Χοηφόροι Aeschylus Martin L. West Perseus Project, Tufts University Gregory Crane Digital conversion and CTS/EpiDoc encoding Gregory Crane Perseus Project Medford, MA Perseus Project

For scholarly use. Copyright status of the source edition has not been determined.

Aeschylus Aeschyli Tragoediae cum incerti poetae Prometheo Martin L. West 978-3-519-01013-5 Stutgardiae B. G. Teubner 1990 277–338 The supplied transcription contains the text and critical apparatus of the Choephori.

West's Greek text, printed verse lineation, page breaks, dramatic speakers, lyric groupings, critical signs, source citations, and critical apparatus are preserved. Redundant line-break milestones preceding numbered verse lines have been removed. Lyric strophes follow the stanza labeling used by the accompanying Agamemnon edition.

This pointer pattern extracts a verse line.

CTS edition: urn:cts:greekLit:tlg0085.tlg006.west1990-grc2.

Ancient Greek Latin English Orestes Electra Chorus Clytemnestra Pylades Nurse Aegisthus Servant Doorkeeper Regularized as a CTS/EpiDoc edition, linked apparatus notes to verse lines, and normalized lyric stanza labels.
ΧΟΗΦΟΡΟΙ ΟΡΕΣΤΗΣ Ἑρμῆ χθόνιε, πατρῶι᾽ ἐποπτεύων κράτη, σωτὴρ γενοῦ μοι ξύμμαχός τ᾽ αἰτουμένωι· ἥκω γὰρ εἰς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι (θέλων τιμωρῆσαι τῶι πατρί) . . . βιαίως ἐκ γυναικείας χερός δόλοις λαθραίοις . . . ἀπώλετο 1-3 Ar. Ran. 1126-8 — 1138 + 1152-3, 1156 3a sch. Ar. Ran. 1127 3b-c Ar. Ran. 1141-3 Cod. M cum apographis Prologi pars maior cum argumento fabulae personarumque catalogo periit. Fragmenta 1 et 4 attulit Canter, 2 et 6 West, 3 Hermann, 5 Stanley¹, 7 Dind.³; de fragmentorum ordine conexione suppletione v. West⁵ 2 ξύμμ- Ran. 1152 cod U: σύμμ- cett. 3 post h. v. suppleas e.g. ⟨’Αργεῖον οὖδας χρόνιος ἐκ φυγῆς, ὅπως | πατρὸς γένωμαι ξὺν θεοῖς τιμάορος, | ὃς δὴ⟩ βιαίως κτλ. 3b,c cf. Blass⁸ 76 ⟨δυσκλεής τ’⟩ ἀπώλετο Thiersch¹ 26 post h. v. intellige ‘tu igitur, Mercuri, precor, permitte ut is mihi ex Orco oboediat atque adsit’ ΟΡΕΣΤΗΣ τύμβου δ᾽ ἐπ᾽ ὄχθωι τῶιδε κηρύσσω πατρί κλυεῖν, ἀκοῦσαι. . . . . . . . . πλόκαμον Ἰνάχωι θρεπτήριον, τὸν δεύτερον δὲ τόνδε πενθητήριον . . . . . . ⟨ἐν κραταιλέωι πέδωι⟩ οὐ γὰρ παρ⟨ὼν⟩ ὤιμωξα σὸν πάτερ μόρον, οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽ ἐπ᾽ ἐκφορᾶι νεκροῦ τί χρῆμα λεύσσω; τίς ποθ᾽ ἥδ᾽ ὁμήγυρις στείχει γυναικῶν φάρεσιν μελαγχίμοις πρέπουσα; ποίαι ξυμφορᾶι προσειχάσω; πότερα δόμοισι πῆμα προσκυρεῖ νέον, ἢ πατρὶ τὠμῶι τάσδ᾽ ἐπεικάσας τύχω χοὰς φερούσαις νερτέροις μειλίγματα; οὐδέν ποτ᾽ ἄλλο· καὶ γὰρ Ἠλέκτραν δοκῶ στείχειν ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν πένθει λυγρῶι πρέπουσαν. ὦ Ζεῦ, δός με τείσασθαι μόρον 4-5 Ar. Ran. 1172-3 6–7 sch. Pind. P. 4.145, cf. Eu. 165.6 7a Eur. El. 534 8-9 sch. Eur. Alc. 768 10 cf. Hsch. (Cyr.) ο 702, Synag. Ba. 317.2 11 (μελαγχ.) Eu. 1254.25 13 (προσκυρεῖ) Hsch. (Cyr.) π 3833 5 κλύειν codd.: corr. Wil.¹⁹ 6 fere ⟨καὶ τὸν μὲν ἄρτι, γῆς ὑπερβαλὼν ὅρους, | ἔδωκα⟩ πλόκαμον (ita ex parte Tucker³) post 7 fort. ⟨τίθημι γαίας ἐν κραταιλέωι πέδωι⟩ de v. 7 a v. BICS 27, 1980, 20 sq. 8 παρώμωξα cod.: corr. Dind.³ 1123 10 incipit M — ante h.v. ⟨Ἔα·⟩ suppl. Dind. l. c. 15 φερούσαις Lobel³: -σας M — μειλίγμασιν M: corr. Casaub.¹ 17 τήνδ’ Blomf.² 18 τίσασθαι M: corr. Kirchhoff² ΟΡΕΣΤΗΣ πατρός, γενοῦ δὲ ξύμμαχος θέλων ἐμοί. Πυλάδη, σταθῶμεν ἐκποδών, ὡς ἂν σαφῶς μάθω γυναικῶν ἥτις ἥδε προστροπή. ΧΟΡΟΣ ἰαλτὸς ἐκ δόμων ἔβαν χοὰς προπομπὸς ὀξύχειρι σὺν κόπωι· πρέπει παρηῒς φοίνισσ᾽ ἀμυγμοῖς ὄνυχος ἄλοκι νεοτόμωι (δι᾽ αἰῶνος δ᾽ ἰυγμοῖσι βόσκεται κέαρ), λινοφθόροι δ᾽ ὑφασμάτων λακίδες ἔφλαδον ὑπ᾽ ἄλγεσιν, πρόστερνοι στολμοὶ πέπλων ἀγελάστοις ξυμφοραῖς πεπληγμένων. τορὸς γὰρ {Φοῖβος} ὀρθόθριξ δόμων ὀνειρόμαντις, ἐξ ὕπνου κότον πνέων, ἀωρόνυκτον ἀμβόαμα μυχόθεν ἔλακε περὶ φόβωι, 27-8 Et. G. — M. 403.48; (λακίδες) cf. Hsch. (Cyr.) λ 200 19 τε Blaydes² — ξύμμαχος (2 v.l.) Porson¹: σύμ- M 22 ἔβαν Dind.⁴: ἔβην Muv 23 χοᾶν Casaub.¹ — προπομποῦσ’ Lobel¹ — κόπωι Casaub.¹, anon.¹: κύπτωι M (ἀντὶ κοπετῶι Σ): τύποι (cf. 427) D'Arnaud 236 24 παρηῒς φοινίοις Stanley¹ (cf. ad 32) 26 διοιγμοῖσι M: corr. Canter 29 προστέλνοι Ma, πρόσστερνοι ΣMs: corr. Turn.: προστέρνου στολμοῦ Hartung: -ωι -ωι Blass 31 πεπλαγ- Tucker³: -μένοι Wil.¹⁹ (nol. Verrall⁸) 32 φοῖβος M: φόβος Σ (ubi Φοῖβος Papageorgios): del. Blass²: τορὸς φόβος γὰρ D'Arnaud 237: ὀρθ. φόβος δόμων (cf. 929. Prom. 181) Pauw 35 ἔλαχε Σ Ms: ἔλαχε Mv: ἔλασε Heyse (cf. 39 et ad 939) γυναικείοισιν ἐν δώμασιν βαρὺς πίτνων, κριταὶ ⟨δὲ⟩ τῶνδ᾽ ὀνειράτων θεόθεν ἔλακον ὑπέγγυοι μέμφεσθαι τοὺς γᾶς νέρθεν περιθύμως τοῖς κτανοῦσί τ᾽ ἐγκοτεῖν. τοιάνδε χάριν ἀχάρι⟨το⟩ν, ἀπότροπον κακῶν, ἰὼ Γαῖα μαῖα, μωμένα μ᾽ ἰ⟨ά⟩λλει δύσθεος γυνά (φοβοῦμαι δ᾽ ἔπος τόδ᾽ ἐκβαλεῖν)· τί γὰρ λύτρον πεσόντος αἵματος πέδοι; ἰὼ πάνοιζυς ἑστία, ἰὼ κατασκαφαὶ δόμων. ἀνάλιοι βροτοστυγεῖς δνόφοι καλύπτουσι δόμους δεσποτᾶν θανάτοισι. σέβας δ᾽ ἄμαχον ἀδάματον ἀπόλεμον τὸ πρίν δι᾽ ὤτων φρενός τε δαμίας περαῖνον νῦν ἀφίσταται, φοβεῖται δέ τις. τὸ δ᾽ εὐτυχεῖν, τόδ᾽ ἐν βροτοῖς θεός τε καὶ θεοῦ πλέον· 50 Tim. Pers. 178, Favor. π. φυγῆς P. Vat. Gr. 11 ix 42 (386.19 Barig.) 36 γυναικίοισιν M: corr. Vict. — πιτνῶν M: corr. Blomf.¹³ ex Elmsleii praecepto 37 ⟨δὲ⟩ Portus¹: ⟨τε⟩ Porson¹ 38 ἔλαχον M: corr. Turn. 42 τοιῶνδε Schütz² — ἀχάριτον Elmsley² ad O. C. 836: ἄχαριν (Ag. 1545) M 45 μιλλεῖ M: corr. cod. Sambuci 47 ἐκβάλλειν Σ M: corr. Jacob 48 λυγρὸν M: corr. Canter — πέδοι Dind.⁴ ad Prom. 749: πέδωι M 51 ἀνάλιοι M: corr. Tucker³ (cf. Sept. 859): ἀνηλίους Pauw ex Σ οὓς οὐδὲ ἥλιος ἐπίδοι διὰ τὸ ’Αγαμέμνονος μύσος 53 δεσποτᾶν (cf. 82) Blomf. ad 76: -τῶν M 54 ἀδάμαντον M: corr. Hermann³ 56 φρένες M: corr. Vict. 57 τετραῖνον (452) Heyse 58 μ supra ἀφ- (sc. ἀμφ) Ms 60 βροτοῖσι M: corr. Asul. ῥοπὰ δ᾽ ἐπισκοτεῖ δίκας ταχεῖα τοῖς μὲν ἐν φάει, τὰ δ᾽ ἐν μεταιχμίωι σκότου μένει χρονίζοντα {ἄχη} βρύει⟨ν⟩, τοὺς δ᾽ ἄκραντος ἔχει νύξ. τὰ δ᾽ αἵματ᾽ ἐκποθέν⟨θ⟩᾽ ὑπὸ Χθονὸς τροφοῦ, τίτας φόνος πέπηγεν οὐ διαρρύδαν· αἰανὴς ⟨δ᾽⟩ ἄτα διαφέρει τὸν αἴτιον ⟨καὶ⟩ παναρκέτας νόσος. {βρύειν τοὺς δ᾽ ἄκραντος ἔχει νύξ} θιγόντι δ᾽ οὔτι νυμφικῶν ἑδωλίων ἄχος, πόροι τε πάντες ἐκ μιᾶς ὁδοῦ 72 cf. Hsch. π 3046 61 ῥοπὴ M: corr. Bamberger² 562/60 — ἐπισκοτεῖ O. Müller⁴ 22: ἐπισκοπεῖ Σ M: ἐπισκήπτει Musgrave — δίκας Turn. ex Σ: δίκαν M 62 τοὺς Turn.: τοὺς μὲν ἐπισκοπεῖ reddit Σ, unde glossator (τοῖς μὲν) ἀντὶ τοὺς μὲν 63 τοῖς δ’ Stanley³ — πεδαιχμι- 589 64 χρονίζοντας Dind.¹² (deleto βρύει post Hermann³²) — ἄχη (ita Ms: ἄχει M) del. Schütz² — βρύειν Jacob² sicut 69: βρύει M cum gl. ἀνθεῖ (cf. 1009) 65 ἄκρατος Schütz² contra Σ 66 τὰ δ’ (cf. Ag. 1018) Bamberger⁴: δι’ M — ἔκποθεν M: corr. Schütz² 67 διαρρυδᾶν M: corr. Lobeck³ 156 68 αἰανὴς ἦ M — Ahrens², cf. Σ διαιωνίζουσα: διαλγὴς M — δ’ ἄτα Eichstaedt: ἄτη M 69 ⟨καὶ⟩ et νόσος West: νόσου Σ M — βρύειν del. Hermann² 15, cetera Portus¹ 71 οἴγοντι M: corr. Steph. — τ’ Platt³ 93 — οὔτε Bothe¹ 72 ῥόοι Blaydes² ⟨ξυμ⟩βάλλοντες, τὸν χερομυσῆ φόνον καθαί- ροντες, ἴθυσαν ⟨μ⟩άταν. ἐμοὶ δ᾽ (ἀνάγκαν γὰρ ἀμφίπτολιν θεοὶ προσήνεγκαν, ἐκ γὰρ οἴκων πατρώιων δούλιον ἐσᾶγον αἶσαν) δίκαια καὶ μὴ δίκαι᾽ αἰνέσαι πρέποντ᾽ ἀρχὰς βίου βίαι φρενῶν, πικρὸν στύγος κρατούσαι· δακρύω δ᾽ ὑφ᾽ εἱμάτων ματαίοις δεσποτᾶν τύχαισιν, κρυφαίοις πένθεσιν παχνουμένα. ΗΛΕΚΤΡΑ δμωιαὶ γυναῖκες, δωμάτων εὐθήμονες, ἐπεὶ πάρεστε τῆσδε προστροπῆς ἐμοί πομποί, γένεσθε τῶνδε σύμβουλοι πέρι· τί φῶ χέουσα τάσδε κηδείους χοάς; 73 συμβάλλοντες Risberg² 180: βαίνοντες M: συμβαίνοντες Paley⁵ — τὸν del. Herwerden⁹ 54 74 χαιρομυσῆ M: corr. Porson¹ (χειρο- iam Turn.) — φόνου Rogers 58 contra Σ 74 ἰοῦσαν Σ M: corr. Musgrave — ἄτην Σ M, ἄταν Ms: corr. Scal.² (μάτην), Heath 75 ἀμφίπτολιν Σ Ms: -πτόλιν Ma 76 ἐκ δ᾽ ἄρ’ anon.¹ 77 ἐσἄγαγον Wil.¹¹ 78 αἰνέσαι huc trai. West⁷: post βίαι φερομένων (v. ad 79-80) M 79 ἀπ’ ἀρχῆς interpr. Σ 79 sq. βίαι φρενῶν et πικρὸν στύγος Ahrens⁷: βίαι φερομένων αἰνέσαι πικρῶν (-ὸν Σ) φρενῶν | στύγος Σ M — κρατούσηι M (ι add. Ms): corr. Tucker³ 82 ματαίοις ... τύχαισι Eichstaedt: ματαίοισι ... | τύχαις M — δεσπόταν M: corr. Stanley¹ 83 παχνουμένην M: corr. Turn. (-νη), Peile 87 τύφω δὲ M (τύμβωι ci. Ms): corr. Ahrens⁷ (δὲ del. Turn.) ΗΛ. πῶς εὔφρον᾽ εἴπω, πῶς κατεύξωμαι πατρί; πότερα λέγουσα παρὰ φίλης φίλωι φέρειν γυναικὸς ἀνδρί, τῆς ἐμῆς μητρὸς πάρα; τῶνδ᾽ οὐ πάρεστι θάρσος, οὐδ᾽ ἔχω τί φῶ χέουσα τόνδε πελανὸν ἐν τύμβωι πατρός. ἢ τοῦτο φάσκω τοὔπος, ὡς νόμος βροτοῖς, εὖ τ᾽ ἀντιδοῦναι τοῖσι πέμπουσιν τάδε στέφη, δόσιν τε τῶν καλῶν ἐπαξίαν; ἢ σῖγ᾽ ἀτίμως, ὥσπερ οὖν ἀπώλετο πατήρ, τάδ᾽ ἐκχέασα, γάποτον χύσιν, στείχω, καθάρμαθ᾽ ὥς τις ἐκπέμψας, πάλιν δικοῦσα τεῦχος ἀστρόφοισιν ὄμμασιν; τῆσδ᾽ ἔστε βουλῆς, ὦ φίλαι, μεταίτιαι· κοινὸν γὰρ ἔχθος ἐν δόμοις νομίζομεν. μὴ κεύθετ᾽ ἔνδον καρδίας φόβωι τινός· τὸ μόρσιμον γὰρ τόν τ᾽ ἐλεύθερον μένει καὶ τὸν πρὸς ἄλλης δεσποτούμενον χερός. λέγοις ἄν, εἴ τι τῶνδ᾽ ἔχεις ὑπέρτερον. ΧΟ. αἰδουμένη σοι βωμὸν ὡς τύμβον πατρός λέξω, κελεύεις γάρ, τὸν ἐκ φρενὸς λόγον. ΗΛ. λέγοις ἄν, ὥσπερ ἠιδέσω τάφον πατρός. ΧΟ. φθέγγου χέουσα κεδνὰ τοῖσιν εὔφροσιν. ΗΛ. τίνας δὲ τούτους τῶν φίλων προσεννέπω; 88 κατεύξωμαι Turn.: -ομαι M (cf. Soph. Tr. 973. Eur. Ion. 758. I. A. 455) 89 πὰρ (cf. Eum. 229) H. Wolf. 90 fort. τῆς ⟨γ’⟩, cf. 190 (ci.) 91 sq. post 95 trai. Weil³, post 99 Diggle² 92 τῶνδε Ma — πελανὸν εἰς M 94 εὖ τ’ sive ἔσθλ’ Elmsley⁴ 137: ἔστ’ M: ἴσ’ Bamberger² 95 γε Bourdelot — καλῶν Elmsley l. c.: κακῶν Σ M 97 ἐκχέασα Dind.⁷: ἐκχέουσα M 100 ἐστὲ M: corr. Asul., cf. Σ 100 μεταίτιοι Blomf.⁹, cf. ad 910 101 ἄχθος Blaydes² 329 105 ἔχεις (cf. 668) Askew²: ἔχοισ M 106 σοι Dind.¹² 109 κεδνὰ Hartung (ἀγαθὰ Σ): σεμνὰ M ΧΟ. πρῶτον μὲν αὑτὴν χὥστις Αἴγισθον στυγεῖ. ΗΛ. ἐμοί τε καὶ σοί τἄρ᾽ ἐπεύξομαι τάδε. ΧΟ. αὐτὴ σὺ ταῦτα μανθάνουσ᾽ ἤδη φράσαι. ΗΛ. τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῆιδε προστιθῶ στάσει; ΧΟ. μέμνησ᾽ Ὀρέστου, κεὶ θυραῖός ἐσθ᾽ ὅμως. ΗΛ. εὖ τοῦτο, κἀφρένωσας οὐχ ἥκιστά με. ΧΟ. τοῖς αἰτίοις νυν τοῦ φόνου μεμνημένη — ΗΛ. τί φῶ; δίδασκ᾽ ἄπειρον ἐξηγουμένῃ. ΧΟ. ἐλθεῖν τιν᾽ αὐτοῖς δαίμον᾽ ἢ βροτῶν τινα — ΗΛ. πότερα δικαστὴν ἢ δικηφόρον λέγεις; ΧΟ. ἁπλωστὶ φράζουσ᾽, ὅστις ἀνταποκτενεῖ. ΗΛ. καὶ ταῦτά μοῦστιν εὐσεβῆ θεῶν πάρα; ΧΟ. πῶς δ᾽ οὔ, τὸν ἐχθρὸν ἀνταμείβεσθαι κακοῖς; ΗΛ. ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ κήρυξ μέγιστε τῶν ἄνω τε καὶ κάτω, ⟨ἀρήξον,⟩ Ἑρμῆ χθόνιε, κηρύξας ἐμοί τοὺς γῆς ἔνερθε δαίμονας κλυεῖν ἐμάς εὐχάς, πατρώιων δωμάτων ἐπισκόπους, καὶ Γαῖαν αὐτήν, ἣ τὰ πάντα τίκτεται θρέψασά τ᾽ αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει. κἀγὼ χέουσα τάσδε χέρνιβας †βροτοῖς† 111 αὑτὴν Ma 112 ἐπεύξωμαι Dobree³ 26/23 116 τοῦτό γ’ ἐφρ- Blaydes⁵ 117 νῦν M: corr. Paley¹ 120 λέγω (cf. 110) Weil¹¹ 124 121 ἁπλωστὶ Hermann³²: ἁπλῶστι M 122 καὶ fort. ἦ 123 fort. ἐχθρόν ⟨γ’⟩ — post h.v. lac. stat. Wil.¹¹ (dubitaverat Schütz?) 