προτέρῳ τὰ πρέποντα περὶ τῶν προπαιδευμάτων καὶ περὶ κακώσεως, ἑξῆς τὸν περὶ φυγάδων ἀναγράψομεν τόπον. μέμνηται γὰρ πολλαχοῦ τῶν ἀποδιδρασκόντων, καθάπερ καὶ νῦν φάσκων ἐπὶ τῆς Ἄγαρ, ὅτι κακωθεῖσα „ἀπέδρα ἀπὸ προσώπου τῆς κυρίας“.
αἰτίας οὖν ἔγωγε τρεῖς εἶναι νομίζω φυγῆς, μῖσος, φόβον,
αἰδῶ. μίσει μὲν οὖν καὶ γυναῖκες ἄνδρας καὶ ἄνδρες γυναῖκας ἀπολείπουσι, φόβῳ δὲ τοὺς γονεῖς παῖδες καὶ δεσπότας οἰκέται, αἰδοῖ δὲ τοὺς
ἑταίρους, ὁπότε μὴ καθ’ ἡδονήν τι πράξειαν αὐτοῖς, οἱ φίλοι· ἤδη δὲ
1 Σάρα H : Σάρρα G τοῦ προσώπου V
3 ἐν] τῆς ἐν v ὁδῶ om. G
4 #x003E; παιδίσκη ex LXX et quaest. in Gen. III §
28 conicio Σάρας H: Σάρρας G
5 Σάρας H: Σάρρας G
7 ἰδοὺ ex ἑ 204 et LXX addidi
8 τέξεις v 8.
9 ὅτι — σου om. H
11 προτέρῳ
13 ἀναγράψωμεν
13 ὁ ἱερὸς λόγος addi vult Mang.
18 οἱ φίλοι αὐτοῖς H, sed β', α᾿ s. s.
τῶν τριῶν τούτων αἰτιῶν ἔστιν εὑρεῖν ἐν ταῖς ἱεραῖς γραφαῖς ὑπομνήματα. ὁ γοῦν ἀσκητὴς Ἰακὼβ μίσει μὲν τὸν πενθερὸν Λάβαν,
φόβῳ δὲ τὸν ἀδελφὸν Ἠσαῦ
ἡ δ’ Ἄγαρ ἀπαλλάττεται δι’ αἰδῶ· σημεῖον δὲ τὸ ὑπαντᾶν αὐτῇ ἄγγελον, θεῖον λόγον, ἃ χρὴ παραινέσοντα καὶ ὑφηγησόμενον ἐπανόδου
τῆς εἰς τὸν δεσποίνης οἶκον, ὃς καὶ θαρσύνων φησίν· „ἐπήκουσε κύριος
τῇ ταπεινώσει σου“ (Gen. 16,11), ἣν οὔτε διὰ φόβον ἔσχες οὔτε διὰ
μῖσος — τὸ μὲν γὰρ ἀγεννοῦς, τὸ δὲ φιλαπεχθήμονος πάθος ψυχῆς —,
ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ σωφροσύνης ἀπεικονίσματος, αἰδοῦς.
εἰκὸς γὰρ ἦν, εἰ διὰ φόβον ἀπεδίδρασκε, τῇ τὸν φόβον ἐπανατειναμένῃ παρηγορῆσαι
πρᾳοπαθεῖν· τηνικαῦτα γὰρ ἀσφαλὲς ἦν ἐπανέρχεσθαι τῇ φυγούσῃ,
πρότερον δ’ οὔ. ἀλλὰ τῇ μὲν οὐδεὶς προεντυγχάνει ἅτε ἐξευμενισθείσῃ
δι’ ἑαυτῆς, τὴν δὲ ὁ δι’ εὔνοιαν φίλος ὁμοῦ καὶ σύμβουλος ἔλεγχος
διδάσκει μὴ αἰδεῖσθαι μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐτολμίᾳ χρῆσθαι· ἥμισυ γὰρ
ἀρετῆς εἶναι τὴν δίχα τοῦ θαρρεῖν αἰδῶ.
μίσους χάριν ἀποδιδρασκόντων. „ἔκρυψε“ γάρ φησιν „Ἰακὼβ Λάβαν
τὸν Σύρον, τοῦ μὴ ἀπαγγεῖλαι αὐτῷ ὅτι ἀποδιδράσκει, καὶ ἀπέδρα
αὐτὸς καὶ τὰ αὐτοῦ πάντα“ (Gen. 31,20. 21).
τίς οὖν αἰτία τοῦ μίσους; ποθεῖς γὰρ ἴσως δὴ τοῦτο μαθεῖν. εἰσί τινες οἱ τὴν ἄποιον
καὶ ἀνείδεον καὶ ἀσχημάτιστον οὐσίαν θεοπλαστοῦντες, τὸ κινοῦν αἴτιον
οὔτε εἰδότες οὔτε παρὰ τῶν εἰδότων μαθεῖν σπουδάσαντες, ἀγνοίᾳ δὲ
καὶ ἀμαθίᾳ κεχρημένοι τοῦ καλλίστου μαθήματος, οὗ πρώτου καὶ μόνου
τὴν ἐπιστήμην ἐκπονεῖν ἦν ἀναγκαῖον.
ὁ Λάβαν τοῦ γένους ἐστὶ τούτου·
5 Ἡσαῦ GH παραστήσομεν scripsi: παραστήσομαι codd.
7 θε λόγον ex θείων λόγων corr. Η ἃ χρὴ] ἄχρι G
8 δεσπότην Η 11.
12 ἦν εἰ — φόβον add. in mg. H2
12 ἐπανατειναμένην Turn.
13 πραϋπαθεῖν coni. Mang.
15 6 δι’ εὔνοιαν] διάνοιαν G φίλος ὁμοῦ G: ὁμοῦ φάος H
16 μόνον] μέν coni. Mang. εὐτολμίας G
19 81 H προταθέντα Mang.: προτεθέντα codd.
21 τοῦ] τὸ G
23 τοῦτο Turn.: τι τοῦ codd., τι
24 οὐσίαν] ὕλην coni. Mang. κινοῦν] τῶν γινομένων coni. Mang.
25 ἰδόντες G ἰδόντων G
27 sqq. cf. Orig. Contra Celsum IV
43 p. 536.
ἕτεροι δ’ εἰσὶ τῆς ἀμείνονος μοίρας, οἳ νοῦν
ἔφασαν ἐλθόντα πάντα διακοσμῆσαι, τὴν ἐξ ὀχλοκρατίας ἐν τοῖς οὖσιν
ἀταξίαν εἰς ἀρχῆς νομίμου, βασιλείας, τάξιν ἀγαγόντα. τοῦ θιάσου
τούτου χορευτὴς Ἰακώβ ἐστιν, ὃς ἐπιστατεῖ τῆς ἐπισήμου ποικίλης
ἀγέλης· ἐπίσημον δὲ πάλιν καὶ ποικίλον ἐν μὲν τοῖς ὅλοις τὸ εἶδος, ἐν
δὲ ἀνθρώποις ἡ εὐπαίδευτος καὶ φιλομαθὴς διάνοια.
πολλοῦ δὴ τοῦ
φύσει κοινωνικοῦ σπάσας ὁ ἐπίσημος καὶ μοναρχίας ἀληθοῦς ἑταῖρος
ἔρχεται πρὸς τὸν ἄσημον, ὑλικὰς μέν, ὡς εἶπον ἤδη, θεοπλαστοῦντα
ἡγεμονίας, ἔξω δὲ τούτων δραστήριον μηδεμίαν νομίζοντα, διδάξων ὅτι
οὐκ ὀρθογνωμονεῖ.
γέγονέ τε γὰρ ὁ κόσμος καὶ πάντως ὑπ’ αἰτίου τινὸς
γέγονεν· ὁ δὲ τοῦ ποιοῦντος λόγος αὐτός ἐστιν ἡ σφραγίς, ᾗ τῶν ὄντων
ἕκαστον μεμόρφωται· παρὸ καὶ τέλειον
τὸ γὰρ γενόμενον
ζῷον ἀτελὲς μέν ἐστι τῷ ποσῷ — μάρτυρες δὲ αἱ καθ’ ἡλικίαν
ἑκάστην παραυξήσεις —, τέλειον δὲ τῷ ποιῷ· μένει γὰρ ἡ αὐτὴ
ποιότης ἅτε ἀπὸ μένοντος ἐκμαγεῖσα καὶ μηδαμῇ τρεπομένου θείου λόγου.
ὀνῆσαι ἔτι καὶ ζημιωθῇ. βλαβεραὶ γὰρ αἱ μετὰ ἀνοήτων συνουσίαι, καὶ
ἄκουσα πολλάκις ἡ ψυχὴ τῆς ἐκείνων φρενοβλαβείας ἀπομάττεται τὰ
εἴδωλα· καὶ ὄντως ἐστὶν ἐχθρὸν φύσει παιδεία ἀπαιδευσίᾳ καὶ φιλοπονία
ἀμελετησίᾳ.
παρὸ καὶ φωνὴν αἱ ἀσκητικαὶ δυνάμεις ἀφεῖσαι
1 οἱ Mang.: οὐ codd.
3 ἀπαίδευτος conicio
4 ὀχλοκρατίας scripsi: ὀχλοκρασίας codd.
6
7 ὅλοις] ὑλικοῖς coni. Mang.
8 δὲ Mang. per
11 ἡγεμονίας] οὐσίας conicio μηδαμῇ coni. Cohn
12 ὀρθογνωμεῖ v γέγονέ τε G: γεγένηται H
14 πὰρ ὃν Mang.
18 ἐκμαχθεῖσα H
19 νόμιμον Mang.: μόνιμον codd.
20 τῷ] τὸ Turn.
22 τῆς GH: ταῖς L1 Turn. φρενοβλαβίας G, φρενοβλαβείαις Turn.
23 post καὶ ras. H
24 ἀφιεῖσαι conicio
3 Anaxagoras: v. Laert. Diog. II 6; Zeller, Philos. gr. I p. 992 3. 21-23 fol. 331 DR fol. 261r Dv p. 692 Antonius Melissa II
36 col. 1095 Georgides p. 17,11 Boiss. (Laur. VII
15 fol. 37v) Φίλωνος: βλαβεραὶ τῶν ἀνοήτων αἰ συνουσίαι—εἴδωλα αἱ τῶν ἀνοήτων DP DV). 21—24 Ambros. epist. 27,8: noxiae sunt enim conversationes cum insipientibus et inficiunt sobriam mentem ac decolorant . . . frequenter enim accidit, ut quis contra propositum suum . . . fuco insipientiae coloretur, meritoque contrariae sibi sunt et repugnantes disciplina atque insolentia. 24—113,13 ibid. 7: Lia et Rachel, una laboriosa, altera adspiratio fortis, refugientes non generis necessitudinem, sed morum discrepantiam, cum viri exerciti lacob sermone edoctae essent, quod vellet discedere, ut Laban et filiorum eius invidiam declinaret atque igiiaviam, respondenmt: numquid est nobis portio aut hereditas in domo patris nostri? nonne sicut alienae aestimamur ei? vendidit enim nos et devoravit pretium nostrum. ecce primum quia ignavus et invidus laboriosam et disciplinae teuacem alienat a se . . .
5 nunc audiamus, quomodo quae habet virtus, non habeat iguavia. aiunt enim: omnes divitiae et gloria. quam tulit deus patri nostro, nobis erit et filiis nostris. merito deo arbitro dicunt esse sublata, quia ipse est auctor bonorum, cuius gratia ignavi exuuntur; quia decorem hereditatis divinae capere improbi atque infirmi uon queunt, succedit autem intentus et spiritum in se fortis habens. 6—8 ibid. 7: denique divites et liberae non eum divitem, sed egentem arbitrabantur. omnis enim bonarum et liberalium consors disciplinarura neminem insipientium divitem putat, sed inopem atque egenum, abiectum quoque, etsi regalibus divitiis affluat et superbus auro suam iactet potentiara (cf. etiam 9). epist. 38,8: alter despiciens animo βασιλέων τὰς πολυχρύσους τύχας imperialesque gazas . . . cf. Nauck tragic. graec. fr2. p. 900 (adespota 322).
πατρὸς ἡμῶν, ἡμῖν ἔσται καὶ τοῖς τέκνοις ἡμῶν“ (Gen. 31,14—16).
ἐλεύθεραι γὰρ καὶ τοῖς ὀνόμασι καὶ τοῖς ἐνθυμήμασιν οὐδένα τῶν ἀφρόνων νομίζουσι πλούσιον ἢ ἔνδοξον εἶναι, πάντας δ’, ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἀδόξους
καὶ πένητας, κἂν βασιλέων πολυχρύσων τύχας ὑπερβάλλωσιν. οὐ γάρ
φασι τὸν πλοῦτον τοῦ πατρός, ἀλλὰ τὸν ἀφαιρεθέντα πλοῦτον, οὐδὲ τὴν
ἐκείνου δόξαν, ἀλλὰ τὴν ἀφαιρεθεῖσαν αὐτοῦ δόξαν σχήσειν.
ἐστέρηται δ’ ὁ φαῦλος τοῦ ἀληθινοῦ πλούτου καὶ τῆς ἀψευδοῦς εὐδοξίας· τὰ γὰρ ἀγαθὰ ταῦτα φρόνησις καὶ σωφροσύνη καὶ αἱ συγγενεῖς περιποιοῦσι διαθέσεις, ὧν αἱ φιλάρετοι ψυχαὶ κληρονομοῦσιν. οὐοῦν οὐ
τὰ προσόντα τῷ μοχθηρῷ, τὰ δ’ ὧν ἐκεῖνος ἐστέρηται περιουσία καὶ εὔκλεια τοῖς
ἀστείοις ἐστίν· ἐστέρηται δὲ ἀρετῶν, αἳ δὴ κτήματα τῶνδε γεγόνασιν,
2 ἢ scripsi (sic LXX et. qnh ler. div. ber. § 44) καὶ codd. ἀλλότριαι scripsi: ἀλλότριοι codd.; genuina scriptura αἱ ἀλλότριαι esse videtur: cf. ad lin.
2 2.3 λελόγισθε corr. ex λελογίσθαι H, λελόγιστε L
4 πάντα τὸν πλοῦτον καὶ τὴν δόξαν ex LXX et §
16 conicio
6 ἐλεύθεροι v γὰρ
9 ἀφαιρεθέντα #x003E; conicio
13 ὧν] ἁ vel κληρονόμοι εἰσίν coni. Mang.
15 δ’ ἢ G τῶνδε G: αὐτῶν H
καθάπερ γὰρ ἐνταῦθα φυσικῶς τὰ βέβηλα παρ’ Αἰγυπτίοις ἱερὰ
παρὰ τοῖς ὀξὺ καθορῶσι λέγεται καὶ πάντα θύεται, τὸν αὐτὸν τρόπον
καὶ ὧν ἐστέρηται καὶ ἀφῄρηται πᾶς ἄφρων, τούτων κληρονόμος ἔσται
ὁ καλοκἀγαθίας ἑταῖρος· ταῦτα
προσηκόντως οὖν ἀποδράσεται τὸν τῶν θείων ἀγαθῶν
ἀμέτοχον, ὃς καὶ ἐν οἷς ἕτερον αἰτιᾶται διαβάλλων ἑαυτὸν λέληθεν,
ἐπειδὰν φῇ· „εἰ ἀνήγγειλάς μοι, ἐξαπέστειλα ἄν σε“ (Gen. 31,27).
αὐτὸ γὰρ τοῦτο φυγῆς ἦν ἄξιον, εἰ μυρίων δεσποτῶν δοῦλος ὤν, ἐπιμορφάζων
ἀρχὴν καὶ ἡγεμονίαν, ἐλευθερίαν ἄλλοις ἐκήρυττες.
ἐγὼ δέ,
φησί, τῆς ἐπ’ ἀρετὴν ἀγούσης ὁδοῦ συνεργὸν ἄνθρωπον οὐκ ἔλαβον,
1 σὺν αἰδοῖ G (fort. συνᾴδοι scrib.) θύσομεν G: θύσωμεν H
4 βέβηλα G: εἴδωλα Η, βδελύγματα coni. Mang. G καὶ lov G (Mang.): κακιῶν ὧν H ὧν add. H2) ἀφήρητο G
7 ἐστιν Η
8 ἀλλ’
6 H-: ἀλλὰ GH1
9 ἄψυχον] ἄσημον coni. Mang., sed v. §
10 10 τὸν] ὁ H s. lin. τῶν] τὸν H2
11 ἀμέτοχον in ἀμέτοχος corr. H ἑταῖρον ’
12 ἐπειδὴ ex ἐπειδὰν corr. Η ἔφη GH
3 Ambros. de fuga saecult 8,51: bonum eniin sapientiae sacrificium, bona est hostia fides et omnis virtus. 2—7 Ambros. epist. 27,2.3: oderant ergo immaculata (vulg. immoiata) sacrificia, id est perfecta studia virtutum et pleua disciplinae. quod ergo vitiosi oderunt, hoc apud bonos sincerum ac pium est. opus virtutis detestatur luxuriosus, helluo refugit. Aegyptium itaque corpus quod iilecebras diiigit, aversatur animae virtutes, abominatur imperium, refugit virtutum disciplinas et omnia opera, quae huiusmodi sunt. quae ergo Aegyptius refugit . . ., haec tu amplectere . . . illa autem declina, quae illi sequuntur atque eligunt, quoniam duo sibi ista congruere non possunt, prudentia et insipientia. itaque sicut iis quae in quodam censu imprudentiae atque intemperantiae sunt abdicat se prudentia, abdicat continentia, ita eorum exsors omnis insipiens est atque incontinens, quae in bonis atque in hereditate sapientis viri sunt et continentis. 8—10 ibid. 6: neque enim caecus thesaurus hereditas est.
7 pecunia adultera.
10 bona moneta. 12—115,2 Ambros. epist. 27,11: si an nunti asses, inquit, mihi, emisissem t e. in quo prodidit, quid iustus fugerit: ne eum prosequeretur, ne deduceret, ne tali comitatu stipatus procederet. primum quod niultorum dominorum mancipio se subicere non debuit, ut ab eo tamquam servulus dimitteretur. deintle quia vir exercitio intentus et quaerens veram viam ad virtutem persequi non hominem deductorem, sed oracula quaesivit caelestia; quae me, inquit, hinc praeceperuut abire et nunc comitantur viantem.
ἤ, ὡς σεμνολογούμενος διεξῄεις, μετ’ εὐφροσύνης τῆς ἐμοὶ λυπηρᾶς καὶ μουσικῶν
ἀμούσων καὶ τυμπάνων καὶ κτύπων ἀνάρθρων καὶ ἀλόγων πληγὰς ἐμφορούντων
ψυχῇ δι’ ὤτων καὶ μετὰ κιθάρας (ibid.), ἀλύρων καὶ ἀναρμόστων
οὐκ ὀργάνων μᾶλλον ἢ τῶν κατὰ τὸν βίον πράξεων; ἀλλὰ γὰρ
ταῦτ’ ἐστὶν ὧν ἕνεκα φυγὴν ἐβούλευσα, σὺ δ’, ὡς ἔοικεν, ἀντισπάσματά
μου τῆς φυγῆς ἐπενόεις, ἵνα παλινδρομήσω διὰ τὸ ἀπατηλὸν καὶ εὐπαράγωγον
φύσει τῶν αἰσθήσεων, αἷς μόλις ἴσχυσα ἐπιβῆναι.
ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ ἐπιλάθηται
ἃ πεποίηκας αὐτῷ· καὶ ἀποστείλασα μεταπέμψομαί σε ἐκεῖθεν“ (Gen.
27,42—45).
ἄξιον γὰρ δεδιέναι, μὴ τὸ χεῖρον τῆς ψυχῆς μέρος ἐξ ἐνέδρας λοχῆσαν ἢ καὶ ἐκ τοῦ φανεροῦ κονισάμενον ἀνατρέψῃ καὶ καταβάλῃ
τὸ κρεῖττον. συμβουλὴ δ’ ἀρίστη τῆς ὀρθογνώμονος ἐπιμονῆς,
Ῥεβέκκας ἥδε·
ἐπειδὰν ἴδῃς, φησί, τὸν φαῦλον πολὺν ῥέοντα κατὰ ἀρετῆς καὶ ὧν ἀλογεῖν προσῆκε πολὺν λόγον ἔχοντα, πλούτου, δόξης,
ἡδονῆς, καὶ τἀδικεῖν ἐπαινοῦντα ὡς αἴτιον ἑκάστου τῶν εἰρημένων —
πολυαργύρους γὰρ καὶ πολυχρύσους καὶ ἐνδόξους τοὺς ἀδικοῦντας μάλιστα
γίνεσθαι —, μὴ τὴν ἐναντίαν ὁδὸν τραπόμενος εὐθὺς ἀχρηματίαν καὶ
ἀτυφίαν αὐστηρόν τε καὶ μονωτικὸν βίον ἐπιτηδεύσῃς· ἀνερεθίσεις γὰρ
4 alterum καὶ om. G
11 Ῥεβέκα Η
12 Ἡσαῦ GH hic et infra semper σοι ex LXX et §
39 additli
14 post μου add. καὶ G τοῦ om. Η
15 τὸν θυμὸν καὶ G: om. H σου
18 λοχεῖσαν G κινησάμενον per errorem Mang. 18.
19 καταβάλλῃ G
19 ἐπιγνώμονος G
20 Ῥεβέκας Η ἥδε scripsi: ἡ δ’ eodd. πολύν scripsi: πολὺ codd.
22 καὶ τὸ ἀδικεῖν G2H: κατ’ ἀδικεῖν G1
23 τοὺς] ἐστὶν Turn.
25 ἐπιτηδεύσεις H ἀναιρεθίσεις G1, ἀναιρεῖσθαι G1, ut vid., ἀνερεθιεῖς Cohn
συνενέχθητι τοῖς
αὐτοῖς, οὐκ ἐπιτηδεύμασι λέγω, τοῖς δὲ τῶν εἰρημένων ποιητικοῖς, τιμαῖς,
ἀρχαῖς, ἀργύρῳ, χρυσῷ,
οὐσίαις ἐγχάραξον καὶ ἐπαινετὸν ἀποτέλεσον ἔργον.
ἢ οὐκ οἶδας, ὅτι
ναῦν ἰδιώτης μὲν παραλαβὼν σῴζεσθαι δυναμένην ἀνατρέπει, κυβερνητικὸς
δὲ ἀνὴρ καὶ τὴν ἀπολλυμένην πολλάκις ἔσωσε, καὶ τῶν καμνόντων
οἱ μὲν ἀπειρίᾳ τῶν θεραπευόντων χρησάμενοι σφαλερῶς τὰ σώματα
ἔσχον, οἱ δὲ ἐμπειρίᾳ καὶ τὰς σφαλερὰς νόσους ἀπέφυγον; καὶ τί δεῖ
μηκύνειν; ἀεὶ γὰρ τὰ μετὰ τέχνης ἔλεγχός ἐστι τῶν σὺν ἀτεχνίᾳ γινομένων,
καὶ ὁ τούτων ἀληθὴς ἔπαινος ἀψευδὴς ἐκείνων ἐστὶ κατηγορία.