165 huc trai. Hermann¹⁴ 6/78 sq. 165 μέγιστη M: corr. Portus¹ 124 ⟨ἀρήξον,⟩ Klausen: potest tamen lac. post χθόνιε esse (Canter), cf. 1 125 possis γῆς ⟨τ’⟩ — κλυεῖν M: corr. Wil.¹⁹ 126 δωμάτων Portus²: δ’ ὀμμάτων M — αἱμάτων Ahrens⁷ (Pl. Leg. 872 e cont. Groeneboom⁶; similis corruptela infra 649) 129 νεκροῖς Mvge: φθιτοῖς (Pers. 220) Hermann³ 63 ΗΛ. λέγω καλοῦσα πατέρ᾽· ἐποίκτιρόν τ᾽ ἐμέ φίλον τ᾽ Ὀρέστην φῶς ἄναψον ἐν δόμοις. πεπραμένοι γὰρ νῦν γέ πως ἀλώμεθα πρὸς τῆς τεκούσης, ἄνδρα δ᾽ ἀντηλλάξατο Αἴγισθον, ὅσπερ σοῦ φόνου μεταίτιος. κἀγὼ μὲν ἀντίδουλος, ἐκ δὲ χρημάτων φεύγων Ὀρέστης ἐστίν, οἳ δ᾽ ὑπερκόπως ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα. ἐλθεῖν δ᾽ Ὀρέστην δεῦρο σὺν τύχηι τινί κατεύχομαί σοι, καὶ σὺ κλῦθί μου πάτερ· αὐτῆι τέ μοι δὸς σωφρονεστέραν πολύ μητρὸς γενέσθαι χεῖρά τ᾽ εὐσεβεστέραν. ἡμῖν μὲν εὐχὰς τάσδε, τοῖς δ᾽ ἐναντίοις λέγω φανῆναι σοῦ πάτερ τιμάορον καὶ τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν δίκηι· ταῦτ᾽ ἐν μέσωι τίθημι †τῆς κακῆς ἀρᾶς† κείνοις λέγουσα τήνδε τὴν κακὴν ἀράν· 132 (ἀλώμεθα) Hsch. (Cyr.) α 3358 136 cf. Hsch. υ 423 130 ‘πάτερ M: corr. Asul. (πάτερ᾽), Turn. — ἐποίκτειρον M: corr. Kirchhoff¹ 131 φῶς τ’ ἄναψον ἐν Schneidewin¹⁷, τ’ abiecit Wil.¹¹: πῶς ἀνάξομεν Σ M: ὡς ἀνάξωμεν (cf. Od. 1. 402) Pauw: ὡς ἂν ἄρξωμεν Headlam⁶ 248 132 πεπραγμένοι M (Σ?): corr. Portus¹ 134 fort. ἔχθιστον 136 φεύγειν M: corr. Rob. 137 μέτα M: corr. Turn. 140 τέ μοι potius quam τ’ ἐμοὶ, cf. Schwyzer Gramm. II 187. σωφρονεστερα M, corr. Ms: -τέραι hic et 141 Meineke³ 214 144 κτανόντας ⟨σ’⟩ Heyse — ἀντικατακτανεῖν Mvge (-κακτ- Scal.) — δίκηι Portus¹: δίκην M: δίκην ⟨τίνοντάς ὧν ἔδρασαν ἀξίαν κακῶν⟩ Weil³ 145 τῆς καλῆς ἀρᾶς Schütz² (κεδνῆς Butler): τοῖς κακοῖς ἄρα Weil¹⁵: μελομένοις τελεῖν Wil.¹¹: τοῖσπερ ἂν μέληι Mazon ΗΛ. ἡμῖν δὲ πομπὸς ἴσθι τῶν ἐσθλῶν ἄνω ξὺν θεοῖσι καὶ Γῆι καὶ Δίκηι νικηφόρωι. τοιαῖσδ᾽ ἐπ’ εὐχαῖς τάσδ᾽ ἐπισπένδω χοάς· ὑμᾶς δὲ κωκυτοῖς ἐπανθίζειν νόμος, παιῶνα τοῦ θανόντος ἐξαυδωμένας. ΧΟ. ἴετε δάκρυ καναχὲς {ὀλόμενον} ὀλομένωι δεσπόται πρὸς ἔρυμα τόδε κεδνῶν, κακῶν δ᾽ ἀπότροπον ἄγος ἀπεύχετον, κεχυμένων χοᾶν· κλύε δέ μοι, σέβας, κλύ᾽ ὦ δέσποτ᾽ ἐξ ἀμαυρᾶς φρενός. ὀτοτοτοτοτο(το)τοῖ — ἰώ, τίς δορισθενὴς ⟨εἶσ’⟩ ἀνὴρ ἀναλυτὴρ δόμων, Σκυθικά τ᾽ ἐν χεροῖν {παλίντονα} ἐν ἔργωι βέλη πιπάλλων Ἄρεως σχέδιά τ᾽ αὐτόκωπα νωμῶν βέλη; 147 (- ἴσθι) Eren. Philo 96 (Nickau Ammon. p.66) 162 (πιπάλλων) Hsch. π 2336 163 cf. Hsch. σ 2961 147 τὠνδ’ Ms 148 ξὺν Porson¹: σὺν M 151 παιᾶνα M 152 sq. ὀλόμενον del. Blomf.¹³: ὀλομένωι μελόμενον (cf. Eur. Pho. 1302) Wecklein⁹ 354: ὀλ. ⟨ἐπ’⟩ ὀλομένωι Blass⁸ 154 κεδνῶν κακῶν Schütz²: κακῶν κεδνῶν Σ M — δ’ Butler: τ’ Σ M 155 ἄγος Σ: ἄλγος Mμ 157 sq. σέβας κλύ᾽ ὦ Bamberger⁴, Peile: κλῦε: | σεβάσω M (σέβας ὦ Turn.) 159 το sustulit Seidler¹ 59 ut sit dochmius 160 ἴ⟨τ⟩ω τις Bothe¹ — δορι- anon.⁷: δορυ- M — ⟨εἶσ’⟩ Weil³ 161 Σκυθικά Rob.: σκυθιτά M (sc. HC = IK) 162 παλίντον’ del. Paley⁷ — πιπάλλων M Hsch.: πιπάλον Rob., Turn.: τιταίνων anon.³ — Ἄρεως Blaydes⁵ (cum ἐν ἔργωι iungendum): ἄρησ M 163 σχέδια] ἕτοιμα Mvge — displicet βέλη repetitum: ξίφη nol. Pauw (Σ? non liquet) ΗΛ. ἔχει μὲν ἤδη ⟨γ⟩απότου⟨ς⟩ χοὰς πατήρ· νέου δὲ μύθου τοῦδε κοινωνήσατε. ΧΟ. λέγοις ἄν· ὀρχεῖται δὲ καρδία φόβωι. ΗΛ. ὁρῶ τομαῖον τόνδε βόστρυχον τάφωι. ΧΟ. τίνος ποτ᾽ ἀνδρὸς ἢ βαθυζώνου κόρης; ΗΛ. εὐξύμβολον τόδ᾽ ἐστὶ παντὶ δοξάσαι. ΧΟ. πῶς οὖν παλαιὰ παρὰ νεωτέρας μάθω; ΗΛ. οὐκ ἔστιν ὅστις πλὴν ἐμοῦ κείραιτό νιν. ΧΟ. ἐχθροὶ γὰρ οἷς προσῆκε πενθῆσαι τριχί. ΗΛ. καὶ μὴν ὅδ᾽ ἐστὶ κάρτ᾽ ἰδεῖν ὁμόπτερος — ΧΟ. ποίαις ἐθείραις; τοῦτο γὰρ θέλω μαθεῖν. ΗΛ. αὐτοῖσιν ἥμιν κάρτα προσφερὴς ἰδεῖν. ΧΟ. μῶν οὖν Ὀρέστου κρύβδα δῶρον ἦ⟨ν⟩ τόδε; ΗΛ. μάλιστ᾽ ἐκείνου βοστρύχοις προσείδεται. ΧΟ. καὶ πῶς ἐκεῖνος δεῦρ᾽ ἐτόλμησεν μολεῖν; ΗΛ. ἔπεμψε χαίτην κουρίμην χάριν πατρός. ΧΟ. οὐχ ἧσσον εὐδάκρυτά μοι λέγεις τάδε, εἰ τῆσδε χώρας μήποτε ψαύσει ποδί. ΗΛ. κἀμοὶ προσέστη καρδίαι κλυδώνιον χολῆς, ἐπαίθην δ᾽ ὡς διανταίωι βέλει· ἐξ ὀμμάτων δὲ δίψιοι πίπτουσί μοι 164 γαπότους Turn.: ἀπότου M (diastolen Ms; ἀ ἰ. r.) 165 v. post 123 167 ἀνορχεῖται M: dist. Turn. 170 sq. post 179 trai. Ludwig 428: malim post 175 ponere (nota homoeoteleuton) 171 πὰρ Radermacher¹ 2, cf. ad 89 172 πλήν ⟨γ’⟩ Blaydes⁸ 12 cl. Soph. El. 909 — πλὴν ἑνὸς Dobree³ 27/23 — κείρετό M: corr. Turn. post 173 ‘ego autem non abscidi’ desid. Wecklein¹¹, ¹³ 236, cl. Soph. l. c. 176 ἥμιν M 177 οὐκ Blomf.⁹ — ἦ M: corr. Scholefield (ἦ priores post Mc) 180 καὶ τὴν M: corr. Vict.: ἢ χαίτης — Wecklein¹¹ — πατρί Turn. 181 αὖ δακρυτά Emperius⁰ 182 ψαύδει M, ni ss. Ms: corr. Turn. 183 καρδίας M: corr. anon.¹,³ ΗΛ. σταγόνες ἄφαρκτοι δυσχίμου πλημυρίδος πλόκαμον ἰδούσηι τόνδε· πῶς γὰρ ἐλπίσω ἀστῶν τιν’ ἄλλον τῆσδε δεσπόζειν φόβης; ἀλλ᾽ οὐδὲ μήν νιν ἡ κτανοῦσ᾽ ἐχείρατο, ἐμή γε μήτηρ, οὐδαμῶς ἐπώνυμον φρόνημα παισὶ δύσθεον πεπαμένῃ. ἐγὼ δ᾽ ὅπως μὲν ἄντικρυς τάδ᾽ αἰνέσω, εἶναι τόδ᾽ ἀγλάϊσμά μοι τοῦ φιλτάτου βροτῶν Ὀρέστου — σαίνομαι δ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδος. φεῦ· εἴθ᾽ εἶχε φωνὴν ἔμφρον᾽ ἀγγέλου δίκην, ὅπως δίφροντις οὖσα μὴ κινυσσόμην, ἀλλ᾽ εὖ σάφ᾽ ἦν ἢ τόνδ᾽ ἀποπτύσαι πλόκον, εἴπέρ γ’ ἀπ’ ἐχθροῦ κρατὸς ἦν τετμημένος, ἢ ξυγγενὴς ὢν εἶχε συμπενθεῖν ἐμοί, ἄγαλμα τύμβου τοῦδε καὶ τιμὴν πατρός. ἀλλ᾽ εἰδότας μὲν τοὺς θεοὺς καλούμεθα, οἵοισιν ἐν χειμῶσι ναυτίλων δίκην στροβούμεθ’· εἰ δὲ χρὴ τυχεῖν σωτηρίας, σμικροῦ γένοιτ’ ἂν σπέρματος μέγας πυθμήν. καὶ μὴν στίβοι γε, δεύτερον τεκμήριον, 196 (κινυσσόμην) Hsch. κ 2522 186 ἄφρακτοι M: corr. Dind.⁴ — πληβυρίδοσ M 189 κανοῦσ’ anon.³ 190 γε Bourdelot: δὲ M — ἐπώνυμος Blaydes⁵ (contra Σ), sed cf. Sept. 536 sq. 191 δύσθεος Pauw (contra Σ) 192 δὲ πῶς . . . ; (cf. 187) Schütz⁶ 195 ἔμφρον᾽ Aur.³: εὔφρον᾽ M 196 κηνυσσόμην Hsch., ‘κην- M: corr. Turn. 197 σάφ’ ἦν ἢ Wellauer¹ 35 (σάφ’ ἦν iam Schütz²): σαφηνῆ M: σάφ’ ἤιδη Porson⁶ 159: σάφ’ ἤινει Kayser 198 εἴπερ M 200 τιμὴ Portus² contra Σ 201-4 post 210 trai. Butler, post 211 Weil³ 201 fort. μὴν 202 δίκηι M (ηι ἰ. r.), Σ: corr. Asul. 205-10 del. Schütz², 205-11 Srebrny 49, Fraenkel¹ III 818; cf. ad 228-9 ΗΛ. †ποδῶν δ᾽ ὁμοῖοι† τοῖς τ᾽ ἐμοῖσιν ἐμφερεῖς. καὶ γὰρ δύ᾽ ἐστὸν τώδε περιγραφὰ ποδοῖν, αὐτοῦ τ᾽ ἐκείνου καὶ ξυνεμπόρου τινός· ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ πτέρναι τενόντων θ᾽ ὑπογραφαὶ μετρούμεναι εἰς ταὐτὸ συμβαίνουσι τοῖς ἐμοῖς στίβοις· πάρεστι δ᾽ ὠδὶς καὶ φρενῶν καταφθορά. ΟΡ. εὔχου τὰ λοιπά, τοῖς θεοῖς τελεσφόρους εὐχὰς ἐπαγγέλλουσα, τυγχάνειν καλῶς. ΗΛ. ἐπεὶ τί νῦν ἕκατι δαιμόνων κυρῶ; ΟΡ. εἰς ὄψιν ἥκεις ὦνπερ ἐξηύχου πάλαι. ΗΛ. καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένην βροτῶν; ΟΡ. σύνοιδ᾽ Ὀρέστην πολλά σ᾽ ἐκπαγλουμένην. ΗΛ. καὶ πρὸς τί δῆτα τυγχάνω κατευγμάτων; ΟΡ. ὅδ᾽ εἰμί· μὴ μάστευ᾽ ἐμοῦ μᾶλλον φίλον. ΗΛ. ἀλλ᾽ ἦ δόλον τιν᾽ ὦ ξέν᾽ ἀμφί μοι πλέκεις; ΟΡ. αὐτὸς κατ᾽ αὐτοῦ τἄρα μηχανορραφῶ. ΗΛ. ἀλλ᾽ ἐν κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς γελᾶν θέλεις; ΟΡ. κἀν τοῖς ἐμοῖς ἄρ᾽, εἴπερ ἔν γε τοῖσι σοῖς. 206 ποδ ἰ. r., fuerat . . τ υ. ν. — δόμοιοι M, δ’ ὁμοῖοι Ms, alterutrum Σ (gl. ad ἐμφερεῖς?): δ’ del. Turn.: ὁμοίως Weil³: possis ὀθνείοι, (ΟθΝΕΙΟΙ = ΔΟΜΟΙΟΙ), h. e. ‘alteri alieni, alteri meis similes’ — τοῖς γ’ Σ: τοῖσδ’ Weil³ post 206 lac. stat. Wil.²⁹, post 208 Hermann³²; desideratur fere ⟨καὶ τοῦ μὲν οὔτι ξυγγενεῖς, αἱ τοῦδε δ’ αὖ⟩ 208. 207 hoc ordine post 205 loc. Thomson⁹ (206 δ’ ὁμοῖαι legens) ξυνεμπόρου (cf. 713. 733) Porson¹: συν- M 215 ὦιπερ Quincey¹ 145 — ἐξήυχου M: corr. Rob., Turn. 217 ξύνοιδ’ Porson¹, at cf. 216. Supp. 215 sq. — σ᾽ ἐκπαγλουμένην Σ, Rob., Turn.: -μένησ M: σοὐκπαγλουμένηι Pauw (rectius σοὐκπ- Blaydes) 219 μάτευ’ Mc 221 ταρρὰ M: corr. Rob. (τ᾽ ἄρα), Dind.¹ 223 ἐμοῖσιν ἄρ’ M: corr. Turn. ΗΛ. ὡς ὄντ᾽ Ὀρέστην γάρ σ᾽ ἐγὼ προσεννέπω; ΟΡ. αὐτὸν μὲν οὖν ὁρῶσα δυσμαθεῖς ἐμέ, κουρὰν δ᾽ ἰδοῦσα τήνδε κηδείου τριχός ἀνεπτερώθης χἀδόκεις ὁρᾶν ἐμέ, ἰχνοσκοποῦσά τ᾽ ἐν στίβοισι τοῖς ἐμοῖς ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ σαυτῆς ἀδελφοῦ ξυμμέτρου τῶι σῶι κάραι· σκέψαι τομῆι προσθεῖσα βόστρυχον τριχός. ἰδοῦ δ᾽ ὕφασμα τοῦτο, σῆς ἔργον χερός, σπάθης τε πληγὰς ἠδὲ θήρειον γραφήν — ἔνδον γενοῦ, χαρᾶι δὲ μὴ κπλαγῆις φρένας· τοὺς φιλτάτους γὰρ οἶδα νῶιν ὄντας πικρούς. ΗΛ. ὦ φίλτατον μέλημα δώμασιν πατρός, δακρυτὸς ἐλπὶς σπέρματος σωτηρίου· ὦ τερπνὸν ὄμμα, τέσσαρας μοίρας ἔχον ἐμοί· προσαυδᾶν σ᾽ ἐστ᾽ ἀναγκαίως ἔχον πατέρα τε, καὶ τὸ μητρὸς εἰς σέ μοι ῥέπει στέργηθρον — ἣ δὲ πανδίχως ἐχθαίρεται — καὶ τῆς τυθείσης νηλεῶς ὁμοσπόρου· 224 γάρ Hermann³², σ᾽ ἐγὼ προσεννέπω Aur.³ (σ᾽ ἄρ᾽ ἐγὼ Hartung): τάδ᾽ ἐγώ σε προυννέπω M 225 οὖν Mcv: νῦν M 228 del. Schütz² (cf. ad 205-10), 229 Wecklein⁵ 184, ambos Wil.¹¹: 228 (228-9 iam Rob.) ante 227 trai. Pauw: lac. stat. Lloyd-Jones⁴. deesse conieceris ‘fratrem agnovisti: illa vestigia autem ecce mea sunt, meus ille crinis quem pro certo habes esse’ σαυτῆς ἀδελφοῦ 229 post 226 trai. Heath, post 230 Bothe¹ συμμέτρου Σ M (ξυμ- Porson¹): σύμμετρον Pauw — τὠμῶι Ahrens⁷ 230 τομῆι Turn.: το μὴ M: κόμηι Hartung, cf. Eur. El. 520 232 ἠδὲ Turn. εἰσδὲ M — θηρίον M: corr. Bamberger² 233 μή κπλαγιῆι M: corr. Turn. 236 τέρματος Mehler 106, cf. Soph. O. C. 725 σωτήριος Schütz¹ 79. 238 ἔχων Peile 239 σ᾽ Blaydes⁵: δ᾽ Σ M 240 πατέρα σε Schütz⁶ ΗΛ. πιστός τ᾽ ἀδελφὸς ἦσθ᾽, ἐμοὶ σέβας φέρων μόνος. ⟨κατῆλθες δῆτα, καὶ τάχ᾽ ἐντελεῖ⟩ ἁλκῆι πεποιθὼς δῶμ᾽ ἀνακτήσηι πατρός. ⟨ΟΡ.⟩ ⟨μόνον⟩ Κράτος τε καὶ Δίκη ξὺν τῶι τρίτωι πάντων μεγίστωι Ζηνὶ συγγένοιτό μοι. Ζεῦ Ζεῦ, θεωρὸς τῶνδε πραγμάτων γενοῦ· ἰδοῦ δὲ γένναν ⟨εὖν⟩ιν αἰετοῦ πατρός θανόντος ἐν πλεκτῆσι καὶ σπειράμασιν δεινῆς ἐχίδνης· τοὺς δ᾽ ἀπωρφανισμένους νῆστις πιέζει λιμός· οὐ γὰρ ἐντελεῖς θήραν πατρώιαν προσφέρειν σκηνήμασιν. οὕτω δὲ κἀμὲ τήνδέ τ᾽, Ἠλέκτραν ⟨λ⟩έγω, ἰδεῖν πάρεστί σοι, πατροστερῆ γόνον, ἄμφω φυγὴν ἔχοντε τὴν αὐτὴν δόμων. καὶ τοῦ θυτῆρος καὶ σὲ τιμῶντος μέγα πατρὸς νεοσσοὺς τούσδ᾽ ἀποφθείρας πόθεν ἕξεις ὁμοίας χειρὸς εὔθοινον γέρας; οὔτ᾽ αἰετοῦ γένεθλ᾽ ἀποφθείρας πάλιν πέμπειν ἔχοις ἂν σήματ᾽ εὐπειθῆ βροτοῖς, οὔτ᾽ ἀρχικός σοι πᾶς ὅδ᾽ αὐανθεὶς πυθμήν βωμοῖς ἀρήξει βουθύτοις ἐν ἤμασιν. 243 τ’ Wil.¹¹: δ’ M 243 a/4 μόνος κράτος τε etc. M: μόνον Turn.: μόνος ⟨. . . μόνον⟩ Headlam¹⁶ 237 post 243 trai. Hartung (233–7 universos Rossbach¹): ut supra West⁶ 196 qui e. g. supplevit. Orestem inde a 244 loqui statuit Turn. (a 246 Rob.): nulla nota in M ξὺν Porson¹: σὺν M 246 πρηγμάτων M: corr. Rob., Turn. 247 γεννανιν M, γέννα, νιν Ms: corr. Turn. 248 πλεκταῖσι M — σπιράμασιν M: corr. Mc 250 ἐντελὴς Σ M: corr. Pauw 251 θήραν πατρώιαν Σ: θῆρα πατρῶα M (—ῶα Ms) — πατρώιοις Blomf.¹³ 215 252 λέγω Asul.: ἐγὼ M 255–63 Electrae trib. Hermann³² 255 καίτοι Musgrave 257 εὔθυνον Ma, agn. Σ 259 εὐπιθῆ Ms 260 αὐανθεὶς M: corr. Blaydes² κόμιζ᾽, ἀπὸ σμικροῦ δ᾽ ἂν ἄρειας μέγαν δόμον, δοκοῦντα κάρτα νῦν πεπτωκέναι. ΧΟ. ὦ παῖδες, ὦ σωτῆρες ἑστίας πατρός, σιγᾶθ᾽, ὅπως μὴ πεύσεταί τις, ὦ τέκνα, γλώσσης χάριν δὲ πάντ᾽ ἀπαγγείληι τάδε πρὸς τοὺς κρατοῦντας· οὓς ἴδοιμ᾽ ἐγώ ποτε θανόντας ἐν κηκῖδι πισσήρει φλογός. ⟨ΟΡ.⟩ οὔτοι προδώσει Λοξίου μεγασθενὴς χρησμός, κελεύων τόνδε κίνδυνον περᾶν κἀξορθιάζων πολλὰ καὶ δυσχειμέρους ἄτας ὑφ᾽ ἧπαρ θερμὸν ἐξαυδώμενος εἰ μὴ μέτειμι τοῦ πατρὸς τοὺς αἰτίους τρόπον τὸν αὐτόν, ἀνταποκτεῖναι λέγων· αὐτὸν δ᾽ ἔφασκε τῆι φίληι ψυχῆι τάδε τείσειν μ᾽ ἔχοντα πολλὰ δυστερπῆ κακά, ἀποχρημάτοισι ζημίαις ταυρούμενον. τὰ μὲν γὰρ ἐκ γῆς δυσφρόνων μηνίματα βροτοῖς πιφαύσκων εἶπε, τὰς δ᾽ ⟨ἐγ⟩γνω νόσους σαρκῶν ἐπαμβατῆρας, ἀγρίαις γνάθοις λειχῆνας ἐξέσθοντας ἀρχαίαν φύσιν, 279 cf. Hsch. π 2402 262 δαναρίας M: corr. Turn., cf. Σ 266 ἀπαγγελεῖ Porson¹, at cf. Pers. 118 sqq. Eur. Pho. 93 sq. Ar. Eccl. 495 269 Oresti trib. Rob.: nulla nota — οὔτι M: corr. Turn. 271 κἀξορθι- Turn.: κἀξοθρι- M: κἀπορθι- Blaydes² (cf. ἐξ- 272) 273 τοῦ φόνου Dind.¹¹ xciii, cf. 117. Eum. 580 276 ⟨ἢ⟩ αὐτόν γ’ Blass⁸ 277 τίσειν M: corr. Kirchhoff² 275 post 277 Hartung, post 272 Rossbach¹, post 285 Klausen ἀπόχρηματοῖσι M — μαυρούμενον Hartung 278 μηνίματα Lobeck¹ ad Ai. 757: μειλίγματα (15) Σ M 279 δ’ ⟨ἐγ⟩γνω West: δὲ νω M, δὲ νῶν Ms: δ’ αἰνῶν Hermann³² (τάσδ’ Headlam¹⁶), at v. Fraenkel¹ III 703 n. 2 280 ἐπεμβ- Aur.³/Portus¹ (cf. ἐπαν- 282) 281 λιχῆνας M: corr. Blomf.¹³ 214 λευκὰς δὲ κόρσας τῆιδ᾽ ἐπαντέλλειν νόσωι· ἄλλας τ᾽ ἐφώνει προσβολὰς Ἐρινύων ἐκ τῶν πατρώιων αἱμάτων τελουμένας ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ ὁρῶντα λαμπρόν, ἐν σκότωι νωμῶντ᾽ ὀφρῦν. τὸ γὰρ σκοτεινὸν τῶν ἐνερτέρων βέλος ἐκ προστροπαίων ἐν γένει πεπτωκότων καὶ λύσσα καὶ μάταιος ἐκ νυκτῶν φόβος κινεῖ, ταράσσει, καὶ διωκάθει πόλεως χαλκηλάτωι πλάστιγγι λυμανθὲν δέμας. καὶ τοῖς τοιούτοις οὔτε κρατῆρος μέρος εἶναι μετασχεῖν, οὐ φιλοσπόνδου λιβός, βωμῶν τ᾽ ἀπείργειν οὐχ ὁρωμένην πατρός μῆνιν· δέχεσθαι ⟨δ’⟩ οὔτε συλλύειν τινά, πάντων δ᾽ ἄτιμον κἄφιλον θνήισκειν χρόνωι κακῶς ταριχευθέντα παμφθάρτωι μόρωι. τοιοῖσδε χρησμοῖς ἆρα χρὴ πεποιθέναι; 282 Et. G. — M. 530.51, Gud. auct. 338.30, Zonar. 1236, cf. Poll. 2.32 290 (πλάστιγγι) Hsch. (Cyr.) π 2462-3, Et. G. — M. 674.20 282 λευκὰς δὲ κόρσας Σ M Poll.v Etym.: λεύκας δὲ κόρσαις Lobeck³ (κόρσαις iam Doederlein³ II 209) ἐπαντέλλειν Etym. (ἐπανατέλλει Gen. A): ἐπαντέλλει M 283 τε φωνεῖ M: corr. Aur.³ post 284 lac. susp. Stanley⁴: ⟨ἐξιστάναι με, πολλὰ νυκτίφαντ᾽ ἄχη⟩ e. g. Wil.¹¹ 285 τὸν ἐν σκότωι νῦν κινοῦντα τὴν ὀφρῦν λαμπρῶς ἡμᾶς ἐπεξιέναι ἔλεγεν Σ, unde ὁρ⟨μ⟩ῶντα Scheer¹ 509 λαμπρὰν Bothe² — cf. Eum. 104 289 διωκάθει Porson¹: διώκεσθαι M 290 ‘aeneo iugo’, cf. Rhes. 303. — ἀγηλάτωι (Blaydes⁵) μάστιγι (Herwerden¹ 101) Headlam¹¹ 60 n. 26, cf. Lycophr. 436 291 κρατερὸς M: corr. Rob., Turn. 292 λιβὸς Turn., λίβος M: λίβους Abresch I 428 293 πατρός] βροτοῖς Keck⁵: possis φθιτοῦ 294 ⟨δ’⟩ Hermann² 201: [.] M κεὶ μὴ πέποιθα, τοὔργόν ἐστ᾽ ἐργαστέον. πολλοὶ γὰρ εἰς ἕν ξυμπίτνουσιν ἵμεροι, θεοῦ τ᾽ ἐφετμαὶ καὶ πατρὸς πένθος μέγα, καὶ πρὸς πιέζει χρημάτων ἀχηνία, τὸ μὴ πολίτας εὐκλεεστάτους βροτῶν, Τροίας ἀναστατῆρας εὐδόξωι φρενί, δυοῖν γυναικοῖν ὧδ᾽ ὑπηκόους πέλειν· θήλεια γὰρ φρήν· εἰ δὲ μή, τάχ᾽ εἴσεται. ⟨ΧΟ.⟩ ἀλλ᾽ ὦ μεγάλαι Μοῖραι, Διόθεν τῆιδε τελευτᾶν ἧι τὸ δίκαιον μεταβαίνει. ἀντὶ μὲν ἐχθρᾶς γλώσσης ἐχθρὰ γλῶσσα τελείσθω· τοὐφειλόμενον πράσσουσα Δίκη μέγ’ ἀντεῖ· ἀντὶ δὲ πληγῆς φονίας φονίαν πληγὴν τινέτω. “δράσαντι παθεῖν”, τριγέρων μῦθος τάδε φωνεῖ. ὦ πάτερ αἰνόπατερ, τί σοι φάμενος ἢ τί ῥέξας τύχοιμ᾽ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας, ἔνθά σ᾽ ἔχουσιν εὖναί; σκότωι φάος ἀντίμοιρον, χάριτες δ᾽ ὁμοίως 301 cf. Hsch. α 8855 298 πεποίθω Hermann³ 76: ’πεποίθη id. ⁷⁹¹ 299 ξυμ- Schütz²: συμ- M — -πίτν- Ma: -πίπτ- Mc ante 302 versum deesse susp. Butler 302 πολίτας ⟨τ’⟩ Pauw 305 δ’ ἐμή Vahlen — εἴσομαι Butler 306 choro trib. Rob., Turn.: nulla nota 308 μεταβαίνει] ἐπινεύει interpr. Σ: μετανεύει Portus²: καταβαίνει Thomson⁴ 93 311 δίκην M: μέγ’ ἀντεῖ ci. Ms (οἶμαι): μέγαυτι M 313 δράσαντα Pauw, at cf. fr. 456. Pl. Leg. 872e 315–22 Oresti trib. Turn.: nulla nota 317 ita Σ Ms: ἂν καθεν M: ἄγκαθεν Hermann³ 724. 784: ἀνέκαθεν Wellauer²: ἂν σέθεν Heimsoeth¹ 53: ἀγχόθεν Franz: possis ἂν σχεδὸν 319 ἰσοτιμοῖρον M (sc. ἀντί-): corr. Erfurdt¹ ad El. 86, cf. Σ ἐναντίον κέκληνται γόος εὐκλεὴς προσθοδόμοις Ἀτρείδαις. τέκνον, φρόνημα τοῦ θανόντος οὐ δαμά- ζει πυρὸς μαλερὰ γνάθος, φαίνει δ᾽ ὕστερον ὀργάς. ὀτοτύζεται δ᾽ ὁ θνήισκων, ἀναφαίνεται δ᾽ ὁ βλάπτων. πατέρων τε καὶ τεκόντων γόος ἔνδικος ματεύει τὸ πᾶν ἀμφιλαφὴς ταραχθείς. κλῦθί νυν ὦ πάτερ ἐν μέρει πολυδάκρυτα πένθη· δίπαις τοί σ᾽ ἐπιτύμβιος θρῆνος ἀναστενάζει· τάφος δ᾽ ἱκέτας δέδεκται φυγάδας θ᾽ ὁμοίως. τί τῶνδ᾽ εὖ, τί δ᾽ ἄτερ κακῶν; οὐκ ἀτρίακτος ἄτα; 321 fort. post κέκληνται interpungendum 323–31 choro trib. Turn.: nulla nota 325 ἡ μαλερὰ M: corr. Porson¹ 327 sq. θ’ . . . θ’ Heimsoeth¹ 128 — θνάισκων Tucker³ (cf. Sept. 748 v.l.) 329 δὲ Aur.³ 330 νόος Schütz⁶ (cf. Σ ἡ ψυχή) — ἔνδικος] v. Fraenkel¹ II 448 sq.: ἐκδίχους Enger⁷ 197, ἐκ δίκαν Murray¹ cl. Σ ζητεῖ . . . τὴν ἐκδίκησιν 331 τὸ πᾶν Σ M: τίταν Martin¹ 13: ποινὰν Schütz²: τἄποιν’ Bothe² 332 paragraphus in M (item 334.338), Electrae verba esse intell. Σ et Mc — νῦν M: corr. Canter 334 τοί σ᾽ Schütz², ἐπιτύμβιος Hermann³ 80.90: τοῖς ἐπιτυμβιδίοις (cf. 342) M 335 ἀναστενάξει Muv: -άζει Mb et fort. Mc 339 si ἄτα; (nol. Pauw), erit ‘nonne invicta adest lues?’; si ἄτα., ‘numquam victoriae expers est lues’ ΧΟ. ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἂν ἐκ τῶνδε θεὸς χρήιζων θείη κελάδους εὐφθογγοτέρους, ἀντὶ δὲ θρήνων ἐπιτυμβιδίων παιὼν μελάθροις ἐν βασιλείοις νεοκρᾶτα φίλον κομίσειεν. εἰ γὰρ ὑπ’ Ἰλίωι πρός τινος Λυκίων πάτερ δορίτμητος κατηναρίσθης· λιπὼν ἂν εὔκλειαν ἐν δόμοισιν τέκνων τ’ ἐ⟨ν⟩ κελεύθοις ἐπίστρεπτον αἰῶ κτίσας πολύχωστον ἂν εἶχες τάφον διαποντίου γᾶς, δώμασιν εὐφόρητον. φίλος φίλοισι τοῖς ἐκεῖ καλῶς θανοῦ- σιν κατὰ χθονὸς ἐμπρέπων, σεμνότιμος ἀνάκτωρ πρόπολός τε τῶν μεγίστων χθονίων ἐκεῖ τυράννων· 344 (νεοκρᾶτα) Hsch. ν 331, Et. G. Sym. s. κρωσσός, Et. M. 537.47, Gud. 345.56? 350 cf. ad Ag. 229 340 paragr.: choro trib. Turn. — τῶνδ’ ὁ Murray¹ 341 θήη M: corr. Turn. 342 ἐπιτυμβιδίων fort. delendum; cf. 334 343 παιῶν M 344 κομίσειεν Porson¹: κομίζει M: φίλοισι κομίζοι Hartung (-ζοι iam Turn.) 345 paragr.: Oresti trib. Tyrwhitt¹ 12, item u. v. Σ ad 350 347 δορίδμητος Bourdelot, -δματος Dind.⁵: -χμητος Blomf.⁹, cf. 365 κατεναρίσθησ M: corr. Porson¹ 349 τ’ ἐν Wellauer²: τε M — 350 αἰῶ Ahrens¹ 16 n., cf. ad Ag. 229: αἰῶνα M 351 κτίσας Mb: κτίσσασ M 352 γᾶς Turn.: τασ M 354 paragr.: chori esse credidit Σ βασιλεὺς γὰρ ἦν, ὄφρ᾽ ἔζη, μόριμον λάχος †ἐπιμπλάντων† χεροῖν πεισίβροτόν τε βάκτρον. μηδ᾽ ὑπὸ Τρωΐας τείχεσι φθίμενος πάτερ μετ᾽ ἄλλωι δουρικμῆτι λαῶι παρὰ Σκαμάνδρου πόρον τεθάφθαι· πάρος δ᾽ οἱ κτανόντες νιν οὕτω δαμῆναι, ⟨δάιοις⟩ θανατηφόρον αἶσαν πρόσω τινὰ πυνθάνεσθαι τῶνδε πόνων ἄπειρον. ταῦτα μὲν ὦ παῖ κρείσσονα χρυσοῦ, μεγάλης δὲ τύχης καὶ ὑπερβορέου μείζονα φωνεῖς· δύνασαι γάρ. 360 ἦν M: ἦσθ᾽ Abresch I 434, Markland — ἔζη Hermann³²: ἔζησ M (cf. ad 439) 361 τὴν ἐκ Μοιρῶν βασιλείαν κεκληρωμένην ἔχων Σ — πιπάλλων (162?) Wil.¹¹: πιπλάντων Heath (nol. Pauw) 362 πισίμβροτόν M (πεισ- Mc): corr. Pauw 363 Electrae trib. Σ (sed ad 364 τὸν πατέρα αὐτοῦ): nulla nota 364 τείχεσι Heath: -εσσι M 365 ἄλλων M: corr. Stanley¹ — δορικμῆτι M: corr. Blomf.¹³ 366 τεθάφθαι Tafel, cf. Σ λείπει τὸ ὥφειλες: τέθαψαι M 368 οὕτω Porson¹: οὕτως M: αὕτως Page³ 369 δάιοις (sc. Troianis letiferam) West⁶ 196, 7: τοῖς ἐκείνων praebet Σ sensu male percepto, quod utique dativum plur. spondet: φίλοις Conington⁵: δόμοις Blass⁶ 275 — θαναταφόρον Blaydes², cf. Soph. O. R. 181 370 πρόσω Hermann³ 82: πρόσσω M 372 choro trib. Turn.: nulla nota 373 possis (contra Σ) ὑπερχορέτου 374 φωνεῖς Turn., δύνασαι post Jacob (οὐ δ.) Hermann³¹ 296/49 (Σ ῥάιδιον γὰρ τὸ εὔχεσθαι): φωνεῖ· ὃ δυνᾶσαι M: φώνει Tucker⁵, cf. Ag. 1669: (ὀ)δυν. γάρ del. Porson¹: fort. δέ pro γάρ: an fuit glossema ἀδύνατα γάρ? ἀλλὰ διπλῆς γὰρ τῆσδε μαράγνης δοῦπος ἱκνεῖται· τῶι μὲν ἀρωγοὶ κατὰ γῆς ἤδη, τῶν δὲ κρατούντων χέρες οὐχ ὅσιαι, στυγερῶν τούτων ⟨ . . . . . ⟩ παισὶ δὲ μᾶλλον γεγένηται. τοῦτο διαμπερὲς οὖς ἵκεθ᾽ ἅπερ τε βέλος. Ζεῦ Ζεῦ, κάτωθεν ἀμπέμπων ὑστερόποινον ἄταν βροτῶν τλάμονι καὶ πανούργωι χειρί· τοκεῦσι δ᾽ ὁμῶς τελεῖται. ἐφυμνῆσαι γένοιτό μοι ἐπευκή- εντ᾽ ὀλολυγμὸν ἀνδρὸς θεινομένου γυναικός τ᾽ ὀλλυμένας· τί γὰρ κεύ- θω φρενὸς οἷον ἔμπας 376 τῶι Heyse: τῶν Σ M — γῆς] ᾶ ss. Ms (cf. ad 403) 377 κρατοῦσιν Heimsoeth¹ 125 — ὅσιαι Ms: ὁσί[.] M* 378 στυγερόν Aur.³ — τούτων· M: τούτωι Bamberger | eadem ac M legit Σ — lac. stat. West⁷; e. g. ⟨ἀχέων ἀρχαί, πατρί τ᾽ ὀνείδη⟩ 379 γεγένηνται Portus¹ 380 Oresti trib. Portus¹, Electrae Σ: nulla nota — οὖς Schütz²: ὥς Ma, ὡς Mc: ὧθ’ Meineke² 216: διαμπερέως Headlam¹⁶ 382 ἀμπέμπειν Headlam⁶ 248: ἄμπεμπ᾽ ὦ Musgrave 383 ἄτην M, α ss. Ms 384 τλήμονι M: corr. Hermann³² (cf. Pers. 977. Eum. 506) 385 ‘genitoribus autem pariter fi(e)t’, i. e. si quis ipse se ulcisci nequit, filius eius id pariter perficit; cf. 329 — ὁμῶς Σ: ὅμως M 386 choro trib. Turn. (inde a 382); nulla nota — πυκάεντ᾽ Dind.⁹ (vox dubia): πανηγυρικόν, λαμπρόν Σ 389 ὀλλυμένης M, α ss. Ms 390 οἶον Hermann¹ 83. 92: θεῖον Σuv M — φρενόθεν γὰρ Emperius⁰ ποτᾶται πάροιθ᾽ — ἐκ δὲ πρώιρας δριμὺς ἄηται κραδίας θυμός — ἔγκοτον στύγος; καὶ πότ᾽ ἂν ἀμφιθαλὴς Ζεὺς ἐπὶ χεῖρα βάλοι, φεῦ φεῦ, κάρανα δαΐξας; πιστὰ γένοιτο χώραι· δίκαν δ᾽ ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ· κλῦτε δὲ Γᾶ χθονίων τε τιμαί. ἀλλὰ νόμος μὴν φονίας σταγόνας χυμένας εἰς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν αἷμα· βοᾶι γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν παρά τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτηι. 396 (δαΐξας) Hsch. (Cyr.) δ 89 391 πάροιθ’; ἐκ Page³: πάροιθεν Σ M — πρώιρας Σ M: possis πρυμνᾶς (... κραδίας), cf. Supp. 99. 392 καρδίας M: corr. Hermann³ 84 394 Electrae trib. Wecklein⁹ 159: nulla nota — καὶ πότ’ Ma: καί ποτ’ Mc — ἀμφιθαλὴς Σ M: ἀμφιλαφὴς (331) Ahrens¹ 17 n.: -λαφῆ Hartung: -θαλῆ Jacob 398 δ’ del. Heyse 399 Γᾶ Ahrens⁷ et Franz: τα M — τετιμαι M (ss. Ms ab Σ deceptus) 400 choro trib. Tyrwhitt¹ 13: nulla nota — ἀλλ᾽ ἄνομος M: corr. Turn. — μὴν West⁷: μὲν M. cf. Denniston² 342/364 402 λοιγὸν ἐρινὺς Σ M: corr. Schütz² (Ἐριννὺν iam Bourdelot) 403 πρότερον Portus³: προτέρων M: hoc et ἑτέραν del. Ludwig 445: possis προτέρων tenere (cf. Ag. 1338), φθιμένων (406) et ἑτέραν eicere; ad ἑτέραν tamen cf. Eum. 177 (Soph. Ph. 138. O. C. 231. Eur. Herc. 1085) ἄτην M, α ss. Ms ποποῖ δᾶ νερτέρων τυραννίδες· ἴδετε πολυκρατεῖς Ἀραὶ †φθειμένων† ἴδεσθ’ Ἀτρειδᾶν τὰ λοίπ’ ἀμηχάνως ἔχοντα καὶ δωμάτων ἄτιμα. πᾶι τις τράποιτ᾽ ἂν ὦ Ζεῦ; πέπαλται δ᾽ αὖτέ μοι φίλον κέαρ τόνδε κλύουσαν οἶκτον· καὶ τότε μὲν δύσελπις, σπλάγχνα δέ μοι κελαινοῦ- ται πρὸς ἔπος κλυούσαι· ὅταν δ᾽ αὖτ’ ἐπαλκές ⟨τι φωνῆις⟩, θάρσος ἀπέστασεν ἄχος †πρὸς τὸ φανεῖσθαι† μοι καλῶς. τί δ᾽ ἂν φάντες τύχοιμεν; ἢ τάπερ πάθομεν ἄχθεα πρός γε τῶν τεκομένων; 405 Oresti trib. Σ (407.412): nulla nota — ποῖ ποῖ δὴ M: corr. Bamberger⁴ τυραννίδες et Σ: -ίδος Asul.: fort. τύρανν᾽ ἴδε 406 φθει-] ι ss. Ms: ⟨ὦ⟩ φθιμένων Ἀραί Wellauer²: possis ἀραὶ προπατόρων (φθιμένων fort. ex 403) vel ante vel post †φθειμένων† potest interpungi 409 πᾶι ci. Ms (οἶμαι): πε M 410 choro trib. Pearson¹ (non liquet utrum choro an Electrae Σ): nulla nota — πεπάλατται (ss. Ms): corr. Turn. — δαὖτε (= δὴ αὖτε) intelligit Bergk⁰ κῆρ O. Müller⁴ 30 (~ 386 πυκάεντ’) 412 τοτὲ Portus¹ 413 μου M: corr. Schütz² 414 πρὸς] τόδ’ Hartung — κλύουσαν (411) M: corr. Ms. 415 ἐπαλκές] ἰσχυροποιόν Σ — ⟨τι φωνῆις⟩ e. g. West⁷ 416 θραρέαπέστασεν M: corr. Ludwig 444. 