ἔμπαλιν ἄσωτος πεφορημένος, λαφύττειν καὶ σπαθᾶν ἑτοιμότατος, ἑταιρῶν
καὶ πορνοτρόφων καὶ μαστροπῶν καὶ παντὸς ἀκολάστου θιάσου
χορηγὸς φιλοτιμότατος.
σὺ δὲ ἔρανον παρέξεις πένησι φίλων, χαριεῖ
δωρεὰς τῇ πατρίδι, συνεκδώσεις θυγατέρας ἀπόροις γονεῦσιν αὐταρκεστάτην
προῖκα ἐπιδούς, μονονοὺκ εἰς μέσον προθεὶς τὰ ἴδια καλέσεις ἐπὶ
μετουσίαν ἅπαντας τοὺς ἀξίους χάριτος.
τὸν αὐτὸν μέντοι τρόπον καὶ
δοξομανοῦντα καὶ ἐπικομπάζοντα βουληθεὶς ὀνειδίσαι μοχθηρόν, δυνηθεὶς
ἔντιμος εἶναι μὴ ἀποστραφῇς τὸν παρὰ τοῖς πολλοῖς ἔπαινον· οὕτως
γὰρ τὸν μακρὰ βαίνοντα καὶ φρυαττόμενον ἄθλιον ὑποσκελιεῖς. ὁ μέν
γε τῷ ἐπιφανεῖ καταχρήσεται πρὸς ὕβριν καὶ ἀτιμίαν ἀμεινόνων ἑτέρων,
αὔξων τοὺς χείρους ἐπ’ αὐτοῖς· σὺ δὲ ἔμπαλιν τοῖς ἀξίοις ἅπασι μεταδώσεις
τῆς εὐκλείας, ἀσφάλειαν μὲν περιποιῶν τοῖς ἀγαθοῖς, βελτιῶν δὲ
2 ἐκφύγοις conicio παλαίσματα Η συνμενέγχθητι H2
4 σχήμασι om. G
5 ἐντύχῃς] ἐν in ras. H2
6 ἡ G
8 ἔσωσεν H
11 ἐστιν M 11.
12 γενομένων H
13 ἐθέλῃς conicio θέλοις ἐλέγξαι G
14 ἢ] εἰ ’
16 ἀσωτίαις ἐμφορούμενος coni. Mang. φυλάττειν L
17 πορνοτρόφων codd. v
18 χαριεῖ scripsi: χάριτος G, χάριτας Η, χάριτας καὶ v 19.
20 αὐταρκέστατον L
20 ἐπιδιδοὺς v προσθεὶς Turn.
23 post μὴ habet οὑν Η1 ἀποστραφεὶς GH1
24 μακρὰν G
25 ἑταίρων H
26 αὐξῶν G αὐτούς conicio
18 sqq. cf. „Philo und die kynisch-stoische“ p.
30 1.
κἂν ἐπ’ ἄκρατον μέντοι καὶ πολυτελεῖς τραπέζας ἴῃς, θαρρῶν ἴθι· τὸν γὰρ ἀκράτορα αἰσχυνεῖς διὰ τῆς σεαυτοῦ δεξιότητος.
ὁ μὲν γὰρ πεσὼν ἐπὶ γαστέρα καὶ πρὸ τοῦ στόματος τὰς ἀπλήστους διοίξας ἐπιθυμίας ἀκόσμως ἐμφορήσεται καὶ τὰ τοῦ πλησίον ἐπισπάσεται
καὶ πάντ’ ἐπιλιχμώμενος οὐκ ἐρυθριάσει· καὶ διακορὴς ἐδωδῆς
ἐπειδὰν γένηται, χανδόν, ὡς οἱ ποιηταὶ λέγουσι, πίνων γέλωτα καὶ
χλεύην παρέξει τοῖς ὁρῶσι.
σὺ δ’ ἄνευ μὲν ἀνάγκης χρήσῃ τοῖς μετρίοις, ἐὰν δέ που βιασθῇς εἰς πλειόνων ἀπόλαυσιν ἐλθεῖν, λογισμὸν
τῆς ἀνάγκης ἐπιστήσας ἡγεμόνα τὴν ἡδονὴν εἰς ἀηδίαν οὐδέποτε ἐκτρέψεις,
ἀλλ’, εἰ χρὴ τὸν τρόπον εἰπεῖν τοῦτον, νηφάλια μεθυσθήσῃ.
προτιθέντες, ὡς δὴ κοσμιότητος καὶ σωφροσύνης καὶ καρτερίας ἐρασταί.
τοὺς δ’ ἀκριβεστέρους ἀπατᾶν οὐ δύνανται διακύπτοντας εἴσω καὶ μὴ τοῖς ἐν ἐμφανεῖ παραγομένους. ταῦτα γὰρ προκαλύμματα ὄντα ἑτέρων
ἀναστείλαντες, τὰ ἐναποκείμενα ἔνδον, ὁποῖα ἄττα τὴν φύσιν ἐστίν, ἐθεάσαντο
καί, εἰ μὲν εἴη καλά, ἐθαύμασαν, εἰ δὲ αἰσχρά, ἐχλεύασαν καὶ
τῆς ὑποκρίσεως ἐμίσησαν.
λέγωμεν οὖν τοῖς τοιούτοις· τὸν ἄμικτον καὶ ἀκοινώνητον μονότροπόν τε καὶ μονωτικὸν βίον ζηλοῦτε; τί γὰρ τῶν
ἐν κοινωνίᾳ καλῶν προεπεδείξασθε; ἀργυρισμὸν ἀποστρέφεσθε; γενόμενοι
γὰρ χρηματισταὶ δικαιοπραγεῖν ἠθελήσατε; τῶν γαστρὸς καὶ μετὰ γαστέρα
ἡδονῶν ἐπιμορφάζοντες ἀλογεῖν, ἡνίκα τὰς εἰς ταῦτα ἀφθόνους ὕλας
εἴχετε, ἐμετριάσατε; δόξης καταφρονεῖτε; γενόμενοι γὰρ ἐν τιμαῖς ἀτυφίαν
ἠσκήσατε; πολιτείαν ἐγελάσατε ὑμεῖς, ἴσως ὡς χρήσιμόν ἐστι τὸ
πρᾶγμα οὐ κατανοήσαντες.
πρότερον οὖν ἐγγυμνάσασθε καὶ
2 κληθῇς conicio αἰσχύνεις G σεαυτοῦ Mang.: ἑαυτοῦ codd.
4 ἐμφορηθήσεται G 4.
5 καὶ τὰ—ἐπισπάσεται oin. G
5 ἐπιλιγχμώμενος H
6 χάνδονος οἱ G λέγωσι G πίνων Turn.: πεινῶν codd.
7 χρήσει G
10 μεθυσθήσει ’
11 μέμψαι H μέμψαιτ’ ἄν δὲ ὄντως G δεόντως G2) ante ἂν add. δὲ H οὗν Η: om. G
12 πορίμου „Mss.“ (Mang., qui ἀργυρισμοῦ coniecit)
17 τοῖς ἐν ἐμφανεῖ GH2: τοὺς ἐμφανεῖ H1, τῷ ἐμφανεῖ v, τοῖς ἐμφανέσι conicio
18 ὁποῖ᾿ Η ἅττα v
20 λέγομεν H (Mang.) οὑν H: μὲν οὖν G
22 ἐν Η: ἐκ G προεπιδείξασθε Η1
27 ἐγγυμνάσασθε H2: ἐνγυμνάσασθε G, ἐγυμνάσασθε H1v 27. 118,1 προεμμελετήσατε H2: προεμελετήσατε GH1v
6 Hom. Od. φ 294.
κατηγορίαν ἀποδράσεσθε.
οὕτως καὶ τοῖς Λευίταις τὰ μὲν ἔργα ἐπιτελεῖν ἄχρι πεντηκονταετίας διείρηται (Num. 4,30 ss.), ἀπαλλαγεῖσι δὲ τῆς πρακτικῆς ὑπηρεσίας σκοπεῖν ἕκαστα καὶ θεωρεῖν, τῆς ἐν τῷ πρακτικῷ βίῳ κατορθώσεως γέρας λαβόντας ἕτερον βίον, ὃς ἐπιστήμῃ καὶ θεωρίᾳ μόνῃ χαίρει.
καὶ ἄλλως ἀναγκαῖον, τοὺς τῶν θείων ἀξιοῦντας μεταποιεῖσθαι
δικαίων τὰ ἀνθρώπεια πρότερον ἐκπληρῶσαι· πολλὴ γὰρ εὐήθεια
τῶν μειζόνων ὑπολαμβάνειν ἐφίξεσθαι ἀδυνατοῦντας τῶν ἐλαττόνων περιγίνεσθαι.
γνωρίσθητε οὖν πρότερον τῇ κατ’ ἀνθρώπους ἀρετῇ, ἵνα καὶ
τῇ πρὸς θεὸν συσταθῆτε. τοιαῦτα ὑφηγεῖται τῷ ἀσκητικῷ ἡ ὑπομονή,
τὰς δὲ λέξεις ἀκριβωτέον.
σοι“ — ἀλλ’ οὐχ ὁ δρύινος καὶ ὑπ’ ἀμαθίας ἀπειθὴς τρόπος, ὄνομα
Ἠσαῦ, ἐγκότως ἔχει καὶ τὰ τῆς θνητῆς ζωῆς προτείνων ἐπ’ ὀλέθρῳ
δελέατα, χρήματα, δόξαν, ἡδονάς, τὰ συγγενῆ τούτοις, κατὰ σοῦ φονᾷ;
— σὺ δέ, ὦ τέκνον, ἀπόδραθι τὸν ἐν τῷ παρόντι ἀγῶνα· οὔπω γὰρ
εἰς τὸ παντελὲς
διὸ καὶ τέκνον αὐτὸν προσεῖπε, τὸ δ’
ἐστὶν εὐνοίας καὶ ἡλικίας ὄνομα ἐν ταὐτῷ· τὸν γὰρ ἀσκητικὸν τρόπον
καὶ νέον παρὰ τὸν τέλειον καὶ φιλίας ἄξιον εἶναι τίθεμεν. ὁ δὲ τοιοῦτος
ἱκανὸς μέν ἐστι τὰ προτιθέμενα παισὶν ἆθλα ἄρασθαι, τὰ δὲ ἀνδράσιν
οὐδέπω δυνατός· ἀνδρῶν δὲ ἄριστον ἆθλον ἡ θεοῦ μόνου θεραπεία.
τοιγαροῦν ἐπειδὰν μήπω τελείως καθαρθέντες, δόξαντες δὲ αὐτὸ μόνον
ἐκνίψασθαι τὰ καταρρυπαίνοντα ἡμῶν τὸν βίον, ἐπ’ αὐλὰς τῆς θεραπείας
ἀφικώμεθα, θᾶττον ἢ προσελθεῖν ἀπεπηδήσαμεν, τὴν αὐστηρὰν δίαιταν
αὐτῆς καὶ τὴν ἄυπνον θρησκείαν καὶ τὸν συνεχῆ καὶ ἀκάματον πόνον
4 στείλασθε GH1: ἐστείλασθε H2 βίον H
5 τὴν G: ἐστὶ τὴν H2, ἐστὶν H1
6 ἀποδράσεσθε G: ἀποδράσασθαι Η
7 τῆς] τ’ G
11 ἡ εὐήθεια H
12 ἐφίζεσθαι G
13 γνωρίσθητι L
14 συσταθῇς Turn. τοιαῦθ’ G2
16 ἀλλ’ οὐχ G1H: ἀλλά καὶ G2
17 Ἡσαῦς G ἐνκότως (sic) G: ἐἰκότον Η, εἰκότως Richter
18 φονᾶ GHL2: φοριᾶ L1
22 ὄνομα G (Mang.): om. H
23 εἶναι secl. Cohn
24 παισὶν Turn.: φησὶν codd.
25 μόνον H ut vid.
26 αὐτὸ Mang.: τοῦτο codd.
28 ἀφικόμεθα G
29 θρησκείαν Mang.: ἀρέσκειαν codd.
ἀποφεύγετε οὖν ἐν τῷ παρόντι καὶ τὸ κάκιστον καὶ τὸ ἄριστον, κάκιστον μὲν τὸ μυθικὸν πλάσμα, τὸ ἄμετρον καὶ ἐκμελὲς
ποίημα, τὸ ὑπ’ ἀμαθίας σκληρὸν καὶ δρύινον ὄντως νόημα καὶ πεῖσμα,
ὧν Ἠσαῦ ἐπώνυμος, ἄριστον δὲ τὸ ἀνάθημα· τὸ γὰρ θεραπευτικὸν
γένος ἀνάθημά ἐστι θεοῦ, ἱερώμενον τὴν μεγάλην ἀρχιερωσύνην αὐτῷ
μόνῳ.
τὸ μὲν γὰρ συνδιατρίβειν κακῷ βλαβερώτατον, τὸ δὲ ἀγαθῷ τελείῳ σφαλερώτατον. ὁ γοῦν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ ἀποδιδράσκει καὶ τῶν γονέων διοικίζεται· ἀσκητικὸς γὰρ ὢν καὶ ἔτι διαθλῶν φεύγει μὲν κακίαν, ἀρετῇ δὲ τελείᾳ καὶ αὐτομαθεῖ συζῆν ἀδυνατεῖ.
ἀποδημήσει πρὸς Λάβαν, οὐ τὸν Σύρον, ἀλλὰ τὸν ἀδελφὸν τῆς μητρός,
τὸ δ’ ἐστὶν εἰς τὰς τοῦ βίου λαμπρότητας ἀφίξεται· λευκὸς γὰρ ἑρμηνεύεται Λάβαν. ἀφικόμενος δὲ οὐχ ὑψαυχενήσει, φυσώμενος ταῖς τυχηραῖς εὐπραγίαις· μεταληφθεὶς γὰρ ὁ Σύρος ἐστὶ μετέωρος. νυνὶ δὲ τοῦ
Σύρου Λάβαν οὐχὶ μέμνηται, τοῦ δὲ Ῥεβέκκας ἀδελφοῦ.
αἱ γὰρ κατὰ
τὸν βίον ὗλαι φαύλῳ μὲν παραδοθεῖσαι μετέωρον ἐξαίρουσι τὸν κενὸν
φρονήσεως νοῦν, ὅστις ὠνόμασται Σύρος, ἐραστῇ δὲ παιδείας ἐπιμένοντι
τοῖς καλοκἀγαθίας σταθερῶς καὶ παγίως δόγμασιν * * * οὗτός ἐστιν ὁ
Ῥεβέκκας ἀδελφός, τῆς ἐπιμονῆς· οἰκεῖ δὲ τὴν Χαρράν, ἣ μεταληφθεῖσά
εἰσι τρῶγλαι, σύμβολον τῶν αἰσθήσεων· ὁ γὰρ ἔτι χορεύων ἐν τῷ θνητῷ
2 ante κάκιστον add. καὶ Turn.
3 πεῖσμα suspectum
4 Ἡσαῦς G
6 κακῶν G τὸ] τῶ G
8 ἀσκητικὸς γὰρ ὢν om. G
9 αὐτομαθεῖ Mang.: αὐτομαθεία Η, αὐτομαθία G συνζῆν G
13 μεταληθεὶς G, β s. s. G2
14 οὐχὶ μέμνηται λαβὰν Η Ῥεβέκας Η1
15 φαύλω G1H2: φαύλοις G2, φαῦλος H1 (?)
16 ἐπιμένοντι ’-H’: ἐπιμένοντα Η2 (G1?)
17 σταθεροῖς καὶ παγίοις conicio lacunam significavit Mang., qui προτρέπουσι e. gr. supplet., sed plura desunt
18 Ῥεβέκας H1, tum υἱὸς add. H ὑπομονῆς „nonnulli“ (Mang.)
19 ἐστὶ coni. Mang. σύμβολα Η τῶν
19 ἔτι ἐγχορεύων τῷ conicio
9 p. 246. 9—12 Ambros. de fuga saeculi 5,26: sed forte dicas: cur igitur lacob ad Laban missus est, si Laban reprehensibilis? si nomen consideremus, candidus dicitur latine. ergo ad splendidiora lacob iubetur egredi. sed quia carnalis erat, melius intellegimus splendidiora vitae huius. epist. 27,10: splendida magis saeculi elegit quam vera et utilia vitae suae. 18—120,5 de fuga saeculi 4,20.21: suasit Rebecca: fuge, inquit, in Mesopotamiam . . . accipere admonetur uxorem a filiabus Laban, qui habitabat in Charris, quod significat cavernas, in quibus species est sensuum, qui sunt tamquam in cavernis corporis . . . qui enim delectatur hoc mundo et tripudiat in voluptatibus corporis obnoxius est sensuum passionibus atque in his habitat et deversatur. unde et dicit Rebecca habitantlum paucos dies cum illo, non multo tempore . . . persuadet autem habitare, ut discat studiosus disciplinae virtutes sensuum et velut situs quosdam carnis atque regiones, ut se cognoscat et noverit vehementiam caruis, (juid et qua causa creatum sit, quemadmodum unusquisque seusus operetur. 14—121,5. 120,9—13 ibid. 4,20. 21: et Isaac dicit: surgens vade in Mesopotamiam in domum Bathuel. in hymuis vel oraculis a plerisque, ut ante nos scriptum est, Bathuel sapientia dicitur, interpretatione autera latina filia dei significatur. in domum ergo sapientiae mittitur lacob ...
21 statimque revocatur, ne diutius titubet in lubrico et dividua quadam inundatione corporis huius et saeculi mersentur aniini interiora vcstigia. cum autem vel expertus fuerit vcl steterit in instabili et inccrto atque umido solo, revocatur a matre patientia vel perseverantia, quae dicit: mittam ad te et accersam te inde, ut et illic in lubrico tutum portum invenias sapientiae, quae te non sinat tamquam in naufragio fluctuare, et reversus perseverare circa dei noveris cultum . . .
„οἴκησον οὖν“ φησίν „ὦ
τέκνον, μετ’ αὐτοῦ“ μὴ τὸν ἅπαντα αἰῶνα, ἀλλ’ „ἡμέρας τινάς“ (Gen.
27,44), τοῦτο δ’ ἐστὶ τὴν τῶν αἰσθήσεων
ἀοράτως εἴτε ὁ
ἐπειδὰν δὲ σαυτὸν
ἐξετάσῃς, καὶ τὰ ἴδια τοῦ Λάβαν ἀκρίβωσον, τὰς τῆς κενῆς δόξης λαμπρὰς
νομιζομένας εὐπραγίας, ὑφ’ ὧν μηδεμιᾶς ἁλῷς, πάσας δ’ οἷα ἀγαθὸς
δημιουργὸς τεχνικῶς ταῖς οἰκείαις ἐφάρμοσον χρείαις. ἐὰν γὰρ ἐπιδείξῃ
γενόμενος ἐν τῷ πολιτικῷ καὶ πεφυρμένῳ τούτῳ βίῳ σταθερὸν καὶ
εὐπαίδευτον ἦθος, μεταπέμψομαί σε ἐκεῖθεν (Gen. 27,45), ἵνα τύχῃς
οὗπερ καὶ οἱ σοὶ γονεῖς ἄθλου. τὸ δ’ ἆθλόν ἐστιν ἡ ἀκλινὴς καὶ ἀνένδοτος
τοῦ μόνου θεραπεία σοφοῦ.
ἐκεῖθεν σαυτῷ γυναῖκα ἐκ τῶν θυγατέρων Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός
σου“ (Gen. 28,2).
πάλιν καὶ οὗτος οὐ Σύρον εἶπε τὸν Λάβαν, ἀλλὰ
Ῥεβέκκας ἀδελφόν, μέλλοντα κατ’ ἐπιγαμίαν τῷ ἀσκητῇ κῆδος συνάπτειν.
„ἀπόδραθι οὖν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν,“ τουτέστιν εἰς μέσον τὸν χειμάρρουν
ποταμὸν τοῦ βίου, καὶ μὴ ἐπικλυσθεὶς ἐγκαταποθῇς, στηριχθεὶς δὲ
1 αἰσθήσεως conicio
4 γέγονεν H
5 νευροσπαθῶν H1
6 ἀοράτων L δὲ ss. H2
7 ἀκριβῶς ὄντως τὰς G δόξας H1
9 ἐφαρμόσων G
10 τούτῳ om. Turn.
11 ἀσάλευτον conicio 12.
13 ἀνένδοτος Mang.: ἀνενδοίαστος G, ἀνενδύαστος H
15 Βαιθουὴλ codil. τοὐ om. G
16 σεαυτῷ ἐκεῖθεν conicio; v. LXX et de post. Caini §
76 18 Ῥεβέκας Η1
20 ἐπικλυσθεὶς H1: ἐπικλυσθῆς GH2 ἐνκαταποθῆς (sic) G: ἐγκαταποθείς Η
τὸν γὰρ σοφίας οἶκον εὔδιον καὶ γαληνὸν λιμένα εὑρήσεις, ὃς ἐνορμιζόμενόν σε ῥᾳδίως ὑποδέξεται·
σοφίας δὲ ὄνομα Βαθουὴλ ἐν χρησμοῖς ᾄδεται, τοῦτο δὲ μεταληφθὲν
θυγάτηρ θεοῦ προσαγορεύεται, καὶ γνησία γε θυγάτηρ καὶ ἀειπάρθενος,
ἀψαύστου καὶ ἀμιάντου φύσεως ἐπιλαχοῦσα διά τε τὴν ἑαυτῆς κοσμιότητα
καὶ διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ γεννήσαντος.
πατέρα δὲ τῆς Ῥεβέκκας Βαθουὴλ εἶπε. καὶ πῶς ἥ γε θυγάτηρ τοῦ θεοῦ, σοφία, λέγοιτ’
ἂν ἐνδίκως εἶναι πατήρ; ἢ διότι ὄνομα μὲν θῆλυ σοφίας ἐστίν,
ἄρρεν δὲ ἡ φύσις; καὶ γὰρ αἱ ἀρεταὶ πᾶσαι προσρήσεις μὲν ἔχουσι
γυναικῶν, δυνάμεις δὲ καὶ πράξεις ἀνδρῶν τελειοτάτων· ἐπειδὴ τὸ μετὰ
τὸν θεόν, κἂν εἰ τῶν ἄλλων ἁπάντων πρεσβύτατον εἴη, δευτέραν ἔχον
χώραν θῆλυ ὡς ἂν παρὰ ἄρρεν τὸ τὰ ὅλα ποιοῦν ἐλέχθη κατὰ τὴν πρὸς
τἄλλα ὁμοιότητα· ἀεὶ γὰρ προνομίαν τοῦ ἄρρενος ἔχοντος ἐνδεῖ καὶ
ὑστερίζει τὸ θῆλυ.
λέγωμεν οὖν μηδὲν τῆς ἐν τοῖς ὀνόμασι διαφορᾶς φροντίσαντες τὴν θυγατέρα τοῦ θεοῦ σοφίαν ἄρρενά τε καὶ πατέρα εἶναι,
σπείροντα καὶ γεννῶντα ἐν ψυχαῖς μάθησιν, παιδείαν, ἐπιστήμην, φρόνησιν,
καλὰς καὶ ἐπαινετὰς πράξεις. ἐνθένδε ὁ ἀσκητὴς Ἰακὼβ μνᾶται γάμον
ἑαυτῷ· πόθεν γὰρ
γνώμην ἀνεπίληπτον, ᾗ πάντα συνδιατρίψει τὸν αἰῶνα;
ὁ θεὸς παρέδωκεν αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, δώσω σοι τόπον, οὗ
1 βιαιοτάτην Mang.: βεβαιοτάτην codd. ἑκατέρωθεν] κάτωθεν coni. Mang.
2 ἀνώθει coni. Cobn
3 ἐνορμιζόμενος G
4 Βαιθουὴλ codd.
7 Ῥεβέκας H
8 Βαιθουὴλ H2 εἷπεν H ἥ γε H2: εἴ γε H1 (probat Cohn), ἡ Gv
10 ἄρρην G δ’ H
11 ἐπειδὴ Η2: ἐπεὶ δὲ GH1
12 τὸν om. Η εἰ] ἦ G ἔχον Turn.: ἔχεις G2 ἔχειν G2 ut vid., ἔχει Η
13 θηλυῶσαν G
14 τὰ ἄλλα G
15 λέγωμεν scripsi: λέγω, ras.
1 litterae, μὲν G, λέγομεν H τῆς add. mg. H2
16 τὴν om. G
20 lacunam eis supplendam, quae sequuntur apud Ambros., statuit Mang., sed ea partim ex § 143. 144 partim ex libro de somniis I bausit Ambros.
21 λελάληκε δὲ Mang.: λελάληκεν codd.
22 ἐπιεξῆλθεν H, ἐξῆλθε G
23 tertium τὸ] τε καὶ conicio, cf: §
77 24 ὁ] εἰ Turn.
25 τὰς G: om. H
σαφῶς εἰδώς, ὅτι περιττὸν ὄνομα οὐδὲν τίθησιν,
ὑπὸ τῆς τοῦ πραγματολογεῖν ἀμυθήτου φορᾶς ἠπόρουν κατ’ ἐμαυτόν, διὰ
τί τὸν ἑκουσίως κτείναντα οὐκ εἶπε θανατοῦσθαι μόνον, ἀλλὰ θανάτῳ
θανατοῦσθαι· τίνι γὰρ ἄλλῳ ὁ ἀποθνῄσκων ἢ θανάτῳ τελευτᾷ;
φοιτήσας
οὖν παρὰ γυναῖκα σοφήν, ᾗ σκέψις ὄνομα, τοῦ ζητεῖν ἀπηλλάγην·
ἐδίδαξε γάρ με, ὅτι καὶ ζῶντες ἔνιοι τεθνήκασι καὶ τεθνηκότες ζῶσι.
τοὺς μέν γε φαύλους ἄχρι γήρως ὑστάτου παρατείνοντας νεκροὺς ἔλεγεν
εἶναι τὸν μετ’ ἀρετῆς βίον ἀφῃρημένους, τοὺς δὲ ἀστείους, κἂν τῆς πρὸς
σῶμα κοινωνίας διαζευχθῶσι, ζῆν εἰσαεί, ἀθανάτου μοίρας ἐπιλαχόντας.
διὰ τοῦ προσθεῖναι „ζῆτε ἐν τῇ σήμερον“.
σήμερον δ’ ἐστὶν ὁ ἀπέρατος
καὶ ἀδιεξίτητος αἰών· μηνῶν γὰρ καὶ ἐνιαυτῶν καὶ συνόλως χρόνων
περίοδοι δόγματα ἀνθρώπων εἰσὶν ἀριθμὸν ἐκτετιμηκότων· τὸ δ’ ἀψευδὲς
ὄνομα αἰῶνος ἡ σήμερον. ἥλιος γὰρ οὐκ ἀλλαττόμενος ὁ αὐτός ἐστιν
ἀεί, ποτὲ μὲν ὑπὲρ γῆς ποτὲ δὲ ὑπὸ γῆν ἰών, παρ’ ὃν ἡμέρα καὶ νύξ,
τὰ αἰῶνος μέτρα, διεκρίθησαν —,
ἑτέρῳ δ’ ἐπιστοῦτο τοιῷδε χρησμῷ·
„ἰδοὺ δέδωκα πρὸ προσώπου σου τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον, τὸ ἀγαθὸν
καὶ τὸ κακόν“ (Deut. 30,15.) — οὐκοῦν, ὦ πάνσοφε, τὸ μὲν ἀγαθὸν
καὶ ἡ ἀρετή ἐστιν ἡ ζωή, τὸ δὲ κακὸν καὶ ἡ κακία ὁ θάνατος —· καὶ
ἐν ἑτέροις· „αὕτη ἡ ζωή σου καὶ ἡ μακρότης τῶν ἡμερῶν, ἀγαπᾶν
κύριον τὸν θεόν σου.“ (Deut. 30,20). ὅρος ἀθανάτου βίου κάλλιστος
οὗτος, ἔρωτι καὶ φιλίᾳ θεοῦ ἀσάρκῳ καὶ ἀσωμάτῳ κατεσχῆσθαι.
οὕτως
1 ἐπιθῆτε τὸ (τὸν G2) πλησίον G
4 φθορᾶς G, φορᾶς G2 ut vid.
6 ὁ om. H
7 ἀπηλλάγην Turn.: ἀπηλλάγειν codd.
11 εἰσαεὶ ἀθανάτου H, sed εἰ ἁ iu ras. Η2: εἰς ἀποθανάτου G1, ὡς ἀθανάτου G2
12 ἐπιστοῦτο G2H2: εἰπιστοῦτο G1, εἶτα ἐπιστοῦτο ’ ἑνὶ μέντοι ὧδε G
13 ante κυρίω add. τῶ H1, del. H2
14 οἶδε G: εἶδεν H
16 σήμερον om. L ἀπέραντος coni. Mang.
18 δείγματα coni. Mang.
20 τότε G ὑπέρ GH: ὑπὸ v τότε G ὑπὸ G: ὑπὲρ H
21 ἐπὶ τούτω G2
27 ἀσάρκῳ καὶ ἀσωμάτῳ secl. Cohn κατασχῆσαι Η1 ut vid.
8 cf. Heracliti fragm.
67 Byw.
16 17 cf. vol. I ad p. 118,31. 23.
24 Origenes in Psalin.
88 p. 776: κακία δὲ καὶ ἀγνῶσί θάνατος ψυχῆς λογικῆς, ζωὴ δὲ ἀρετὴ καὶ ὦσις.
οὐ θέμις εἰς ὄψιν ἐλθεῖν τοῦ θεοῦ. καὶ πάλιν τοῦτό ἐστιν ὃ εἶπε κύριος·
„ἐν τοῖς ἐγγίζουσί μοι ἁγιασθήσομαι“ (Lev. 10,3), „νεκροὶ δ’,“ ὡς καὶ
ἐν ὕμνοις λέγεται, „οὐκ αἰνέσουσι κύριον“ (Psalm 113,25)·
ζώντων γὰρ τὸ ἔργον. Κάιν δ’ ὁ ἐναγὴς καὶ ἀδελφοκτόνος οὐδαμοῦ τῆς νομοθεσίας ἀποθνῄσκων εὑρίσκεται, ἀλλὰ καὶ λόγιόν ἐστιν ἐπ’ αὐτῷ χρησθὲν
τοιοῦτον· „ἔθετο κύριος ὁ θεὸς τῷ Κάιν σημεῖον, τοῦ μὴ ἀνελεῖν αὐτὸν
πάντα τὸν εὑρίσκοντα“ (Gen. 4, 15). διὰ τί;
ὅτι, οἶμαι, ἡ ἀσέβεια κακόν ἐστιν ἀτελεύτητον, ἐξαπτόμενον καὶ μηδέποτε σβεσθῆναι δυνάμενον, ὡς
τὸ ποιητικὸν ἁρμόττειν ἐπὶ κακίας εἰπεῖν·
ἀθάνατον δ’ ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν βίῳ, ἐπεὶ πρός γε τὴν ἐν θεῷ ζωὴν
ἄψυχον καὶ νεκρὸν καὶ „κοπρίων“, ὡς ἔφη τις, „ἐκβλητότερον.“
σπουδάζει παλινδρομῆσαι δικαίως· τὸ δὲ κακὸν ἐνταυθοῖ καταμένει, πορρωτάτω
θείου χοροῦ διῳκισμένον, περιπολοῦν τὸν θνητὸν βίον καὶ μὴ
δυνάμενον ἐκ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀποθανεῖν.
τοῦτό τις καὶ τῶν ἐπὶ σοφίᾳ θαυμασθέντων ἀνὴρ δόκιμος ἐφώνησε μεγαλειότερον ἐν Θεαιτήτῳ
φάσκων· „ἀλλ’ οὔτ’ ἀπολέσθαι τὰ κακὰ δυνατόν — ὑπεναντίον γάρ τι
τῷ ἀγαθῷ αἰεὶ εἶναι ἀνάγκη — οὔτε ἐν θείοις αὐτὰ ἱδρῦσθαι, τὴν δὲ
θνητὴν φύσιν καὶ τόνδε τὸν τόπον περιπολεῖν· διὸ καὶ πειρᾶσθαι χρὴ
1 Ναδὰμ H, Δὰβ L Ἀβίου G
2 ἀντικαταλλόμενοι Η τἀγένητον Η, τὰ γενητὰ G
3 ὧν Mang. : ὧ codd. ὅτι scripsi: ὅτε G2, τότε G1H
8 ἐναγὴς G: ἀναιδὴς Β
9 αὐτοῦ coni. Mang.
10 σημεῖον τῷ Κάιν conicio; v. LXX et vol. I p. 297,
22 12 μηδέποτε scripsi: μηδέπω codd.
19 ἔλθῃ v
20 post σπουδάζει add. δὲ, sed rursus del. Η
21 περιπολλῦν L1, περὶ πολλὺν Turn.
22 ἀποδραμεῖν conicio 22.
23 τῶν—ἐφώνησε s. s. H2 24.
25 γάρ τι τῷ ἀγαθῷ e Platone scripsi: γὰρ τῴ θεῶ codd.
25 θεοῖς Platonis textus αὐτὰ G (Plato): ταῦτα H
26 περιπολεῖ Platonis textus
14 Od. μ 118.
16 Heracliti fragra.
85 Byw. 20.
21 cf. Platonis Phaedr. p. 247 Α
24 Platouis Theaet. p. 176 AB.
εἰκότως οὖν ὁ Κάϊν οὐκ ἀποθανεῖται, τὸ κακίας σύμβολον, ἣν ἀεὶ δεῖ
ζῆν ἐν τῷ θνητῷ γένει παρ’ ἀνθρώποις· ὥστ’ οὐκ ἀπὸ σκοποῦ τὸ „θανάτῳ
θανατοῦσθαι“ λέλεκται τὸν ἀνδροφόνον διὰ τὰς δεδηλωμένας αἰτίας.
ὑπηρετούντων ἑτέρων, οὐ δι’ ἑαυτοῦ. τὰς μὲν γὰρ χάριτας καὶ δωρεὰς
καὶ εὐεργεσίας αὐτὸν ἁρμόττει προτείνειν ἅτε ἀγαθὸν καὶ φιλόδωρον ὄντα
φύσει, τὰς δὲ τιμωρίας οὐκ ἄνευ μὲν ἐπικελεύσεως τῆς ἑαυτοῦ βασιλέως
ἅτε ὑπάρχοντος, δι’ ἄλλων δέ, οἳ πρὸς τοιαύτας χρείας εὐτρεπεῖς
εἰσι. μαρτυρεῖ δέ μου τῷ λόγῳ ὁ ἀσκητὴς ἐν οἷς φησιν·
„ὁ θεὸς ὁ
τρέφων με ἐκ νεότητος, ὁ
διὰ τοῦτ’, οἶμαι, καὶ ἡνίκα τὰ τῆς κοσμοποιΐας
ἐφιλοσόφει, πάντα τἄλλα εἰπὼν ὑπὸ θεοῦ γενέσθαι μόνον τὸν
ἄνθρωπον ὡς ἂν μετὰ συνεργῶν ἑτέρων ἐδήλωσε διαπλασθέντα. „εἶπε“
γάρ φησιν „ὁ θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν“ (Gen.
1,26), πλήθους διὰ τοῦ „ποιήσωμεν“ ἐμφαινομένου.
διαλέγεται μὲν
οὖν ὁ τῶν ὅλων πατὴρ ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσιν, αἷς τὸ θνητὸν ἡμῶν τῆς
ψυχῆς μέρος ἔδωκε διαπλάττειν μιμουμέναις τὴν αὐτοῦ τέχνην, ἡνίκα
τὸ λογικὸν ἐν ἡμῖν ἐμόρφου, δικαιῶν ὑπὸ μὲν ἡγεμόνος τὸ ἡγεμονεῦον
ἐν ψυχῇ, τὸ δ’ ὑπήκοον πρὸς ὑπηκόων δημιουργεῖσθαι.
κατεχρήσατο
ἡγήσατο τὴν κακῶν γένεσιν ἑτέροις ἀπονεῖμαι δημιουργοῖς, τὴν δὲ τῶν
ἀγαθῶν ἑαυτῷ μόνῳ.
1 τὸ om. H
2 ὁμοίωσις — γενέσθαι om. H
4 τὸ] τῶ G
9 εὐπρεπὲς H
10 κολάζει Turn.: κολάζειν codd. δι’ add. Cohn
12 ἁρμόττειν H
14 εὐπρεπεῖς v
15 ἐν οἷς om. G
16 prius ὁ] καὶ ὁ G2
16 τῶν om. G
23 μὲν om. L
28 δὲ add. Tnrn. αὑτοῦ II. ἑαυτὸν coni. Mang.
29 ἐννοίας] ἐν e corr. H2
30 ἑταίραις G εἰ GH2: ἦ H1 ut vid.
32 δι’ ὃ H2: δι’ οὗ GH1 ποιήσομεν H
οὗ χάριν ὁ
μὲν κατ’ ἐξοχὴν ἄνθρωπος σὺν τῷ ἄρθρῳ μεμήνυται — λέγεται γάρ·
„ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον,“ τὸν ἀειδῆ καὶ ἄκρατον ἐκεῖνον λογισμόν
—, ὁ δὲ ἄνευ τῆς τοῦδε προσθήκης· τὸ γὰρ· „ποιήσωμεν ἄνθρωπον“
ἐμφαίνει τὸν ἐξ ἀλόγου καὶ λογικῆς συνυφανθέντα φύσεως.
ἑπόμενος τούτοις τό τε εὐλογεῖν τοὺς ἀγαθοὺς καὶ τὸ καταρᾶσθαι τοῖς
ὑπαιτίοις ἀνέθηκεν οὐχὶ τοῖς αὐτοῖς, καίτοι γε ἀμφοτέρων ἐχόντων
ἔπαινον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ μὲν εὐλογεῖν τοὺς ἀξίους ἡγεμονίαν ἔχει τὴν
ἐν ἐγκωμίοις, τὸ δ’ ἀρὰς τοῖς φαύλοις τίθεσθαι δευτέραν τάξιν, τῶν ἐπὶ
ταῦτα χειροτονηθέντων —
ἔταξεν ἐπὶ τῆς εὐλογίας, Συμεών, Λευί, Ἰούδαν, Ἰσσάχαρ, Ἰωσὴφ καὶ
Βενιαμίν, τοὺς δ’ ἑτέρους ἐπὶ τῆς κατάρας, τόν τε πρῶτον καὶ τὸν
ὕστατον τῶν Λείας, Ῥουβὴν καὶ Ζαβουλών, καὶ τοὺς ἐκ τῶν θεραπαινίδων
νόθους τέτταρας (Deut. 27, 12. 13).
τῆς γὰρ βασιλείου καὶ ἱερωμένης φυλῆς οἱ ἡγεμόνες ἐν τῇ προτέρᾳ τάξει χορεύουσιν, Ἰούδας τε καὶ
Λευί. εἰκότως οὖν καὶ τοὺς ἄξια θανάτου δρῶντας ἑτέρων χερσὶν ἐκδίδωσιν ἐπὶ τιμωρίᾳ, βουλόμενος ἡμᾶς ἀναδιδάσκειν, ὅτι ἡ κακοῦ φύσις
μακρὰν ἀπελήλαται χοροῦ θείου, ὁπότε καὶ τὸ μιμηλάζον ἀγαθὸν κακῷ,
ἡ τιμωρία, δι’ ἑτέρων βεβαιοῦται.
τὸ δὲ „δώσω σοι τόπον, οὗ φεύξεται ὁ φονεύσας“ (Exod. 21,13) ἀκουσίως, πάνυ καλῶς εἰρῆσθαί μοι δοκεῖ·
τόπον γὰρ καλεῖ νῦν οὐ χώραν ἐκπεπληρωμένην ὑπὸ σώματος, ἀλλὰ
δι’ ὑπονοιῶν αὐτὸν τὸν θεόν, ἐπειδὴ περιέχων οὐ περιέχεται καὶ ὅτι
καταφυγὴ τῶν ὅλων ἐστί.
θέμις οὖν τῷ δόξαντι τροπῇ χρήσασθαι ἀκουσίῳ φάναι κατὰ θεὸν συμβῆναι τὴν τροπήν, ὅπερ οὐ θέμις τῷ ἑκουσίως
ἁμαρτόντι. „δώσειν“ δέ φησιν οὐ τῷ κτείναντι, ἀλλ’ ᾧ διαλέγεται,
1 ἐπιφέρηται G
4 κεκραμμένου H
5 ἄρθρῳ] G1
7 ὁ δὲ] ὧδε δὲ ἄνθρωπον coni. Mang. δέ G: δ’ ἄνθρωπον Η, δ’ ἄνθρωπος V
10 ὑπεναντίοις Turn. ἀνέθηκεν G: ἔθηκεν Η
14 ἀριθμόν v
15 Λευίν GH Ἰσάχαρ codd.
17 τῶν G: τῆς H Ῥουβὴν G: Ῥουβὶμ H
20 Λευίς GH
21 τιμωρία G: τιμωρίαν H
22 πλησιάζον conicio κακῷ] ὢ ex corr. H2
23 ἡ τιμωρίᾳ Turn.
27 ἐστὶν H
28 ὅπερ Mang. : ὥσπερ codd.
29 ἁμαρτῶντι G
22 cf. ad p. 123,20.
25 cf. Doxographi p. 317, 12. Zeller III
1 p. 181.
ὡς ὀθνείῳ ξένην, οὐχ ὡς πατρίδα ἀστῷ.
νομοθετεῖ φάσκων· „ἐὰν δέ τις ἐπιθῆται τῷ πλησίον ἀποκτεῖναι αὐτὸν
δόλῳ καὶ καταφύγῃ“ (Exod. 21, 14) ἐπὶ τὸν θεόν, τὸν προειρημένον
συμβολικῶς τόπον, παρ’ ὃν ζῆν συμβέβηκε τοῖς πᾶσι· καὶ γὰρ ἑτέρωθί
φησιν· „ὃς ἂν φύγῃ ἐκεῖ, καὶ ζήσεται“ (Deut. 19,5).
ἀλλ’ οὐ
ζωὴ μέν ἐστιν αἰώνιος ἡ πρὸς τὸ ὂν καταφυγή, θάνατος δ’ ὁ ἀπὸ τούτου
δρασμός; εἰ δέ τις ἐπιτίθεται, πάντως ἐκ προνοίας ἀδικεῖ, καὶ τὸ
σὺν δόλῳ πραττόμενον ἑκουσίως ἔνοχον, ὡς τὸ ἀδόλως ἔμπαλιν οὐδ’
ὑπαίτιον.
οὐδὲν οὖν τῶν ὑπούλως καὶ δολερῶς καὶ ἐκ προνοίας πραττομένων
ἀδικημάτων ἄξιον λέγειν γίνεσθαι κατὰ θεόν, ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς
αὐτούς. ἐν ἡμῖν γὰρ αὐτοῖς, ὡς ἔφην, οἱ τῶν κακῶν εἰσι θησαυροί,
παρὰ θεῷ δὲ οἱ μόνων ἀγαθῶν.
ὃς ἂν οὖν καταφύγῃ, τὸ δ’ ἐστὶν ὃς
ἂν τῶν ἁμαρτημάτων μὴ ἑαυτὸν ἀλλὰ θεὸν αἰτιᾶται, κολαζέσθω, τῆς
μόνοις ἱκέταις πρὸς σωτηρίαν καὶ ἀσφάλειαν καταφυγῆς, τοῦ βωμοῦ,
στερούμενος, καὶ μήποτ’ εἰκότως· ἀμώμων γὰρ ἱερείων, λέγω δὲ ψυχῶν
ἀσινῶν καὶ κεκαθαρμένων, τὸ
θεῖον.
φίλαυτοι δὴ μᾶλλον ἢ φιλόθεοι σπουδάσαντες οἱ τοιοῦτοι τρόποι
πάντες εἶναι βαινέτωσαν ἔξω περιρραντηρίων, ἵν’ ὡς μιαροὶ καὶ ἀκάθαρτοι
μηδ’ ἐξ ἀπόπτου τὴν ἱερὰν φλόγα τῆς ἀνακαιομένης ἀσβέστου
ψυχῆς καὶ θεῷ καθαγνιζομένης ὁλοκλήρῳ καὶ παντελεῖ δυνάμει θεάσωνται.
παγκάλως τις τῶν πάλαι σοφῶν εἰς ταὐτὸ τοῦτο συνδραμὼν
ἐθάρρησεν εἰπεῖν, ὅτι „θεὸς οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἀλλ’ ὡς οἷόν
7 καὶ καταφύγῃ Mang.: καὶ καταφύγῃ ποιεῖ ποῖ; coni. Cohn) GH, καταφύγῃ ποιεῖ L, καταφυγὴν ποεῖ Turn.
9 ἀλλ’ οὐ] ἀλλὰ G2
11 δὴ scrib. et lin. 8—10 καὶ γὰρ—δρασμός parenthesis ponenda τὸ] τῶ G1
12 ἑκουσίως G2 (Mang.): ἐκουσίοις G1H
15 κακῶν Mang. : κακιῶν codd.
16 οἱ scripsi: ras.
2 litt. in G, οὐ H οὖν s. s. H2 τὸν θεὸν ν μόνης H2 πρὸς G: εἰς Η δεδομένης vid. add.
19 στερόμενος coni. Cohn μήτ᾿ G1
21 καὶ secl. llung.
22 τοιοῦτον τρόπον H1 v, τοιουτότροποι Mang.