417 πρὸς τὸ καλά μοι ἐννοεῖν Σ: interpretatio altera pariter formata textum invasisse videtur: ⟨ἐλπὶς . . .⟩ προσφανεῖσα Bamberger⁴: fort. προσδοχᾶν τι 418 Electrae trib. Pearson¹ (non liquet utrum El. an Or. Σ): nulla nota — φάντες Bothe² ex Σ (εἰπόντες): πάντες M — τύχοιμεν ἂν M: corr. Hermann³ 85.93 ἦ M: corr. Blomf.? 419 ἄχθεα M: corr. Schwenck, Lachmann¹ 111 ex Σ ΗΛ. πάρεστι σαίνειν, τὰ δ᾽ οὔτι θέλγεται· λύκος γὰρ ὥστ’ ὠμόφρων ἄσαντος ἐκ ματρός ἐστι θυμός. ἔκοψα κομμὸν Ἄριον ἔν τε Κισσίας νόμοις ἰ⟨η⟩λεμιστρίας, ἀπρικτόπληκτα πολυπλάνητα δ᾽ ἦν ἰδεῖν ἐπασσυτεροτριβῆ τὰ χερὸς ὀρέγματα ἄνωθεν ἀνέκαθεν, χτύπωι δ᾽ ἐπερρόθει κροτητὸν ἁμὸν {καὶ} πανάθλιον κάρα. ἰώ, ἰὼ δαΐα πάντολμε μᾶτερ, δαΐαις ἐν ἐκφοραῖς ἄνευ πολιτᾶν ἄνακτ᾽, ἄνευ δὲ πενθημάτων ἔτλας ἀνοίμωχτον ἄνδρα θάψαι. 421 (ἄσαντος) Hsch. α 7623 424 (ἰηλεμ.) Hsch. ι 367 421 λύκου Bamberger² 564/62, cf. Sept. 53 423 choro trib. Lachmann¹ 112: nulla nota — ἄρειον M: corr. Hermann²⁴ 338 ἔν τε Bothe² (cf. Ag. 1153): εἴτε M — κισσίαις M: corr. Rob., Turn. 424 ἰηλεμιστρίας Hsch., Hermann l. c.: ιλεμ- M 425 ἀπρικτόπληκτα post Scal.² (ἀπριγχτό-) et anon.³ (ἀπρηκτό-) Heath (ἀπριγδό- Blomf.¹³; -πλακτα Tucker³): ἄπριγχτοι αμε πλη||κτὰ M (πλήσσοντα ἄπριξ Σ) πολυπλάνητα Lachmann¹ 112 (-ατα Tucker³): πολυπάλαγκτα vel -αι M (primitus πολύ-): -πάλακτα Bothe² — δ᾽ ἦν Rob.: δὴν M: τ’ ἦν Heath: ἄδην Bamberger⁴ — εἰδεῖν M, ι ss. Ms 426 τε Musgrave 427 ἄνωθεν fort. glossema: κάτωθεν Bamberger⁴: ἔνερθεν Herwerden³ ἐπερρόθει Bourdelot: ἐπιρροθεῖ (458) M 428 καὶ del. Enger¹ 75 429 Electrae trib. O. Müller¹ 477-9: nulla nota — ἰώ alt. del. Wellauer² (~ 451) 430 μῆτερ M: corr. Schütz⁶ — fort. δ’ ἐν 432 τε Hermann³ 87 433 ἔτλησ M: corr. Dind.⁴ τὸ πᾶν ἀτίμως ἔλεξας, οἴμοι· πατρὸς δ᾽ ἀτίμωσιν ἄρα τείσει ἕκατι μὲν δαιμόνων, ἕκατι δ᾽ ἁμᾶν χερῶν. ἔπειτ᾽ ἐγὼ νοσφίσας ὀλοίμαν. ἐμασχαλίσθη δέ γ᾽, ὡς τόδ’ εἰδῆις, ἔπρασσε δ᾽ ἅπέρ νιν ὧδε θάπτει, μόρον κτίσαι μωμένα ἄφερτον αἰῶνι σῶι. κλύει⟨ς⟩ πατρώιους δύ⟨α⟩ς ἀτίμους. λέγεις πατρῶιον μόρον· ἐγὼ δ᾽ ἀπεστάτουν ἄτιμος, οὐδὲν ἀξία· μυχῶι δ᾽ ἄφειρκτος πολυσινοῦς κυνὸς δίκαν ἑτοιμότερα γέλωτος ἀνέφερον λίβη, 439 (ἐμασχ.) Paus. Att. ε 34 (Sud. ε 928) 434 Oresti trib. Rob., Turn.: nulla nota. abnormis est dispositio et stropharum (7.8.9.9.7.8) et personarum (El. — Or. non interveniente choro). hanc stropham (434–8) post 455 trai. Schütz²: ordinem traditum def. Schadewaldt¹ 338/270 sqq., cui adversatur Lesky 101 sqq. 435 ἄρα Heath: ἀρὰ M* ex ἄρα: ἀτίμως σ’ ἀρὰ ci. Ms τίσει M: corr. Kirchhoff² 438 νοσφίσας ⟨σφ’⟩ Blaydes — ἑλοίμαν M: corr. Turn. ex Σ. 439 choro trib. O. Müller¹ 477–9: nulla nota — ἐμασχαλίσθης M: corr. Rob. (verum habuit Σ) — δέ γ’ Klausen, τόδ’ Pauw: δὲ τωστοστείδης M 441 κτεῖναι (v i. r.) M: corr. Bourdelot (κτῆσαι Portus?), cf. Σ et 351 442 ἄφερκτον (446) M: corr. Rob. 443 κλύει M: corr. Turn., cf. Σ — δυσατίμους M: corr. Portus² vel ἀτίμους; cf. Prom. 588, contra ib. 683. Ag. 348. 1431 444 Electrae trib. O. Müller l. c.: nulla nota 447 μυχοῦ M: corr. Stanley¹ — ἄφερκτος M: corr. Blaydes² — πολυσίνου[[ς]] M: corr. Wellauer² ΗΛ. χέουσα πολύδακρυν γόον κεκρυμμένα. τοιαῦτ’ ἀκούων ⟨τάδ’⟩ ἐν φρεσὶν ⟨γράφου⟩. γράφου· δι᾽ ὤτων δὲ συν- τέτραινε μῦθον ἡσύχωι φρενῶν βάθει. τὰ μὲν γὰρ οὕτως ἔχει, τὰ δ᾽ αὐτὸς ὀργᾶι μαθεῖν· πρέπει δ’ ἀκάμπτωι μένει καθήκειν. σέ τοι λέγω, ξυγγενοῦ πάτερ φίλοις. ἐγὼ δ᾽ ἐπιφθέγγομαι κεκλαυμένα. στάσις δὲ πάγκοινος ἅδ’ ἐπιρροθεῖ· ἄκουσον εἰς φάος μολών, ξὺν δὲ γενοῦ πρὸς ἐχθρούς. ἄρης ἄρει ξυμβαλεῖ, δίκαι δίκα. ἰὼ θεοί, κραίνετ᾽ ἐνδίκως ⟨υ –⟩. 454 cf. Hsch. (Cyr.) ο 1102 a 458 cf. Hsch. ε 6751, Phot. s. εὐδείπνους, Et. Sym. — M. 42.3 (183.11, 187.17 L.-L.) 449 χέρουσα Ma, χαίρουσα Mc: corr. Dobree³ 27/24 450 ⟨τάδ’⟩ Wil.¹¹ cf. Eum. 480. Prom. 801 — φρεσσὶν M: corr. Rob. — γράφου (in v. proximo scriptum M) iteravit Klausen 451 choro trib. O. Müller l. c.: nulla nota 452 φρονῶν M: corr. Turn. (cf. Σ) — βάθει (cf. Il. 19.125. Thgn. 1051) Jacobs² XI 252: βάσει M 454 αὐτὸς Σ Mc, αὐτοῖς Ma: αὖ τις Headlam⁴ 316: αὖθις Blaydes⁹ (praeeunte Ahrens¹ 21), αὐτίκ’ id.² 333 — ὀργᾶι Σ M, cf. Hsch.: ὄργα Portus¹, Scal.²: ὀργῶ Ahrens l. c. 455 πρέπει[[σ]] M (fort. σοι inceperat, cf. Σ) — fort. ἀκνάμπτωι, cf. Pind. Pyth. 4.72. Pae. 6.88 — post str. 9 (434–8) huc traiectam chori anapaestos desid. Wil.¹¹ 456–78 nullae personarum notae 456 φίλοισι M: corr. Porson¹ 461 ξυμβάλλει M: corr. Pauw — δίκαι Ms: -αν ? Ma — δίκα δίκαι Rob., Turn. 462 τάδε suppl. Butler, λιτάς Newman¹ 97, ἀράς Romahn, τέλος Franz, δίκας Hermann³ 88.94 ⟨ΧΟ.⟩ τρόμος μ᾽ ὑφέρπει κλύουσαν εὐγμάτων. τὸ μόρσιμον μένει πάλαι, εὐχομένοις δ᾽ ἂν ἔλθοι. ὢ πόνος ἐγγενὴς καὶ παράμουσος Ἄτας αἱματόεσσα πλαγά. ἰὼ δύστον’ ἄφερτα κήδη· ἰὼ δυσκατάπαυτον ἄλγος. δώμασιν ἔμμοτον τῶνδ’ ἄκος, οὐδ’ ἀπ᾽ ἄλλων ἔκτοθεν, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν δι᾽ ὠμὰν Ἔριν αἱματηράν. θεῶν ⟨τῶν⟩ κατὰ γᾶς ὅδ᾽ ὕμνος· ἀλλὰ κλυόντες μάκαρες χθόνιοι τῆσδε κατευχῆς πέμπετ᾽ ἀρωγὴν παισὶν προφρόνως ἐπὶ νίχηι. ΟΡ. πάτερ, τρόποισιν οὐ τυραννικοῖς θανών, αἰτουμένωι μοι δὸς κράτος τῶν σῶν δόμων. 466 Or. vel El. vel ambobus trib. Σ: choro (inde a 463) Stanley¹: omnibus universis Kirchhoff² — ὢ Hermann³ 88: ἰὼ (469 sq.) M 467 κἀπαράμυθος Heyse (contra Σ) — ἄτης M: corr. Hermann l. c. 468 πληγή M (ss. Ms) 470 -παυτον Wecklein¹¹: -παυστον Mμ 472 ἄκος (οὐχ) Schütz²: ἑκὰς M 474 δι᾽ ὠμὰν Klausen, ἔριν (Σ) Hermann¹¹ 287: αιωμαναιρεῖν M 475 ⟨τῶν⟩ Wellauer (τᾶν Hermann³ 89.95) 476 κλύοντες M: corr. Wil.¹⁹ 478 νίκηι Portus³: νίκην M 479 Oresti trib. Rob., Turn.: Electrae M (item Mc, sed 480 Or., 481 El.) 480 αἰτούμενος M: corr. Turn. (cf. Σ 783. Sept. 260) ⟨ΗΛ.⟩ κἀγὼ πάτερ τοιά⟨ν⟩δέ σου χρείαν ἔχω, φυγεῖν μέγαν, προσθεῖσαν Αἰγίσθωι, ⟨πόνον⟩. ⟨ΟΡ.⟩ οὕτω γὰρ ἄν σοι δαῖτες ἔννομοι βροτῶν κτιζοίατ’· εἰ δὲ μή, παρ᾽ εὐδείπνοις ἔσηι ἄτιμος ἐμπύροισι κνισωτοῖς χθονός. ⟨ΗΛ.⟩ κἀγὼ χοάς σοι τῆς ἐμῆς παγκληρίας οἴσω πατρώιων ἐκ δόμων γαμηλίους· πάντων δὲ πρῶτον τόνδε πρεσβεύσω τάφον. ΟΡ. ὦ Γαῖ’, ἄνες μοι πατέρ᾽ ἐποπτεῦσαι μάχην. ΗΛ. ὦ Φερσέφασσα, δὸς δέ γ᾽ εὔμορφον κράτος. ΟΡ. μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης πάτερ. ΗΛ. μέμνησο δ᾽ ἀμφίβληστρον ὡς ἐκαίνισαν. ΟΡ. πέδαις δ᾽ ἀχαλκεύτοις ἐθηρεύθης πάτερ. ΗΛ. αἰσχρῶς τε βουλευτοῖσιν ἐν καλύμμασιν. ΟΡ. ἆρ᾽ ἐξεγείρηι τοῖσδ᾽ ὀνείδεσιν πάτερ; ΗΛ. ἆρ᾽ ὀρθὸν αἴρεις φίλτατον τὸ σὸν κάρα; 481 τοιάδε M: corr. Turn. (τοιάδε: σοῦ frustra Klausen) 482 ὥστε φυγεῖν τὰς ἐπιβουλὰς Αἰγίσθου τιμωρησαμένην αὐτόν Σ — φυγεῖν με λαμπρὸν (... μόρον) Canter — ⟨πόνον⟩ Enger⁶ 309, nol. Klausen: ⟨μόρον⟩ Turn. 483 Oresti trib. Tyrwhitt¹ 13 485 ἐν πυροῖσι M: corr. Aur.³, Canter — μόνος Maas⁶ 489–96 paragraphi in M, Oresti et Electrae recte distrib. Σ et Mc 489 πάτερ M: corr. Rob. 490 Φερσέφασσα Wil.¹¹ (cf. praef.): περσέ- M — δέ τ’ M: corr. Hermann⁸ᵇ 836 — δὲ γαμόρον Schneidewin⁰ 492 ὡς Blomf.⁹: ὧν σ᾽ M — ἐκοίμισαν Kayser: ἐνήικισαν Dawe⁴: ἐκαίνισας Conington⁵ cl. Ag. 1071, quo recepto 493 πέδαις γ᾽ ἀχαλκεύτοισι θηρευθείς Paley³ fort. ἐθηράθης — 494 γε Bourdelot — ἐγκαλ- Portus¹ — 495 ὀνείδεσσιν M: corr. Rob. ⟨ΟΡ.⟩ ἤτοι Δίκην ἴαλλε σύμμαχον φίλοις ἢ τὰς ὁμοίας ἀντίδος λαβὰς λαβεῖν, εἴπερ κρατηθείς γ᾽ ἀντινικῆσαι θέλεις. ⟨ΗΛ.⟩ καὶ τῆσδ᾽ ἄκουσον λοισθίου βοῆς πάτερ, ἰδὼν νεοσσοὺς τούσδ᾽ ἐφημένους τάφωι· οἴκτιρε θῆλυν ἄρσενός θ᾽ ὁμοῦ γόον. ⟨ΟΡ.⟩ καὶ μὴ ’ξαλείψηις σπέρμα Πελοπιδῶν τόδε· οὕτω γὰρ οὐ τέθνηκας οὐδέ περ θανών. παῖδες γὰρ ἀνδρὶ κληδόνος σωτήριοι θανόντι· φελλοὶ δ᾽ ὡς ἄγουσι δίκτυον, τὸν ἐκ βυθοῦ κλωστήρα σώιζοντες λίνου. ἄκου’· ὑπὲρ σοῦ τοι ⟨τάδ’ ἔστ’⟩ ὀδύρματα, αὐτὸς δὲ σώιζηι τόνδε τιμήσας λόγον. 498 cf. Hsch. (Cyr.) λ 6 504 Tz. in Hermog. AO IV 70.1 505–7 confuse Clem. Str. 2.23.141.3; 506 (φελλοὶ —) cf. Eu. 79.34, 713.33 497–9 Oresti, 500–9 Electrae trib. Tyrwhitt¹ 13 498 possis τάς ⟨γ’⟩ βλάβας M (Σ): corr. Canter, cf. Hsch. 501 τάφον Blaydes² 334 cl. Ag. 664. Eum. 409. 446. fr. 154a.6 502 οἴκτειρε M: corr. Kirchhoff¹ — γόον Pauw: γόνον M: πόνον Ahrens⁷ 503–9 personarum distributio minus certa: 503 Or. 504 El. 505–7 Or. 508–9 El. Hermann³²: 503–4 Or. 505–7 El. 508–9 Or. Weil³: 503–7 Or. 508–9 El. Hartung: 500–4 El. 505–9 Or. Wil.¹¹: sicut Hermann sed 508 El. 509 Or. Blass⁷ 15: sicut Hartung sed 503 Electrae continuat Sudhaus. symmetria perfecta non exigi potest nisi aut 505–7 deletis aut lacuna alicubi statuta 505–7 (quos Sophocli adscr. Clem.) del. Ludwig 419: post 509 trai. Wil.¹¹ 505 κληδόνος Sylburg: -νης Σ M Clem. 507 λίνου Ma, υ in V fecit m. al.: λίνωι Clem. 508 τοι ⟨τ⟩άδ’ Headlam⁹ 195 (cf. Denniston² 542(8)): τοιάδ’ M 509 σόν γε . . . γόνον Bothe² — γόον Newman¹ 98 ⟨ΧΟ.⟩ καὶ μὴν ἀμεμφῆ τόνδ’ ἐτείνατον λόγον, τίμημα τύμβου τῆς ἀνοιμώκτου τύχης. τὰ δ’ ἄλλ’, ἐπειδὴ δρᾶν κατώρθωσαι φρενί, ἔρδοις ἂν ἤδη δαίμονος πειρώμενος. ⟨ΟΡ.⟩ ἔσται. πυθέσθαι δ᾽ οὐδέν ἐστ᾽ ἔξω δρόμου πόθεν χοὰς ἔπεμψεν, ἐκ τίνος λόγου, μεθύστερον τιμῶσ’ ἀνήκεστον πάθος. θανόντι δ᾽ οὐ φρονοῦντι δειλαία χάρις ἐπέμπετ’· οὐκ ἔχοιμ’ ἂν εἰκάσαι τόδε· τὰ δῶρα μείω δ’ ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας. τὰ πάντα γάρ τις ἐκχέας ἀνθ’ αἵματος ἑνός, μάτην ὁ μόχθος· ὧδ’ ἔχει λόγος. θέλοντι δ’, εἴπερ οἶσθ’, ἐμοὶ φράσον τάδε. ⟨ΧΟ.⟩ οἶδ’, ὦ τέκνον, παρῆ γάρ· ἐκ τ’ ὀνειράτων καὶ νυκτιπλάγκτων δειμάτων πεπαλμένη χοὰς ἔπεμψε τάσδε δύσθεος γυνή. ΟΡ. ἦ καὶ πέπυσθε τοὔναρ, ὥστ’ ὀρθῶς φράσαι; ΧΟ. τεκεῖν δράκοντ’ ἔδοξεν, ὡς αὐτὴ λέγει. ΟΡ. καὶ ποῖ τελευτᾶι καὶ καρανοῦται λόγος; ⟨ΧΟ.⟩ ἐν σπαργάνοισι παιδὸς ὁρμίσαι δίκην. ⟨ΟΡ.⟩ τίνος βοράς χρήιζοντα, νεογενὲς δάκος; ⟨ΧΟ.⟩ αὐτὴ προσέσχε μαστὸν ἐν τὠνείρατι. 510 choro trib. Canter — ἀμεμφῆ τόνδε Canter, ἐτείνατον Hermann¹⁴ 5 sq./79: ἀμόμφητονδετινατὸν M — γόον Wecklein¹³ 514 Oresti trib. Rob. — 517 θανόντι (Σ) Portus¹: θανοῦντι M δ᾽ οὐ φρονοῦντι Σ M: δυσφρονοῦντι Wil.¹¹ — 518 τάδε Ma 519 μέσω M: corr. Turn. (cf. Σ) — 522 οἰσθέμοι M 523 παρῆ Porson¹ (-ῆν iam Portus², Canter): πάρει M (ει i. τ): παρῆσ Msge 526–8 paragraphi — 526 ὡς τορῶς Wecklein¹³ cl. Ag. 1584 — de 528 et 534 inter se traiciendis cogit. West⁷ (529 ἐν σπαργάνοις τε Weil¹¹ 125) 530 νεορενὲς M: corr. Turn. (ἀντὶ τοῦ νέον Σ) — 531 μαζὸν M: corr. Blomf.¹³ cf. 545. 897 — τὠνείρατι Bourdelot: τ’ ὀν- M: γ’ ὀν- Hermann³ 99 ⟨ΟΡ.⟩ καὶ πῶς ἄτρωτον οὖθαρ ἦν ὑπὸ στύγους; ⟨ΧΟ.⟩ ὥστ’ ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι. ⟨ΟΡ.⟩ οὔτοι μάταιον ἂν τόδ’ ὄψανον πέλοι. ⟨ΧΟ.⟩ ἦ δ᾽ ἐξ ὕπνου κέκλαγεν ἐπτοημένη, πολλοὶ δ’ ἀνῆιθον ἐκτυφλωθέντες σκότωι λαμπτῆρες ἐν δόμοισι δεσποίνης χάριν. πέμπει δ᾽ ἔπειτα τάσδε κηδείους χοάς, ἄκος τομαῖον ἐλπίσασα πημάτων. ⟨ΟΡ.⟩ ἀλλ’ εὔχομαι Γῆι τῆιδε καὶ πατρὸς τάφωι τοὔνειρον εἶναι τοῦτ’ ἐμοὶ τελεσφόρον· κρίνω δέ τοί νιν ὥστε συγχόλλως ἔχειν. εἰ γὰρ τὸν αὐτὸν χῶρον ἐκλιπὼν ἐμοί οὔφις †ἐπᾶσασπαργανηπλείζετο† καὶ μαστὸν ἀμφέχασκ’ ἐμὸν θρεπτήριον, 534 (ὄψανον) Hsch. ο 2065, Phot. 532 ἄτρωτος Portus², Scal.² — οὖθαρ ἦν Pauw: οὐχαρὴν M — στύγος M: corr. Schütz² ex Σ — 533 ὥς γ’ Weil¹⁵ cf. ad Pers. 244 534 ἂν τόδ’ . . . πέλοι Martin¹ 17: ἀνδρὸς . . . πέλει Σ M 535 κέκλαγεν def. Björck 130. 234: κέκλαγγεν Ahrens² 551: κέκραγεν Rob., cf. Hp. Morb. Sacr. 15,5 — 536 ἀνῆιθον Valckenaer³ ad Hdt. 4.145: ἀνῆλθον M, ἀνέλαμψαν Σ: ἀνῴιθοντ’ Meineke³ 218 — 538 δ’ Bourdelot: τ’ M 542 συσκόλως M: corr. Vict., cf. Σ — 543 ἐκλείπων M (-ειν Ma): corr. Blomf.⁹ 544 οὔφεις M: corr. Porson⁹ 211 — ἐμοῖσι σπαργάνοις id. (σπαργάνοις iam Turn.): ἐπ’ ἁμὰ σπάργαν’ Klausen: ἐπάιξας σπάργαν’ Bamberger² 564/62, possis et ἔμ’ ἄιξας: ἔπειτα Martin¹ 17 — ἡπλοίζετο (quasi ἁπλοῖδα induebat) Pauw: ἡρπαλίζετο Franz: ⟨ἄμ’⟩ ηὐλίζετο Bamberger l. c.: ἠλελίζετο Metzger: εἰλίσσετο Faehse 325: ηὐνάζετο Blaydes² — ἐπιμελείας ἠξιοῦτο Σ 545 μασθὸν M: corr. Elmsley⁶ ad Bacch. 700 ⟨ΟΡ.⟩ θρόμβωι δ’ ἔμειξεν αἵματος φίλον γάλα, ἣ δ’ ἀμφὶ τάρβει τῶιδ’ ἐπώιμωξεν πάθει, δεῖ τοί νιν, ὡς ἔθρεψεν ἔκπαγλον τέρας, θανεῖν βιαίως· ἐκδρακοντωθεὶς δ᾽ ἐγὼ κτείνω νιν, ὡς τοὔνειρον ἐννέπει τόδε. ΧΟ. τερασκόπον δὴ τῶνδε σ’ αἱροῦμαι πέρι, γένοιτο δ᾽ οὕτως. τἄλλα δ᾽ ἐξηγοῦ φίλοις, τοὺς μέν τι ποιεῖν, τοὺς δὲ μή τι δρᾶν λέγων. ⟨ΟΡ.⟩ ἁπλοῦς ὁ μῦθος· τήνδε μὲν στείχειν ἔσω, ⟨ὑμᾶς δὲ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ αἰνῶ δὲ κρύπτειν τάσδε συνθήκας ἐμάς, ὡς ἂν δόλωι κτείναντες ἄνδρα τίμιον δόλωι γε καὶ ληφθῶσιν, ἐν ταὐτῶι βρόχωι θανόντες, ἧι καὶ Λοξίας ἐφήμισεν, ἄναξ Ἀπόλλων, μάντις ἀψευδὴς τὸ πρίν. ξένωι γὰρ εἰκώς, παντελῆ σαγὴν ἔχων, ἥξω ξὺν ἀνδρὶ τῶιδ’ ἐφ’ ἑρκείους πύλας Πυλάδηι — ξένος δὲ καὶ δορύξενος δόμων — ἄμφω δὲ φωνὴν ἥσομεν Παρνησσίδα, γλώσσης ἀϋτὴν Φωκίδος μιμουμένω. καὶ δὴ θυρωρῶν οὔ τις ἂν φαιδρᾶι φρενί 546 τ’ Hermann³² — ἔμιξεν M: corr. Kirchhoff² — 547 ταρβί M: corr. Porson¹ — 551 paragraphus — δὴ Kirchhoff²: δὲ M: τε Blass⁸ (et 552 θ’ post Weil¹³ 73) — 553 μέν Aur.³/Portus²: δ’ ἕν M (Ms) — ποῦ δεῖ τι . . . ποῦ δὲ Weil¹³ 74 — 554 στίχειν M: corr. Porson¹ — lac. stat. West⁷: e. g. ⟨ὑμᾶς δὲ μίμνειν ἐκτὸς ἑρκείων πυλῶν⟩ — 555 αἰνῶ] ὑμᾶς Wecklein¹³ — 556 κτείναντασ M: corr. Rob., Turn. — 557 δόλωι γε Pauw: δόλω (-ωι Ms) τε M: δόλοισι Hartung — 560 σάγην M — 561 ξὺν Porson¹: σὺν M — ερκίουσ M: corr. Turn. — 562 del. F. W. Schmidt 73 — ξένος δὲ vel φίλος δὲ Meineke³ 218: ξένος τὲ M: ξένωι τε καὶ δορυξένωι Burgersdijk 150 — 563 ἥσομεν Turn.: οἴσομεν M δέξαιτ’, ἐπεὶ δὴ δαιμονᾶι δόμος κακοῖς· μενοῦμεν οὕτως, ὥστ’ ἐπεικάζειν τινά δόμους παραστείχοντα καὶ τάδ’ ἐννέπειν· “τί δὴ πύλησι τὸν ἱκέτην ἀπείργεται Αἴγισθος, εἴπερ οἶδεν ἔνδημος παρών;” εἰ δ’ οὖν ἀμείψω βαλὸν ἑρκείων πυλῶν κἀχεῖνον ἐν θρόνοισιν εὑρήσω πατρός, ἢ καὶ μολὼν ἔπειτά μοι κατὰ στόμα ἐρεῖ — σάφ’ ἴσθι, καὶ κατ’ ὀφθαλμοὺς λαβών πρὶν αὐτὸν εἰπεῖν “ποδαπὸς ὁ ξένος;” νεκρὸν θήσω, ποδώχει περιβαλὼν χαλκεύματι· φόνου δ᾽ Ἐρινὺς οὐχ ὑπεσπανισμένη ἄκρατον αἷμα πίεται τρίτην πόσιν. νῦν οὖν σὺ μὲν φύλασσε τἀν οἴκωι καλῶς, ὅπως ἂν ἀρτίκολλα συμβαίνηι τάδε· ὑμῖν δ᾽ ἐπαινῶ γλῶσσαν εὔφημον φέρειν, σιγᾶν θ’ ὅπου δεῖ καὶ λέγειν τὰ καίρια. τὰ δ’ ἄλλα τούτωι δεῦρ’ ἐποπτεῦσαι λέγω ξιφηφόρους ἀγῶνας ὀρθώσαντί μοι. ΧΟ. πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει δεινά {καὶ} δειμάτων ἄχη, 566 (δαιμονᾶι) Hsch. δ 70, Phot. δ 14, Sud. δ 114 — 571 (βαλόν) Hsch. β 172, AB 224.16 — 580 (ἀρτίκολλα) Hsch. α 7507 566 λέξαιτ’ M: corr. Turn. — 567 αὔτως Kirchhoff² (αὕτως iam de Jongh) — possis ἔπη βάζειν (contra Σ) — 568 δόμοισ M: corr. Boissonade — παραστίχοντα M: corr. Vict. — 569 δὴ’ν Headlam⁶ 248 — πυλήισι M — ἀπείργεταί Mc — 571 βαλῶν M: corr. Ms — ἑρκείων Stanley¹: ἑρκίον Ms: ἕρκειον M — 574 λαβών West⁷: βαλεῖν M — ‘simul atque eum vel in conspectu cepero (nedum in colloquio)’ — 579 νῦν οὖν Erfurdt³²: σὺ [[ν’]] οὖν M: οὐκοῦν Kirchhoff² — 581 ὑμᾶς anon.¹, Casaub.¹ cf. Supp. 996, contra Cho. 715 — 584 ὀρθώσοντί Portus² (contra Σ) — 585 γᾶ Porson¹: γὰρ M (γῆ Mc) — 586 καὶ del. Heath πόντιαί τ’ ἀγκάλαι κνωδάλων ἀνταίων βρύουσι {πλάθουσι}· βλάπτουσι καὶ πεδαίχμιοι λαμπάδες πεδάοροι πτανά τε καὶ πεδοβάμονα· κἀνεμόεντ’ ἂν αἰγίδων φράσαι κότον· ἀλλ’ ὑπέρτολμον ἀν- δρὸς φρόνημα τίς λέγοι καὶ γυναικῶν φρεσίν τλαμόνων {καὶ} παντόλμους ἔρωτας, ἄταισι συννόμους βροτῶν; ξυζύγους δ’ ὁμαυλίας θηλυκρατὴς ἀπέρωπος ἔρως παρανικᾶι κνωδάλων τε καὶ βροτῶν. ἴστω δ’, ὅστις οὐχ ὑπόπτερος φροντίσιν, 600 (ἀπέρωπος) Phryn. PS 10.18 B., Hsch. α 6032, Et. M. 120.42 589 βρύουσι Hermann³²: βροτοῖσι M (in fine versus prioris) — πλάθουσι (sc. πλήθουσι [Portus², Scal.²] gl. ad βρύουσι) del. Schwenck — βλάπτουσι Butler: βλαστοῦσι Σ M — μεταίχμιοι Turn. — 590 πεδάοροι Portus²: πεδαμαροι M, πέδουροι ci. Ms (ἵν’ ἦι τὸ σημαινόμενον μετέωροι): πεδάμεροι Bourdelot, cf. Σ — 590 αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου αἱ καθημεριναί — 591 sq. πτῆνά M (ss. Ms) — κἀνεμόεντ’ ἂν Blomf.¹³: -οέντων M — 596 φρεσίν Σλ: φρεσσὶν M — 597 τλημόνων M: corr. Hermann³ 101 — καὶ del. Klausen — 599 ξυζύγου Enger⁰ — 600 ἀπέρωπος Σ Ma testes (-πὸς Hsch. cod., Et. Magn.): ἀπ’ ἔρωτος Ms — 601 παρανικᾶι ex -νεικᾶ Ms u. v.: ἄρα νικᾶι Hartung: παρακινεῖ I. Müller 20, cf. Soph. Ant. 792 — 603 ἵστωρ ὅστις Heyse contra Σ — ὑποπτέροις Σ δαεὶς τὰν ἁ παιδολύ- μας τάλαινα θεστιὰς μήσατο πυρδαὴς γυνὰ πρόνοι- αν, κ⟨ατ⟩αίθουσα παιδὸς δαφοινὸν δαλὸν ἥλικ’, ἐπεὶ μολὼν ματρόθεν κελάδησε, ξύμμετρόν τε δια⟨ὶ⟩ βίου μοιρόκραντον ἐς ἦμαρ. ἄλλα⟨ν⟩ δ’ ἐστὶν ἐν λόγοις στυγεῖν, φοινίαν κόραν, ἅτ’ ἐχθρῶν ὑπαὶ φῶτ’ ἀπώλεσεν φίλον, Κρητικοῖς χρυσεοδμήτοισιν ὅρ- μοις πιθήσασα, δώροισι Μίνω, Νῖσον ἀθανάτας τριχὸς νοσφίσασ’ ἀπροβούλως 604 τὰν δαεῖσ’ ἁ (retento 614 Σκύλλαν) Hermann³² — -λυμὰς Dind.⁴ 607 πυρδαὴς Σ: -δαῆ M — γυνὰ Page³ (cf. Bacchyl. 5.139): τινα M — πυρδαῆ ⟨μῆτιν⟩ προνοίαι Tucker³ 608 κ’ αἰθοῦσα M (αἴθ- Ms): corr. Canter — δαφοινοῦ Schütz⁴ 609 ἥλικ’ Tucker³ 611 διὰ M: corr. Canter 612 μοιρόκραντον Σ Ms: -τοσ M — δ’ ἐσ M: corr. Turn. (δ’ non respicit Σ) — ἆμαρ Dind.⁴ 613 ἄλλα M: corr. Portus¹, Canter — δή τιν’ Σ M: corr. Hermann²¹ ad O. R. 688: δ’ ἦν τιν’ Weil¹⁵: δεῖ τιν’ Turn. 614 κόραν Merkel²²: σκύλλαν M: γυναῖχ’ Paley⁷ — ὑπαὶ M (cf. Il. 16.438. Eur. Med. 487. Cycl. 605): ὕπερ Porson¹ 615 ἀπόλεσεν M: corr. Rob. 617 χρυσεοκμήτοισιν Musgrave: -δμάτοισιν Conington⁵ 618 πειθ- M: corr. Abresch I 450 — δόροισι M: corr. Asul. — μίνω Ma 620 ἀπροβούλως Σ M (cf. Ag. 15.290): -λωι Page: προβούλως Porson¹ πνέονθ’ ἁ κυνόφρων ὕπνωι· κιγχάνει δέ νιν Ἑρμᾶς. ἐπεὶ δ’ ἐπεμνασάμαν ἀμειλίχων πόνων, ἄκαιρ’ οὐδὲ δυσφιλὲς γαμή- λευμ’ ἀπεύχετον δόμοις γυναικοβούλους τε μήτιδας φρενῶν ἐπ’ ἀνδρὶ τευχεσφόρωι †ἐπ’ ἀνδρὶ δηΐοις ἐπικότω σέβας†. τίω δ’ ἀθέρμαντον ἑστίαν δόμων, γυναικείαν ἄτολμον αἰχμάν. κακῶν δὲ πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον λόγωι· γοᾶται δὲ δὴ τόδ’ ἕν κατά- πτυστον, ἤικασεν δέ τις τὸ δεινὸν αὖ Λημνίοισι πήμασιν. 622 κι[γ]χάνει M — μιν M: corr. Blomf.¹³ — Ἑρμᾶς (cf. fr. 273. 384) Blaydes⁹ 193: -ῆσ M 623-30 post 638 trai. Preuss 623 ἐπεμνήσαμεν M, ᾶ supra η Ma: corr. Heath (-μνησάμην), Dind.² 624 φόνων Schütz⁴: πόθων Portus² — ἄκαιρ’ οὐδὲ Stinton⁹ 260: ἀκαίρωσ δὲ M 626 φρενῶν M(Σ): possis θροεῖν 627 om. M, marg. rest. Msge; ἐπ’ ἀνδρὶ fort. errore iteratum est 628 ἐπ’ ἀνδρὶ φοβερῶι καὶ σεβαστῶι καὶ παρὰ τοῖς πολεμίοις Σ — δήιοισιν D'Arnaud 240 (δάιοισιν Hermann³ 103, -οις id.⁸ 803): λαοῖς Paley⁷ — ἐπεικότως ἔβαν amicus Scholefieldii (ἔβας Verrall⁸, ἔβα Murray¹) — possis ⟨ὃς ἔσκε⟩ (Pers. 656) λαοῖς ἐπικρατὲς σέβας (Cho. 54. 157) 629 τίω Portus²: τίων M 630 γυναικείαν Σ M: -ειᾶν Schoene: -είαν ⟨τ’⟩ Hermann³ 103 — αἰχμὰν Σ Mc: αἰχμᾶν Ma 631 Λάμνιον Tucker³ (item 634): corruptum esse susp. Dawe¹ 187 632 βοᾶται (cf. Supp. 583. Ag. 1106) Blomf.⁹ — δὴ τόδ’ ἕν West⁸ 197 (ἕν iam Enger⁰), sc. hoc Argivum malum: δὴ ποθεῖ M: δημόθεν Hartung: γᾶ πάθος Hermann³²: δὴ πάθος Paley⁷ 634 τόδ’ αἰνὸν Bothe¹ θεοστυγήτωι δ’ ἄχει βροτῶν ἀτιμωθὲν οἴχεται γένος· σέβει γὰρ οὔτις τὸ δυσφιλὲς θεοῖς. τί τῶνδ’ οὐκ ἐνδίκως ἀγείρω; τόδ’ ἄγχι πλευμόνων ξίφος διανταίαν ὀξυπευκὲς οὐτᾶι διαὶ Δίκας· τὸ μὴ θέμις, {γὰρ οὐ} λὰξ πέδον πατουμένας — τὸ πᾶν Διὸς σέβας παρεκ- βάντες οὐ θεμιστῶς. Δίκας δ’ ἐρείδεται πυθμήν, προχαλκεύει δ’ Αἶσα φασγανουργός· τέκνον δ’ ἐπεισφέρει δόμοις αἱμάτων παλαιτέρων 641 (ὀξυπευκές) Hsch. ο 955 635 ἄγει Aur.³ — 636 βροτοῖς Wil.¹¹ (duce Sidgwick²) 638 ἐγείρω Erfurdt³²: ἀείρω West⁷ 99 cl. Pers. 547 639 τόδ’ Young¹ 98 (cf. Schadewaldt¹ 332/265): τὸ δ’ M — ἄχρι Scal.² 641 οὐτᾶι Hermann¹⁵: σοῦται Σ M 642 διαὶ] βίαι Schütz — possis τῶι μὴ — γὰρ οὐ Σ M: del. Ahrens⁷, corruptum u. v. ex γρ. οὐ(τᾶι) vel γρ. οὐ (ad 645) 643 πέδοι Hermann⁸ 757 (-οῖ),⁷ (πέδωι iam Portus), at cf. Ag. 1357. Call. Hy. 4. 227 — πατουμένας Ahrens⁷: -ούμενον Σ M 645 παρεκβάντες Σ M: -βάντος Aur.⁴: -βάντας O. Müller⁴ 36, at non hos ξίφος οὐτᾶι verum chorum — ἀθεμίστωσ Ma, οὐ θεμ- Mc, accentum corr. Dind.⁴ 646 δίκης M (ης ss. Ms) 647 προσχαλκεύει M: corr. Jacob¹ 649 fort. τόκον δόμοις Ahrens² 551 (cf. Σ ἐπεισφέρει δὲ τοῖς οἴκοις. τέκνον παλαιῶν αἱμάτων): διμασε M, cf. ad 650 650 δωμάτων M: corr. Steph. ex Σ illud διμα(σε), quod supra δωμ. stat, = αἷμα τίνει⟨ν⟩ μύσος χρόνωι κλυτὰ βυσσόφρων Ἐρινύς. ΟΡ. παῖ παῖ, θύρας ἄκουσον ἑρκείας κτύπον. τίς ἔνδον ὦ παῖ; παῖ μάλ’ αὖ· τίς ἐν δόμοις; τρίτον τόδ’ ἐκπέραμα δωμάτων καλῶ, εἴπερ φιλόξεν’ ἐστὶν Αἰγίσθου διαί. ΠΥΛΩΡΟΣ εἶεν· ἀκούω. ποδαπὸς ὁ ξένος; πόθεν; ΟΡ. ἄγγελλε τοῖσι κυρίοισι δωμάτων, πρὸς οὕσπερ ἥκω καὶ φέρω καινοὺς λόγους. τάχυνε δ’, ὡς καὶ νυχτὸς ἅρμ’ ἐπείγεται σκοτεινόν, ὥρα δ’ ἐμπόρους μεθιέναι ἄγκυραν ἐν δόμοισι πανδόχοις ξένων. ἐξελθέτω τις δωμάτων τελεσφόρος, γυνὴ †ταπαρχος† — ἄνδρα δ’ εὐπρεπέστερον· αἰδὼς γὰρ ἐν λέσχηισιν οὖσ’ ἐπαργέμους λόγους τίθησιν· εἶπε θαρσήσας ἀνὴρ πρὸς ἄνδρα κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ. 651 τίνειν Lachmann¹ 63: τείνει M: τίνει Turn. (cf. Σ ἀπαιτεῖ) — κλυτὴ M: corr. Hermann²⁸ 201 653 paragraphus tantum, item 657. 658. 668. 674. 691. 700. 707 — ἑρκείου Blaydes⁸, cf. 561 al. 654 αὖ· τίς (τὶς) Schwerdt¹ 10: αὖθις Σ M (Σ ‘τίς ἐν δόμοις - ἐν δόμοις cum τίς iunge’) 657 Πυλωρός adscr. Murray¹: Οἰκέτης ia Turn. — Παῖς Rob. 661 καθιέναι Musgrave 664 τἄπαρχοσ M (ό ss. Ms): στέγαρχος Bamberger⁴: τ’ ἔπαρχος Hermann³ 109: γ’ ἄπαρχος Ahrens⁷: γ’ ἐπαρκὲς Headlam⁸ 38: σταθμοῦχος Blaydes⁵, cf. fr. 226 — δ’ Turn: τ M 665 λέσχαισιν Emperius² 451 et iam ap. Ahrens² 552, -ηισιν Wil.