23 βαινέτωσαν G: μενέτωσαν H
25 καθαγιζομένης coni. Mang.
27 Platonis Theaet. p. 176 C.
δοκοῦσαι καὶ σοφίαι ἐν μὲν πολιτικαῖς δυναστείαις γιγνόμεναι φορτικαί, ἐν δὲ τέχναις βάναυσοι.“
μονονοὺ γὰρ βοᾷ καὶ κέκραγεν, ὅτι τῶν εἰς τὸ θεῖον βλασφημούντων οὐδενὶ συγγνώμης μεταδοτέον. εἰ γὰρ οἱ τοὺς θνητοὺς κακηγορήσαντες
γονεῖς ἀπάγονται τὴν ἐπὶ θανάτῳ, τίνος ἀξίους χρὴ νομίζειν τιμωρίας
τοὺς τὸν τῶν ὅλων πατέρα καὶ ποιητὴν βλασφημεῖν ὑπομένοντας; τίς
δ’ ἂν γένοιτο αἰσχίων κακηγορία ἢ τὸ φάσκειν μὴ παρ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ
παρὰ θεὸν γένεσιν εἶναι τῶν κακῶν;
ἐλαύνετε οὖν, ἐλαύνετε, ὦ μύσται καὶ ἱεροφάνται θείων ὀργίων, τὰς μιγάδας καὶ σύγκλυδας καὶ πεφυρμένας,
δυσκαθάρτους καὶ δυσεκπλύτους ψυχάς, αἳ ἄκλειστα μὲν ὦτα, ἄθυρον δὲ
γλῶτταν, ὄργανα τῆς ἑαυτῶν βαρυδαιμονίας εὐτρεπῆ, περιφέρουσιν, ἵνα
καὶ πάντων καὶ ὧν μὴ θέμις ἀκούωσι καὶ πάντα καὶ ὅσα μὴ χρεὼν
ἐκλαλῶσιν.
ὅσοι δὲ διαφορὰν ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων ἐπαιδεύθησαν καὶ εὔφημον στόμα ἀντὶ κακηγόρου γλώττης ἔλαχον, κατορθοῦντες μὲν ἐπαινετοί, σφαλλόμενοι δὲ μὴ κατὰ γνώμην οὐ πάνυ ψεκτοί· διὸ καὶ πόλεις αὐτοῖς εἰς καταφυγὴν ἀπεκρίθησαν (Num. 35).
1 καὶ om. H ἡ ὃς ἂν in mg Η2 ἡμῶν orn. Turn. αὖ Plato: εὖ codd., οὐ Tiini.
2 ὅτι δικαιότατος om. H περὶ] παρὰ coni. Mang. τοῦτον] ῥώμη δὲ s. s. Η2, ῥώμη τε v
3 οὐδενία τε scripsi; οὐδέν ἰᾶται G(H1?), οὐδένειά τε ex corr. H2 ἀρετὴ s. s. Η2
4 ἄγνοια G: ἄνοια H, ἀνθρωπεία Mang. ex codice Oxon. Coll. Novi 143
5 δοκοῦσαι] τε δοκοῦσαι Plato 5.
6 φροντισταὶ Η, ante quod add. καὶ, sed rursus del.
8 μητέρα
75 πατέρα H 8.
9 καὶ ὁμοίως — τελευτάτω om. Η
9 καὶ] ἡ conicio
10 μόνον γὰρ οὐ G, μονονοὺκ ἄρα conicio ἐκβοᾷ coni. Mang.
11 κατηγορήσαντες Η
12 ἀξίου Η
13 τὸν om. v
14 παρ᾿ G (Mang.): περὶ H
15 παρὰ G (Mang.): περὶ H
17 δυσεκπλύντους v ἄκλυστα H
19 primum καὶ fort. secl. ἀκούωσιν G 19.
20 καὶ πάντων (sic G, πάντα scripsi)—ἐκλαλῶσιν G: om. H
21 κατηγόρου Η
24 ἀκριβῶσαι] ἀκριβ H2 in ras., ante β ras. in Η δὲ Η
13 ibid. 2,6: competenter itaque Levitarum civitates datas ad refugium primo explicandum est. congrue autem provisum liquet, quia Levitae fugitantes sunt nnindi huius, (qui add. Schenkl) ut placeant deo, relinquant (relinquunt conicio) patriain parentes filios omnem cognationem, ut adhaereant uni deo. — 2,7: fugitans igitur est suorum sacri altaris eius minister. 10—12 cf. ibid. 2,7 p. 167, 23 Sch., ubi pro loco Deut. locos N.T. laudat Ambrosius. 12—15 ibid. 27 cui deus portio est (Deut. 18,2) nihil debet curare nisi deum, ne alterius impediatur necessitatis munere . . . haec enim vera est sacerdotis fuga, abdicatio domesticorum et quaedam alienatio carissimorum, iit suis se abneget, qui servire deo gestit. recte ergo fugaces fugacibus commendavit aeternae legis sanctio, ut qui hunc mundum obliti sunt eos recipiant qui peccata sua condemnantes atque opera oblivionem vitae superioris expetant.
λεκτέον οὖν περὶ ἑκάστου τὰ ἁρμόττοντα, ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ πρώτου λαβόντας. εἰς τὰς ἀπονεμηθείσας Λευίταις μόνοις πόλεις φεύγειν διείρηται πάνυ προσηκόντως· καὶ γὰρ οἱ Λευῖται τρόπον τινὰ φυγάδες εἰσίν, ἕνεκα ἀρεσκείας θεοῦ γονεῖς καὶ τέκνα καὶ ἀδελφοὺς καὶ πᾶσαν τὴν θνητὴν συγγένειαν ἀπολελοιπότες.
ὁ γοῦν ἀρχηγέτης τοῦ θιάσου τούτου λέγων
εἰσάγεται τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρί· „οὐχ ἑώρακα ὑμᾶς, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς
οὐ γινώσκω, καὶ τοὺς υἱοὺς ἀπογινώσκω“ (Deut. 33,9) ὑπὲρ τοῦ
δίχα μεθολκῆς θεραπεύειν τὸ ὄν. ἡ δ’ ἀψευδὴς φυγὴ στέρησις τῶν
οἰκειοτάτων καὶ φιλτάτων ἐστίν. φυγάδας οὖν φυγάσι παρακατατίθεται
πρὸς τὴν ὧν εἰργάσαντο ἀμνηστίαν, δι’ ὁμοιότητα ἔργων.
ἆρ’ οὖν διὰ
4 αἱ δ’ ἕτεραι Turn.: τἀς δ’ ἑτέρας codd., quod seniari potest verbo addito
7 λαβόντι coni. Mang-. διείρηται H-: διαιρεῖται G (H1?)
8 οἱ om. H
14 εἰκαιοτάτων G ἐστὶ G ἐστὶ καὶ φυγάδας φυγάσι v
15 ἀμνηστείαν codd.
καὶ τὸν ἔγγιστα“ (Exod. 32,27), ἀδελφὸν μὲν ψυχῆς τὸ σῶμα, τὸ
δὲ λογικοῦ πλησίον τὸ ἄλογον, τὸν δὲ ἔγγιστα νοῦ τὸν προφορικὸν λόγον.
οὕτως γὰρ ἂν μόνως θεραπευτικὸν γένοιτο τοῦ τῶν ὄντων ἀρίστου τὸ ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ἄριστον, πρῶτον μὲν εἰ ἀναλυθείη ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν,
διαζευχθέντος καὶ διακοπέντος αὐτῷ τοῦ ἀδελφοῦ σώματος καὶ τῶν
ἀνηνύτων ἐπιθυμιῶν· εἶτα τῆς ψυχῆς ἀποβαλούσης, ὡς ἔφην, τὸ πλησίον
τοῦ λογικοῦ, τὸ ἄλογον — καὶ γὰρ αὐτὸ χειμάρρου τρόπον πενταχῇ
σχιζόμενον διὰ πασῶν τῶν αἰσθήσεων οἷα δεξαμενῶν τὴν τῶν
παθῶν ἀνεγείρει φοράν —·
εἶθ’ ἑξῆς τοῦ λογισμοῦ διοικίσαντος καὶ διαζεύξαντος τὸν ἐγγυτάτω δοκοῦντα εἶναι, τὸν προφορικὸν λόγον, ἵν’ ὁ
κατὰ διάνοιαν ἀπολειφθῇ μόνος, ἔρημος σώματος, ἔρημος αἰσθήσεως,
ἔρημος γεγωνοῦ λόγου προφορᾶς· ἀπολειφθεὶς γάρ, τῇ κατὰ τὴν μόνωσιν διαίτῃ χρώμενος, τὸ μόνον
ὅτι ἡ Λευιτικὴ φυλὴ νεωκόρων καὶ ἱερέων ἐστίν, οἷς ἡ τῶν ἁγίων ἀνάκειται λειτουργία·
λειτουργοῦσι δὲ καὶ οἱ τὸν ἀκούσιον φόνον δρῶντες, εἴ γε
κατὰ Μωυσῆν "ὁ θεὸς παραδίδωσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν“ (Exod.
21, 13) τοὺς θανάτου ἄξια εἰργασμένους πρὸς ἀναίρεσιν. ἀλλ’ οἱ μὲν
ἐτάχθησαν ἐπὶ τῷ τοὺς ἀγαθοὺς σεμνύνειν, οἱ δ’ ἐπὶ τῷ τοὺς ὑπαιτίους
1 ὅτι addidi
2 ante μόσχον las. in Η
3 κατέκτεινον Η, κατέκτεινεν conicio et lin.
11 χρησαμένη 3.
4 κατοκωχὴ. G: κατακωχῆ H
4 θεοφορήτῳ — κτείνει om. G
5 τὸ G: τοῦ H
7 ἄν G: om. Η
8 ἀκολουθείη G ὁ G: om. H
9 διακοπέντος] διοικισθέντος coni. Mang. αὐτοῦ conicio
10 ἀποβαλούσης Turn.: ἀποβαλλούσης GH
11 χειμάρρουν G
13 διοικίσαντος Turn.: διοικήσαντος GH
15 ἀπολειφθῇ Turn.: ἀποληφθῇ GH
10 γεγωνοῦ λόγου scripsi: γεγωνοῦ G1 (?). γεγονὼς G2, γε τε Mang.) λόγου II
17 ὂν add. Mang.
21 Μωσῆν codd.
23 τῶ τὸ H τῶ G: τὸ H
8 p. 108,7. 8. 19. 20: et ideo exul est mundi: fugitans corporis, fugitans passionum abdicat se omnibus, ut solus remaneat . . . percussus igitur Levitiijo gladio moriatur sensus carnis in nobis, ut vivat anima nostra. 18—22 iliid. 2,8 p. 168,12—15: est etiam ilia causa, quia Levitae ministri sunt dei. et ideo ipsorum civitates fugientibus homicidis per legem deputantur, quia ipsis ius est divina mandata exsequi circa eos qui crimeu mortale admiserint.
κολάζειν.
αἱ δ’ ἄλλαι πέντε, ὡς ἂν ἀποικίαι, δυνάμεις εἰσὶ τοῦ λέγοντος, ὧν
ἄρχει ἡ ποιητική, καθ’ ἣν ὁ ποιῶν λόγῳ τὸν κόσμον ἐδημιούργησε·
δευτέρα δ’ ἡ βασιλική, καθ’ ἣν ὁ πεποιηκὼς ἄρχει τοῦ γενομένου· τρίτη
δ’ ἡ ἵλεως, δι’ ἧς ὁ τεχνίτης οἰκτείρει καὶ ἐλεεῖ τὸ ἴδιον ἔργον· τετάρτη
δ’ ἡ * * * νομοθετικῆς μοῖρα, δι’ ἧς ἃ μὴ χρὴ γίνεσθαι ἀπαγορεύει.
πάγκαλοι δὲ καὶ εὐερκέσταται πόλεις, ἀξίων σῴζεσθαι ψυχῶν τὸν αἰῶνα
ἄρισταί γε καταφυγαί· χρηστὴ δὲ καὶ φιλάνθρωπος ἡ διάταξις, ἀλεῖψαι καὶ
ῥῶσαι πρὸς εὐελπιστίαν
προτρέπει
δὴ τὸν μὲν ὠκυδρομεῖν ἱκανὸν συντείνειν ἀπνευστὶ πρὸς τὸν ἀνωτάτω
4 ὀχυρωτάτη H
5 πόλις s. s. H2 ἐστὶν H
6 ὄντος coni. Mang., λεχθέντος vir doctus apud Mang., ἡγεμόνος conicio
7 ἡ G2: om. G1H, μὲν ἡ conicio δ’ ἠ H: δὴ G1, δὲ ἡ G2 δ’ ἡ H: δὴ G νομοθετικὴ H lacunam ex Ambrosio supplendaui (e. gr. νομοθετική, δι’ ἧς προστάττει
3 δεῖ, πέμπτη δ’ ἡ. cf. § 98. 100. 104) hic statuo, Mang. post ἀπαγορεύει 1.3 ῥῶσαι] συγκροτῆσαι coni. Mang. ἱκανή add. Mang., ἧς Diels
14 ἀναδεῖξαι G2H2: ἀνέδειξε G1H1 διαφθοράς G
15
2 —
15 ibid. 2,9: sex autem civitatum refugia sunt ita, ut prima civitas sit cognitio verbi et ad imaginem eius forma vivendi . . . haec igitur civitas velut metropolis, cui adiacent aliae quinque civitates Levitanim. secunda est civitas consideratio divinae operationis, qua creatus est mundus. tertia civitas est contemplatio potestatis regiae et maiestatis aeternae. quarta civitas propitiationis divinae contuitus. quinta civitas legis divinae contemplatio, quae praecipit quid faciendum sit. sexta quoque civitas portio legis, quae praescribit quid non faciendum sit. quanta abundantia divinae misericordiae, quantae divitiae pietatis eius, ut singulorum studia fragilitatesque humanae condicionis considerans, quibus et inviti ac reluctantes ad culpam ducimur et non voluntaria delicta victi inlecebris frequenter committimus, diversa nobis refugia proponeret. cf. etiam 2,12 p. 172,4.5 cum lin. M. 15.—131,6 ibid. 2, 10: primum igitur remedium, ut . . . sine ulla conperendinatione . . . ad ipsam rerum arcem omnium properet, ubi verbum est dei ... ubi est fons sapientiae, unde pro morte vitae aeternae hauriat potum inmortalem. secuudum est remedium, ut qui non potest cognitionem boni illius praelibare et tardior vel ingenio est vel fidei conprehensione . . . saltem opera domini consideret atque ex his quae facfa sunt tanti contempletur operis auctorem, quoniam ex his bonis, quae sunt in constitutione istius creaturae . . . ., bonum illud summum atque aeternura conprehenditur .... nonne his quamvis tardum ingenium diligere auclorem suum provocatur? . . . ergo operatoria virtus dei, etsi non videtur, tamen ex suis operibus aestimatur . . . . . —9 ibid.: tertius ordo est regalis potestatis contemplatio, ut subiciamur regi, si non deferimus tamquam parenti. metu enim praesideritis plerumque fit oboediens potestati qui est salutis iugratus, ut necessitatem sobrietatis agnoscat qui noluit ac nequivit gratiam pietatis aguoscere. corrigit enira necessitas quem pietas provocare debuerat. cf. etiam 2,11. 9—17 ibid.2,12: qui descenderint ergo ex illis superioribus virtutibus ad haec inferiora . . ., habent propiora hominis refugia quae petant ut . . . sperent dominum sibi reconciliari posse, si veniam petant, sperent posse corrigi, si praecepta sequantur caelestium testamentorum, quibus aut informamur ad innocentiam aut revocaraur a culpa. haec igitur intra lordanen civitates sequentes sunt, ut propitiemus nobis deum, sequamur quae iubet, vitemus quae prohibet. sit ergo propitiandae divinitatis ambitio, sequendae praeceptionis oboeditio, interdictae praevaricationis cautio, quibus propitiatoriam dei misericordiam et nomotheticen eius providentiam vel institutorum obsequio vel interdictorum declinatione veneremur.
πᾶν καταλαβόντι μεγάλου κτῆσις ἀγαθοῦ περιγίνεται, ἡ τοῦ πεποιηκότος
ἐπιστήμη, ἡ δ’ εὐθὺς ἀναπείθει τὸ γενόμενον ἐρᾶν τοῦ φυτεύσαντος —·
τὸν δὲ μὴ οὕτως ἕτοιμον ἐπὶ τὴν βασιλικήν — φόβῳ γὰρ ἄρχοντος τὸ ὑπήκοον, εἰ καὶ μὴ εὐνοίᾳ πατρὸς τὸ ἔκγονον, ἀνάγκῃ σωφρονιζούσῃ
νουθετεῖται —· τῷ δὲ μὴ φθάνοντι πρὸς τοὺς λεχθέντας ὅρους ὡς
μακρὰν διεστῶτας ἀφικνεῖσθαι καμπτῆρες εἴσω πεπήγασιν ἕτεροι δυνάμεων
ἀναγκαίων, τῆς ἵλεω, τῆς προσταττούσης ἃ δεῖ, τῆς ἀπαγορευούσης
ἃ μὴ δεῖ.
ὅ τε γὰρ προλαβών,
πειθαρχῶν οἷς ἂν προστάττῃ πᾶσιν εὐδαιμονήσει· ὁ δ’ ὕστατος ὑστάτην
εὑρήσεται καταφυγήν, ἀποτροπὴν κακῶν, εἰ καὶ μὴ μετουσίαν προηγουμένων ἀγαθῶν.
1 ἀρρυσάμενος H2
3 Μωσῆς codd.
4 ἐκοσμήθη H ὄντι G1 ut vid. γέγονεν
11 5 μεγάλου Mang.: μεγάλη codd.
7 οὕτως G (Turn.): οὔτε Η
8 ἀνάγκης σωφρονιζούσης conicio
9 φθάνοντι G (Turn.): φθονοῦντι H
12 τε] e corr. H2
14 ἀμνηστείας GH1
15 προστάττει Η εὐδαιμονήση G
17 αἱ addidi φυγαδευτηρίων Η1
ὁ δ’ ὑπεράνω τούτων λόγος θεῖος εἰς ὁρατὴν
οὐκ ἦλθεν ἰδέαν, ἅτε μηδενὶ τῶν κατ’ αἴσθησιν ἐμφερὴς ὤν, ἀλλ’
αὐτὸς εἰκὼν ὑπάρχων θεοῦ, τῶν νοητῶν ἅπαξ ἁπάντων ὁ πρεσβύτατος,
ὁ ἐγγυτάτω, μηδενὸς ὄντος μεθορίου διαστήματος, τοῦ μόνου, ὅ ἔστιν
ἀψευδῶς, ἐφιδρυμένος. λέγεται γάρ· „λαλήσω σοι ἄνωθεν τοῦ ἱλαστηρίου,
ἀνὰ μέσον τῶν δυεῖν Χερουβίμ“ (Exod. 25, 21), ὥσθ’ ἡνίοχον
μὲν εἶναι τῶν δυνάμεων τὸν λόγον, ἔποχον δὲ τὸν λαλοῦντα, ἐπικελευόμενον
τῷ ἡνιόχῳ τὰ πρὸς ὀρθὴν τοῦ παντὸς ἡνιόχησιν.
ὁ μὲν οὖν
ἄνευ τροπῆς, ἑκουσίου μὲν ἄπαγε, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀκουσίου γεγονώς,
αὐτὸν τὸν θεὸν κλῆρον ἔχων (Deut. 10,9), ἐν αὐτῷ μόνῳ κατοικήσει·
οἱ δ’ οὐκ ἐκ προνοίας ἀλλ’ ἀβουλήτοις χρησάμενοι σφάλμασι καταφυγὰς
ἕξουσι τὰς εἰρημένας ἀφθόνους καὶ πλουσίας οὕτως.
τῶν δὲ πρὸς καταφυγὴν πόλεων τρεῖς μέν εἰσι πέραν, αἳ μακρὰν ἡμῶν τοῦ γένους ἀφεστᾶσι. τίνες αὗται; ὁ τοῦ ἡγεμόνος λόγος καὶ ἡ ποιητικὴ καὶ βασιλικὴ δύναμις αὐτοῦ· τούτων γὰρ ὅ τε οὐρανὸς καὶ σύμπας ὁ κόσμος ἐπικοινωνεῖ.
αἱ δὲ προσεχεῖς ἡμῖν καὶ ἐφαπτόμεναι τοῦ τῶν ἀνθρώπων
ἐπικήρου γένους, ᾧ μόνῳ συμβέβηκε διαμαρτάνειν, αἱ ἐντός εἰσι τρεῖς,
ἡ ἵλεως, ἡ προστακτικὴ τῶν ποιητέων, ἡ ἀπαγορευτικὴ τῶν μὴ ποιητέων·
αὗται γὰρ ἤδη ἡμῶν ἐφάπτονται. τίς γὰρ ἀπαγορεύσεως χρεία
τοῖς μὴ μέλλουσιν ἀδικήσειν, τίς δὲ προστάξεως τοῖς μὴ πεφυκόσι σφάλλεσθαι,
τίς δὲ τῆς ἵλεω τοῖς μηδ’ ὅλως ἁμαρτησομένοις; ἀλλὰ τό γε
ἡμέτερον γένος χρεῖον γέγονε τούτων διὰ τὸ πεφυκέναι καὶ ἐπικλινῶς
ἔχειν πρός τε τὰ ἑκούσια καὶ ἀκούσια ἁμαρτήματα.
3 ἐπίθημα G(H1?): ἐπίθεμα H2
5 ὑφιδρυμένα L
7 εἰκὼν om. G
8 τοῦ μόνου Turn.: τῶ μόνον G, τὸ μόνον H
9 ἐφιδρυμένος scripsi: ἀφιδρυμένος codd.
10 δυοῖν Η χερουβεὶμ G
15 ἀλλὰ βουλῆ τοῖς G χρησάμενοι H2: : χρησαμένοις ’ 1(5 post εἰρημένας vid. add. πόλεις οὕτως] οὔσας conicio οὕτω δέ τῶν v
18 ἀφεστᾶσιν
11 jtrius καὶ ’’: om. GH1
20 ἐπικοινωνεῖ scripsi: ἐπικοινωναὶ H, ἐπικοινωνίαι G, ἐστί. κοινωναὶ V αἱ δέ προσεχεῖς Cohn (cf. modo adnotata): δέ προσεχεῖς codd., δέ καὶ προσεχεῖς v
23 δὴ coni. Mang.