¹¹: λεχθεῖσιν M. cf. Σ ‘ἐν ταῖς πρὸς γυναῖκας ὁμιλίαις’ (ita Vict. pro ὁμοίαις) — οὖσ’ Bothe¹: οὐκ Σ M ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ ξένοι, λέγοιτ’ ἂν εἴ τι δεῖ· πάρεστι γὰρ ὁποῖάπερ δόμοισι τοῖσδ’ ἐπεικότα, καὶ θερμὰ λουτρὰ καὶ πόνων θελκτηρία στρωμνή, δικαίων τ’ ὀμμάτων παρουσία. εἰ δ’ ἄλλο πρᾶξαι δεῖ τι βουλιώτερον, ἀνδρῶν τόδ’ ἐστὶν ἔργον, οἷς κοινώσομεν. ΟΡ. ξένος μέν εἰμι Δαυλιεὺς ἐκ Φωκέων. στείχοντα δ’ αὐτόφορτον οἰκείαι σαγῆι εἰς Ἄργος, ὥσπερ δεῦρ’ ἀπεζύγην πόδας, ἀγνὼς πρὸς ἀγνῶτ’ εἶπε συμβαλὼν ἀνὴρ, ἐξιστορήσας καὶ σαφηνίσας ὁδὸν, Στροφίος ὁ Φωκεὺς (πεύθομαι γὰρ ἐν λόγωι), “ἐπείπερ ἄλλως ὦ ξέν’ εἰς Ἄργος κίεις, πρὸς τοὺς τεκόντας πανδίχως μεμνημένος τεθνεῶτ’ Ὀρέστην εἰπέ, μηδαμῶς λάθηι. εἴτ’ οὖν κομίζειν δόξα νικήσει φίλων, εἴτ’ οὖν μέτοικον εἰς τὸ πᾶν αἰεὶ ξένον θάπτειν, ἐφετμὰς τάσδε πόρθμευσον πάλιν. νῦν γὰρ λέβητος χαλκέου πλευρώματα σποδὸν κέκευθεν ἀνδρὸς εὖ κεκλαυμένου.” τοσαῦτ’ ἀκούσας εἶπον. εἰ δὲ τυγχάνω τοῖς κυρίοισι καὶ προσήκουσιν λέγων, οὐκ οἶδα· τὸν τεκόντα δ’ εἰκὸς εἰδέναι. ΚΛ. οἰ ’γώ, κατ’ ἄκρας εἶπας ὡς πορθούμεθα. ὦ δυσπάλαιστε τῶνδε δωμάτων Ἀρά, 670 θελκτηρία Pearson¹: -ήρια M: -ήριος Ludwig 404 675 οἰκίαι σάγη M: corr. Turn. (σάγῃ) 678 σαφηνισθεὶς Heimsoeth¹ 44, cf. Σ ἐρωτήσας καὶ μαθών 681 μεμνημένωσ Ms 682 εἶπε M: corr. Rob. 684 ἀεὶ M: χρόνου Blaydes⁹ ex Eum. 670 691 Clytaemestrae trib. Portus¹ Electrae Turn. — εἶπας Bamberger⁴: ἐνπᾶσ M (πᾶσ’ Ma) ΚΛ. ὡς πόλλ’ ἐπωπᾶις κἀκποδὼν εὖ κείμενα· τόξοις πρόσωθεν εὐσκόποις χειρουμένη φίλων ἀποψιλοῖς με τὴν παναθλίαν. καὶ νῦν Ὀρέστης, ἦν γὰρ εὐβούλως ἔχων, ἔξω κομίζων ὀλεθρίου πηλοῦ πόδα — νῦν δ’ ἥπερ ἐν δόμοισι βακχείας κακῆς ἰατρὸς ἐλπὶς ἦν, προδοῦσαν ἔγγραφε. ΟΡ. ἐγὼ μὲν οὖν ξένοισιν ὧδ’ εὐδαίμοσιν κεδνῶν ἕκατι πραγμάτων ἂν ἤθελον γνωτὸς γενέσθαι καὶ ξενωθῆναι· τί γὰρ ξένου ξένοισίν ἐστιν εὐμενέστερον; πρὸς δυσσεβείας ⟨δ’⟩ ἦν ἐμοὶ τόδ’ ἐν φρεσίν, τοιόνδε πρᾶγμα μὴ καρανῶσαι φίλοις καταινέσαντα καὶ κατεξενωμένον. ΚΛ. οὔτοι κυρήσεις μεῖον’ ἀξίων σέθεν, οὐδ’ ἧσσον ἂν γένοιο δώμασιν φίλος. ἄλλος δ’ ὁμοίως ἦλθεν ἂν τάδ’ ἀγγελῶν. ἀλλ’ ἔστ’ ὁ καιρὸς ἡμερεύοντας ξένους μακρᾶς κελεύθου τυγχάνειν τὰ πρόσφορα· ἄγ’ αὐτὸν εἰς ἀνδρῶνας εὐξένους δόμων, ὀπισθόπους τε τούσδε καὶ ξυνεμπόρους, κἀκεῖ κυρούντων δώμασιν τὰ πρόσφορα. αἰνῶ δὲ πράσσειν ὡς ὑπευθύνωι τάδε. ἡμεῖς δὲ ταῦτα τοῖς κρατοῦσι δωμάτων κοινώσομέν τε κοὐ σπανίζοντες φίλων βουλευ⟨σ⟩όμε⟨σ⟩θα τῆσδε συμφορᾶς πέρι. 694 πρόσωθεν ⟨δ’⟩ Headlam⁹ 198 — 695 φίλων ⟨δ’⟩ Paley³, ⟨τ’⟩ Hartung 697 κομίζων Σ: νομίζων M — post h. v. excidisse nonnulla ci. Blaydes⁹ 698 βακχίασ M: corr. Turn. — κακῆς Portus: καλῆσ Σ M: ζάλης Emperius⁰: καλή Wecklein² 721 699 προδοῦσαν Pauw, ἔγγραφε Steph.: παροῦσαν ἐγγράφει· M, sed τάξον αὐτὴν ἀφανισθεῖσαν Σ — ἐγγράφου Canter: -ω M Blaydes⁹: -εις Heath: ἐκγράφου Schwerdt¹ 16, cf. Eur. El. 1073: -εις Wil.¹¹ 700 μὲν ἂν M, οὖν ss. Ms — 702 γνωστὸσ M: corr. Dind.⁸ — 704 ⟨δ’⟩ Aur.³/Portus² 707 μεῖον’ Blass⁸: μείων Ma, μεῖον Mc — ἀξίων (Σ) Pauw: ἀξίωσ M: ἀξίας Burney² 710 ἡμερ- M — 712-4 om. M (homoeoteleuton), marg. rest. Ms ΧΟ. εἶεν, φίλιαι δμωΐδες οἴκων, πότε δὴ στομάτων δείξομεν ἰσχὺν ἐπ’ Ὀρέστηι; ὦ πότνια Χθὼν καὶ πότνι’ ἀκτὴ χώματος, ἣ νῦν ἐπὶ ναυάρχωι σώματι κεῖσαι τῶι βασιλείωι, νῦν ἐπάκουσον, νῦν ἐπάρηξον· νῦν γὰρ ἀκμάζει Πειθὼ δολία⟨ν⟩ ξυγκαταβῆναι, χθόνιον δ’ Ἑρμῆν καιρὸς νυχίοις τοῖσδ’ ἐφεδρεῦσαι ξιφοδηλήτοισιν ἀγῶσιν. — ἔοικεν ἁνὴρ ὁ ξένος τεύχειν κακόν· τροφὸν δ’ Ὀρέστου τήνδ’ ὁρῶ κεκλαυμένην. 713 ὀπισθόπουν δὲ τόνδε (τοῦδε Hermann) καὶ ξυνέμπορον Pauw — τε Portus²: δὲ Ms — 714 σώμασιν Voss, cf. Soph. Ph. 287 715 ἐπευθύνω M (-ωι Ms): corr. Turn., cf. Σ — 716 paragraphus — 717 κοινώσωμέν M: corr. Mc 718 βουλευόμεθα M: corr. Turn. (-μεσθα), Steph. — 719 paragraphus, item 730 — δμωΐδισ M 722 πότνια χθὼν καὶ susp. Weil¹⁵ — καὶ ὦ Blaydes² — 723 ἣ τῶιδ’ Meineke³ 219 — 724 τῶι del. Meineke⁰ 726 δολίαν Portus², cf. Σ 727 b: δολία M, Σ 726 — 727 ἑρμῆα M: corr. Turn. 728 καιρὸς (cf. 710) West⁷, νυχίοις Blaydes² 336: καὶ τὸν νύχιον M: del. Hermann³ 33sq./115, νύχιον pro χθόνιον scribens — ἐφεδρεῦσαι (vel ἐφορεῦσαι) Conington⁵: ἐφοδεῦσαι Σ M 730 ante h. v. deest fort. versus qualis ‘καὶ μὴν στεναγμὸν ἐν δόμοις κλύω τινά’ cf. Taplin 345 sq. — ἁνὴρ Muv: corr. Porson¹ ΧΟ. ποῖ δὴ πατεῖς Κίλισσα δωμάτων πάρος; λύπη δ᾽ ἄμισθός ἐστί σοι ξυνέμπορος. ⟨ΤΡΟΦΟΣ⟩ Αἴγισθον ἡ κρατοῦσα τοῖς ξένοις καλεῖν ὅπως τάχιστ᾽ ἄνωγεν, ὡς σαφέστερον ἀνὴρ ἀπ᾽ ἀνδρὸς τὴν νεάγγελτον φάτιν ἐλθὼν πύθηται τήνδε. πρὸς μὲν οἰκέτας θέτο σκυθρωπὸν ὄμμα, τόν γ᾽ ἐντὸς γέλων κεύθουσ᾽ ἐπ᾽ ἔργοις διαπεπραγμένοις καλῶς κείνηι, δόμοις δὲ τοῖσδε παγχάκως ἔχει φήμης ὕφ᾽ ἧς ἤγγειλαν οἱ ξένοι τορῶς. ἦ δὴ κλυὼν ἐκεῖνος εὐφρανεῖ νόον, εὖτ᾽ ἂν πύθηται μῦθον. ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ· ὥς μοι τὰ μὲν παλαιὰ συγκεκραμένα ἄλγη δύσοιστα τοῖσδ᾽ ἐν Ἀτρέως δόμοις τυχόντ᾽ ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα, ἀλλ᾽ οὔτί πω τοιόνδε πῆμ᾽ ἀνεσχόμην. τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τλημόνως ἤντλουν κακά· φίλον δ᾽ Ὀρέστην, τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν, ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη, καὶ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων κελευμάτων ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ καὶ πολλὰ καὶ μοχθήρ᾽ ἀνωφέλητ᾽ ἐμοί 732 πατεῖς] περᾶις Paley⁶ — πάρος Herwerden⁵ 150: πύλασ M 734 Nutrici trib. Rob., Turn.: nulla nota — τοῖς ξένοις Pauw: τοὺσ ξένουσ Σ M 738 ὄμμα, τὸν δ᾽ ἐντὸς Ahrens⁷ (γ’ West⁷): ἐντὸσ ὀμμάτων M 740 ἔχει (Σ) Rob., Turn.: ἔχειν M 741 ὕφ’ Abresch I 467: ὑφ’ M — ἣν Blaydes² 336 contra Σ 742 paragraphus — κλύων M — ἐχεῖνον M: corr. Rob. 747 fort. τοσόνδε cf. Pers. 781.477 (contra Σ) — ἠνεσχόμην Pierson² 176, cf. praef. post 750 lac. stat. Schütz², post 751 Hermann³ 111: e.g. ⟨πολλῶν κλυούσηι πράγματ᾽ ἐμπέδως παρῆν⟩ 752 ἦ πολλὰ Musgrave — ἀνωφελῆ τ᾽ Ms ΤΡ. τλάσηι· τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτόν τρέφειν ἀνάγκη, πῶς γὰρ οὔ; τρόπωι φρενός· οὐ γάρ τι φωνεῖ παῖς ἔτ᾽ ὢν ἐν σπαργάνοις εἰ λιμὸς ἢ δίψη τις ἢ λιψουρία ἔχει· νέα δὲ νηδὺς αὐτάρκης τέκνων. τούτων πρόμαντις οὖσα, πολλὰ δ᾽ οἴομαι ψευσθεῖσα παιδὸς σπαργάνων φαιδρύντρια, κναφεὺς τροφεύς τε ταὐτὸν εἰχέτην τέλος. ἐγὼ διπλᾶς δὴ τάσδε χειρωναξίας ἔχουσ᾽ Ὀρέστην ἐξεθρεψάμην πατρί· τεθνηκότος δὲ νῦν τάλαινα πεύθομαι. στείχω δ᾽ ἐπ᾽ ἄνδρα τῶνδε λυμαντήριον οἴκων· θέλων δὲ τόνδε πεύσεται λόγον. ⟨ΧΟ.⟩ πῶς οὖν κελεύει νιν μολεῖν ἐσταλμένον; ⟨ΤΡ.⟩ τί πῶς; λέγ᾽ αὖθις, ὡς μάθω σαφέστερον. ⟨ΧΟ.⟩ εἰ ξὺν λοχίταις εἴτε καὶ μονοστιβῆ. ⟨ΤΡ.⟩ ἄγειν κελεύει δορυφόρους ὀπάονας. ΧΟ. μή νυν σὺ ταῦτ᾽ ἄγγελλε δεσπότου στύγει, ἀλλ᾽ αὐτὸν ἐλθεῖν ὡς ἀδειμάντως κλύηι ἄνωχθ᾽ ὅσον τάχιστα γαθούσηι φρενί. 759 Poll. 7.40 761 (χειρ., cf. Prom. 45) Phryn. PS 125.13 B. 754 τρόπωι obscurum (ἐπιμελείαι ψυχῆς Σ): τρίβωι Headlam⁶ 248 (cf. Σ 749) 756 εἰ Stanley¹: ἢ M. cf. Page ad Eur. Med. 493 759 φαιδύντρια Bamberger⁴, cf. praef. 760 κναφεὺς Dobree² ad Plut. 166: γναφεὺσ M — στροφεύσ M: corr. Ma: τροφός Aur.³ 761 δὴ Paley⁷: δὲ M 762 ἐξεθρεψάμην Aur.³/Portus¹, cf. Σ ἔθρεψα, ἀνέσωσα: ἐξεδεξάμην M (ex 750?) πατρός Ms 764 στείχων M: corr. Asul. 765 τόνδε... λόγον Blomf.⁹: τῶνδε... λόγων M 767 τί πῶς; Canter: ἢ πῶσ. M: ὅπωσ; Schütz² 768 εἰ Turn.: ἢ M 770 paragraphus — νυν M: corr. Stanley¹ — ἄγγελε M, item 779 771 ἀδειμάντων Hartung ΧΟ. ἐν ἀγγέλωι γὰρ κυπτὸς ὀρθοῦται λόγος. ΤΡ. ἀλλ᾽ ἦ φρονεῖς εὖ τοῖσι νῦν ἠγγελμένοις; ΧΟ. ἀλλ᾽ εἰ τροπαίαν Ζεὺς κακῶν θήσει ποτέ; ΤΡ. καὶ πῶς; Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων. ΧΟ. οὔπω· κακός γε μάντις ἂν γνοίη τάδε. ΤΡ. τί φήις; ἔχεις τι τῶν λελεγμένων δίχα; ΧΟ. ἄγγελλ᾽ ἰοῦσα, πρᾶσσε τἀπεσταλμένα· μέλει θεοῖσιν ὦνπερ ἂν μέληι πέρι. ΤΡ. ἀλλ᾽ εἶμι καὶ σοῖς ταῦτα πείσομαι λόγοις· γένοιτο δ᾽ ὡς ἄριστα σὺν θεῶν δόσει. ΧΟ. νῦν παραιτουμέναι μοι πάτερ Ζεῦ θεῶν Ὀλυμπίων δὸς †τύχας τυχεῖν δέ μου κυρίως τὰ σωφροσυνευ† μαιομένοις ἰδεῖν. διὰ δίκας ἅπαν ἔπος ἔλακον· Ζεῦ, σὺ δέ νιν φυλάσσοις. 773 sch. bT Il. 15.207, Eu. 1013.12 773 Euripidi trib. testes (non recipit Nauck): susp. Pearson¹ — κυπτὸς sch. Hom. b: κρυπτοσ M sch. Hom. T Eust. — ὀρθοῦται λόγος testes: ὀρθούσηι φρενὶ M ex 772. 774–84 (etiam 780) paragraphi 776 fort. Ὀρέστης ⟨δ’⟩ 780 μέλει Asul.: μέλλει M: μέλοι (cf. Ag. 974) Heath — μέλη Asul.: μέλληι M 783 paragraphus — παραιτοῦμεν ἐμοὶ M (-ουμέν’ Ms): corr. Turn. (μένην), Hermann³² cf. Σ 785 sq. δός μοι εὐτυχίαν εὐτυχῆσαι βεβαίως Σ — τύχασ’ M ⟨νιν⟩ τυχεῖν Schütz⁶, ⟨εὖ⟩ τυχεῖν Bamberger⁴, ⟨εὐ⟩τυχεῖς Page³, omnes δέ μου delentes (Schütz⁶) — δόμου κυρίοις Bothe² — κυρίους Musgrave — καιρίως Burney² — σώφρον’ εὖ Hermann³ 114, αὖ Verrall⁸ — μαιομένας Paley¹: (δόμους ... εὖ) ναιομένους Metzger 787 διὰ δίκας (Σ) Pauw, ἅπαν de Jongh: διαδικᾶσαι πᾶν M 788 δέ del. Hermann¹⁸ 536 ἄϊε ⟨Ζεῦ⟩, πρὸ δὲ δὴ ’χθρῶν τὸν ἔσω⟨θεν⟩ μελάθρων ὦ ⟨Ζεῦ⟩ θές, ἐπεί νιν μέγαν ἄρας, δίδυμα καὶ τριπλᾶ παλίμ- ποινα θέλων ἀμείψει. ἴσθι δ᾽ ἀνδρὸς φίλου πῶλον εὖ- νιν ζυγέντ᾽ ἐν ἅρμασιν, βημάτων ἐν δρόμωι προστιθεὶς μέτρον τι καὶ σωιζόμενος ῥυθμόν· τοῦτ’ ἰδεῖν, δάπεδον ἀνομένων †βημάτων† ὄρεγμα. οἵ τ᾽ ἔσωθε δωμάτων πλουτογαθῆ μυχὸν κομίζετε, κλῦτε σύμφρονες θεοί· ἄγετε ⟨– υ – υ – υ⟩ 793 (παλίμποινα) cf. P. Hib. II p. 3 ii 25 — 799 (ὄρεγμα) Hsch. ο 1130 789–93 ~ 826–30] responsionem invenit Hermann³² — 789 ἄϊε ⟨Ζεῦ⟩ Weil¹⁵: ἔ ε M — δὲ δάιων Weil³ — τὸν ἔσωθεν Seidler¹ 406: τῶν ἔσω M. 790 sq. Ζεῦ del. Heimsoeth¹ 455 praeeunte Bamberger — μῖν M: corr. Seidler l. c. 793 ἀμείψηι Turn., sed obstat θέλων 795 ἅρμασι Σ: ἅρματι M 796 βημάτων (cf. 799) Grotefend 793: πημάτων Σ M — ⟨δ’⟩ ἐν Portus²: ⟨σὺ δ’⟩ ἐν O. Müller⁴ 40, cf. 785 797 προστίθει Bamberger⁴ contra Σ — τι καὶ Davies: τίσ ἂν M, τὶς ἂν Σ: κτίσον Ahrens⁷ — σωιζόμενος Blaydes⁹: σωιζόμενον Σ Ma, -ώμενον Mc: -ομένων Bamberger⁴: -ομένου ῥυθμοῦ post Aur. (ῥυμοῦ) Bourdelot 798 ἀνωμένων vel ἀναμένων Ma — 799 e.g. εὐθὺ ποδῶν West⁷ 800 ἔσω Hermann³ 115 (~ 812) 801 πλουταγαθῆ M: corr. Turn. — κομίζετε Hermann³ 115. 118 (ἡνιοχεῖτε καὶ διοικεῖτε Σ): νομίζετε M 802 κλῦτε Dind.⁴: κλύετε M — σώφρονες Mas 803 lac. stat. Lachmann¹ 76 (sed post θεοί) τῶν πάλαι πεπραγμένων λύσασθ᾽ αἷμα προσφάτοις δίκαις· γέρων φόνος μηκέτ᾽ ἐν δόμοις τέκοι. τὸ δὲ καλῶς κτίμενον ὦ μέγα ναίων στόμιον, εὖ δὸς ἀνιδεῖν δόμον ἀνδρός, καί νιν ἐλευθερίας λαμπρὸν ἰδεῖν ⟨φῶς⟩ φιλίοις ὄμμασι⟨ν ἐκ⟩ δνοφερᾶς καλύπτρας. ξυλλάβοι δ᾽ ⟨ἂν⟩ ἐνδίκως παῖς ὁ Μαίας, ἐπεὶ φορώτατος πρᾶξιν οὐρίσαι θέλων. πολλὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἔφανε χρήιζων, {κρυπτά} ἄσκοπον κλέπος τελῶν· νύκτωρ τ᾽ ὀμμάτων σκότον φέρει, καθ᾽ ἡμέραν δ᾽ οὐδὲν ἐμφανέστερος. 805 αἷμα λύσασθε Nägelsbach¹ 18, cf. 817 — προφάτοισ Mas 807 τὸ δὲ Rob.: τόδε M (ο ex α vel ω): σὺ δὲ Paley⁶ — κτίμενον Bamberger² 566/64: κτάμενον Σ Ms, κταμένων Ma: κάτω κλύμενον Schoemann⁴ 91 809 ἐλευθερίωσ | λαμπρῶσ ἰδεῖν φιλίοισ M: corr. Ahrens⁷ (φάος), Weil³ (λαμπρὸν iam Bamberger⁴): ἐλευθερίζας φῶς λ. ἴ. φ. Dind.¹² 811 ⟨ἐκ⟩ Hermann⁸ 759 812 ⟨ἂν⟩ Lachmann¹ 76: ξυλλάβοι ⟨το⟩ Weil³ 813 ἐπεὶ φορώτατος Emperius ap. Bamberger² 566/64: ἐπιφορ- M: φορ. θεῶν Dind.