25 τῆς] τοῖς G
28 προτεθέντων L
εἰσί· καὶ οἱ μὲν νέοι, οἱ δὲ πρεσβῦται καθίστανται·
καὶ τῶν ἑαλωκότων ἐπ’ ἀκουσίῳ φόνῳ οἱ μὲν ἐν ἀρχῇ τῆς ἱερωσύνης ἐφυγαδεύθησαν, οἱ
δ’ ἤδη μέλλοντος τελευτᾶν τοῦ ἱερωμένου, ὡς τοὺς μὲν αἰῶνα μακρόν
τινα τῆς πατρίδος ἐστερῆσθαι, τοὺς δ’ αὐτὸ μόνον ἡμέραν, εἰ τύχοι,
μεθ’ ἣν τὸν αὐχένα ἐπαίροντες καὶ φρυαττόμενοι καὶ γελῶντες τοὺς
ἄγχιστα γένους τῶν ἀνῃρημένων ἀφίξονται.
τὸ ἄπορον οὖν καὶ δυσαπολόγητον ἀποδρασόμεθα τῆς δι’ ὑπονοιῶν φυσικῆς ἀποδόσεως ἐφιέμενοι. λέγομεν γὰρ τὸν ἀρχιερέα οὐκ ἄνθρωπον ἀλλὰ λόγον θεῖον εἶναι πάντων οὐχ ἑκουσίων μόνον ἀλλὰ καὶ ἀκουσίων ἀδικημάτων ἀμέτοχον.
οὔτε γὰρ ἐπὶ πατρί, τῷ νῷ, οὔτε ἐπὶ μητρί, τῇ αἰσθήσει, φησὶν αὐτὸν
Μωυσῆς (Lev. 21,11) δύνασθαι μιαίνεσθαι, διότι, οἶμαι, γονέων ἀφθάρτων
καὶ καθαρωτάτων ἔλαχεν, πατρὸς μὲν θεοῦ, ὃς καὶ τῶν συμπάντων
ἐστὶ πατήρ, μητρὸς δὲ σοφίας, δι’ ἧς τὰ ὅλα ἦλθεν εἰς γένεσιν·
καὶ διότι τὴν κεφαλὴν κέχρισται ἐλαίῳ, λέγω δὲ τὸ ἡγεμονικὸν φωτὶ αὐγοειδεῖ περιλάμπεται, ὡς ἀξιόχρεως "ἐνδύσασθαι τὰ ἱμάτια“ νομισθῆναι
— ἐνδύεται δ’ ὁ μὲν πρεσβύτατος τοῦ ὄντος λόγος ὡς ἐσθῆτα τὸν
κόσμον (γῆν γὰρ καὶ ὕδωρ καὶ ἀέρα καὶ πῦρ καὶ τὰ ἐκ τούτων ἐπαμπίσχεται),
ἡ δ’ ἐπὶ μέρους ψυχὴ τὸ σῶμα, ἡ δὲ τοῦ σοφοῦ διάνοια
τὰς ἀρετάς —·
καὶ ὅτι τὴν κεφαλὴν „οὐδέποτε ἀπομιτρώσει“, τὸ βασίλειον οὐκ ἀποθήσεται διάδημα, τὸ σύμβολον τῆς οὐκ αὐτοκράτορος
μέν, ὑπάρχου δὲ καὶ θαυμαστῆς ἡγεμονίας, "οὐδ’ αὖ τὰ ἱμάτια διαρρήξει“
(Lev. 21, 10)·
ὅ τε γὰρ τοῦ ὄντος λόγος δεσμὸς ὢν τῶν
1 παρέχουσαν H1
4 οἱ μέν addidi, οἱ μὲν γὰρ μακροβιώτατοι coni. Alang.
4 οἱ δὲ ὀλιγοχρονιώτατοι s. s. H2
10 ἔγγιστα v ἀνηρημένων G2: ἀνημέρων ’H II.
12 ἐφαπτόμενοι coni. Mang.
13 μόνων H
15 Μωσῆς codd.
16 ἔλαχε G
18 κέχριται G
23 ἀπομητρώσει G
σοφοῦ νοῦς ἀρρήκτους καὶ ἀπήμονας διαφυλάττει τὰς ἀρετάς, τὴν φυσικὴν αὐτῶν συγγένειάν τε καὶ κοινωνίαν ἁρμοσάμενος εὐνοίᾳ παγιωτέρᾳ.
τούτῳ καὶ παρθένος ἐκ τοῦ ἱεροῦ γένους ἁρμόζεται, καθαρὰ
καὶ ἀμίαντος καὶ ἀδιάφθορος εἰς ἀεὶ γνώμη· χήρας γὰρ καὶ ἐκβεβλημένης
καὶ βεβήλου καὶ πόρνης ἀνὴρ οὐδέποτε γίνεται (ibid. 13.14),
πόλεμον ἄσπονδον καὶ ἀκήρυκτον πρὸς αὐτὰς ἀεὶ συγκροτῶν. ἐχθρὸν
γὰρ αὐτῷ τὸ χηρεύειν ἀρετῆς καὶ ἐκβεβλῆσθαι καὶ πεφυγαδεῦσθαι πρὸς
αὐτῆς καὶ πᾶν ὅ τι ἂν ᾖ βέβηλον πεῖσμα καὶ ἀνίερον· τὸ δὲ πολυμιγὲς
καὶ πολύανδρον καὶ πολύθεον, ἄθεον μὲν οὖν κακόν, πόρνην, οὐδὲ
προσιδεῖν ἀξιοῖ, τὴν ἕνα ἄνδρα καὶ πατέρα τὸν ἡγεμόνα θεὸν ἐπιγεγραμμένην
ἠγαπηκώς.
ὑπερβολή τις περὶ τὸν τρόπον τοῦτον τελειότητος
ἐνορᾶται. τὸν μέν γε τὴν μεγάλην εὐξάμενον εὐχὴν οἶδέ που καὶ ἀκουσίως
σφαλλόμενον, εἰ καὶ μὴ ἑκουσίῳ γνώμῃ· λέγει γάρ· „ἐὰν δέ τις
ἀποθάνῃ ἐπ’ αὐτῷ ἐξάπινα, παραχρῆμα μιανθήσεται“ (Num. 6, 9)·
τὰ γὰρ ἀβούλητα ἔξωθεν αἰφνίδιον κατασκήπτοντα παραχρῆμα τὴν ψυχὴν
οὐ πρὸς αἰῶνα μήκιστον μιαίνει, ἅτε ὄντα ἀκούσια. τούτων δ’ ὁ
1 ἀπάντων ἄρρηκτος καὶ coni. Mang. ὡς om. GH1 εἴργεται G2 κωλύων G: κωλύει Η, καὶ κωλύει H2
2 ἥ τ’ G2: ἥ τε H2, εἴτε G1 (H1) καθ’ ὅσον codd.
7 παγειοτέρα G, παγιωτάτῃ coni. Mang.
8 οὗτος H2: οὕτως G(H1) τετελευτηκυῖαν H2: τετελευτηκῶσαν G(H1) Μωσῆς codd.
10 προσβάλλει G1 ut vid.
11 ἱερατικοῦ coni. Mang.
14 αὐτοὺς G
17
18 τὴν e corr. Η2
19 τελειότατος G
20 οὐδέπου coni. Mang.
21 μὴ καὶ V
24 τὰ G: τῶν Η ἀβούλητα scripsi: ἀβουλήτων H2, ἀβουλούντων G(H1) fort. τῶν γάρ ἀβουλήτων τινὰ scrib.
25 ἅτε H: ἄν τε G post ἀκούσια add. τύχοι G2
ταῦτα δ’ οὐκ ἀπὸ σκοποῦ μοι λέλεκται, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ διδάξαι, ὅτι φυσικωτάτη προθεσμία καθόδου φυγάδων ὁ τοῦ ἀρχιερέως ἐστὶ θάνατος (Num. 35,25).
ἕως μὲν γὰρ ὁ ἱερώτατος οὗτος λόγος ζῇ καὶ περίεστιν ἐν
ψυχῇ, ἀμήχανον τροπὴν ἀκούσιον εἰς αὐτὴν κατελθεῖν· ἀμέτοχος γὰρ
καὶ ἀπαράδεκτος παντὸς εἶναι πέφυκεν ἁμαρτήματος. ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ,
οὐκ αὐτὸς διαφθαρείς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἡμετέρας ψυχῆς διαζευχθείς, κάθοδος
εὐθὺς δίδοται τοῖς ἑκουσίοις σφάλμασιν· εἰ γὰρ μένοντος καὶ
ὑγιαίνοντος ἐν ἡμῖν ἐξῳκίζετο, μετανισταμένου πάντως εἰσοικισθήσεται.
γέρας γὰρ ἐξαίρετον ὁ ἀμίαντος ἀρχιερεύς, ἔλεγχος, ἐκ φύσεως κεκάρπωται τὸ μηδέποτ’ εἰς αὑτὸν παραδέξασθαι τόπον γνώμης ὄλισθον.
διόπερ ἄξιον εὔχεσθαι ζῆν ἐν ψυχῇ τὸν ἀρχιερέα ὁμοῦ καὶ βασιλέα,
δικαστὴν ἔλεγχον, ὃς ὅλον ἡμῶν τὸ διανοίας ἀποκεκληρωμένος δικαστήριον
ὑπ’ οὐδενὸς τῶν ἀγομένων εἰς κρίσιν δυσωπεῖται.
χρήσιμον δὲ καὶ τὰ περὶ εὑρέσεως καὶ
ζητήσεως φιλοσοφηθέντα τῷ νομοθέτῃ μὴ ἡσυχασθῆναι. τοὺς μὲν γὰρ
εἰσάγει μηδὲν μήτε ζητοῦντας μήτε εὑρίσκοντας, τοὺς δὲ ἐν ἑκατέρῳ
κατορθοῦντας, ἐνίους δὲ θάτερον περιπεποιημένους, ὧν οἱ μὲν ζητοῦντες
οὐχ εὑρίσκουσιν, οἱ δ’ εὑρίσκουσιν οὐ ζητήσαντες.
οἱ μὲν οὖν μήτε εὑρέσεως μήτε ζητήσεως ἐφιέμενοι τὸν λογισμὸν ἀπαιδευσίᾳ καὶ ἀμελετησίᾳ
χαλεπῶς ᾐκίσαντο καὶ δυνάμενοι ὀξὺ καθορᾶν ἐπηρώθησαν.
7 ὠά τῆς conicio
8 ἑκουσίοις ilaurini Ambrosii editores (Mang.): ἀκουσίοις codd.
10 post φύσεως add. καὶ GH1
11 μηδέποτε G αὑτὸν H2: αὐτὸν GH1 τόπον corruptum, τὸ παράπαν Mang., τὸν πονηρὸν Cohn 12.
13 ἄρχοντα ὁμοῦ καὶ βασιλέα δικαστὴν τε καὶ ἔλεγχον conicio: v. quod det. pot. ins. §
23 12 βασιλέα secl. Turn.
13 ὃς H2: ὡς GH1
14 ἀπαγομένων Mang. per errorem, ut vid.
16 ἑξῆς Mang.: ἐξ ἀρχῆς codd.
17 κάθοδον G2: καθ’ ὁδὸν G1H
18 οὐ G: ἐκ Η
19 td om. L οἱ δ’ H: οὐδ’ G οὐ H(G1): οἱ G2 ἐπήρωσαν G2
1 scjq. cf. Oriff. aοnἕ;α (/ets. IV
45 p. 538: τὰ μὲν οὑν τῆς κατὰ τὸν τόπον τροπολογίας οὐκ ἀναγκαῖον νῦν λέγειν . . . . τίς τε ἡ γυνὴ αὐτοῦ γενοdτη στήλη ἁλὸς διὰ τὸ ἐστράφθαι εἰς τοὐπίσω . . . Ifoiiiil. in Gen. V
2 p. 74.
ὃς
γὰρ ἂν ὀλιγωρήσας τοῦ διδάσκοντος ὑπὸ ῥᾳθυμίας ἐμφύτου τε ὁμοῦ καὶ
συνήθους τὰ μὲν πρόσω καταλίπῃ, δι’ ὧν ὁρᾶν καὶ ἀκούειν καὶ ταῖς
ἄλλαις δυνάμεσιν ἔστι χρῆσθαι πρὸς τὴν τῶν φύσεως πραγμάτων ἐπίκρισιν,
ἐκτραχηλίσας δ’ αὑτὸν εἰς τοὐπίσω περιαγάγῃ, τὰ τυφλὰ τῶν
ἐν τῷ βίῳ πραγμάτων μᾶλλον ἢ τῶν τοῦ σώματος μερῶν ἐζηλωκώς,
ἀψύχου καὶ κωφῆς λίθου τρόπον στηλιτεύεται.
οὐ γὰρ ἔσχον, ᾗ φησι
Μωυσῆς, οἱ τοιοῦτοι τρόποι „καρδίαν συνιέναι καὶ ὀφθαλμοὺς βλέπειν
καὶ ὦτα ἀκούειν“ (Deut. 29, 4), ἀλλὰ τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ ἀνόητον
καὶ πάντῃ πηρὸν βίον ἀβίωτον ἑαυτοῖς ἐξειργάσαντο, οὐδενὶ τῶν δεόντων
ἐφιστάντες.
ἀγεώργητον ἀφαυαίνεσθαι καὶ στειρούμενον ἀγονίᾳ χρῆσθαι.
οἱ μέν
γε βουλευόμενοι καὶ σκοπούμενοι καὶ πάντ’ ἐπιμελῶς ἐξετάζοντες ἀκονῶσι
καὶ παραθήγουσιν αὐτόν· ὁ δὲ γυμναζόμενος τοὺς οἰκείους φέρει
καρπούς, ἀγχίνοιάν τε καὶ σύνεσιν, δι’ ὧν τὸ ἀφενάκιστον περιγίνεται·
ὁ δ’ ἀπερίσκεπτος ἀμβλύνει καὶ περιθραύει τὰς φρονήσεως ἀκμάς.
Τὸν μὲν οὖν ἄλογον καὶ ἄψυχον ὡς ἀληθῶς τῶν τοιούτων θίασον ἐατέον, τὸν δὲ τῶν σκέψει καὶ εὑρέσει χρωμένων ἐπικριτέον. αὐτίκα τοίνυν ὁ πολιτικὸς μὲν ἥκιστα δὲ δοξομανὴς τρόπος, ἐφιέμενος τῆς ἀμείνονος γενεᾶς, ἣν ἀρεταὶ κεκλήρωνται, ζητῶν τε καὶ ἀνευρίσκων αὐτὴν εἰσάγεται.
„εὗρε“ γάρ φησιν „ἄνθρωπος τὸν Ἰωσὴφ πλανώμενον ἐν τῷ πεδίῳ,
6 αὐτὸν codd. περιαγάγῃ Η2: περιαγάγει GH1
9 Μωσῆς Η τοιουτότροποι couicio (cf. p. 12G, 22), τρόποι om. G (Mang.)
11 πάντη H2 (Mang.): πάντα G(H1) πηρὸν secl. Mang. ἐφιστάντες #x003C;νοῦν#x003Ε; coui. Mang.
12 δέ ἐστι Η
13 ἐπιγραφεὶς Turu.
14 τούτω Η2: τοῦτο GH1
16 ἀγονία Η2: ἀγωνία GH1
19 ἀφαινάκιστον G2(H1)
22 τὸν Turn.: τῶν codd.
25 πλανώμενόν om. H τῷ om. Turn.
αὐτοὺς ἐν Δωθαΐν“ (Gen. 37, 15—17).
ἑρμηνεύεται Δωθαῒν ἔκλειψις ἱκανή, σύμβολον ψυχῆς οὐ μέσως ἀλλὰ τελείως ἀποδεδρακυίας τὰς
κενὰς δόξας, αἳ γυναικῶν μᾶλλον ἢ ἀνδρῶν ἐπιτηδεύμασιν ἐοίκασι.
διὸ πάνυ καλῶς ἡ ἀρετὴ Σάρρα „τὰ γυναικεῖα ἐκλείπει“ (Gen. 18,11),
περὶ ἃ πονούμεθα οἱ τὸν ἄνανδρον καὶ θῆλυν ὄντως βίον μεταδιώκοντες.
ὁ δὲ σοφὸς καὶ „ἐκλείπων προστίθεται“ (Gen. 25, 17) κατὰ Μωυσῆν,
φυσικώτατα· τὴν γὰρ τῆς κενῆς δόξης ἀφαίρεσιν πρόσθεσιν ἀληθείας εἶναι
συμβέβηκεν.
εἰ δή τις ἔτ’ ἐν θνητῷ καὶ πολυμιγεῖ καὶ πολυμόρφῳ βίῳ διατρίβων καὶ κεχρημένος ἀφθόνοις ταῖς πρὸς περιουσίαν ὕλαις σκέπτεται
καὶ ζητεῖ περὶ τῆς ἀμείνονος καὶ πρὸς τὸ καλὸν μόνον ἀφορώσης γενεᾶς,
ἄξιος ἀποδοχῆς ἐστιν, ἂν μὴ πάλιν τὰ ὀνείρατα καὶ φαντάσματα τῶν
νομιζομένων καὶ φαινομένων ἀγαθῶν ὑπαναπλεύσαντα παρευημερήσῃ.
μένων γὰρ ἐν ἀκιβδηλεύτῳ τῇ ψυχικῇ σκέψει, κατ’ ἴχνος τῶν ζητουμένων βαίνων καὶ ἐπακολουθῶν οὐκ ἀνήσει πρότερον ἢ τοῖς ποθουμένοις ἐντυχεῖν. ἀλλ’ οὐδὲν αὐτῶν παρὰ μοχθηροῖς ἀνευρήσει· διὰ τί;
„ἀπήρκασι γὰρ ἐντεῦθεν“, τὰς μὲν ἡμετέρας σπουδὰς ἐκλιπόντες,
μετοικισάμενοι δ’ εἰς τὸν ἔρημον κακῶν εὐσεβῶν χῶρον. λέγει δὲ
ταῦτα ὁ
1 δ’ G ἐγὼ fort. secl.
4 et
5 ter Δωθαεὶμ conicio
8 ἡ] τῆ G2 τῇ ἀρετῇ Σάρρᾳ coni. Mang.
9 θηλύνοντα G2
10 Μωσῆν GH
11 πρὸς θέαν G
12 δή G: δ’ εἴ H, δέ Mang. πολυτρόπῳ coni. Mang.
15 post ἂν spatium in G
16 ἐπαναπλεύσαντα coni. Mang.
19 οὐδέν’ (οὐδὲν Mang.) αὐτῶν Turn.: οὐδενὶ τῶν παρὰ om. G μοχθηρῶν G2
20 ἡμετέρων v
21 μετοικισάμενοι H: μετοικησάμενοι G(?)v
22 6 ἐπὶ] ὅς ἐστι coni. Cohn ἐπὶ secl. Mang.
πάνυ τεθαύμακα κἀκείνους, τὸν μὲν
φιλοπευστοῦντα περὶ τοῦ μέσου τῶν ἄκρων καὶ λέγοντα· „ἰδοὺ τὸ πῦρ
καὶ τὰ ξύλα, ποῦ τὸ πρόβατον τὸ εἰς ὁλοκάρπωσιν“, τὸν δ’ ἀποκρινόμενον·
„ὁ θεὸς ὄψεται ἑαυτῷ πρόβατον εἰς ὁλοκάρπωσιν, τέκνον“ καὶ
ὕστερον τὸ ἀντιδοθὲν εὑρίσκοντα· „ἰδοὺ γὰρ κριὸς εἷς κατεχόμενος τῶν
κεράτων ἐν φυτῷ Σαβέκ“ (Gen. 22,7. 8. 13).
ἴδωμεν οὖν, τί ὁ μὲν ζητῶν ἀπορεῖ, ὁ δ’ ἀποκρινόμενος ἀποφαίνεται, καὶ τρίτον τί τὸ εὑρισκόμενον ἦν. ὃ μὲν οὖν πυνθάνεται τοιοῦτόν ἐστιν· ἰδοὺ τὸ δρῶν αἴτιον, τὸ πῦρ· ἰδοὺ καὶ τὸ πάσχον, ἡ ὕλη, τὰ ξύλα· ποῦ τὸ τρίτον, τὸ ἀποτέλεσμα;
οἷον ἰδοὺ ὁ νοῦς, ἔνθερμον καὶ πεπυρωμένον πνεῦμα· ἰδοὺ
καὶ τὰ νοητά, ὡσανεὶ ὗλαι· ποῦ τὸ τρίτον, τὸ νοεῖν; πάλιν ἰδοὺ ἡ
ὅρασις, ἰδοὺ τὸ χρῶμα, ποῦ τὸ ὁρᾶν; καὶ συνόλως ἰδοὺ ἡ αἴσθησις, τὸ
κριτήριον, ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθητά, αἱ ὗλαι· τὸ οὖν αἰσθάνεσθαι ποῦ;
ταῦτα πυνθανομένῳ δεόντως ἀποκρίνεται· „ὁ θεὸς ὄψεται ἑαυτῷ“· θεοῦ
γὰρ ἔργον ἴδιον τὸ τρίτον. ἐπιφροσύνῃ γὰρ αὐτοῦ ὁ μὲν νοῦς καταλαμβάνει,
ἡ δ’ ὅρασις ὁρᾷ καὶ πᾶσα αἴσθησις αἰσθάνεται. „κριὸς δ’
εὑρίσκεται κατεχόμενος“, τουτέστι λόγος ἡσυχάζων καὶ ἐπέχων.
ἄριστον
γὰρ ἱερεῖον ἡσυχία καὶ
4 εἰς Η: εἰςτὴν G
5 γὰρ s. s. H2 5.
6 τῶν κεράων om. G
11 ὕλη conicio (cf. Ambros.)
13 ἀλλὰ] ἰδοὺ conicio ἡ ὕλη conicio
14 δεόντως G1(Η1): δὲ οὕτως G2H2 ἀποκρίνεται Β2: ἀποκρίναιτο G(H1)
18 ὧν εἰσ ουκόσι πίστεις (sic) H, ὧν οὐκ εἰσὶ πίστεις L παντὶ G2
19 ῥητέον coni. Mang.
20 οὐ ῥητέα vel οὐχ ὁρατά coni. Mang.
1 —
10 Ambros. epist. 8,2: denique in arte requiruntur praecipue, ut sit αἴτιον, ὕλη, ἀποτέλεσμα. cum igitur legamus sanctuni Isaac patri dicere: ecce ignis et ligna, ubi hostia? quid horum deest? nam qui quaerit, dubitat; qui respondet quaerenti, pronuntiat et dubitationem absolvit. ecce ignis, id est αἴτιον, et lgna, id est ὕλη, quae latine materia. dicitur: tertium quid superest nisi ἀποτέλεσμα? quod filius quaesivit, pater rettulit dicenti: ubi hostia? deus inquit providebit sibi sacrificium, fili. 10—16 ibid. 4: ecce ergo mens calida et fervens ut ignis quae operatur, ecce et intellegibilia, id est materia, ubi est tertiuro, intellegere? ecce color, ubi est videre? ecce sensibilia, ubi est sentire? materia enim non ab omnibus videtur, ideoque deus dat munus intellegendi et sentiendi et videndi. cf. § 10.
7 haec est esca caelestis, significatur autem ex persona dicentis: ecce ego pluam vobis panes de caelo. αἴτιον ergo eo quod operatur deus, qui irrigat mentes rore sapientiae, ὕλη (ὕλῃ?), quia videntes animae et gustantes delectantur et unde sit illud splendidius luce, dulcius melle. respondetur eis scripturae serie: hic est panis, quem dedit vobis manducare dominus et hoc est verbum dei quod disposuit deus vel ordinavit, quo pascitur anima prudentium et delectatur, quod est candidum et suave, veritatis splendore illuminans et virtutum suavitate demulcens audientium animas. epist. 64,2: sed est spiritale manna. hoc est pluvia spiritalis sapientiae, quae ingeniosis et quaerentibus de caelo infunditur et irrorat mentes piorum et obdulcat fauces eorum. qui igitur intellexerit infusionem divinae sapientiae, delectatur nec alium cibum requirit nec in solo pane vivit, sed in omni verbo dei. qui curiosior fuerit quaerit quid sit istud quod melle dulcius sit. respondet illi minister dei: hic est panis quem dedit tibi deus manducare. quid sit. iste panis audi: sermo inquit quem ordinavit deus. haec ergo ordinatio dei, haec alimonia alit animam sapientis et illuminat atque obdulcat, resplendens veritatis corusco et mulcens taraquam favo quodam ita diversarum virtutum suavitate et sermone sapientiae.
ἥδ’ ἐστὶν ἡ οὐράνιος τροφή, μηνύεται δ’ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀναγραφαῖς ἐκ
προσώπου τοῦ αἰτίου λέγοντος· „ἰδοὺ ἐγὼ ὕω ὑμῖν ἄρτους ἐκ τοῦ οὐρανοῦ“
(ibid. 4)· τῷ γὰρ ὄντι τὴν αἰθέριον σοφίαν ὁ θεὸς ταῖς εὐφυέσι
καὶ φιλοθεάμοσιν ἄνωθεν ἐπιψεκάζει διανοίαις·
αἱ δὲ ἰδοῦσαι καὶ γευσάμεναι καὶ σφόδρ’ ἡσθεῖσαι ἔμαθον μὲν ὃ ἔπαθον, τὸ δὲ διαθὲν ἀγνοοῦσι.
διὸ πυνθάνονται· „τί ἐστι τοῦτο“ (ibid. 15), ὃ μέλιτος γλυκύτερον,
χιόνος δὲ λευκότερον εἶναι πέφυκε;
διδαχθήσονται δὲ ὑπὸ τοῦ θεοπρόπου, ὅτι „οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος, ὃν ἔδωκε κύριος αὐτοῖς φαγεῖν“
(ibid. 15). τίς οὖν ὁ ἄρτος, εἰπέ. „τοῦτο“ φησί „τὸ ῥῆμα ὃ συνέταξε
κύριος“ (ibid. 16). ἡ θεία σύνταξις αὕτη τὴν ὁρατικὴν ψυχὴν φωτίζει
1 ἧς Turn.: ἦ G2H, ἦ G1
3 Μωσῆς codd. ἤδεσαν Η
9 καὶ σφόδρ’ G: σφόδρα Η δοθὲν Markland 9.
10 ἀγνοοῦσιν Η
10 μέλιτος
11 χιῶνος GH1
14 αὐτὴ G
ζητήσας καὶ ὁ προφήτης αὐτός, τί τὸ τοῦ κατορθοῦν αἴτιον, ἀνεῦρεν
ὅτι ἡ θεοῦ μόνου σύνοδος. ἐπειδὴ γὰρ ἠπόρει, τίς εἰμι καὶ τίς ὢν τὸ
ὁρατικὸν γένος ἀπὸ τοῦ βασιλεύειν δοκοῦντος ἀντιθέου τρόπου ῥύσομαι,
διδάσκεται χρησμῷ, ὅτι „ἔσομαι μετὰ σοῦ“ (Exod. 3,11. 12).
ζητήσεις
δ’ αἱ τῶν κατὰ μέρος ἔχουσι μὲν γλαφυρὰν θεωρίαν καὶ φιλόσοφον —
πῶς γὰρ οὔ; —, ἡ δὲ τοῦ τῶν ὄντων ἀρίστου καὶ ἀσυγκρίτου καὶ
πάντων αἰτίου θεοῦ ζήτησις εὐφραίνει μὲν εὐθὺς ἰόντας ἐπὶ τὴν σκέψιν,
ἀτελὴς δ’ οὐ γίνεται, προϋπαντῶντος διὰ τὴν ἵλεω φύσιν ἑαυτοῦ ταῖς
παρθένοις χάρισι καὶ ἐπιδεικνυμένου ἑαυτὸν τοῖς γλιχομένοις ἰδεῖν, οὐχ
οἷός ἐστιν — ἀμήχανον γάρ, ἐπεὶ καὶ Μωυσῆς „ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον·
εὐλαβεῖτο γὰρ κατεμβλέψαι ἐνώπιον τοῦ θεοῦ“ (Exod. 3,6) —,
ἀλλ’ ὡς ἐνεχώρει γενητὴν φύσιν τῇ ἀπερινοήτῳ δυνάμει προσβαλεῖν.
ἀναγέγραπται καὶ τοῦτο ἐν τοῖς προτρεπτικοῖς· „ἐπιστραφήσεσθε“ γάρ
φησι „πρὸς κύριον τὸν θεὸν ὑμῶν, καὶ εὑρήσετε αὐτόν, ὅταν
οὐχ εἵπετο. Λάβαν γοῦν ἀναζητήσας ὅλον τοῦ ἀσκητοῦ τὸν ψυχικὸν
2 ἀρετῆς conicio (cf. Ambros.) ἀφηδύνουσα G
3 τό τοῦ Mang.: τοῦτσ H1, τοῦ GH2
11 τοῖς om. H
12 Μωσῆς codd.
14 γεννητὴν V τῇ H2: τὴν G(H1) ἀπερινοήτῳ scripsi: περὶ νοητῷ GH1, περὶ νοητὰ Η2 προσβαλεῖν Gv: προσβάλλειν H
16 ὑμῶν G: ἡμῶν Η
17 ὑμῶν G: ἡμῶν H
19 ἀποχρῶντος G 19.
20 ἐπὶ et τρεψώμεθα codd.: ἔτι et σκεψώμεθα v
21 ἀσκητοῦ G: ἀσκητικοῦ H
πλήρης γὰρ πραγμάτων, οὐκ ὀνειράτων καὶ κενῶν φαντασμάτων ἦν. οὐδ’ οἱ τυφλοὶ διάνοιαν Σοδομῖται σπουδάσαντες ἐκθύμως αἰσχῦναι τοὺς ἱεροὺς
καὶ ἀμιάντους λόγους εὗρον τὴν εἰς τοῦτ’ ἄγουσαν ὁδόν, ἀλλ’, ὥς φησι
τὸ λόγιον, „παρελύθησαν ζητοῦντες τὴν θύραν“ (Gen. 19, 11), καίτοι
γε ἐν κύκλῳ πᾶσαν τὴν οἰκίαν περιθέοντες καὶ πάντα κινήσαντες λίθον
πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐκφύλου καὶ ἀσεβοῦς ἐπιθυμίας.
ἤδη τινὲς καὶ ἀντὶ πυλωρῶν βασιλεῖς ἐθελήσαντες γενέσθαι καὶ τὸ κάλλιστον ἐν βίῳ,
τάξιν, καταλῦσαι οὐ μόνον τῆς ἀδίκως ἐλπισθείσης εὐπραγίας ἐσφάλησαν,
ἀλλὰ καὶ ἣν ἐν χερσὶν εἶχον ἐκβαλεῖν ἠναγκάσθησαν. ἱερωσύνης γὰρ
τοὺς Κορὲ θιασώτας ὀρεχθέντας * * * ὁ νόμος διαμαρτεῖν φησιν
ἀμφοῖν (Num. 16).
ὥσπερ γὰρ οὐ τὰ αὐτὰ παῖδες καὶ ἄνδρες μανθάνουσιν, ἀλλ’ ἑκατέρᾳ τῶν ἡλικιῶν εἰσιν ἁρμόττουσαι διδασκαλίαι, οὕτως
πεφύκασιν εἶναί τινες αἰεὶ παιδικαὶ ψυχαὶ καὶ ἐν σώμασι γεγηρακόσι
καὶ ἔμπαλιν τελειόταται ἐν ἄρτι ἀκμάζουσι καὶ ἡβῶσιν. ὄφλοιεν ἂν
οὖν εὐήθειαν, ὅσοι μειζόνων ἢ κατὰ τὴν ἑαυτῶν φύσιν ἐρῶσιν, ἐπειδὴ
πᾶν τὸ ὑπὲρ δύναμιν ἐπιτάσει σφοδρότητος ἀπορρήττεται.
καὶ Φαραὼ „ζητῶν ἀνελεῖν Μωυσῆν“ (Exod. 2,15), τὸ προφητικὸν γένος, οὐδέποτε
εὑρήσει, καίτοι χαλεπὸν ἀκηκοὼς κατ’ αὐτοῦ λόγον ὡς ἐπικεχειρηκότος
καθελεῖν τὴν σώματος ἅπασαν ἡγεμονίαν δυσὶ προσβολαῖς·
ὧν τὴν μὲν προτέραν ἐποιήσατο πρὸς τὸν Αἰγύπτιον τρόπον, ὃς ἐπετείχιζεν
ἡδονὴν ψυχῇ — „πατάξας γὰρ αὐτὸν“ οὐσίᾳ σποράδι „κατέχωσεν,
ἄμμῳ“ (Exod. 2,12), τοῦ αὐτοῦ νομίσας ἀμφότερα εἶναι τὰ δόγματα,
καὶ ἡδονὴν ὡς πρῶτον καὶ μέγιστον ἀγαθὸν καὶ ἀτόμους ὡς τῶν ὅλων
ἀρχάς —, τὴν δ’ ἑτέραν (ibid. 13) πρὸς τὸν κατακερματίζοντα τὴν
φύσιν τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τὸ μὲν ψυχῇ, τὸ δὲ σώματι, τὸ δὲ τοῖς ἐκτὸς
1 Μωσῆς codd.
5 παρεληλύθεισαν L
9 τῆς] τοῖς H1 ut vid. ἀπεσφάλησαν coni. Mang.
11 θιασσότας G lacunam statuo et μὴ ἀρκουμένους τῇ νεωκόρων τάξει suppleo, Mang. post ἱερωσύνης add. καὶ ἀρχῆς
15 ἡβῶσιν ex corr. Η2
16 post ὅσοι add. κατὰ Η1
17 ἀπορήττεται (sic) G: ἀπορρήσσεται H (sed alterum ρ s. s. Η2, σσε ex corr.), D v. infra διαρρήγνυται conicio), ἀπορρυήσεται coni. Mang.
18 Μωσῆν codd. 19.
20 ἐπιχειρηκότος H
22 post σποράδι ras. in H κατέχωσαν H1
24 ἀτόμους Η2 (post ἁ ras.): συντόμους G εἰσηγουμένου vid. add.
τὸν ἀρραβῶνα παρὰ τῆς γυναικός· καὶ οὐχ εὗρεν αὐτήν. ἐπηρώτησε
δὲ τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐκ τοῦ τόπου· ποῦ ἐστιν ἡ πόρνη ἡ γενομένη ἐν
Αἰνὰν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ; καὶ εἶπον· οὐκ ἦν ἐνταῦθα πόρνη. καὶ ἀπεστράφη
πρὸς Ἰούδαν καὶ εἶπεν· οὐχ εὗρον, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐκ τοῦ τόπου
λέγουσι μὴ εἶναι ὧδε πόρνην. εἶπε δὲ Ἰούδας· ἐχέτω αὐτά, ἀλλὰ μή
ποτε καταγελασθῶμεν· ἐγὼ μὲν ἀπέσταλκα τὸν ἔριφον τοῦτον, σὺ δὲ
οὐχ εὕρηκας“ (Gen. 38,20—23). ὢ θαυμαστῆς δοκιμασίας, ὢ ἱεροπρεποῦς
πείρας.
ἀρραβῶνά τις ἔδωκεν ὠνητικῶς ἔχουσα διάνοια τοῦ
καλλίστου κτήματος, θεοσεβείας, διὰ τριῶν ἐνεχύρων ἢ συμβόλων,
δακτυλίου, ὁρμίσκου, ῥάβδου (ibid. 18), βεβαιότητα καὶ πίστιν, εἱρμὸν
καὶ ἀκολουθίαν λόγου πρὸς βίον καὶ βίου πρὸς λόγον, ὀρθὴν καὶ ἀκλινῆ
παιδείαν, ᾗ λυσιτελὲς ἐπερείδεσθαι.
τὸν ἀρραβῶνα τοῦτον εἰ καλῶς
ἔδωκε, βασανίζει. τίς οὖν ἡ βάσανος; καθεῖναί τι δέλεαρ ὁλκῷ
κεχρημένον δυνάμει, δόξαν ἢ πλοῦτον ἢ ὑγείαν σώματος ἤ τι τῶν
ὁμοιοτρόπων, καὶ γνῶναι πρὸς πότερα καθάπερ ἐπὶ πλάστιγγος ταλαντεύσει·
ῥοπὴ γὰρ εἰ γένοιτο πρός τι τούτων, ὁ ἀρραβὼν οὐ βέβαιος.
ἀπέστειλεν οὖν τὸν ἔριφον κομίσασθαι τὸν ἀρραβῶνα παρὰ τῆς γυναικός,
οὐ τοῦτο προῃρημένος πάντως ἀπολαβεῖν, ἀλλ’ εἴ ποτε ἀναξία τοῦ
κατέχειν ἐκείνη γένοιτο. γενήσεται δὲ πότε;
ἡνίκα ἂν τὰ διαφέροντα
ἀδιαφόρων ἀντικαταλλάξηται, τῶν γνησίων ἀγαθῶν τὰ νόθα προτιμήσασα·
γνήσια μὲν οὖν ἀγαθὰ πίστις, εἱρμὸς καὶ ἀκολουθία λόγων πρὸς ἔργα,
παιδείας κανὼν ὀρθῆς, ὡς ἔμπαλιν κακὰ ἀπιστία, τὸ ἀνακόλουθον,
ἀπαιδευσία, τὰ δὲ νόθα, ὅσα τῆς ἀλόγου φορᾶς ἀπῃώρηται.
ζητῶν οὖν
1 αὐτῶ H1 βούλετ’ H τῶν Mang.: τῶ G, τὸ H
4 σπουδαῖς G: σκηναῖς H 5.
6 ἀπέστειλεν Ἰούδας L
6 alt. τοῦ codd.: αὐτοῦ v, αὐτοῦ τοῦ ex LXX conicio Ὀδολαμίτου Η
8 γε μόνη G1
15
16 post ῥάβδου add. μηνύουσα Mang., δοῦσα Cohn
24 προηρημένος G(H1 Mang.): προηρημένου H2 τοῦτον conicio ἀλλ’ coni. Cohn μαθεῖν vid. add.
26 ἀδιαφόρων G(Mang.): διαφόρων H
27 ἔργα
28 ἀνακόλουθον GH1
29 τά] ἀγαθὰ conicio
τῆς ὥρας ἄνθος ἐπευωνίζουσα ἢ καθαρσίοις καὶ λουτροῖς τὰ ἐκτὸς
φαιδρυνομένη, τὰ δὲ ἐντὸς ῥυπῶσα, ἢ καθάπερ τὰ πινάκια χρώμασι
τὴν ὄψιν ὑπογραφομένη χήτει φυσικῆς εὐμορφίας ἢ τὸ λεγόμενον
πολύανδρον κακὸν ὡς ἀγαθὸν μεταδιώκουσα ἢ πολυγαμίας ἐρῶσα ἢ
πρὸς μυρία σπειρομένη ἢ ὑπὸ μυρίων σωμάτων ὁμοῦ καὶ πραγμάτων
ἐμπαιζομένη καὶ περιυβριζομένη κεῖθι οὐκ ἔστι.
ταῦτα ὁ διαπεμψάμενος ἀκούσας, φθόνον ἠλλοτριωκὼς ἀφ’ αὑτοῦ καὶ τὴν φύσιν ἵλεως
γέγηθεν οὐ μετρίως
τὴν ἑνὸς οἰκουρίαν ἀγαπῶσαν καὶ μοναρχίᾳ χαίρουσαν. εἰ δὴ τοιαύτη
τίς ἐστιν, ἐχέτω τὰ δεδομένα, καὶ τὴν παιδείαν καὶ τὸν εἱρμὸν λόγου
πρὸς βίον καὶ βίου πρὸς λόγον καὶ τὸ ἀναγκαιότατον, βεβαιότητα καὶ
πίστιν.
ἀλλὰ μή ποτε γελασθῶμεν ἀνάξια κεχαρίσθαι δόξαντες, καίτοι γ’ ὑπολαβόντες ἐπιτηδειότατα τῇ ψυχῇ δεδωρῆσθαι. ἀλλὰ γὰρ ἐγὼ
μέν, ὅπερ εἰκὸς ἦν ἐργάσασθαι τὸν βουλόμενον τρόπου βάσανον καὶ
δοκιμασίαν λαβεῖν, πεποίηκα, δέλεαρ καθεὶς καὶ διαπεμψάμενος, ὁ δὲ
ἐπεδείξατο τὴν ἑαυτοῦ φύσιν οὐκ εὐάλωτον.
δῆλον δὲ ἐμοὶ τὸ διὰ τί οὐκ εὐάλωτος· μυρίους γὰρ εἶδον τῶν ἄγαν φαύλων τὰ αὐτὰ δρῶντας
ἔσθ’ ὅτε τοῖς λίαν ἀγαθοῖς, ἀλλ’ οὐκ ἀπὸ διανοίας τῆς αὐτῆς, ἐπειδὴ
τοῖς μὲν ἀλήθεια, τοῖς δὲ ὑπόκρισις ἀσκεῖται· χαλεπὴ δ’ ἡ διάγνωσις
ἀμφοῖν· πολλάκις γὰρ ὑπὸ τοῦ δοκεῖν παρευημερήθη τὸ εἶναι.
1 post γάρ add. αὐτὴν H1 ἢ] εἰ G
4 τριοδίτης H tertium ἢ] ἡ conicio
7 χήτη H2
8 πολύανδρον scripsi: πολυάνδρειον G, πολυάνδριον Η
9 μυρίας G, ἢ πρὸς μυρία σπειρομένη del. Mang.
10 ἔστιν Η
19 ἐπιτηδειότητα GL
20 τρόπου (vel τρόπων) Mang. (G?): τρόπον Η τρόπου G ut vid.)
22 δῆλον (vel οὐκ ἄδηλον) scripsi: ἄδηλον codd.
23 ἄγαν om. D fol. 265
24 ἔσθ’ ὅτε D: om. codd. ἀλλ’ D fol. 135: om. codd., D fol. .265
25 ἀσκεῖται D (Markland): κεῖται GHL2, γίνεται L1 δὲ D
2 Antonius Mel. II
77 col. 1193 Flor. Paris. No.
17 Georgides p. 26,23 Boiss. Φίλωνος: δυσεύρετον—καλόν. 23—26 DK fol. 135r Φίλωνος ἐκ τοῦ φυγῆς καὶ εὑρέσεως, fol. 265v Φίλωνος ἐκ τοῦ περὶ φυγῆς. μυρίους ἐστὶν ἰδεῖν τῶν— εἶναι.
φησὶν οὖν ὁ χρησμός, ὅτι „ζητῶν ἐξεζήτησε Μωυσῆς“ ἐν τῷ θνητῷ
βίῳ τὸν περὶ ἁμαρτημάτων μετανοίας λόγον. ἐσπούδαζε γὰρ ἀνευρεῖν
ἀπαμπισχομένην τὸ ἀδικεῖν ψυχὴν καὶ ἄνευ αἰσχύνης γυμνὴν προϊοῦσαν
ἁμαρτημάτων. ἀλλ’ ὅμως οὐχ εὗρε, τῆς φλογός, λέγω δὲ τῆς ὀξυκινητοτάτης
ὁρμῆς ἀλόγου, καταδραμούσης καὶ ὅλην ψυχὴν ἐπινεμηθείσης.
νικᾶται γὰρ τὰ μὲν ἐλάττω πρὸς τῶν πλειόνων, τὰ δὲ βραδύτερα πρὸς
τῶν ὠκυδρομωτέρων, τὰ δὲ μέλλοντα πρὸς τῶν παρόντων· ἐσταλμένον
δὲ καὶ βραδὺ καὶ μέλλον ἡ μετάνοια, πολὺ δὲ καὶ ταχὺ καὶ συνεχὲς
ἐν τῷ θνητῷ βίῳ τὸ ἀδικεῖν. εἰκότως οὖν ἐν τροπῇ τις γενόμενός
1 χείμαρρον G
2 ἤδη et ἐνεπέπρηστο] ὅδε et ἐνεπεπύριστο ex LXX coni. Mang. .
5 Μωσῆς GH
6 περὶ ἀναμαρτησίας λόγον coni. Maug., sed V, Clem.
7 τό] τῶ H1 ἀδικεῖν G: ἁμαρτεῖν H
9 ὅλην G: τὴν ὅλην H, ὅλην τὴν conicio
10 βαρύτερα L
12 δὴ G
4 nihil peccare solius est dei, emendare sapientis est et corrigere erratum et paenitentiam gerere peccati. id tamen est difficile in hac vita hominum. quid enim tam rarum, quam ut invenias virum, qui se ipsum coarguat et factum condemnet suum? 1.
2 cf. ibid.
6 quaerit eam (inquit add.?) lex et non invenit. ambusta est enim . . . 3—6 Clem. Alex. Paed. III §
93 p. 307 P.: . . . τὴν ἑπομένην ταῖς ἁμαρτίαις μετάνοιαν ἀγαπῶν. μόνος γὰρ ἀναμάρτητος αὐτὸς ὁ λόγος· τὸ μὲν γὰρ ἐξαμαρτάνειν πᾶσιν ἔμφυτον καὶ κοινόν, ἀναδραμεῖν δέ τὴν ἁμαρτίαν οὐ τοῦ τυχόντος ἀνδρός, ἀλλ’ ἀξιολόγου. 6—13 Ambros. l. c.
5 studebat Moyses peccati vacuam reperire animam, ut exuvias erroris deponeret et nuda culpae sine ulio sui pudore discederet. sed non invenit, quia cito impetus irrationabilis praevenit et flamma quaedara celerrimi motus animam depascitur atque exurit eius innocentiam; praeponderant enim futuris praesentia et violenta moderatis et plura paucioribus (sic Ihm pro potioribus) et iucunda seriis et asperis mollia et tristibus laeta et illecebrosa rigidioribus et praepropera tardioribus. velox enim est iniquitas, quae ad nocendum occasiones suggerit . . . lenta autem virtus omnis et diuturna cunctatrix ante iudicat et adorienda inspicit . . . pigra igitur et verecunda est paenitentia. 13—145,8 ibid. 6: respondit Aaron providum debere esse iudicium sacerdotale nec facile male sanae conscientiae committendum id muneris . . .