¹³ 383a 814 οὐρίσαι Conington⁵: οὐρίαν M — θελὲν M (ω ss. Ms): θεῶν possis (duce Dind., cf. ad 813): (οὐρίαν) τελῶν anon.¹, τελεῖν Jacob² 815 πολέα Weil³ — πόλλ’ ἄδηλ’ Wil.¹⁸ 211 n. 3 — ἔφανε id.¹: φανεῖ (ει i. r.) M: φανερώσει Σ alter, εὑρίσκει alter 816 κρυπτά: (τάσ Ms?) del. Hermann³² — κλέπος τελῶν West⁸ 197: δ’ ἔπος λέγων M (Σ?) 817 νύκτωρ τ’ Heyse: νύκτα πρό τ’ Σ M: νύκτα πρόσθ’ Portus²: νυκτὸς προὐμμάτων Bamberger² 567/65 818 καθ’ ἡμέραν M — μεθ’ Emperius⁰, Paley¹ — ἁμέραν Tucker³ — ἐμφανέστερον Portus² καὶ τότ᾽ ἤδη κλυτὸν δωμάτων λυτήριον θῆλυν οὐριοστάταν [– υ]κρεκτον γοήτων νόμον μεθήσομεν. πλεῖ τάδ᾽ εὖ· ἐμὸν ἐμὸν κέρδος αὔξεται τόδ᾽, ἄ- τὰ δ᾽ ἀποστατεῖ φίλων. σὺ δὲ θαρσῶν ὅταν ἥκηι μέρος ἔργων ἐπαΰσας {πατρὸς ἔργωι} θρο⟨ε⟩ούσαι πρὸς σὲ “τέκνον” “πατρός” αὔδα, καὶ πέραιν᾽ οὐχ ἐπίμομφον ἄταν, Περσέως τ᾽ ἐν φρεσίν ⟨τλᾶθι⟩ καρδίαν σχεθών 832 cf. Hsch. σ 2973 819 τότ’ ἤδη Blomf.¹³: τότε δὴ M — κλυτὸν Bamberger⁴: πλόυτον Σ M: πολὺν Blomf.¹³: χυτῶν αἱμάτων (cf. 805. Eum. 682) Garvie⁹: τότ’ εἴ δή ποτ’ οὖν Enger⁵ 444 820 δωμάτων Σ M, cf. 942: δειμάτων Ahrens⁷, cf. Soph. El. 635 sq. 822 ὓ . . (.) κρεκτὸν Ma puto (sc. ὀξύκρεκτον?): ὁμοῦ κρεκτὸν Σ Ma: ὀξύκρεκτον Kirchhoff⁹: οὐδὲ κρεκτὸν Blomf.¹³ — γοήτων Σ M (γοητῶν Ma?): γοατὰν Hermann³²: βοάταν Bothe⁹: βοατὸν Enger l. c. — νόμων Mc 823 πλεῖ Kirchhoff⁹: πόλει Σ M 824 ἀέξεται M (αὔ- Ms) 825 ἄτηι M (ss. Ms) 827 sq. πατρὸς ἔργωι (Σ M) del. Hermann³ 116; fuerat v. l. ad μέρος ἔργων — θροόυσαι M: corr. G. C. W. Schneider 829 sq. fort. πατέρος (~ 792) αὐδᾶν Ma, -ὰν Σ Ms: corr. Bourdelot — possis αὐδάσας πέραιν᾽ πέραιν᾽ (Aur.³/Portus²) — οὐκ Blomf.¹³: περαίνων Σ M — ἐπίμομφαν M: corr. Rob., Turn.: ἀνεπίμ- Schütz⁶ 831 θ’ Stanley¹ — φρεσσὶν M: corr. Asul. 832 ⟨τλᾶθι⟩ West⁷: ⟨πρᾶσσε⟩ Wil.¹¹: καρδίαν ⟨σχεδρὰν⟩ Weil³: alii alia — σχέθων M: corr. Wellauer² ex Elmsleii praecepto (ad Hcld. 272. Med. 995) τοῖς θ᾽ ὑπὸ χθονὸς φίλοις τοῖς τ᾽ ἄνωθεν προπράσσων χάριν, Γοργοῦς λυγρᾶς ἔνδοθεν φόνιον ἄταν τιθείς, ἀναίτιον δ᾽ ἐξ Ἀπόλλωνος μόρον. ΑΙΓΙΣθΟΣ ἥκω μὲν οὐκ ἄκλητος ἀλλ᾽ ὑπάγγελος· νέαν φάτιν δὲ πεύθομαι λέγειν τινάς ξένους μολόντας, οὐδαμῶς ἐφίμερον, μόρον γ᾽ Ὀρέστου. καὶ τόδ᾽ αὖ φέρειν δόμοις γένοιτ᾽ ἂν ἄχθος αἱματοσταγές, φόνωι τῶι πρόσθεν ἑλκαίνουσι καὶ δεδηγμένοις. πῶς ταῦτ᾽, ἀληθῆ καὶ βλέποντα δοξάσω; ἢ πρὸς γυναικῶν δειματούμενοι λόγοι πεδάρσιοι θρώισχουσι, θνήισκοντες μάτην; τί τῶνδ᾽ ἂν εἴποις ὥστε δηλῶσαι φρενί; 833 θ’ Rob.: δ’ M — φίλοις Hermann³ 116: τοισίν M 834 χάριν Heimsoeth¹ 478: χάριτοσ M 835 Γοργοῦς Kirchhoff⁹: ὀργᾶσ Σ M — λυγρᾶς Blomf.⁹: λυπρᾶσ M 836 sq. φόνιον Heimsoeth¹ 13: φονίαν Σ in paraphr., φοινίαν M — ἀναίτιον δ’ ἐξ Ἀπόλλωνος (cf. 830. 1031) West⁷: τὸν αἴτιον δ’ ἐξαπολλὺσ M (τὸν Αἴγισθον Σ): ἐξαπολλύων Heimsoeth¹ 14, μόρου Turn. 838 ὑπ’ ἀγγέλου Blomf.¹³: (-ων Blaydes²) cl. Soph. Tr. 391 sq. Ai. 289 841 γ’ Aur.³/Portus: δ’ M — αὖ Blomf.⁹: ἀμ- M: ἂν Turn. 842 αἱματοσταγὲς Aur.³/Portus² (ὡς ἐπὶ μαχαίρας Σ): δείματοστάγεσ (ex 845) M (γ’ ἐσ Ms, -σταγὸς Vict.) 843 ἑλκαίνοντι καὶ δεδηγμένωι Σ M: corr. Bamberger⁴ 844 μῶν Blaydes⁵ 846 θνήσκοντες M, cf. 844. Ag. 486: -ντος Portus¹, cf. Σ οὐκ ἀληθῶς ἀποθανόντες (-ος Blomf.) et Soph. El. 63 ΧΟ. ἠκούσαμεν μέν, πυνθάνου δὲ τῶν ξένων εἴσω παρελθών. οὐδὲν ἀγγέλων σθένος ὡς αὐτὸν ἀνδρὸς ἄνδρα πεύθεσθαι πάρα. ⟨ΑΙ.⟩ ἰδεῖν ἐλέγξαί τ᾽ εὖ θέλω τὸν ἄγγελον, εἴτ᾽ αὐτὸς ἦν θνήισκοντος ἐγγύθεν παρών εἴτ᾽ ἐξ ἀμαυρᾶς κληδόνος λέγει μαθών. οὔτοι φρέν᾽ ἂ⟨ν⟩ κλέψειεν ὠμματωμένην. ΧΟ. Ζεῦ Ζεῦ, τί λέγω; πόθεν ἄρξωμαι τάδ᾽ ἐπευχομένη κἀπιθεάζουσ᾽, ὑπὸ δ᾽ εὐνοίας πῶς ἴσον εἰποῦσ᾽ ἁνύσωμαι; νῦν γὰρ μέλλουσι μιανθεῖσαι πειραὶ κοπάνων ἀνδροδαΐκτων ἢ πάνυ θήσειν Ἀγαμεμνονίων οἴκων ὄλεθρον διὰ παντός, ἢ πῦρ καὶ φῶς ἐπ᾽ ἐλευθερίαι δαίων ἀρχάς τε πολισσονόμους ⟨. . .⟩ ἕξει, πατέρων μέγαν ὄλβον. τοιάνδε πάλην μόνος ὢν ἔφεδρος δισσοῖς μέλλει θεῖος Ὀρέστης ἅψειν· εἴη δ᾽ ἐπὶ νίκηι. 849 εἴσω Blomf.¹³: ἔσω M 850 αὐτὸν (Canter) ἀνδρὸς Weil¹⁴ 21 (praeeunte Pauw): αὐτὸσ αὐτὸν M. cf. 666 sq. 736 πάρα Aur.³/Portus²: πέρι M 851 εὖ Ma: αὖ Ms 852 ἦεν θνήσκοντοσ Msr (fuerat η . V . . . . τοσ): corr. Turn. 854 φρέν᾽ ἂν Monk² ad Hipp. 482, Elmsley² 67 n., Hermann¹² ad Ai. 627: φρένα M — κλέψειεν Steph.: κλέψειαν M (-ει’ ἂν Bourdelot; ἂν bis Monk, Elmsley) 856 κἀπιθεάζουσ᾽ Schütz⁶: καϊπιθοάζουσα M (οα Msr) 857 sq. neque εὐνοίας neque ἴσον intelligo. an ἐκνοίας? — ἁνύσωμαι sic M 860 vel -δαϊκτῶν 864 lac. stat. Hermann³² supplens ⟨πλοῦτόν τε δόμων⟩ 865 πατέρων θ’ ἕξει Weil³ — ⟨καὶ⟩ μέγαν Wil.¹¹ 867 θεῖος Turn.: θειοτό M: θηρσὶν Wecklein¹¹ 868 νίκη M (et West² 100) (βοὴ ἔνδοθεν) ἐέ· ὀτοτοτοῖ. ΧΟ. ἔα ἔα μάλα· πῶς ἔχει; πῶς κέκρανται δόμοις; ἀποσταθῶμεν πράγματος τελουμένου, ὅπως δοκῶμεν τῶνδ᾽ ἀναίτιαι κακῶν εἶναι· μάχης γὰρ δὴ κεκύρωται τέλος. ⟨ΟΙΚΕΤΗΣ⟩ οἴμοι, πανοίμοι δεσπότου †τελουμένου†· οἴμοι μάλ᾽ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμᾶσιν· Αἴγισθος οὐχέτ᾽ ἐστίν. ἀλλ᾽ ἀνοίξατε ὅπως τάχιστα, καὶ γυναικείους πύλας μοχλοῖς χαλᾶτε· καὶ μάλ᾽ ἡβῶντος δὲ δεῖ — οὐχ ὡς δ᾽ ἀρῆξαι διαπεπραγμένωι· τί γάρ; ἰού ἰού. κωφοῖς ἀὐτῶ καὶ καθεύδουσιν μάτην ἄκραντα βάζω. ποῖ Κλυταιμήστρα; τί δρᾶι; ⟨ΧΟ.⟩ ἔοικε νῦν αὐτῆς ἐπιξήνου πέλας αὐχὴν πεσεῖσθαι πρὸς Δίκης πεπληγμένος. 869 βοὴ ἔνδοθεν adscr. West⁷: paragr. M: ΑΙΓΙΣθΟΣ Rob., Turn., sed fort. potius famulorum est clamor 871 πῶς alterum del. Wil.¹¹ 872 ἀποστατῶμεν nol. Abresch I 497 875 OIKETHΣ Turn.: ἐξάγγελος Σ 899: nulla nota — πὰν οἴμοι M: μάλ’ οἴμοι Canter — τελουμένου (ex 872)] πεπληγμένου Schütz⁶: τετυμμένου Weil³ 876 προσφθέγ[[γ]]μασιν M, v. praef. 880 διαπεπραγμένωι Σuv, Turn.: -μένων M 882 βάζω; Blaydes², cf. Sept. 202 — ποῖ M, cf. Eur. Herc. 74 sq.: ποῦ Elmsley² 287 883 choro trib. Portus¹: nulla nota — αὖ τῆσδ’ Martin¹ 22 (τῆς Verrall⁸) 883 ἐπιξήνου Abresch I 501: ἐπὶ ξυροῦ M 884 δίκην M puto: corr. Hermann³² — πεπληγμένης Turn. ΚΛ. τί δ᾽ ἐστὶ χρῆμα; τίνα βοὴν ἵστης δόμοις; ΟΙ. τὸν ζῶντα καίνειν τοὺς τεθνηκότας λέγω. ΚΛ. οἰ ’γώ· ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων· δόλοις ὀλούμεθ᾽, ὥσπερ οὖν ἐκτείναμεν. δοίη τις ἀνδροκμῆτα πέλεκυν ὡς τάχος· εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν ἢ νικώμεθα. ἐνταῦθα γὰρ δὴ τοῦδ᾽ ἀφικόμην κακού. ΟΡ. σὲ καὶ ματεύω· τῶιδε δ᾽ ἀρκούντως ἔχει. ΚΛ. οἰ ’γώ· τέθνηκας, φίλτατ᾽ Αἰγίσθου βία. ΟΡ. φιλεῖς τὸν ἄνδρα; τοιγὰρ ἐν ταὐτῶι τάφωι κείσηι· θανόντα δ᾽ οὔτι μὴ προδῶις ποτε. ΚΛ. ἐπίσχες ὦ παῖ, τόνδε δ᾽ αἴδεσαι, τέκνον, μαστόν, πρὸς ὧι σὺ πολλὰ δὴ βρίζων ἅμα οὔλοισιν ἐξήμελξας εὐτραφὲς γάλα. ΟΡ. Πυλάδη, τί δράσω; μητέρ᾽ αἰδεσθῶ κτανεῖν; ΠΥΛΑΔΗΣ ποῦ δαὶ τὰ λοιπὰ Λοξίου μαντεύματα τὰ πυθόχρηστα, πιστά τ᾽ εὐορκώματα; ἅπαντας ἐχθροὺς τῶν θεῶν ἡγοῦ πλέον. 885 δ᾽ del Page³ 887 οἰ ἐγὼ M (item 893.928) — τ’ οὖποσ M 889 δοίη Msr — ἀνδροδμῆτα Aur.³ 890 εἰ Turn.: ἢ M. cf. ad 756 892 σέ τοι Blomf.⁹ — τῶιδέ τ’ Ma u.v. 893 βία; Tucker³ 896 δ’ αἴδεσαι Sophianus, Turn.: δήσεται M — τ’ αἴδεσαι Blaydes² 897 ὧι σὺ Rob.: ὠκὺ M 898 εὐτρεφὲς Tz. utroque loco 900 δὴ Porson¹; cf. P. T. Stevens, Colloquial Expressions in Eur. 45 sq. — τὰ λοιπὰ] cf. 212. Sept. 66: τὸ λοιπὸν Nauck⁶ 206 901 πυθόχριστα M, corr. m. al. — δ’ M: corr. Hermann³² ΟΡ. κρίνω σὲ νικᾶν, καὶ παραινεῖς μοι καλῶς. ἕπου, πρὸς αὐτὸν τόνδε σὲ σφάξαι θέλω· καὶ ζῶντα γάρ νιν κρείσσον᾽ ἡγήσω πατρός. τούτωι θανοῦσα συγχάθευδ᾽, ἐπεὶ φιλεῖς τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν δὲ χρῆν φιλεῖν στυγεῖς. ΚΛ. ἐγώ σ᾽ ἔθρεψα, ξὺν δὲ γηρᾶναι θέλω. ΟΡ. πατροκτονοῦσα γὰρ ξυνοικήσεις ἐμοί; ΚΛ. ἡ Μοῖρα τούτων ὦ τέκνον παραιτία. ΟΡ. καὶ τόνδε τοίνυν Μοῖρ᾽ ἐπόρσυνεν μόρον. ΚΛ. οὐδὲν σεβίζηι γενεθλίους ἀράς, τέκνον; ΟΡ. τεκοῦσα γάρ μ᾽ ἔρριψας εἰς τὸ δυστυχές. ΚΛ. οὔτοι σ᾽ ἀπέρριψ᾽ εἰς δόμους δορυξένους. ΟΡ. αἰκῶς ἐπράθην ὢν ἐλευθέρου πατρός. ΚΛ. ποῦ δῆθ᾽ ὁ τῖμος ὅντιν᾽ ἀντεδεξάμην; ΟΡ. αἰσχύνομαί σοι τοῦτ᾽ ὀνειδίσαι σαφῶς. ΚΛ. μὴ ἀλλ᾽ εἴφ᾽ ὁμοίως καὶ πατρὸς τοῦ σοῦ μάτας. ΟΡ. μὴ ἔλεγχε τὸν πονοῦντ᾽ ἔσω καθημένη. ΚΛ. ἄλγος γυναιξὶν ἀνδρὸς εἴργεσθαι, τέκνον. ΟΡ. τρέφει δέ γ᾽ ἀνδρὸς μόχθος ἡμένας ἔσω. ΚΛ. κτενεῖν ἔοικας ὦ τέκνον τὴν μητέρα. ΟΡ. σύ τοι σεαυτήν, οὐχ ἐγώ, κατακτενεῖς. ΚΛ. ὅρα, φύλαξαι μητρὸς ἐγκότους κύνας. 904 παρ’ Herwerden⁵ 151 — malim πρὸς αὐτῶι τῶιδε (contra Σ) 905 κρέσσον᾽ (ο ex ω) M: corr. Turn. 906 ξυγ- Wellauer²: συγ. M 907 οὓς δὲ Blass — δ’ ἐχρῆν M: corr. Wecklein¹¹ 908 σὺν Aur.³ (ξὺν Schütz²): νῦν M — τε Blaydes² 339 — utrum γηρᾶναι (Σ M) an γηράναι (Klausen) scribendum incertum; v. C. R. Barton, Glotta 60, 1982, 31 sqq. 910 παναιτία Bothe²: παραίτιος Blaydes² 155 cl. fr. 44.7 (contra Cho. 100.873) 911 ἐπώρσυνεν M: corr. MbMc: πορσύνει nol. de Jongh 915 αἰκῶς Bothe²: διχῶσ M: αἰσχρῶς Heath 917 σου M: corr. Canter, cf. Σ ἑτέρωι συγκοιμωμένη (-ηι) 918 μὴ del. Hermann³² 921 γ Msr ΟΡ. τὰς τοῦ πατρὸς δὲ πῶς φύγω παρεὶς τάδε; ΚΛ. ἔοικα θρηνεῖν ζῶσα πρὸς τύμβον μάτην. ΟΡ. πατρὸς γὰρ αἶσα τόνδε σοὐρίζει μόρον. ΚΛ. οἰ ’γώ, τεκοῦσα τόνδ᾽ ὄφιν ἐθρεψάμην· ἦ κάρτα μάντις οὑξ ὀνειράτων φόβος. ΟΡ. ἔκανες τὸν οὐ χρῆν· καὶ τὸ μὴ χρεὼν πάθε. ΧΟ. στένω μὲν οὖν καὶ τῶνδε συμφορὰν διπλῆν· ἐπεὶ δὲ πολλῶν αἱμάτων ἐπήκχρισε τλήμων Ὀρέστης, τοῦθ᾽ ὅμως αἱρούμεθα, ὀφθαλμὸν οἴκων μὴ πανώλεθρον πεσεῖν. — ἔμολε μὲν δίκα Πριαμίδαις χρόνωι, βαρύδικος ποινά· ἔμολε δ᾽ εἰς δόμον τὸν Ἀγαμέμνονος διπλοῦς λέων, διπλοῦς ἄρης· ἔλασε δ᾽ εἰς τὸ πᾶν ὁ πυθόχρηστος φυγάς θεόθεν εὖ φραδαῖσιν ὡρμημένος. 932 (ἐπήκρισεν) Paus. Att. α 55 (unde Eu. 1636.49); Hsch. ε 4545, Phot. 927 αἷμα Blaydes² 266 — σοὐρίζει (= σοι ὁρ-) Pauw (praeeunte Scal.²): σ᾽ ὁρίζει Mc, πορ- Ms: σοὐρ- (= σοι οὐρ-) Blomf.¹³, cf. Sept. 690: ἐπουρίζει Hermann¹ 124 929 paragr. in M: Clytaemestrae contin. Scal.² 930 ἔκανες (ὃν vel γ’ ὃν) Pauw, at cf. 738 τὸν Hermann ad Eur. Bacch. (1823) xx: γ’ ὃν M: possis et δ’ ὃν 931 τοῖνδε Wecklein¹ 17 936 καρύδικος M: corr. Vict. 938 δίπους λέων Jacob¹, cf. Ag. 1258. Supp. 895 (δ’) — Ἄρης Blaydes² 939 ἔλασε Pauw ex Σ (ἤλασεν): ἔλαχε M — δ᾽ ἐσ M: δ’ εἷς Garvie⁵ cl. 866 sq. Eum. 200 940 πυθόχρηστος Butler: -χρήστᾶσ M (ss. Ms): -χρήστοις Heimsoeth¹ 456 contra Σ 941 εὐφραδαῖσιν M: dist. cod. Sambuci ἐπολολύξατ᾽ ὦ δεσποσύνων δόμων ἀναφυγᾶι κακῶν καὶ κτεάνων τριβᾶς ὑπὸ δυοῖν μιαστόροιν, δυσοίμου τύχας. ἔμολε δ᾽ ὧι μέλει κρυπταδίου μάχας δολιόφρων ποινά· ἔθιγε δ᾽ ⟨ἐν⟩ μάχαι χερὸς ἐτήτυμος Διὸς κόρα — Δίχαν δέ νιν προσαγορεύομεν βροτοὶ τυχόντες καλῶς — ὀλέθριον πνέουσ᾽ ἐπ᾽ ἐχθροῖς κότον· τά⟨ν⟩περ ὁ Λοξίας ὁ Παρνᾶσσίας μέγαν ἔχων μυχὸν χθονὸς ἐπωρθίαξεν ἄδολα δολίως 945 cf. Hsch. δ 2623, Sud. δ 1707 942–5 mesodum post antistrophum tamquam ephymnium iteravit G. C. W. Schneider, item 961–4 post 972; cf. ad 971 942 ἐπολολυξάτω M: corr. Seidler¹ 89 943 ἀναφυγᾶι Heimsoeth¹ 278: -γὰσ Σ M — τριβὰσ M: corr. Stanley¹ (cf. Σ) 944 ὑπαὶ Hermann³ 126 — δοιοῖν M: corr. Mc. 946 ὧι Aur.³/Portus², cf. Soph. O. R. 377: ὧι M et Σ, qui Aegisthum intelligit: ὧι ἔμελεν Heath — κρυφαδίου Tucker³ 947 ποινά (= 936) Σ M: Πειθώ Heyse: Ἑρμᾶς Ahrens⁷: δαίμων Wecklein¹¹ 948 ἔθιγε Σ M: ἔδικε Verrall¹ 206 — δ᾽ ἐν Abresch I 517: δὲ M — ἐτητύμως Scal.² 952 ἐπ᾽ Hermann³ 127: ἐν M: (πνέουσ)αν Aur.