7 quomodo autem poterat ubi ignis alienus erat, peccatum exuri, et hoc sub conspectu dei, cui et occulta sunt cognita? numquid potest placere domino, si quis, cum adhuc versetur in iniquitatibus . . ., dicat se agere paenitentiam? simile est ac si quis aeger se sanum simulet. magis aegrotabit, quia nihil ei prodesse potest simulatio sanitatis, cum verbo adumbretur, non ullo fulciatur virtutis subsidio.
τὰ γὰρ πρὸς γένεσιν τῶν πρὸς θεὸν μακρὰν ἀπέζευκται· τῇ μὲν γὰρ τὰ φανερὰ μόνα, τῷ δὲ καὶ τὰ
ἀφανῆ γνώριμα. παραπαίει δ’, ὃς ἂν τοῦ ἀληθοῦς καταψευδόμενος ἔτ’
ἀδικῶν μετανενοηκέναι φάσκῃ· ὅμοιον ὡς εἰ καὶ ὁ νοσῶν τὸν
κόσμῳ πραγμάτων ἐπιτελεῖται· θεώμενος γὰρ ὅσα ἐν γενέσει φθειρόμενα
καὶ γεννώμενα, ἀπολλύμενά τε αὖ καὶ διαμένοντα, τέθηπε καὶ
καταπέπληκται καὶ ἐκβοᾷ φάσκων·
„τί, ὅτι ὁ βάτος καίεται καὶ οὐ κατακαίεται“ (Exod. 3,2. 3)· τὸν γὰρ ἄβατον οὐ πολυπραγμονεῖ χῶρον,
θείων ἐνδιαίτημα φύσεων, ἀλλ’ ἤδη μέλλων ἀνήνυτον καὶ ἀτελῆ πόνον
διαθλεῖν ἐπικουφίζεται ἐλέῳ καὶ προμηθείᾳ τοῦ πάντων σωτῆρος θεοῦ,
ὃς ἔχρησεν ἐκ τῶν ἀδύτων· „μὴ ἐγγίσῃς ὧδε“ (ibid. 5), ἴσον τῷ μὴ
πρόσιθι τοιαύτῃ διασκέψει· περιεργίας γὰρ καὶ φιλοπραγμοσύνης μείζονος
ἢ κατὰ ἀνθρωπίνην δύναμιν τὸ ἔργον· ἀλλὰ τὰ μὲν γεγονότα θαύμαζε,
τὰς δὲ αἰτίας, δι’ ἃς ἢ γέγονεν ἢ φθείρεται, μὴ πολυπραγμόνει.
„ὁ
γὰρ τόπος ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας“ φησί „γῆ ἁγία ἐστί“ (ibid. 5). ποῖος
τόπος; ἢ δῆλον ὅτι ὁ αἰτιολογικός, ὃν μόνον ταῖς θείαις ἀνῆψε φύσεσιν,
ἀνθρώπων οὐδένα νομίσας ἱκανὸν εἶναι αἰτιολογίας ἐφάψασθαι;
ὁ δ’ ἄρα διὰ πόθον ἐπιστήμης ὑπερκύψας ἅπαντα τὸν κόσμον ζητεῖ περὶ
τοῦ κοσμοποιοῦ, τίς ἐστιν ὁ δυσόρατος οὗτος καὶ δυστόπαστος, σῶμα
ἢ ἀσώματος ἢ ὑπεράνω τι τούτων ἢ φύσις ἁπλῆ, οἵα μονάς, ἢ σύγκριμα
ἢ τί τῶν ὄντων. καὶ τοῦθ’ ὁρῶν ὡς ἔστι δυσθήρατον καὶ δυσπερινόητον,
2 συνειδὼς Η Μωσῆς GH
4 μόνον H1
5 ἀληθοῦς G2H2: ἀληθῶς G1H1, tum καὶ add., sed rursus del. Η
6 φάσκῃ sciipsi: φάσκει codd. ὁ G: om. H
7 τῶν] τὸν G1 εἰς s. s. G2
8 ποτὲ om. G, ποτὲ ὁ προφήτης φήτης conicio
12 τί G: om. Η οὐ secl. Mang.
13 χῶρον H1: χορὸν G, χῶρον ὡς H2, χῶρον, ὃς Mang.
15 διελθεῖν L1 πάντα G
17 περιεργείας Η
19 τὰς G: στάς, τὰς Η
20 φησὶ γῆ ἁγία G: φησὶν ἅγιος H
21 δηλονότι G ὃν H: ὃ, tum ras. G
22 ἀνθρώπων G: ἄνθρωπον H οὐδὲν ἀνομίσας G1
24 δυσθήρατος coni. Mang.
25 ἀσώματον conicio ἢ φύσις G1H: καὶ φύσις G2
26 ἤ τι v
ἀλλ’ ὅμως
ἴσχυσε μηδὲν περὶ τῆς τοῦ ὄντος ἐρευνᾶν οὐσίας· „τὰ γὰρ ὀπίσω μου“
φησίν „ὄψει, τὸ δὲ πρόσωπον οὐ μὴ ἴδῃς“ (Exod. 33, 23). αὔταρκες
γάρ ἐστι σοφῷ τὰ ἀκόλουθα καὶ ἑπόμενα καὶ ὅσα μετὰ τὸν θεὸν
γνῶναι, τὴν δ’ ἡγεμονικὴν οὐσίαν ὁ βουλόμενος καταθεάσασθαι τῷ
περιαυγεῖ τῶν ἀκτίνων πρὶν ἰδεῖν πηρὸς ἔσται.
αὐτομαθὴς καὶ αὐτοδίδακτος σοφός· οὐ γὰρ σκέψεσι καὶ μελέταις καὶ
πόνοις ἐβελτιώθη, γενόμενος δ’ εὐθὺς εὐτρεπισμένην εὗρε σοφίαν ἄνωθεν
ὀμβρηθεῖσαν ἀπ’ οὐρανοῦ, ἧς ἀκράτου σπάσας εἱστιάθη καὶ διετέλεσε
μεθύων τὴν μετ’ ὀρθότητος λόγου νήφουσαν μέθην.
οὗτός ἐστιν ὃν
Ἰσαὰκ ὠνόμασαν οἱ χρησμοί, ὃν οὐχ ἑτέρῳ μὲν χρόνῳ συνέλαβεν,
ἑτέρῳ δὲ ἔτεκεν ἡ ψυχή· „συλλαβοῦσα“ γάρ φησιν „ἔτεκεν“ (Gen. 21, 2)
ὡς ἂν ἀχρόνως. οὐ γὰρ ἄνθρωπος ἦν ὁ γεννώμενος, ἀλλὰ νόημα
καθαρώτατον, φύσει μᾶλλον ἢ ἐπιτηδεύσει καλόν· οὗ χάριν καὶ ἡ
τίκτουσα αὐτὸ λέγεται „τὰ γυναικεῖα ἐκλιπεῖν“ (Gen. 18, 11), τὰ συνήθη
καὶ εὔλογα καὶ ἀνθρώπινα.
καινὸν γὰρ καὶ κρεῖττον λόγου καὶ θεῖον
ὄντως τὸ αὐτομαθὲς γένος, οὐκ ἀνθρωπίναις ἐπινοίαις, ἀλλ’ ἐνθέῳ
μανίᾳ συνιστάμενον. ἢ ἀγνοεῖς ὅτι οὐ δέονται πρὸς τὸν τόκον μαιῶν
3 ἴσχυσε Mang.: ἤκουσε codd. ὄντως G, ὄντως ὄντος conicio ἐρευνᾶν codd. (Mang.): ἐρευνῶν Turn.
4 οὐ GH2: om. H1
5 ἑπόμενα καὶ GD: om. H
6 δ’] δέ γε D τῴ om. D
9 προτεθέντων L
10 προαπαντᾶν ᾶν e corr. H2
11 σκέψει G
13 ἧς in ras. G et 2 ἀκράτου H (sed του H2 in ras.): ἀκρατοῦς G διετέλεσε G (Mang.): διετελέσθη H
16 δ’ H
17 γενόμενος H1 18.
19 ἐπιτηδεύσει— λέγεται τὰ in mg. Η2
19 αὐτῶ G ἐκλείπειν H
20 κενὸν L 21.
22 ἐνθεομανία H
4 —
7 DC fol. 44r: ἐκ τοῦ περὶ φυγῆς καὶ εὑρέσεως: αὔταρκες ἐστὶν—ἔσται.
10 sqq. Ambros. de fuga saeculi 8,47: paritura laetitiam et sobriam illam iocunditatis ebrietatem, paritura ante expectatum ingenii celeritate partus, feta sapientiae. 22—147,3 ibid.: denique et de aliis Hebraeis mulieribus habes quia Hebraeae prius pariunt quam veniant obstetrices, eo quod animae iustorum non expectent artes et disciplinas propter inventionum genera nec requirant adiumenta generandi, sed sponte partus suos fundant expectationemque praeveniant.
„ὃ παρέδωκεν ὁ θεός“.
τὸ μὲν οὖν διδασκόμενον μακροῦ χρόνου δεῖται, τὸ δὲ φύσει ταχύ τε καὶ τρόπον τινὰ ἄχρονόν ἐστι· κἀκεῖνο μὲν
ἄνθρωπον, τοῦτο δὲ θεὸν ὑφηγητὴν ἔχει. τὸν μὲν δὴ πρότερον ὅρον
κατέταξεν ἐν πεύσει· „τί τοῦτο ὃ ταχὺ εὗρες, ὦ τέκνον“, τὸν δὲ ἕτερον
ἐν ἀποκρίσει φάσκων· „ὃ παρέδωκε κύριος ὁ θεός“ (Gen. 27, 20).
ἀνθρωπίνης οὐκ ἐδεήθη τὸ παράπαν.
οὐ προτρέπει δὲ μᾶλλον ἢ γνώμην ἀποφαίνεται· παραινῶν μὲν γὰρ εἶπεν ἄν· μὴ σπείρητε, μὴ
ἀμήσητε, ἀποφαινόμενος δέ· „οὐ σπερεῖτε, οὐδὲ μὴ ἀμήσητε τὰ αὐτόματα“.
οἷς γὰρ ἀπαυτοματίζουσιν ἐκ φύσεως ἐπιτυγχάνομεν, τούτων
3 χρώμεναι Η2: χρωμένας G(H1) παγκάλως Η
4 ἕτερος Turn.
7 τουτὶ G2
8 πεύσει] post π ras. in G
11 ἀμήσετε coni. Mang.
13 χρεία v τὰ G(H1): τῆ Η2
16 γνώμη G σπείρητε] οὐδ’ οὐ s. s. Η2
17 ἀμήσετε H
18 ἀπαυτοματιζομένοις conicio
3 —
9 ibid. 8,48: nec minus inpiger ad inveniendum quam ad exsequendum lacob, cui cum mater dixisset ut inferret patri escas, detinitionum genera suppetisse cernimus. nam et cito invenit et inventorum suorum auctorem testificatus est deum . . . prima ergo definitio in inventione. quod invenitur quaeritur et quod quaeeritur temporis est et quod temporis est utique diligentiae est. quod autem praevenit usum temporis deus infundit, deus dat, quod deus dat naturae, non diligentiae, est. ingenium igitur divini est mnneris, quod autem divini muneris hoc naturae. ingenium ergo naturae est, inventio diligentiae: illud sine tempore, hoc indiget tempore. ideoque illud tempore praesto est, hoc in spatio temporis investigatur . . . 3—15 epist. 8,
12 (cf. § 11): pulcre autem quos dicunt ὅρους servavit . . . secundus ὅρος: quid est quod tam cito invenisti? hic in interrogatione est, tertius ὅρος in responsione: quod tradidit dominus deus tuus in manus meas meas . . .
13 est et ille ὅρος de spontaneis: si non seminaveritis, non metetis. nam etsi cultura provocet semina, tamen natura spontaneo quodam, ut surgant, in eis operatur ingenio. 7—9 de fuga saeculi 8,49: unde miratus pater ait: quid est hoc, quod tam cito invenisti, fili? respondit lacob: quod tradidit dominus deus tuus in manus meas. prima definitio in interrogatione est, secunda in responso.
ἀρχὴ μὲν οὖν ὁ σπόρος, τελευτὴ δὲ ὁ ἄμητος. ἄμεινον δ’ ἐκεῖνο
ἐκδέξασθαι· πᾶσα ἀρχὴ καὶ πᾶν τέλος αὐτόματόν ἐστιν, ἴσον τῷ φύσεως,
οὐχ ἡμέτερον ἔργον· οἷον ἀρχὴ τίς τοῦ μανθάνειν; ἢ δῆλον ὅτι ἡ ἐν
τῷ διδασκομένῳ φύσις εὐπαράδεκτος οὖσα πρὸς τὰ κατὰ μέρος θεωρήματα;
τίς δὲ τοῦ τελειοῦσθαι; πάλιν, εἰ δεῖ μηδὲν ὑποστειλάμενον εἰπεῖν,
ἡ φύσις. προκοπὰς μὲν γὰρ ἐμποιῆσαι καὶ ὁ διδάσκων ἱκανός, τὴν δ’
ἐπ’ ἄκρον τελειότητα ὁ θεὸς μόνος, ἡ ἀρίστη φύσις.
ὁ τούτοις
ἐντρεφόμενος τοῖς δόγμασι τὴν ἀίδιον εἰρήνην ἄγει, πόνων ἀφειμένος
ἀτρύτων. ἀδιαφορεῖ δ’ ἑβδομάδος εἰρήνη κατὰ τὸν νομοθέτην· ἐν γὰρ
αὐτῇ τὸ δοκεῖν ἐνεργεῖν ἀποτιθεμένη γένεσις ἀναπαύεται.
προσηκόντως
οὖν λέγεται· „καὶ ἔσται τὰ σάββατα τῆς γῆς ὑμῖν βρώματα“ (Lev. 25, 6),
δι’ ὑπονοιῶν· τρόφιμον γὰρ καὶ ἀπολαυστὸν μόνον ἡ ἐν θεῷ ἀνάπαυσις,
τὸ μέγιστον ἀγαθὸν περιποιοῦσα, τὴν ἀπόλεμον εἰρήνην. ἡ μὲν
γὰρ κατὰ πόλεις ἀνακέκραται ἐμφυλίῳ πολέμῳ, ἡ δὲ ψυχῆς ἀμιγὴς
διαφορᾶς ἁπάσης ἐστίν.
ἐναργέστατα δέ μοι δοκεῖ τὴν ἄνευ ζητήσεως
εὕρεσιν παριστάνειν διὰ τούτων· „ὅταν εἰσαγάγῃ σε κύριος ὁ θεός σου
εἰς τὴν γῆν ἣν ὤμοσε τοῖς πατράσι σου δοῦναί σοι πόλεις μεγάλας καὶ
καλάς, ἃς οὐκ ᾠκοδόμησας, οἰκίας πλήρεις πάντων ἀγαθῶν, ἃς οὐκ
ἐνέπλησας, λάκκους λελατομημένους, οὓς οὐκ ἐξελατόμησας, ἀμπελῶνας
καὶ ἐλαιῶνας, οὓς οὐ κατεφύτευσας“ (Deut. 6, 10. 11).
ὁρᾷς τὴν
ἀφθονίαν τῶν κεχυμένων μεγάλων καὶ ἑτοίμων πρὸς κτῆσιν καὶ ἀπόλαυσιν
ἀγαθῶν; εἰκάζονται δὲ πόλεσι μὲν αἱ γενικαὶ ἀρεταί, διότι ἐπὶ
πλεῖστον εὐρύνονται, οἰκίαις δ’ αἱ ἐν εἴδει — στέλλονται γὰρ εἰς
1 ἑαυτοὺς G: ἑαυτοῖς H ἂν αἰτίους scripsi: ἀναιτίους codd., ἀναιτίοις Turn., ἀναιτίων coni. Mang.
2 ἐκείνως conicio
3 παντελοῦς G2
4 ἀρχὴ τις v ἢ] ἡ Turn., om. Mang. δηλονότι G ἡ om. Turn. 5.
6 θεωρητά coni. Mang.
7 γὰρ G: οὖν H δ’ G: δὲ Η2, om. H1
16 ἐναργέστατα G(H1): ἐναργεστάτην Η2
18 σοι om. Turn.
21 οὐ κατεφύτευσας G: οὐκ ἐφύτευσας Η
22 μεγάλων om. G, fort. recte
24 πλείστων] Η1 ut vid. δὲ Η αἱ om. H1
2 —
8 episl. 8,14: incrementa per naturam, quae divini habet gratiam muneris, consummationem et perfectionem deus dat . . . 8—14 Ambros. de fuga 8,45: illo fugiendum est, ubi pax, ubi retiuies ab operibus, ubi epulemur sabbatum magnum, sicut dixit Moyses: et erunt sabbata terrae vobis escae. epulatorium enim et plenum iocunditatis et tranquillitatis est requiescere in deo et eius delectationem videre.
ὡς ἀπὸ φλογός, ἧς ἔλαιον τροφή.
τρίτον δ’ ἡ φαύλη διάθεσις, τέταρτον ἡ σπουδαία καὶ ἐναντία ταύτης,
πέμπτον αὐτὸς ὁ τῶν ὅλων
τὰς δὲ τούτων πίστεις οἱ ἀναγραφέντες δηλοῦσι χρησμοί· τίνες οὖν εἰσιν, ἐπισκεπτέον.
ᾄδεταί τις ἐν ἀρχῇ τῆς νομοθεσίας μετὰ τὴν κοσμοποιίαν εὐθὺς τοιόσδε·
„πηγὴ δὲ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐπότιζε πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς“
(Gen. 2, 6).
οἱ μὲν οὖν ἀλληγορίας καὶ φύσεως τῆς κρύπτεσθαι φιλούσης ἀμύητοι τὴν εἰρημένην εἰκάζουσι πηγὴν τῷ Αἰγυπτίῳ ποταμῷ, ὃς κατὰ πᾶν ἔτος ἀναχεόμενος λιμνάζει τὴν πεδιάδα, μονονοὺκ ἀντίμιμον οὐρανοῦ δύναμιν ἐπιδείκνυσθαι δοκῶν.
ὃ γὰρ χειμῶνος ταῖς ἄλλαις χώραις οὐρανός, τοῦτ’ Αἰγύπτῳ θέρους ἀκμάζοντος ὁ Νεῖλός
ἐστιν· ὁ μὲν γὰρ ἄνωθεν ἐπὶ γῆν τὸν ὑετὸν ἀποστέλλει, ὁ δὲ κάτωθεν
ἄνω, τὸ παραδοξότατον, ὕων ἄρδει τὰς ἀρούρας. ὅθεν ὁρμηθεὶς καὶ
Μωυσῆς ἄθεον ἀνέγραψε τὸν Αἰγύπτιον τρόπον γῆν οὐρανοῦ προκρίνοντα καὶ τῶν ὀλυμπίων τὰ χερσαῖα καὶ ψυχῆς τὸ σῶμα.
ἀλλὰ μὴν περὶ τούτων καὶ αὖθίς ποτε ἐνέσται λέγειν, ὅταν ἐπιτρέπωσιν οἱ
καιροί· νυνὶ δὲ — στοχαστέον γὰρ τοῦ μὴ μακρηγορεῖν — ἐπανιτέον
ἐπὶ τὴν δι’ ὑπονοιῶν ἀπόδοσιν καὶ λεκτέον τὸ „πηγὴν ἀναβαίνειν καὶ
ποτίζειν πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς“ τοιοῦτον εἶναι·
τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν ἐοικὸς πηγῇ δυνάμεις πολλὰς οἷα διὰ γῆς φλεβῶν ἀνομβροῦν, τὰς δυνάμεις ταύτας ἄχρι τῶν αἰσθήσεων [ὀργάνων], ὀφθαλμῶν, ὤτων, ῥινῶν,
τῶν ἄλλων, ἀποστέλλει· αἱ δ’ εἰσὶ παντὸς ζῴου περὶ κεφαλὴν καὶ
πρόσωπον. ποτίζεται οὖν ὥσπερ ἀπὸ πηγῆς τοῦ κατὰ ψυχὴν
1 alteriim αἱ om. H1
3 alt. καὶ in ras. Η2
4 ἀπὸ νοῦ G
5 ἧς H2: εἰς G(H1)
10 ταύτῃ coni. Mang.
13 ᾄδεται ia ras. Η2
24 μὴν Mρὶ scripsi: μ̀ν περὶ GH1, περὶ ἡ H2, περὶ μὲν v καὶ G: om. Η
28 ἀνομβροῦν Η2: ἀνομβρεῖ G(H1)
29 ἄχρι-ὀργάνων lin.
28 post φλεβῶν transpos. H αἰστηθησεων Turn.: αἰσθήσεως codd. (sed v. lin.
30 αἱ) ὀργάνων secl. Cohn
31 ποτίζεται G2: ποτίζετ’ G1H
γάρ φησιν „εἰς Αἰλίμ, καὶ ἐν Αἰλὶμ ἦσαν δώδεκα πηγαὶ ὑδάτων καὶ
ἑβδομήκοντα στελέχη φοινίκων· παρενέβαλον δὲ ἐκεῖ παρὰ τὰ ὕδατα“
(Exod. 15, 27). Αἰλὶμ πυλῶνες ἑρμηνεύονται, εἰσόδου τῆς πρὸς ἀρετὴν
σύμβολον· ὥσπερ γὰρ οἰκίας ἀρχαὶ πυλῶνες, καὶ ἀρετῆς τὰ ἐγκύκλια
προπαιδεύματα.
τέλειος δ’ ἀριθμὸς ὁ δώδεκα, μάρτυς δ’ ὁ ζῳδιακὸς
ἐν οὐρανῷ κύκλος, τοσούτοις κατηστερισμένος φωσφόροις ἄστροις· μάρτυς
καὶ ἡ ἡλίου περίοδος· μησὶ γὰρ δώδεκα τὸν ἑαυτοῦ περατοῖ κύκλον,
ἰσαρίθμους τε τοῖς ἐνιαυτοῦ μησὶ τὰς ἡμέρας καὶ νυκτὸς ὥρας ἄγουσιν
ἄνθρωποι.