³/Portus² contra Σ 953 τάνπερ Jacob, cf. Σ alt. 955-6 ἐπεξῆλθε τὴν δίκην βλαπτομένην . . . Ὀρέστης: τάπερ M, Σ 953 — Παρνασσίας Musgrave: παρνάσσιοσ M 955 ἐπωρθίαξεν (cf. 271) Meineke³ 220: ἐπ’ ὄχθει | ἄξεν M — ἄδολα δολίως West⁸: ἀδόλωσ δολίασ M, sed δολίως Σuv: ἀδόλως δόλια Murray¹ (δόλια iam Hermann³ 128) βλαπτομέναν· χρονισθεῖσα δ᾽ ἐποίχεται. κρατεῖ πως τὸ θεῖον· ἐπαρὰ τὸ μὴ† ὑπουργεῖν κακοῖς· ἄξιον ⟨δ᾽⟩ οὐρανοῦχον ἀρχὰν σέβειν. πάρα τε φῶς ἰδεῖν, μέγα τ᾽ ἀφηιρέθη ψάλιον οἴκων. ἄναγε μὰν δόμοι· πολὺν ἄγαν χρόνον χαμαιπετεῖς ἔκεισθε. τάχα δὲ παντελὴς πρόμος ἀμείψεται πρόθυρα δωμάτων, ὅταν ἀφ᾽ ἑστίας μύσος ⟨ἅ⟩παν ἐλάσηι καθαρμοῖσ⟨ιν⟩ ἀτᾶν ἐλατηρίοις. 956 χρονισθεῖσά γ’ Heath, δ’ Metzger: ἐν χρόνοις | θεῖσαν M: χρονισθεῖσαν Σuv, sed etiam ἐποίχεται ἡ δίκη 957 συμβάλλεται οὖν τὸ θεῖον τοῖς μὴ ὑπουργοῦσι τοῖς κακοῖς Σ — κρατεῖ πως Blomf.² 177 (κρατεῖ δέ πως iam Aur.³/Portus¹): κρατεῖται πῶσ M: κρατεῖ τ’ αἰεί πως Murray² (δ’ αἰεί Rose) — παρὰ susp. Abresch I 520, del. Hermann³², qui et τὸ μή ⟨μ’⟩: possis τὸ θεῖον παρὰ ⟨πᾶν⟩, τὸ μή ⟨θ’⟩ 958 κακοὺσ Mas — 959 δ’ del. Bothe¹: ἄξια δ’ Hermann³ 131 961 τὸ φῶς Turn., et ita M post 972 — μέγαν τ᾽ ἀφηρέθην M: corr. fere Aur.³/Portus² (μέγα γ’; μέγα iam Mca) 963 ἄναγε Heath — δόμοι Hermann³²: δόμοισ M: δόμος Meineke³ 220 964 ἔκεισθε Wil.¹¹: εκεισθ’ αἰεί M (ἀεί Asul.): ἔκεισθε δή vel δόμος . . . χαμαιπετὴς ἔκεισο δή Meineke l. c. 965 πρόμος Lafontaine: χρόνοσ (ex 963) Σ M: χορὸς Elmsley² ad Med. 50 (χορὸς ἀλαστόρων πρόθυρ’ ἀμείψεται Schoemann⁴ 101): ὄλβος Kayser 967 ἀ[[μ]]φ’ M — ἅπαν Hermann³ 131: πᾶν M. cf. ad 968 — ἐλάσεϊ M (ss. Ms): ἐλαθῆι Kayser 968 καθαρμοῖσ M: corr. Hermann l. c. — ἀτᾶν Schütz² (ἄτας iam Portus²): ἅπαν M — ἐλατήριον Σ M: corr. Schütz² τύχαι δ᾽ εὐπρόσωποι †κοίται τὸ πᾶν ἰδεῖν ἀκοῦσαί† πρευμενεῖς μέτοικο⟨ι⟩ δόμων, πεσοῦνται πάλιν. {πάρα τὸ φῶς ἰδεῖν.} ΟΡ. ἴδεσθε χώρας τὴν διπλῆν τυραννίδα πατροκτόνους τε δωμάτων πορθήτορας. σεμνοὶ μὲν ἦσαν ἐν θρόνοις τόθ᾽ ἥμενοι, φίλοι τε καὶ νῦν, ὡς ἐπεικάσαι πάθει πάρεστιν, ὅρκος τ᾽ ἐμμένει πιστώμασιν· ξυνώμοσαν μὲν θάνατον ἀθλίωι πατρί καὶ ξυνθανεῖσθαι, καὶ τάδ᾽ εὐόρκως ἔχει. ἴδεσθε δ᾽ αὖτε, τῶνδ᾽ ἐπήκοοι κακῶν, τὸ μηχάνημα, δεσμὸν ἀθλίωι πατρί, πέδας τε χειροῖν καὶ ποδοῖν ξυνωρίδα. ἐκτείνατ᾽ αὐτὸν καὶ κύκλωι παρασταδὸν στέγαστρον ἀνδρὸς δείξαθ᾽, ὡς ἴδηι πατήρ — 980 cf. Hsch. ε 4542 969 τύχαι Scal.²: τύχα Σ M — εὐπρόσωποι Bothe²: εὐπροσώπωι Σ M — κοίται Σ M: τότε καὶ Page³ — τὸ] ο ex ω vel potius ᾶ 970 ἀκοῦσαι (Σ M) del. Hermann³ 131 — πρευμενεῖς Musgrave: θρεομένοισ M — fort. κατὰ πάντ’ ἰδεῖν, κλυταί, πρευμενεῖς 971 sq. μέτοικοι (Σ) Scal.: μετοικο- M — παρὰ τὸ φῶς ἰδεῖν, quod statim post πάλιν eadem in linea sequitur, falso ex 961 repetitum videtur, del. Heimsoeth¹ 277. 282; tamen cf. ad 942-5 975 ποθ’ Bourdelot — 976 δὲ Abresch I 525 — πάθει Thiersch¹ 45: πάθη M 978 ἀθλίωι Aur.³/Portus²: -ῶσ M. cf. 981 980 αὐτοὶ Blaydes⁵: quidni αὐταί 982 ξυνωρίδος Hermann³²: -ίδι Jacobs² XI 248 983 αὐτὸν] sc. πέπλον (Eum. 635) sive χιτῶνα: αὐτὸ Aur.³ — περισταδὸν Paley¹ — post h. v. fr. 375 ἀμήχανον τέχνημα καὶ δυσέκδυτον (τεύχημα καὶ δυσέκλυτον codd.) inserere possis ΟΡ. οὐχ οὑμός, ἀλλ᾽ ὁ πάντ᾽ ἐποπτεύων τάδε — {Ἥλιος ἄναγνα μητρὸς ἔργα τῆς ἐμῆς;} ὡς ἂν παρῆι μοι μάρτυς ἐν δίκηι ποτέ ὡς τόνδ᾽ ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον τὸν μητρός· Αἰγίσθου γὰρ οὐ λέγω μόρον, ἔχει γὰρ αἰσχυντῆρος, ὡς νόμος, δίκην. τί νιν προσειπὼν ἂν τύχοιμ᾽ ἂν εὐστομῶν; ἄγρευμα θηρός, ἢ νεκροῦ ποδένδυτον δροίτης κατασκήνωμα; δίκτυον μὲν οὖν ἄρκύν τ᾽ ἂν εἴποις καὶ ποδιστῆρας πέπλους. τοιοῦτον ἂν κτήσαιτο φιλήτης ἀνήρ, ξένων ἀπαιόλημα κἀργυροστερῆ βίον νομίζω⟨ν⟩· τῶιδέ τἂν δολώματι πολλοὺς ἀναιρῶν πολλὰ θερμαίνοι φρένα. ἥτις δ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τοῦτ᾽ ἐμήσατο στύγος ἐξ οὗ τέκνων ἤνεγχ᾽ ὑπὸ ζώνην βάρος — φίλον τέως, νῦν δ᾽ ἐχθρόν, ὡς φαίνει, κακόν — τί σοι δοκεῖ, μύραινά γ᾽ εἴτ᾽ ἔχιδν᾽ ἔφυ, 986 del. Barrett; cf. Supp. 140. Eum. 1045 987 possis ἐν δίκηι Χρόνου (Solon. 36,3) contra Σ 988 φόνον Rhode — 989 λέγω Σ: ψέγω M: ψέδω Young¹ 88 990 νόμου M: corr. Aur.³, Canter 997–1004 huc trai. Proctor (cf. Lloyd-Jones⁴ 181-4) contra Σ: post 982 Scholefield: post 1013 Weil³ 997 προσειπὼν ἂν τύχοιμ᾽ ἂν (cf. 316. 418. Ag. 622. 1232) Ahrens⁷: προσείπω κἀν τύχω μάλ’ M (ἀντὶ ἐπιτύχω εὐθίκτως κακολογήσας Σ): καὶ τύχω Portus: προσειπὼν καὶ τύχω Weil³, qui et de εὐστοχῶν cogit. 1000 τ᾽ Hermann³²: δ᾽ M 1001 τοιοῦτον ἂν Turn.: τοιοῦτο μὰν M (τοῖ- Ma): τοιοῦτό γ᾽ ἂν Schütz⁶ 1003 νομίζω M: corr. Turn. — τἂν Blomf.⁹: τ’ ἂν M: γ’ ἂν anon. 1004 ἂν αἰρῶν Bamberger⁴ — φρένα Lobeck¹ 302: φρενί M 992 ἐκ σοῦ M: corr. Rob. — verba reliqua scripsit Ma — ἣν ἔχη Ms: corr. Turn. (ἤνεγκ’), Vict. 993 φαίνει κακόν coniungunt quidam 994 γ᾽ εἴτ᾽ Hermann³ 133: τ᾽ ἤτ᾽ (ss. Ms) ΟΡ. σήπειν θιγοῦσ᾽ ἂν ⟨μ⟩ᾶλλον, οὐ δεδηγμένον, τόλμης ἕκατι κἀκδίκου φρονήματος; τοιάδ᾽ ἐμοὶ ξύνοικος ἐν δόμοισι μὴ γένοιτ᾽· ὀλοίμην πρόσθ⟨εν⟩ ἐκ θεῶν ἄπαις. αἰαῖ ⟨αἰαῖ⟩ μελέων ἔργων· στυγερῶι θανάτωι διεπράχθης· ἐέ· μίμνοντι δὲ καὶ πάθος ἀνθεῖ. ΟΡ. ἔδρασεν ἢ οὐκ ἔδρασε; μαρτυρεῖ δέ μοι φᾶρος τόδ᾽, ὡς ἔβαψεν Αἰγίσθου ξίφος· φόνου δὲ κηκὶς ξὺν χρόνωι ξυμβάλλεται πολλὰς βαφὰς φθείρουσα τοῦ ποικίλματος. νῦν αὐτὸν αἰνῶ, νῦν ἀποιμώζω παρών πατροκτόνον θ᾽ ὕφασμα προσφωνῶν τόδε· ἀλγῶ μὲν ἔργα καὶ πάθος γένος τε πᾶν, ἄζηλα νίκης τῆσδ᾽ ἔχων μιάσματα — οὔτις μερόπων ἀσινῆ βίοτον διὰ πάντ’ ⟨ἂν⟩ ἄτιμος ἀμείψαι· ἐέ· μόχθος δ’ ὃ μὲν αὐτίκ᾽, ὃ δ’ ἥξε⟨ι⟩. 995 θιγοῦσ᾽ ἂν Rob., Turn., μᾶλλον Hermann³²: θίγουσαν ἄλλον M 996 κἀκδίκου Ahrens⁷ 552: κἀνδίκου M: κἀδίκου Turn. 1006 πρόσθ’ M: corr. Turn. 1007 choro trib. Rob., Turn.: nulla nota (sed 1010 paragr.) — αἰ αἰ M, iteravit Bothe¹ 1008 διεπράχθη Heimsoeth¹ 63 1009 ἐέ M, cf. ad 1020 (ἐέ inter anapaestos Eur. Hipp. 1354, et 208v.l. Med. 111v.l.): αἰ αἰ αἰ αἰ Wellauer² 1011 φάρος Porson¹: φᾶροσ M 1012 κικὶσ M, corr. Ms: κηλὶς nol. Abresch I 529 — τῶι χρόνωι Herwerden⁵ 151 1015 θ’ Page⁹ — προσφέρων Pauw (malim προσφορῶν): προσφαίνων Bothe¹ 1016 πάθας Weil³ — possis γένους τὸ πᾶν 1017 σκυλεύματα Wecklein¹¹: μηνύματα Blaydes⁵ 1018–20 choro trib Aur.³, Canter: nulla nota 1018 ἀσινεῖ Ma: ἀσινὴς Herwerden¹ 104, cf. Eum. 315 1019 πάντ’ Σuv M: παντὸς Heath rhythmo abnormi — ⟨ἂν⟩ ἀμείψαι Bothe¹: ἀμείψεται (965) Σ M 1020 ἐέ Klausen: ἐσ M: αἰαῖ αἰαῖ Bamberger⁴ — μόχθο[[ς]] M (fuerat -θο), nec plura: suppl. Ms — ἥξε Ms: corr. Turn. ΟΡ. ἀλλ᾽ ὡς ἂν εἰδῆτ’ — οὐ γὰρ οἶδ᾽ ὅπηι τελεῖ, ὥσπερ ξὺν ἵπποις ἡνιοστροφῶν δρόμου ἐξωτέρω· φέρουσι γὰρ νικώμενον φρένες δύσαρκτοι· πρὸς δὲ καρδίαι Φόβος ἄιδειν ἕτοιμος, ἣ δ᾽ ὑπορχεῖσθαι Κότωι — ἕως δ᾽ ἔτ᾽ ἔμφρων εἰμί, κηρύσσω φίλοις κτανεῖν τέ φημι μητέρ᾽ οὐχ ἄνευ δίκης, πατροκτόνον μίασμα καὶ θεῶν στύγος, καὶ φίλτρα τόλμης τῆσδε πλειστηρίζομαι τὸν πυθόμαντιν Λοξίαν, χρήσαντ᾽ ἐμοί πράξαντι μὲν ταῦτ᾽ ἐκτὸς αἰτίας κακῆς εἶναι· παρέντα δ᾽, οὐκ ἐρῶ τὴν ζημίαν, τόξωι γὰρ οὔτις πημάτων ἐφίξεται. καὶ νῦν ὁρᾶτέ μ’, ὡς παρεσκευασμένος ξὺν τῶιδε θαλλῶι καὶ στέφει προσίξομαι μεσόμφαλόν θ᾽ ἵδρυμα, Λοξίου πέδον, πυρός τε φέγγος ἄφθιτον κεκλημένον, φεύγων τόδ᾽ αἷμα κοινόν· οὐδ᾽ ἐφ᾽ ἑστίαν ἄλλην τραπέσθαι Λοξίας ἐφίετο. τάδ᾽ ἐν χρόνωι μοι πάντας Ἀργείους λέγω ⟨μνήμηι φυλάσσειν οἷ’⟩ ἐπορσύνθη κακά καὶ μαρτυρεῖν μοι, Μενέλεως ⟨ἐὰν μόληι·⟩ 1021 ἀλλ’ ὡς ἂν Blomf.⁹, εἰδῆτ’ Martin¹ 23 — οὐ γὰρ Erfurdt⁰: ἄλλοσ ἂν εἰ δὴ τόντ’ ἂρ M — ὅποι Blomf.¹, cf. Sept. 659 1022 ἡνιοστροφῶν Weil³: -στρόφου M: -στροφῶ Stanley¹ 1024 sq. χότος . . . φόβωι Schütz² — ἣ δ᾽ Abresch¹ 529: ἠδ᾽ M — κρότωι Abresch l. c. 1026 ἕωσ δέ τ’ in spat. vac. suppl. Ms (δ᾽ ἔτ’ Rob. Turn.) 1029 ἐπιστηρίζομαι Hartung — 1031 πράξαντα Portus — 1032 παρέντι Turn. 1033 ἐφίξεται Schütz⁶ (cf. Σ): προσίξεται (1035) M 1038 ἐφέστιον M: corr. Turn. 1041 a/b καὶ μαρτυρεῖν μοι μενέλεωσ ἐπορσύνθη κακά M: duos versus divisit et transposuit Franz, fere ut supra suppl. Wil.¹¹ (οἷ’ iam Heimsoeth¹ 113, cf. Pers. 267; ὅταν μόληι Wil., ἐὰν Croiset 231 n. 1, cf. Pers. 529): aliter Blomf.⁹ (καὶ μαρτυρεῖν μὲν ὡς ἐπ. κ-) et Rose (καὶ μαρτ. μοι Μεν. ⟨ὅταν μόληι | κείνωι τε φράζειν ὡς⟩ ἐπ. κακά, | ⟨χὠς τὼ μὲν οὕτω κείσθον ἐνδίκωι μόρωι,⟩ | ἐγὼ δ᾽ κτλ.) ΟΡ. ἐγὼ δ᾽ ἀλήτης τῆσδε γῆς ἀπόξενος ⟨. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .⟩ ζῶν καὶ τεθνηκὼς τάσδε κληδόνας λιπών. ΧΟ. ἀλλ᾽ εὖ τ᾽ ἔπραξας, μηδ᾽ ἐπιζευχθῆι⟨ς⟩ στόμα φήμηι πονηρᾶι μηδ᾽ ἐπιγλωσσῶ κακά, ἐλευθερώσας πᾶσαν Ἀργείων πόλιν, δυοῖν δρακόντοιν εὐπετῶς τεμὼν κάρα. ΟΡ. ἆ ἆ· δμοιαὶ γυναῖκες αἵδε Γοργόνων δίκην φαιοχίτωνες καὶ πεπλεκτανημέναι πυκνοῖς δράκουσιν· οὐκέτ᾽ ἂν μείναιμ᾽ ἐγώ. ΧΟ. τίνες σε δόξαι, φίλτατ᾽ ἀνθρώπων πατρί, στροβοῦσιν; ἴσχε, μὴ φοβοῦ, νικῶν πολύ. ΟΡ. οὐκ εἰσὶ δόξαι τῶνδε πημάτων ἐμοί· σαφῶς γὰρ αἵδε μητρὸς ἔγκοτοι κύνες. ΧΟ. ποταίνιον γὰρ αἷμά σοι χειροῖν ἔτι· ἐκ τῶνδέ τοι ταραγμὸς εἰς φρένας πίτνει. 1042 cf. ad Ag. 1282 — 1049–50 Tz. sch. Epist. p. 159.2 L. post 1042 lac. stat. Dind.⁷: ⟨πατρός τ’ ἀμύντωρ εἰμὶ καὶ μητροκτόνος⟩ Heyse, cf. Ag. 1281 sq. 1044–7 choro trib. Portus¹: nulla nota — 1044 εὖ γε Portus¹ — τε πράξας μηδ᾽ ἐπιζεύχθη M: corr. Heath 1045 φῆμαι πονηραὶ M: corr. Stanley¹ (φήμηι), Heath: φήμαις πονηραῖς Aur.³ 1046 ἠλευθέρωσας Blomf.¹³ — ἀργείων Ma: -ην M: -αν Porson¹ — 1047 δοιοῖν Ma 1048 δμοιαὶ (cf. Ag. 639) West⁸ 198: δμωαὶ (84) M 1049 φαιο- West⁷ 100: φαιο- M Tz. — 1050 δεινοῖς Tz. — ἂν μείναιμ’ Tz.: ἀμμείνοιμ’ M 1052 στροβῶσιν Ms — φόβου νικῶ Porson¹, ⁵160, cf. Eum. 88 (deinde πάνυ F. W. Schmidt 92): φόβωι νικῶ, πόδα Burges⁹ 62 1054 σαφεῖς Burges l. c. 1055 χεροῖν M — ἔπι Bourdelot 1056 τοῦδε Pauw — σοι Hermann³²: τις Burges l. c. — πιτνεῖ M: corr. Blomf.¹³ ΟΡ. ἄναξ Ἄπολλον, αἵδε πληθύουσι δή, κἀξ ὀμμάτων στάζουσι νᾶμα δυσφιλές. ΧΟ. εἷς σοι καθαρμός· Λοξίας δὲ προσθιγὼν ἐλεύθερόν σε τῶνδε πημάτων κτίσει. ΟΡ. ὑμεῖς μὲν οὐχ ὁρᾶτε τάσδ᾽, ἐγὼ δ᾽ ὁρῶ· ἐλαύνομαι δὴ κοὐκέτ᾽ ἂν μείναιμ᾽ ἐγώ. ΧΟ. ἀλλ᾽ εὐτυχοίης, καί σ᾽ ἐποπτεύων πρόφρων θεὸς φυλάσσοι καιρίοισι συμφοραῖς. ὅδε τοι μελάθροις τοῖς βασιλείοις τρίτος αὖ χειμὼν πνεύσας γονίας ἐτελέσθη. παιδοβόροι μὲν πρῶτον ὑπῆρξαν μόχθοι τάλανες {τε θυέστου}· δεύτερον ἀνδρὸς βασίλεια πάθη, λουτροδάϊκτος δ᾽ ὤλετ᾽ Ἀχαιῶν πολέμαρχος ἀνήρ· νῦν δ᾽ αὖ τρίτος ἦλθέ ποθεν σωτήρ — ἢ μόρον εἴπω; ποῖ δῆτα κρανεῖ, ποῖ καταλήξει μετακοιμισθὲν μένος Ἄτης; 1072 cf. Hsch. π 2758 1057 et 1061 inter se trai. Garvie⁵ — πληθύουσαι M: corr. Turn. 1058 στάζουσιν αἷμα (1055) M et fort. Σ Eum. 52 b/54: corr. Burges l. c. cf. Eum. 54 1059 εἷς σοι Erfurdt³²: ἴσο ὁ Ma, εἴσω Mc: οἶσθ’ οὗ Wieseler⁰ — Λοξίας Aur.³: Λοξίου M — προσθίγων M: corr. Blomf.⁹ 1062 δὴ West⁸ 100: δὲ M — ἀμμείναιμ’ M: corr. Rob. 1067 πνεούσᾶσ M: corr. Scal.² — γονίας Σλ M: πονίας Blomf.⁹: φονίας Pauw. cf. Radt ad fr. 130 1068 παιδοβόροι Aur.³, cf. Ag. 1512: παιδόμοροι M 1069 τάλανός γε θ. Aur.³ (-ός τε Wil.¹¹) — τε θυέστου del. Hermann¹ 261, ⁸31/112. 1073 δ’ susp. West⁷ — σωτῆρ’ Aur.³ 1075 sq. μεταλήξει κατακοιμισθὲν Lobel³ (κατακ. iam Franz) — μέγα κοιμ. Valckenaer¹ ad Pho. 1576