Μωυσῆς δ’ οὐκ ἐν ὀλίγοις ὑμνεῖ τὸν ἀριθμόν, δώδεκα
φυλὰς τοῦ ἔθνους ἀναγράφων, ἄρτους δώδεκα τῆς προθέσεως νομοθετῶν,
λίθους, ἐν οἷς αἱ γλυφαί, δώδεκα τῇ ἱερᾷ ἐσθῆτι τοῦ ποδήρους ἐνδύματος
ἐπὶ τῷ λογίῳ συνυφαίνειν
ὑμνεῖ
μέντοι καὶ τὴν δεκάδι πολυπλασιαζομένην ἑβδομάδα, νυνὶ μὲν ἑβδομήκοντα
φοίνικας παρὰ ταῖς πηγαῖς εἶναι λέγων, ἐν ἑτέροις δὲ πρεσβυτέρους
μόνους ἑβδομήκοντα, οἷς τὸ θεῖον ἐπενεμήθη καὶ προφητικὸν
πνεῦμα (Num. 11,16), καὶ πάλιν ἱερεῖα μόσχων ἑβδομήκοντα ἐν διαιρέσεσι
καὶ τάξεσιν ἐναρμονίοις ἑορτῇ τῶν σκηνῶν προσαγομένων· βουθυτοῦνται
γὰρ οὐκ ἀθρόοι, ἀλλ’ ἐν ἡμέραις ἑπτά, τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τρισκαίδεκα
ταύρων γενομένης (Num. 29, 13 sqq.)· οὕτως γὰρ κατὰ τὴν
ἑνὸς ὑφαίρεσιν ἀεὶ μέχρι τῆς ἑβδόμης ἔμελλεν ὁ τῶν ἑβδομήκοντα συντεθεὶς
ἀριθμὸς ἐκπληροῦσθαι.
παραγενόμενοι δὲ εἰς τοὺς θυρῶνας
ἀρετῆς, τὰ προπαιδεύματα, καὶ θεασάμενοι πηγὰς καὶ παρ’ αὐταῖς ἔρνη
φοινίκων στρατοπεδεύειν οὐ παρὰ τοῖς φυτοῖς ἀλλὰ παρὰ τοῖς ὕδασι
λέγονται. διὰ τί; ὅτι φοίνικι μὲν καὶ ταινίαις οἱ παντελοῦς ἀρετῆς
ἐπιφερόμενοι τὰ ἆθλα κοσμοῦνται, οἱ δὲ ἔτι
3 ἅπασαν Η
5 παρανέβλαστον G: παρενέβλαστον Η
6 Αἰλὶμ G: Αἰλεὶμ H, sed αι ex corr. H2 Ἐλὶμ G Ἑλεὶμ Η1): Αἰλεὶμ Η2 ἤσαν G2: om. G1H
8 Ἐλἰμ G Ἐλεὶμ H1): Αἰλεὶμ H2
9 οἰκίας G2: οἰκίαι G1 ut vid., οἰκιῶν H
13 καὶ codd.: καὶ τἀς v
14 Μωσῆς codd.
18 μὲν in ras. H2: δὲ G(H1?)
21 μόσχων G: μόσχους H 21.
22 διαιρέσει H
22 προσαγομένων] post ο spatium
4 litt. in H
23 ἀλλὰ G 27.
28 ἔρνη — alt. τοῖς om. G
30 περιφερόμενοι coni. Mang., ἀποφερόμενοι Cohn, φερόμενοι conicio 30—151,6 κοσμοῦνται —ἀμφότεροι in mg. H2 ἐγχορεύοντες Mang.: χορεύοντες codd.
ἀποκαθημένης, τὴν πηγὴν αὐτῆς ἀπεκάλυψε, καὶ αὕτη ἀπεκάλυψε τὴν
ῥύσιν τοῦ αἵματος αὐτῆς· ἐξολοθρευθήτωσαν ἀμφότεροι“ (Lev. 20,18)·
γυναῖκα τὴν αἴσθησιν καλεῖ, νοῦν ἄνδρα αὐτῆς ὑποτιθέμενος. ἀποκάθηται δὲ αἴσθησις, ὅπερ ἐστὶν ἀπωτάτω καθέζεται, ὅταν νοῦν ἀπολιποῦσα,
τὸν γνήσιον ἄνδρα, ἐφιδρύηται τοῖς δελεάζουσι καὶ φθείρουσιν
αἰσθητοῖς καὶ ἐρωτικῶς ἑκάστοις ἐμπλέκηται· τότ’ οὖν εἰ πρὸς ὕπνον
τράποιτο ὁ νοῦς, ἐγρηγορέναι δέον, „τὴν πηγὴν“ τῆς αἰσθήσεως „ἀπεκάλυψεν“
αὑτὸν — αὐτὸς γὰρ ἦν, ὥσπερ ἔφην, ἡ αἰσθήσεως πηγή —,
τοῦτο δέ ἐστιν ἄστεγον καὶ ἀτείχιστον καὶ εὐεπιβούλευτον κατεσκεύασεν
ἑαυτόν.
οὐ μὴν ἀλλὰ κἀκείνη „ἀπεκάλυψε τὴν ῥύσιν τοῦ αἵματος
αὐτῆς“· ῥέουσα γὰρ πᾶσα αἴσθησις πρὸς τὸ ἐκτὸς αἰσθητὸν ἐπικαλύπτεται
μὲν καὶ στέλλεται διακρατουμένη λογισμῷ, καταλείπεται δὲ ἔρημος
χηρεύσασα ἡγεμόνος ὀρθοῦ· κακὸν δὲ βαρύτατον ὡς πόλει τὸ ἀτείχιστον,
καὶ ψυχῇ τὸ ἀφύλακτον. πότ’ οὖν ἀφύλακτος γίνεται;
ἢ ὅταν ἄστεγος μὲν ὅρασις κεχυμένη πρὸς τὰ ὁρατά, ἄστεγος δὲ ἀκοὴ φωναῖς
ἁπάσαις ἐπαντλουμένη, ἄστεγοι δὲ ὀσμαὶ καὶ αἱ συγγενεῖς δυνάμεις
καταλειφθῶσι, πρὸς ὅ τι ἂν οἱ κατατρέχοντες βούλωνται διαθεῖναι
παθεῖν ἑτοιμόταται, ἄστεγος δὲ καὶ ὁ προφορικὸς λόγος, ὃς μυρία τῶν
ἀπορρήτων, ἅτε μηδενὸς τὴν
πλεούσας περιέτρεψεν.
οὗτός ἐστιν ὁ μέγας κατακλυσμός, ἐν ᾧ „ἀνεῴχθησαν μὲν οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ,“ λέγω δὲ τοῦ νοῦ, „ἀπεκαλύφθησαν
δὲ αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου“ (Gen. 7,11), τουτέστι τῆς αἰσθήσεως.
μόνως γὰρ οὕτως ἡ ψυχὴ κατακλύζεται, ἄνωθεν μὲν ὥσπερ ἀπ’
οὐρανοῦ τοῦ νοῦ καταρραγέντων ἀδικημάτων, κάτωθεν δὲ ὥσπερ ἀπὸ
6 αὑτῆς V
8 δὲ] δὲ ἡ V νοῦν Mang.: οὑν codd.
11 τῆ πηγῆ Η1, ut vid.
12 αὐτὸν Η2: αὐτόν GH1, fort. secl. ὅπερ G ἔφη Η1 ἡ G: τῆ Η1, τῆς Η2
15 αὑτῆς v ῥέπουσα coni. Mang. 15.
16 ἀποκαλύπτεται H, ἐπέχεται coni. Mang.
16 καταλίπεται G
17 δὲ] γὰρ Turn.
18 καὶ om. Η ἦ V
20 ἐναντλουμένη H
21 καταλειφθῶσι scripsi: καταλείφωσι G, καταλείφουσι Η1, καταλείφουσαι H2L, καταλείπουσαι Turn., καταλειφθεῖσαι Markland
21 βούλωνται Maug.: βούλονται codd.
22 παθεῖν Markland: ἀπαθεῖν G, ἃ παθεῖν H
23 ἀντωθοῦντος coni. Mang.
26 καταράκται G 29. 152,1 καταρραγέντων et ἀνομβρησάντων alterum in alterius locum transpon. Mang.
οὗ χάριν ἀπαγορεύει Μωυσῆς „ἀσχημοσύνην πατρὸς καὶ μητρὸς ἀποκαλύπτειν“ (Lev. 18,7), εἰδὼς σαφῶς, ἡλίκον ἐστὶ κακὸν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ νοῦ καὶ τῆς αἰσθήσεως μὴ ἐπέχειν καὶ ἐπικρύπτειν, ἀλλ’ ὥσπερ κατορθώματα προφέρειν
εἰς μέσον.
δὲ φρονήσεως ἐρευνητέον. εἰς ταύτην ἡ ὑπομονὴ κάτεισι, Ῥεβέκκα,
καὶ τὸ ψυχῆς ὅλον πληρώσασα ἀγγεῖον ἀναβαίνει, τὴν κάθοδον ἄνοδον
εἰπόντος τοῦ νομοθέτου φυσικώτατα· πρὸς γὰρ ὕψος ἐξαίρεται τὸ ἀρετῆς,
ἥτις ἂν ἀπ’ ἀλαζονείας τῆς ὑπεραύχου διανοῆται κατέρχεσθαι.
λέγει
γάρ· „καταβᾶσα δὲ ἐπὶ τὴν πηγὴν ἔπλησε τὴν ὑδρίαν, καὶ ἀνέβη“ (Gen.
24,16). ἥδ’ ἐστὶν ἡ θεία σοφία, ἐξ ἧς αἵ τε κατὰ μέρος ἐπιστῆμαι
ποτίζονται καὶ ὅσαι ψυχαὶ φιλοθεάμονες ἔρωτι τοῦ ἀρίστου κατέσχηνται.
ταύτῃ ὁ ἱερὸς λόγος τῇ πηγῇ προσφυέστατα ὀνόματα τίθεται, „κρίσιν“
αὐτὴν καὶ „ἁγίαν“ προσαγορεύων. „ἀναστρέψαντες“ γάρ φησιν "ἦλθον
ἐπὶ τὴν πηγὴν τῆς κρίσεως, αὕτη ἐστὶ Κάδης“ (Gen. 14,7)· καλεῖται
δὲ Κάδης ἁγία. μονονοὺ βοᾷ καὶ κέκραγεν, ὅτι ἡ τοῦ θεοῦ σοφία
ἁγία τέ ἐστιν οὐδὲν ἐπιφερομένη γήινον καὶ κρίσις τῶν ὅλων, ᾗ πᾶσαι
αἱ ἐναντιότητες διαζεύγνυνται.
ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἳ οὐ δυνήσονται συσχεῖν
ὕδωρ“ (Ier. 2,13).
οὐκοῦν ὁ θεός ἐστιν ἡ πρεσβυτάτη
ζωῆς αἴτιος. ἡ μὲν γὰρ ὕλη νεκρόν, ὁ δὲ θεὸς πλέον τι ἢ ζωή,
πηγὴ τοῦ ζῆν, ὡς αὐτὸς εἶπεν, ἀένναος.
οἱ δ’ ἀσεβεῖς ἀποδράντες,
ἄγευστοι τοῦ τῆς ἀθανασίας ποτοῦ διατελέσαντες, ὤρυξαν, οἱ
1 ἀνομβρησάντων G1: ἀνομβρῆσαν τῶν G2, ἀνομβρησάντων τῶν Η
2 Μωσῆς codd.
7 τὸ codd.: τὸ τῆς v
9 ἥτις G: εἰ τις H διανοεῖται H
13 ὁ] δ’ ὁ conieio
15 Κάδδης Η
16 Κάδδης H ἅγιος H, ἁγία
18 αἱ om. H post ἤδη add. καὶ H
20 σωμάτων L
21 ἑαυτοὺς H1
22 πηγή addidi 23.
24 #x003E; καταπέπληγμαι coni. Mang.
25 λογικῶς H1 ut vid.
26 νεκρῶν H1
6 sqq. cf. Orig. Homil. in Num. XII p. 311 sqq.
ἔπειτα ὀρύττουσιν οὐχ ὡς Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαάκ, οἱ σοφοί, φρέατα (Gen. 21,30. 26,18), βαθείας ἐπιστήμας ποτίμους λόγους ἀναδιδούσας,
ἀλλὰ λάκκους, ἴδιον οὐδὲν ἐξ ἑαυτῶν ἔχοντας τρόφιμον καλόν,
τῆς δ’ ἔξωθεν χρῄζοντας ἐπιρροῆς, ἣ γένοιτ’ ἂν ἐκ διδασκαλίας ἐπαντλούντων
ἀεὶ τῶν ὑφηγητῶν ἀκοαῖς τῶν μανθανόντων ἀθρόα τὰ ἐπιστήμης
δόγματα καὶ θεωρήματα, καὶ φρενὶ κατασχεῖν καὶ μνήμῃ τὰ
παραδοθέντα ταμιεύεσθαι.
νυνὶ δ’ εἰσὶν „οἱ λάκκοι συντετριμμένοι“,
τουτέστι πᾶσαι τῆς ἀναγώγου ψυχῆς αἱ δεξαμεναὶ τεθραυσμέναι καὶ
διαρρέουσαι, μὴ δυνάμεναι συσχεῖν καὶ φυλάξαι τὴν τῶν οἵων τε ὠφελεῖν
ἐπιρροήν.
τῆς πηγῆς (Gen. 16,7), οὐκ ἀρυτομένην δ’ ἀπ’ αὐτῆς. οὔπω γάρ
ἐστιν ἱκανὴ ψυχὴ προκόπτουσα τῷ σοφίας ἀκράτῳ ποτῷ χρῆσθαι, πλησίον
δ’ οὐ κεκώλυται ποιεῖσθαι τὰς διατριβάς.
ἔστι δὲ καὶ λεωφόρος πᾶσα ἡ κατὰ παιδείαν ὁδὸς ἐχυρωτάτη καὶ εὐερκεστάτη. διό φησιν
"ἐν τῇ ὁδῷ Σοὺρ“ αὐτὴν εὑρεθῆναι (ibid.), τεῖχος δὲ ἢ εὐθυσμὸς
ἑρμηνεύεται Σούρ. ἐνλαλῶν οὖν ὁ ἔλεγχος τῇ ψυχῇ φησιν αὐτῇ·
„πόθεν ἔρχῃ, καὶ ποῦ πορεύῃ“ (ibid. 8). τοῦτο δ’ οὐκ ἐνδοιάζων
καὶ οὐ πυνθανόμενος μᾶλλον ἢ δυσωπῶν καὶ ὀνειδίζων προφέρεται·
θέμις γὰρ οὐδὲν ἀγνοεῖν τῶν καθ’ ἡμᾶς ἀγγέλῳ. σημεῖον δέ· καὶ τὰ κατὰ γαστρός, ἅπερ ἄδηλα γενέσει, σαφῶς οἶδεν ἐν οἷς φησιν· "ἰδοὺ σὺ
ἐν γαστρὶ ἔχεις, καὶ τέξῃ παιδίον, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσμαήλ“
1 ἰδίους Η1, fort. recte
3 οἱ σοφοί om. L
4 ἐπιστήμης conicio 4.
5 ἀναδιδόντα conicio
5 ἑαυτῶν G: αὐτῶν H1, αὑτῶν Η2
8 alt. καὶ] ὡς Gohn, nisi potius deest part. κελευόντων Mang., παραινούντων couicio) φρενὶ G2 in ras.: φέρει Η, φρεσὶ conicio
9 δέ εἰσιν Η
10 ἐναγώγου H αἱ om. V
11 συσχεῖν G(Mang.): τυχεῖν Η
12 ἐπιρροεῖν Η1
13 ἦν om. Turn.
14 ante τὴν ras.
2 litt. G ἄγουσιν Η
15 ἀρυτομένην G: ἀρρυομένην Η, ἀρυομένην v
16 ψυχὴ GH: πηγὴ L
18 ἡ om. V
19 εὐθυσμός suspectum
20 ἐνλαλῶν GHL2: καὶ λαλῶν L1, ἐκλαλῶν V, ἐντυχὼν coni. Mang., συλλαλῶν coni. Cohn, ἐνομιλῶν vel ἐνδιατρίβων conicio
23 ἀγγέλων G, ἐλέγχῳ coni. Mang.
24 κατὰ om. L
25 τέξεις Η
44 p. 537: οἱ δίκαιοι λάκκους μέν κατασκευάζουσι, φρέατα δὲ ὀρύσσουσι, τὴν ἐνυπάρχουσαν γῆν (leg. πηγὴν) καὶ ἀρχὴν τῶν ποτίμων ἀγαθῶν ἐξευρεῖν ζητοῦντες.
τὸ "πόθεν οὖν ἔρχῃ“ πρὸς ἐπίπληξιν λέγεται τῆς ἀποδιδρασκούσης
ψυχῆς τὴν ἀμείνω καὶ κυρίαν γνώμην, ἧς θεραπαινὶς οὐ λεγομένη μᾶλλον
ἢ ἔργοις ὑπάρχουσα μέγα κλέος ἔμελλεν [ἐξ]οἴσεσθαι. „ποῖ δὲ καὶ
πορεύῃ“; τὰ ἄδηλα μετατρέχεις, τὰ ὁμολογούμενα ἀπορρίψασα.
καλὸν
οὖν αὐτὴν ἐπαινέσαι χαίρουσαν ἐπὶ νουθεσίᾳ· δείγματα δὲ τοῦ χαίρειν
ἐξενήνοχε τό τε μὴ κατηγορῆσαι τῆς δεσποίνης καὶ τὸ τὴν αἰτίαν ἀναθεῖναι
ἑαυτῇ τοῦ δρασμοῦ καὶ τὸ μὴ ἀποκρίνασθαι πρὸς τὸ δεύτερον
πύσμα τὸ „ποῦ πορεύῃ;“ ἄδηλον γάρ, περὶ δὲ τῶν ἀδήλων ἐπέχειν
τε καὶ ἀναγκαῖον.
αὐτῆς“ (ibid. 9) καλὴν ταπείνωσιν φρονήματος ἀλόγου καθαίρεσιν
περιέχουσαν.
οὕτως γὰρ πραϋτόκοις ὠδῖσιν ἄρρενα γενεὰν ἀποκυήσεις,
ὄνομα Ἰσμαήλ (ibid. 11), ἀκοαῖς θείαις σωφρονισθεῖσα· ἑρμηνεύεται
γὰρ Ἰσμαὴλ ἀκοὴ θεοῦ. ἀκοὴ δ’ ὁράσεως τὰ δευτερεῖα φέρεται, ὅρασιν
δὲ ὁ γνήσιος υἱὸς καὶ πρωτόγονος Ἰσραὴλ κεκλήρωται· μεταληφθεὶς
γάρ ἐστιν ὁρῶν θεόν. ἀκούειν μὲν γὰρ καὶ ψευδῶν ὡς ἀληθῶν ἔνεστιν,
ὅτι ἀπατηλὸν ἀκοή, ἀψευδὲς δ’ ὅρασις, ᾗ τὰ ὄντα ὄντως κατανοεῖται.
τὸν δὲ γεννηθέντα τρόπον χαρακτηρίζει διά τε τοῦ λέγειν ἀγροῖκον
ἔσεσθαι, ὡς ἂν ἀγροικόσοφον, μήπω τῆς τιθασοῦ καὶ πολιτικῆς ὄντως
μοίρας ἠξιωμένον — αὕτη δέ ἐστιν ἀρετή, δι’ ἧς πέφυκεν ἡμεροῦσθαι
τὸ ἦθος —, καὶ διὰ τοῦ φάσκειν· „αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐπὶ πάντας καὶ αἱ
χεῖρες πάντων ἐπ’ αὐτόν“ (ibid. 12)· σοφιστοῦ γὰρ βούλημα τοῦτο
τὸ λίαν σκεπτικὸν ἐπιμορφάζοντος καὶ λόγοις χαίροντος ἐριστικοῖς.
οὗτος
καὶ πάντας βάλλει τοὺς ἀπὸ τῶν μαθημάτων, ἰδίᾳ τε ἑκάστῳ καὶ κοινῇ
2 τὸ e corr. G2, τὸ ex τὰ corr. H2
3 γεγεννημένος Η2 ἀγροῖκος . . . πολιτικὴ καὶ ἥμερος scripsi: ἄγροικον . . . πολιτικὴν καὶ ἥμερον codd.
4 ἐπίπληξιν Turn.: ἐπιπλήξεως codd.
6 ἐξ seclusi post ποῖ ras. in G, ποῦ conicio
8 νουθεσία Turn.: νουθεσίαν codd. τοῦ om. G
11 ποῖ G
12 πειθαρχείας H
17 πρωτοτόκοις Mang.
18 σωφρονισθεῖσαν Mang.
21 ἐστιν om. G, sed post θεὸν s. s. ἑρμηνεύεται G2 ἀληθῶς G2 Turn. 21.
22 ἔνεστι τί ἀπατηλὸν G
22 δ’ G2: om. G1H πάντως L
23 τοῦ] τὸ Turn. ἄγροικον H
24 τιθασοῦ scripsi: θιάσσου G, θείας H
25 δ’ ἐστὶν Η
26 τοῦ G(H2): τοῦ τὸ H1, τὸ Turn.
28 οὕτως H
ἀλλὰ καὶ τρίτον προσυπογράφει χαρακτῆρα φάσκων· "κατὰ πρόσωπον πάντων
τῶν ἀδελφῶν κατοικήσει“ (ibid.), μονονοὺκ ἄντικρυς ἐπιδεικνύμενος
τὴν ἀντιπρόσωπον διαμάχην καὶ ἀντίστασιν αἰώνιον. ἡ κυοφοροῦσα
οὖν τὸν σοφιστὴν λόγον ψυχή φησι τῷ λαλοῦντι πρὸς αὐτὴν ἐλέγχῳ·
„σὺ θεὸς ὁ ἐπιδών με“ (ibid. 13), ἴσον τῷ σὺ ποιητὴς εἶ τῶν ἐμῶν
βουλημάτων καὶ ἐκγόνων, καὶ μήποτ’ εἰκότως·
ἐλευθέρων μὲν γὰρ καὶ ἀστῶν ὡς ἀληθῶς ψυχῶν ὁ ἐλεύθερος καὶ ἐλευθεροποιὸς δημιουργός,
δούλων δὲ δοῦλοι· ἄγγελοι δ’ οἰκέται θεοῦ, νομιζόμενοι πρὸς τῶν ἔτ’
ἐν πόνοις καὶ δουλείαις ὑπαρχόντων θεοί. „διὰ τοῦτο“ φησίν "ἐκάλεσε
τὸ φρέαρ φρέαρ οὗ ἐνώπιον εἶδον“ (ibid. 14).
ἀλλ’ οὐκ ἔμελλες, ὦ ψυχὴ προκόπτουσα καὶ τῇ τῶν ἐγκυκλίων ἐπιστήμῃ προπαιδευμάτων
ἐμβαθύνουσα, καθάπερ διὰ κατόπτρου τῆς παιδείας τὸν αἴτιον τῆς
ἐπιστήμης ἰδεῖν; οἰκειότατος δὲ καὶ ὁ τοῦ τοιούτου φρέατος τόπος „ἐν
μέσῳ Κάδης καὶ Βαράδ“ (ibid. 14)· ἑρμηνεύεται δὲ Βαρὰδ μὲν ἐν
κακοῖς, Κάδης δὲ ἁγία· μεθόριος γὰρ ἁγίων καὶ βεβήλων ὁ ἐν προκοπαῖς,
ἀποδιδράσκων μὲν τὰ φαῦλα, μήπω δ’ ἱκανὸς ὢν τελείοις συμβιοῦν
ἀγαθοῖς.